Τετάρτη, Μαΐου 15, 2013

Αρχίζουν οι παρουσιάσεις για τα Ίχνη όζας

Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει στον Εύοσμο, στη δημοτική βιβλιοθήκη. Ξεκινάμε σε φιλικό και αγαπημένο περιβάλλον και όμορφη παρέα!



Δευτέρα, Μαΐου 06, 2013

Ίχνη όζας, διηγήματα

Σπύρος Λαζαρίδης 
Ίχνη όζας 
Διηγήματα 
Εκδόσεις Ζήτρος 
160 σελίδες με 38 φωτογραφίες που συνδιαλέγονται με τα κείμενα. 
Εξώφυλλο, σχεδίαση: Θωμάς Γκινούδης 
Θεσσαλονίκη, Μάιος 2013 



Ο χρόνος κυλά.
Είτε τις όχθες του, όνειρα γεφυρώνουν·
είτε στο βυθό του ευχούλες μαραζώνουν.

Εννέα διηγήματα με ιστορίες απλών ανθρώπων.
Ημέρες και γεγονότα αναδύονται από τις δεκαετίες του εικοστού αιώνα όπου ήταν ταξινομημένα με βάση πολέμους και καταστροφές και γίνονται ιστορίες ανθρώπων με σάρκα και αίμα: το μερίδιο της καθημερινής ζωής μέσα στον ιστορικό χρόνο.
Στο αυστηρό πρωτόκολλο της μεθοδικής έρευνας το οποίο απαιτεί η ιστορική επιστήμη, αντιπαρατίθεται η αναρχική αυθάδεια του καθημερινού συμβάντος την οποία λατρεύει η λογοτεχνία. Πρώτη ύλη, η καταγεγραμμένη μνήμη σε κιτρινισμένα φύλλα εφημερίδων, η ασπρόμαυρη αποτύπωση στο φωτογραφικό χαρτί, οι διηγήσεις ανθρώπων που έζησαν για να διηγηθούν.
Διηγήματα με πηγή έμπνευσης γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στη δυτική Θεσσαλονίκη από το 1914 μέχρι σήμερα και πρώτη ύλη δημοσιεύματα εφημερίδων. Ένας αιώνας με δύο παγκόσμιους πολέμους, δυο δικτατορίες κι έναν εμφύλιο, με ανελέητη καταστολή εσωτερικών εχθρών και κάθε είδους κοινωνική και φυλετική βία, με απατεώνες και τραμπούκους, εργαζόμενους και αεριτζήδες, με έρωτα και φιλία παρόλα αυτά, με προσφορά και δόσιμο, θυσία και αφοσίωση σε έναν άνθρωπο, σε μια ιδέα, σε μια αυταπάτη…
Το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο στη Θεσσαλονίκη που έχει ανάσα και αίμα του τις δυτικές συνοικίες της πόλης και αναδεικνύει γεγονότα και χαρακτήρες από την πρώτη πρώτη μέρα που εγκαταστάθηκαν εκεί οι πρόσφυγες του 1914 από την Ανατολική Θράκη μέχρι τους εσωτερικούς μετανάστες της δεκαετίας του 1960 και τη μεταμόρφωση των ρεμάτων σε οικόπεδα και ελπίδα.
Ο συγγραφέας δεν γεννήθηκε κοντά στο 1916 και το 1965 ήταν ακόμα στο χωριό, επτά χρονών παιδί. Βιωματικές του μνήμες τρυπώνουν στο τελευταίο διήγημα του βιβλίου. Όλες τις ιστορίες όμως τις νιώθει να ’ναι χαραγμένες στο πετσί του. Σαν το εμβόλιο στο αριστερό του μπράτσο. Μετά άρχισε να θυμάται κι αυτός. Άλλες ιστορίες εκείνες. Αναίμακτες, όσο να πεις.




Δευτέρα, Απριλίου 22, 2013

Για το βιβλίο "Ημερολόγια διαδρομών"

Την Τετάρτη17 Απριλίου 2013 έγινε στο βιβλιοπωλείο Πάπυρος στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης η παρουσίαση του ββιβλίου της Χαράς Ανδρεΐδου "Ημερολόγια διαδρομών".
Εκτός της συγγραφέως μίλησε ο Σπύρος Λαζαρίδης και αποσπάσματα διάβασε η ποιήτρια Ολυμπία Σταύρου. Η συγγραφέας δημοσίευσε στο προσωπικό της fb το κείμενο της παρουσίασης του ΣΛ. Το αναδημοσιεύω κι εγώ εδώ. Μια επίσκεψη στη σελίδα της Χαράς θα σας επιτρέψει να δείτε και τα σχόλια που τρύπωσαν κάτω από την ανάρτησή της.




Με πόσους τρόπους διαβάζεται η λογοτεχνία;
Με πόσους τρόπους γράφεται η λογοτεχνία;
Οι προφανείς απαντήσεις δεν είναι κατ’ ανάγκην και οι σωστές απαντήσεις. Ούτε διαβάζεται με τόσους τρόπους όσοι είναι και οι αναγνώστες της, ούτε γράφεται με τόσους τρόπους όσοι είναι και οι συγγραφείς της. Σχολές και ρεύματα διαμορφώνουν πρότυπα και μεθόδους γραφής που αντανακλούν στη μορφή και το περιεχόμενο του έργου, άρα οι τρόποι γραφής είναι λιγότεροι από τους συγγραφείς. Οι αναγνώσεις όμως είναι περισσότερες από τους αναγνώστες. Δεν διαβάζει με τον ίδιο τρόπο, ο ίδιος άνθρωπος, το ίδιο λογοτεχνικό έργο, επειδή απλούστατα δεν βρίσκεται πάντοτε με την ίδια διάθεση. Το ίδιο έργο, το προσλαμβάνει με άλλο τρόπο. Δηλαδή: αλλιώς μιλάει στην ψυχούλα του κάθε φορά. Και για να πούμε όλη την αλήθεια αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη διάθεση και την ψυχική κατάσταση του αναγνώστη.

«Ο κάμπος του Κιλκίς απλώνεται μπροστά τους. Προχωρημένος Οκτώβρης κι όμως η φύση αντιστέκεται σθεναρά στο φθινόπωρο που, όπως δείχνουν οι σελίδες του ημερολογίου, θα έπρεπε πια να έχει έρθει. Ο καιρός βγάζει ψεύτη το ημερολόγιο. Ο καιρός, τα δένδρα, ο ουρανός. Ο μήνας κοντεύει στο τέλος του, κι όμως νομίζεις πως μόλις πατήσαμε στο Σεπτέμβριο. Τα δένδρα, πράσινα ακόμα, στολισμένα με τα καλοκαιρινά τους φύλλα, θυμίζουν Ιούλιο, Αύγουστο. Ο ουρανός αψεγάδιαστος, καταγάλανος. Κάτι άσπρα, κάτασπρα συννεφάκια, ανάρια σαν αραιοπλεγμένη δαντέλα, είναι περισσότερο διακοσμητικά, απλώς και μόνο για να σπάει πού και πού αυτό το απέραντο, το μονότονο γαλάζιο που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας μήνες τώρα. Αποκλείεται αυτοί οι μικροί άσπροι λεκέδες, σκορπισμένοι από δω κι από κει, να αποφασίσουν κάποια στιγμή να σμίξουν, ν’ αγκαλιαστούν σφιχτά από αγάπη ή να μπλεχτούν μεταξύ τους από οργή κι έτσι, σμιχτά ο ένας πλάι στον άλλο, να ανοίξουν και να στάξει από μέσα τους η ευεργετική βροχή. Τα χωράφια καρτερούν διψασμένα, το χώμα ξεράθηκε κι έγινε σκληρό σαν την πέτρα, «μπετό σκέτο», έτσι λένε απαυδισμένοι οι αγρότες και το κλοτσάνε θυμωμένα, λες και φταίει το χώμα που ξεράθηκε, λες και φταίει το χώμα για την ανυδρία μηνών που δεν λέει πια να τελειώσει.» (σελ.11-12).

Ορίστε. Η φύση και τα γινάτια της διαψεύδουν το ημερολόγιο. Τι είναι όμως αυτή η παράγραφος που διαβάσαμε μόλις τώρα; Και τι μπορεί να πει στον καθένα μας; Και επίσης, ένα πιο βίαιο ερώτημα. Τι εξυπηρετεί αυτή η πρώτη παράγραφος σ’ ένα βιβλίο που διηγείται μιαν ιστορία σε 325 σελίδες; Σας βεβαιώ πως αν, αφού διαβάσετε όλο το βιβλίο της Χαράς Ανδρεΐδου, Ημερολόγια διαδρομών, και επιστρέψετε στην πρώτη αυτή παράγραφο, θα την διαβάσετε με τελείως διαφορετικό τρόπο. Αλλιώς θα σας μιλήσει. Τα μαγικά του συγγραφέα αποκαλύπτονται σε ανύποπτο χρόνο καθώς εξελίσσεται η ανάγνωση και η πλοκή. Και αυτές οι αποκαλύψεις είναι μία από τις γοητείες της καλής λογοτεχνίας. Που αποστρέφει το πρόσωπο από το προφανές και προβλέψιμο και ασχολείται με το καλυμμένο και απρόσμενο. Η πρώτη ανάγνωση δεν είναι και η μοναδική ανάγνωση. Το πρώτο επίπεδο δεν είναι και το μοναδικό επίπεδο. Αλλοίμονο στη λογοτεχνία που λέει ένα μόνο πράγμα, με έναν μόνο τρόπο.
Γιατί λοιπόν Οκτώβρης, γιατί σκληρό και άνυδρο Κιλκίς, γιατί τόση προσμονή, στην πρώτη κιόλας σελίδα, για την ευεργετική βροχή; Πόσες μορφές μπορεί να πάρει αυτή η ευεργετική βροχή στα εσώψυχα του καθενός;

«Το κόκκινο αυτοκίνητο με τις αφράτες καμπύλες διασχίζει με αργούς ρυθμούς την εθνική οδό που οδηγεί από τη Θεσσαλονίκη στο τελωνείο της Δοϊράνης και στα σύνορα με τα γειτονικά Σκόπια. Μέσα του κουβαλάει τέσσερις γυναίκες. Τέσσερις γυναίκες, τέσσερις άνθρωποι, τέσσερις ψυχές. Με κομμάτια ίδια και κομμάτια διαφορετικά. Με μια καθημερινότητα που τις ενώνει και τις χωρίζει, που τις ταυτίζει και τις διαφοροποιεί. Τέσσερις εκπαιδευτικοί, τέσσερις δασκάλες. Μένουν όλες στη Θεσσαλονίκη και διδάσκουν σε σχολεία σε διάφορα χωριά του νομού Κιλκίς. Η καθεμιά τους βιώνει μια διαφορετική προσωπική κατάσταση, έχει διαφορετικά ενδιαφέροντα, άλλες αγωνίες, διαφορετικές προσδοκίες από τη ζωή, από τους άλλους, από τον εαυτό της, από την κάθε μέρα. Κι όμως, πέντε μέρες την εβδομάδα, δυο ώρες κάθε μέρα, ανακαλύπτουν κοινά ενδιαφέροντα, κοινές αγωνίες, θέματα συζήτησης που δεν εξαντλούνται ποτέ, νέα πεδία ενδιαφερόντων που ξεφυτρώνουν χωρίς προσπάθεια μέσα στις ώρες της αναγκαστικής συνύπαρξης, του υποχρεωτικού συγχρωτισμού, της ακούσιας και εκούσιας φιλίας.» (σελ.12-13).

Αναγκαστική συνύπαρξη, υποχρεωτικός συγχρωτισμός, ακούσια και εκούσια φιλία. Αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον πλαίσιο. Και χωράνε σ’ αυτό άπειρες εφαρμογές. Η φυλακή περιέχει αναγκαστική συνύπαρξη, υποχρεωτικό συγχρωτισμό, ακούσια και εκούσια φιλία. Και ο στρατός. Και τα ποικίλα ιδρύματα θεραπευτικού εγκλεισμού. Και τα οικοτροφεία. Και τα μοναστήρια. Όλα αυτά όμως αφήνουν στους ανθρώπους τους μιαν σχετική άνεση κινήσεων, όσο να πεις. Η Χαρά Ανδρεΐδου επιλέγει το πιο ασφυκτικό πλαίσιο που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Το εσωτερικό ενός αυτοκινήτου. Με τις ηρωίδες της ακίνητες. Ποιες αισθήσεις αναπτύσσονται όταν ο χώρος σε περιορίζει; Η όραση, η όσφρηση. Ετοιμαζόμαστε λοιπόν, οι αναγνώστες, και περιμένουμε από τη συγγραφέα να μας οδηγήσει έξω από το κλειστοφοβικό πλαίσιο που υποψιαζόμαστε πως επιφυλάσσει για μας και πέφτουμε από έκπληξη σε έκπληξη καθώς ούτε μια στιγμή δεν καταλαβαίνουμε πως η πλοκή του βιβλίου εξελίσσεται ή τουλάχιστον γεννιέται στο εσωτερικό ενός μικρού αυτοκινήτου. Γιατί δεν το καταλαβαίνουμε; Επειδή αυτό είναι η καλή λογοτεχνία είπαμε. Που αποστρέφει το πρόσωπο από το προφανές, από το προβλέψιμο. Επειδή η Χαρά Ανδρεΐδου γράφει καλά!

«Θ’ αργήσουμε πάλι», λέει ξερά από τη θέση του συνοδηγού η Στέλλα, μια ψηλή, αδύνατη γυναίκα, με ίσιο τετραγωνισμένο καστανό μαλλί, άψογα φορμαρισμένο, που στέκεται σαν κράνος πάνω στο κεφάλι της και φθάνει ως τη βάση του ψηλού, σαν κύκνου, λαιμού της.(σελ.13)

Η Στέλλα λοιπόν. Ηρωίδα του μυθιστορήματος «Ημερολόγια διαδρομών». Η Στέλλα, της οποίας έχουμε μια πρώτη, εξωτερική περιγραφή. Είναι αυτή, στα χείλη της οποίας η συγγραφέας βάζει την πρώτη και την τελευταία φράση του βιβλίου. Και της οποίας τη ζωή θα μας την ξεδιπλώσει, σταδιακά, λίγο-λίγο, μέχρι να τελειώσουμε την ανάγνωση. Όπως καταλαβαίνετε, εδώ δεν βρισκόμαστε για να αποκαλύψουμε την πλοκή του βιβλίου. Αυτό είναι αναφαίρετο προνόμιο του αναγνώστη και της αναγνώστριας. Εδώ επιχειρούμε μια καταγραφή της δικής μου αναγνωστικής εμπειρίας ως παρότρυνση για να ξεκινήσει μια δική σας αναγνωστική περιπέτεια στον κόσμο της Χαράς Ανδρεΐδου. Η Στέλλα πάντως έχει έναν γιο στην εφηβεία και ζει μαζί του χωρίς άνδρα. Το αυτοκίνητο το οδηγεί η Κατερίνα. Παντρεμένη και με δυο κοριτσάκια και ευτυχισμένη αυτή.

«Τι να κάνω; Δεν βλέπεις που έχω κολλήσει πίσω απ’ αυτό το ηλίθιο φορτηγό και δεν μπορώ να το προσπεράσω με τίποτα;» της απαντάει νευριασμένα η Κατερίνα, που δικό της είναι το αυτοκίνητο με τις αφράτες καμπύλες. Αφράτες καμπύλες όπως και οι δικές της, ένα στρογγυλό πρόσωπο με φουντωτά σπαστά μαλλιά βαμμένα χαλκοκόκκινα, πλούσιο στήθος, στρογγυλεμένοι γοφοί, μια καμπύλη μονοκοντυλιά ολόκληρη.» (σελ.13)

Από το πίσω κάθισμα ακούγεται η φωνή της Μάρθας. Μόνη, κατάμονη. Μ’ έναν γάτο και έναν σύντροφο εκτός οικίας. Άφαντο όταν πεταρίζει η ψυχή ξαφνικά ένα βράδυ αναπάντεχο και η Μάρθα γέρνει για ένα χάδι ή για ένα βλέμμα.

«Ε, καλά, δεν χάλασε ο κόσμος κι αν αργήσουμε πέντε λεπτά!», υποστηρίζει ζωηρά η Μάρθα από το πίσω κάθισμα, γέρνοντας μπροστά. Με την κίνησή της αναδεύονται τα εκατοντάδες μπουκλάκια που στεφανώνουν το πρόσωπό της και πέφτουν άτακτα στους ώμους της. Μικρά σγουρά μπουκλάκια σε διάφορους τόνους του κόκκινου και του ξανθού, αναλόγως με το πού έχουν πιάσει οι ανταύγειες και πού φαίνεται το φυσικό, σκούρο καστανό μαλλί. Λαμποκοπάει και το στρασάκι που έχει περασμένο σαν σκουλαρίκι στο πλάι της μύτης της. "Μήπως δεν ξέρουν τι ταξίδι κάνουμε κάθε πρωί για να ‘ρθουμε μέχρι εδώ;", συμπληρώνει.» (σελ.13-14).

Θα χρειαστούμε λίγες σελίδες ακόμη για να συναντήσουμε την Ελένη. Είναι μαζί τους από την πρώτη στιγμή, αλλά η συγγραφέας μας την αποκαλύπτει τελευταία. Δίνει μια μάχη καθόλα γυναικεία. Θέλει να γίνει μητέρα και το προσπαθεί με εξωσωματική. Αυτές οι τέσσερις γυναίκες, άγνωστες μεταξύ τους μέχρι χθες, είναι η παρέα των συναδέλφων που πηγαινοέρχονται Θεσσαλονίκη-Κιλκίς.

«Είναι συνάδελφοι λοιπόν, όχι φίλες, αλλά αυτό είναι καλό. Και είναι αρκετό. Τις ικανοποιεί, τις καλύπτει, δεν θέλουν, δεν χρειάζονται να προχωρήσουν πιο πέρα. Δεν θέλουν να κουβαλήσουν αυτή τη σχέση πέρα από κει που είναι η θέση της, από κει που ανήκει. Δεν θέλουν να τη βάλουν μέσα στην υπόλοιπη ζωή τους, να διεκδικήσει χώρο, μια θέση μέσα στην οικογένεια, στην παρέα, στις κοινωνικές συναναστροφές. Ό,τι ξέρουν η μία για τη ζωή της άλλης είναι μέσα από τις διηγήσεις της καθεμιάς. Έχουν δει φωτογραφίες από τις κόρες της Κατερίνας κι έχουν ακούσει άπειρες ιστορίες για τις σκανταλιές τους, για τα νάζια και τα χάζια τους, για το πείσμα τους, τις δυσκολίες τους στο σχολείο, τον τρόπο τους να τουμπάρουν τον μπαμπά τους. Ξέρουν και για τη δύσκολη εφηβεία που περνάει ο γιός της Στέλλας, μιλάνε για τις εμμονές του, αναλύουν τις συμπεριφορές του, προβληματίζονται για την απάθεια και την απομόνωσή του. Γνωρίζουν με λεπτομέρειες το παρουσιαστικό, τη δουλειά, τις προτιμήσεις του άνδρα της Κατερίνας, της Ελένης, του πρώην άνδρα της Στέλλας, του άνδρα που πάει κι έρχεται στη ζωή της Μάρθας, αλλά μέχρι εκεί. Δεν τους έχουν συναντήσει στην πραγματικότητα, δεν έχουν πάει η μια στο σπίτι της άλλης, δεν έχουν βρεθεί σε κοινές παρέες, δεν έχουν καν πιεί έναν καφέ μαζί έξω από το αυτοκίνητο. Η επαφή τους περιορίζεται στις δυο ώρες διαδρομής κάθε μέρα, οι εξομολογήσεις τους σταματούν στα όρια της αποδεκτής κοινωνικής αποκάλυψης, η έγνοια της μιας για την άλλη έχει συγκεκριμένα όρια. Όχι ότι δεν νοιάζεται η μια για την άλλη, νοιάζεται, με ειλικρινές ενδιαφέρον, με άδολη διάθεση για βοήθεια, για συμπαράσταση, για στήριξη. Αλλά όσο κρατάει η διαδρομή, από τη Θεσσαλονίκη στα χωριά του Κιλκίς και πάλι πίσω, κι αυτό τους είναι αρκετό.» (σελ. 30-31).

Έχουμε και λέμε λοιπόν. Τοπίο, αυτοκίνητο, τέσσερις γυναίκες εκπαιδευτικοί άγνωστες μεταξύ τους. Οι πρώτες σελίδες του βιβλίου, ενώ προϊδεάζουν για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ενώ φαίνεται να ανοίγουν τα χαρτιά της συγγραφέως, ενώ μοιάζουν με αστυνομική ιστορία που ξεκινάει αποκαλύπτοντας τον ένοχο, δεν κάνουν αυτό ακριβώς. Κάνουν άλλα. Κρατούν, ακόμα, μακριά από το μυαλό του αναγνώστη την πλοκή του μυθιστορήματος.

Οι πρώτες σελίδες ενός βιβλίου, ακόμη πιο αυστηρά, οι πρώτες σελίδες ενός μυθιστορήματος είναι κρίσιμες. Έχουν το βαρύ φορτίο να κερδίσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Δεν πρέπει να τον κουράσουν, δεν πρέπει να τον ξεγελάσουν. Γιατί λοιπόν οι πρώτες σελίδες της Χαράς Ανδρεΐδου, αφού δεν ξεδιπλώνουν κάποια εντυπωσιακά δεδομένα της πλοκής, τα καταφέρνουν μια χαρά στο να κερδίσουν τον αναγνώστη; Για τέσσερις λόγους:
Πρώτον: ο χρόνος. Τώρα. Σήμερα. Άρα καταστάσεις και πρόσωπα μάλλον αναγνωρίσιμα. Και καλό και κακό. Καλό επειδή ο αναγνώστης αισθάνεται πως θα κινηθεί σε οικείο περιβάλλον αλλά και κακό επειδή η συγγραφική πένα πρέπει να έχει μερικά καντάρια αξιοσύνης παραπάνω για να τα βγάλει πέρα με «την ιδίαν αντίληψιν επί του θέματος» του αναγνώστη. Η πένα της Χαράς τα διαθέτει.
Δεύτερον: ο τόπος. Το τοπίο. Μεταβαλλόμενο. Εξελισσόμενο στο χρόνο. Και προσέξτε. Το τοπίο, το περιβάλλον, η αύρα. Σ’ ένα ανθρωποκεντρικό μυθιστόρημα, σ’ ένα μυθιστόρημα όπου σε πολλές σελίδες καταγράφονται και περιγράφονται συναισθήματα, σκέψεις, όνειρα και ευχές, βιώματα και απωθημένα, δεν περιγράφεται σχολαστικά κανένα κατάλυμα, ούτε σπίτι, ούτε δωμάτιο, ούτε χώρος εργασίας, ούτε δρόμος και σοκάκι της πόλης όπου διαμένουν μόνιμα οι άνθρωποι του μυθιστορήματος, αλλά αναδεικνύεται σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια το τοπίο. Όχι αναγκαστικά οριοθετημένο. Δεν υπάρχουν τοπωνύμια, δεν υπάρχουν ιστορικές μνήμες, δεν αφήνεται ο νους να φύγει από αυτό που τα μάτια, τα δυο του προσώπου-τα μύρια της ψυχής, βλέπουν.

«Πέμπτη 7 Απριλίου
Η φύση ξυπνάει, τεντώνεται, τανιέται. Τινάζει από πάνω της τα υπόλευκα και τα γκρίζα, τα μουντά και τα υποτονικά, τα ακαθόριστα. Τα χρώματα αποκτούν υφή, υπόσταση, ταυτότητα ,αντιπαλεύουν με τις μυρωδιές, μάχονται ποιο θα κυριαρχήσει. Το τρυφερό πράσινο, το νεανικό, το ανοιχτόχρωμο, των φύλλων που μόλις ανοίγουν στον ήλιο καθώς ξεδιπλώνονται αργά μέσα από τα κουκούλια τους. Το πράσινο των νεαρών φύλλων ανταγωνίζεται τα απαλά χρώματα των λουλουδιών των δένδρων, που αργοπόρησαν να ανοίξουν και κρατούν ακόμα με ψυχή που τρέμει τα πανάλαφρα, τα αλαφροΐσκιωτα πέταλά τους. Και το πράσινο του νεαρού χόρτου, σιτάρια, κριθάρια, βρόμη, σίκαλη, μέσα σε τετραγωνισμένα χωράφια, παρέα με τα αγριόχορτα στις άκρες των δρόμων, αντιπαλεύουν κι ανταγωνίζονται το καφετί των χωμάτων, το καστανό της γης. Και η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, της γεμάτης υγρασία ατμόσφαιρας αντιπαλεύει με την υποψία της ευωδιάς των δενδρολούλουδων, με το βαρύ άρωμα της πασχαλιάς και της αγγελικής στα πάρκα, των νάρκισσων και των ζουμπουλιών στις γλάστρες και στους κήπους. Μια υποψία λουλουδιαστής ευωδιάς που υπόσχεται την άνοιξη που άργησε, την άνοιξη που δεν ήρθε ακόμα, Απρίλης μήνας και το Πάσχα προ των πυλών.» (σελ.199-200).


Τρίτον: το μέσον. Το αυτοκίνητο. Ο παρών-απών ήρωας. Χωρίς αυτό δεν θα υπήρχε μυθιστόρημα. Δεν θα υπήρχε αυτό το μυθιστόρημα. Η παρουσία του όμως είναι διακριτική. Περνά απαρατήρητο. Όπως ένας πολύ καλός διαιτητής σ’ έναν αγώνα. Πρωταγωνιστές πρέπει να είναι οι αθλητές. Αυτός φροντίζει να υπάρξει ο αγώνας ώστε να διακριθούν αυτοί. Έτσι κι εδώ. Κανένας συμβολισμός, καμία διάθεση για συναισθηματικές επενδύσεις πάνω στο κατ’ εξοχήν καταναλωτικό αγαθό των ημερών μας. Απλώς όχημα. Μέσον εξυπηρέτησης. Τελεία και παύλα. Από αυτήν την άποψη, το μυθιστόρημα «Ημερολόγια διαδρομών» (με αυτοκίνητο εννοείται) θα πρέπει να καταγραφεί ως μνημείο αντιμετώπισης του αυτοκινήτου ως μέσου και όχι ως συμβόλου. Πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου αυτονόητο.
Τέταρτον: οι άνθρωποι. Η καρδιά του μυθιστορήματος. Λοιπόν, ούτε πλούσιοι μεγιστάνες, ούτε μοιραίες γυναίκες, ούτε οιδιπόδεια συμπλέγματα, ούτε άνθρωποι του περιθωρίου, ούτε εγκλήματα, ούτε παχιά λόγια, ούτε βαθυστόχαστες αναλύσεις, ούτε αποφάσεις ζωής και θανάτου. Άνθρωποι δικοί μας, της δουλειάς και του μεροκάματου, με σώματα που πάλλονται και φθείρονται μακριά από τα λιπόσαρκα ανορεξικά, γυαλιστερά πρότυπα, ούτε θεληματικό πηγούνι στον άντρα, ούτε αβυσσαλέα ντεκολτέ στις γυναίκες, ούτε εκθαμβωτικές ομορφιές, ούτε ανελέητο σεξ. Όχι. Καθημερινοί, απλοί άνθρωποι που εργάζονται, που αγωνιούν, που χαίρονται, που αγαπούν, που θέλουν την κανονικότητα στη ζωή τους αλλά που θα τολμήσουν και να πετάξουν το βότσαλο που θα ταράξει τα νερά της λίμνης τους.
Και αρχίζει επιτέλους η πλοκή. Η Ελένη, τη θυμάστε που εμφανίστηκε τελευταία στις πρώτες σελίδες; Φεύγει πρώτη. Επαπειλούμενη εγκυμοσύνη αφού η εξωσωματική αυτή τη φορά απέδωσε καρπούς και αντικατάστασή της στην εργασία της από άλλο συνάδελφο. Στο βιβλίο αυτό, αποτυπώνονται ιδιαιτερότητες της σύγχρονης ζωής, είτε αφορούν στην καθημερινότητα όλων μας (όλοι οι ήρωες έχουν αυτοκίνητο και γνωρίζουν να το χρησιμοποιούν, έχουν κινητά και μιλούν με τις ώρες στο τηλέφωνο, κρατούν ακόμα κοινωνικές-οικογενειακές συμβάσεις ιδιαίτερα στις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα), είτε αφορούν στο εργασιακό περιβάλλον (αντικατάσταση εκπαιδευτικού στη μέση της σχολικής χρονιάς και δυο και τρεις φορές, εργασία μακριά από τον τόπο κατοικίας, δεύτερη απασχόληση έστω και ως χόμπι). Στη θέση της Ελένης έρχεται ο Γιάννης. Όλα πλέον θα αλλάξουν. Δεν γίνεται αλλιώς. Πριν ακόμα μπει την παρέα τους ήξεραν όλες τους το χαμόγελό του από τις επισκέψεις τους στα γραφεία της Διεύθυνσης όπου εργαζόταν έως ότου κληθεί να αντικαταστήσει την Ελένη. Από τα πρώτα που αναδεικνύονται μετά την ένταξή του στην παρέα είναι η έφεσή του για την επαφή, το άγγιγμα.

«Μια καλή κουβέντα για όλες, ένα κομπλιμέντο για όλες, ένα άγγιγμα για όλες. Αυτή η συνήθειά του να τις αγγίζει τις ταράζει και τις ευχαριστεί. Για τον Γιάννη είναι πολύ φυσιολογικό να απλώσει το χέρι του και ν’ αγγίξει το αυτί της μίας για να δει καλύτερα το σκουλαρίκι της, να τραβήξει τα μαλλιά της άλλης πίσω για να βλέπει το πρόσωπό της όταν μιλάει, να κρατήσει την παλάμη της στο χέρι του για να θαυμάσει το δαχτυλίδι της, να της σφίξει το μπράτσο, να την αγγίξει στον ώμο ή στο γόνατο. Μικρές, φυσιολογικές κινήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν οικειότητα ή ανάμεσα σε ανθρώπους του ίδιου φύλου, σε γυναίκες κυρίως, παράξενες όμως, αταξινόμητες, απροσδόκητες όταν γίνονται από έναν άνδρα για μια γυναίκα, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο σχέσης σαν το δικό τους, μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Παράξενες και γι αυτό ξεχωριστές, και σίγουρα καλοδεχούμενες. Και οι τρεις τους τις επιθυμούν και εφευρίσκουν τρόπους για να προκαλέσουν αυτό το άγγιγμα, αυτή τη φευγαλέα αίσθηση της ζέστης της σάρκας, τη μικρή ανατριχίλα που τις κυριεύει και που προσπαθούν με κάθε τρόπο να κρύψουν. Ξέρουν, έχουν καταλάβει ότι αυτά τα αγγίγματα για κείνον δεν σημαίνουν κάτι διαφορετικό, δεν είναι καμουφλαρισμένα μηνύματα, δεν κουβαλούν πίσω τους υπαινιγμούς, προτροπές και προσκλήσεις. Έχουν καταλάβει ότι αυτός είναι ο τρόπος του, με την αφή, να πλησιάζει τους ανθρώπους, να επικοινωνεί μαζί τους, να τους νιώθει. Εξάλλου το ίδιο κάνει και με τον εαυτό του. Χαϊδεύεται συνεχώς. Σαν ένας γάτος που φροντίζει ολημερίς τη γούνα του, περνάει συνεχώς τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του, τρίβει το πηγούνι του, τρίβει τον αυχένα του, παίζει με τα δάχτυλά του. Τη στιγμή που μιλάει, που ακούει, που βλέπει έξω, το κάνει αφηρημένα, χωρίς να το συνειδητοποιεί, χαϊδεύει τον εαυτό του. Τον βλέπουν και γεννιέται μέσα τους μια αβάσταχτη τρυφερότητα γι’ αυτόν τον άνδρα, μια έντονη παρόρμηση ν’ απλώσουν το χέρι, να χαϊδέψουν αυτές τα σπαστά μαλλιά, το αξύριστο μάγουλο, τη ζεστή παλάμη. Πώς να το κάνουν όμως; Ξορκίζουν την επιθυμία τους μέσα από αστειότητες και πειράγματα.» (σελ. 65-66).

Η λογοτεχνία την οποία υπηρετεί το βιβλίο της Χαράς Ανδρεΐδου είναι η λογοτεχνία για το υπαρκτό, το σημερινό, το «εν εξελίξει». Υπάρχουν σημεία διάσπαρτα στις σελίδες των «Ημερολογίων» τα οποία μπορούν να αποτελέσουν εξαιρετικό υλικό για τον ιστορικό του μέλλοντος αν αυτόν θα τον ενδιαφέρουν συμπεριφορές και συναισθήματα. Μια υπηρεσιακή διαδρομή με υποχρεωτικό συγχρωτισμό μετατρέπεται αίφνης σε μια άμιλλα αισθησιασμού και πρόκλησης. Η παρουσία του άντρα επέδρασε στον τρόπο ντυσίματος των γυναικών, μπήκαν νέα ζητήματα στην καθημερινή κουβέντα. Ήδη η συναδελφικότητα των αγνώστων πρωτύτερα συνεπιβατών εξελίχθηκε σε φιλία. Και όσο ήταν φιλία μεταξύ γυναικών μπορούσαν να επιδίδονται και σε κοσμικά κουτσομπολιά ή να ασχολούνται με γεγονότα που βρίσκονται πιο κοντά σε μιαν ανάλαφρη αντιμετώπιση η οποία να αντισταθμίζει το βάρος της καθημερινής οδήγησης και τη ρουτίνα της δίωρης διαδρομής. Όπως άλλωστε κι αν ήταν αποκλειστικά αντρική συντροφιά. Φανταστείτε λοιπόν την αναζωογονητική αύρα που χαϊδεύει τα κορμιά τους ολόκληρα όταν ακούγονται μέσα στο αυτοκίνητο διάλογοι σαν αυτούς που ακολουθούν.

«Ποια μορφή μπορεί να παίρνει η αγάπη, η φιλία ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα;
«Κάθε μορφή», επιμένει ο Γιάννης. «Γιατί να πρέπει να υπάρχει ένα συγκεκριμένο μοντέλο και μόνο μέσα στο πλαίσιό του να επιτρέπεται να κινούμαστε; Η αγάπη, η φιλία ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα μπορεί να πάρει κάθε μορφή, ακόμα κι αυτή της ερωτικής επαφής, της συνουσίας, του σεξ».
Έχει έναν ελαστικό τρόπο να βλέπει τα πράγματα, σαν μια ομπρέλα που απλώνει και απλώνει και μπορεί να τα χωρέσει όλα από κάτω της, φυσικά, αβίαστα, χωρίς περιττούς προβληματισμούς. Και ακόμα κι αν το μυαλό σου, οι εμπειρίες σου, η κοινή λογική, η συσσωρευμένη γνώση της ανθρωπότητας σού λέει το αντίθετο, τελικά δεν μπορείς να αντισταθείς στη γοητευτική απλοϊκότητα της σκέψης του. Τελικά υποκύπτεις. Και οι τρεις γυναίκες θέλουν να υποκύψουν. Ωστόσο δεν μπορούν, όχι τόσο εύκολα, όχι αμαχητί, χωρίς να παλέψουν πρώτα για την τιμή των όπλων. Μόνο γι’ αυτήν.
«Δεν είναι τόσο απλό», του λέει η Στέλλα. «Δεν μπορούν δυο φίλοι, ένας άνδρας και μια γυναίκα, να κάνουν και έρωτα. Η σαρκική επαφή θέτει άλλες παραμέτρους, βάζει τη σχέση σε άλλο πλαίσιο».
«Η σαρκική επαφή», επαναλαμβάνει στωικά ο Γιάννης. «Δηλαδή αν εσύ χρειάζεσαι μια αγκαλιά κι εγώ σ’ αγκαλιάσω, αυτό δεν είναι σαρκική επαφή, Στέλλα μου;», τη ρωτάει κοιτάζοντας την στα μάτια, σίγουρος ότι μπορεί να συντρίψει τις αντιστάσεις της.
Η Στέλλα ανατριχιάζει στη σκέψη της αγκαλιάς, της αίσθησης από την αγκαλιά του που εκείνη τη στιγμή τής φαίνεται το πιο επιθυμητό καταφύγιο στον κόσμο. Ανατριχιάζει, παίρνει μια βαθιά ανάσα, συνέρχεται, ανασυντάσσεται.
«Μια αγκαλιά είναι μόνο μια αγκαλιά, δεν είναι σαρκική επαφή. Μια αγκαλιά τη χαρίζουμε όλοι σε όλους».
«Κι αν μαζί με την αγκαλιά σού χαϊδέψω και τα μαλλιά; Αν σου δώσω κι ένα φιλί στο μάγουλο; Αν σε σφίξω πάνω μου γιατί τρέμεις και το έχεις ανάγκη; Αν σου ψιθυρίσω καθησυχαστικά λόγια στο αυτί για να σε ηρεμήσω; Ποια είναι η διαφορά από τη σαρκική επαφή; Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στη σαρκική και τη φιλική επαφή;» Ακούγεται τόσο σίγουρος γι’ αυτά που λέει!
«Δεν πρέπει να υπάρχουν κάποια όρια, κάποιο πλαίσιο;», τολμά μια τελευταία προσπάθεια αμφισβήτησης.
«Τα όρια είναι κάτι πολύ προσωπικό, δεν ορίζονται a priori. Τα όρια ανάμεσα σε δυο ανθρώπους ορίζονται μόνο από τους ίδιους και αίρονται ξανά και ξανά, μόνο από τους ίδιους, μέσα από τις καταστάσεις που ζουν. Πώς να αρνηθώ το φιλί, την αγκαλιά, τον έρωτα σε μια γυναίκα που την αγαπάω και που μου τα ζητάει, που μου δείχνει ότι τα έχει ανάγκη, ότι θα την ανακουφίσουν; Πώς να αρνηθώ τον εαυτό μου σε μια φίλη που με χρειάζεται, με όποια μορφή κι αν με ζητάει; Αν ζητούσες την αγκαλιά μου, Στέλλα μου, ή η Μάρθα ή η Κατερίνα, θα έπρεπε να σας την αρνηθώ; Ή αν την ζητούσα εγώ από κάποια από σας, θα μου την αρνιόσαστε;»
Εξακολουθεί να την κοιτάζει στα μάτια, στρέφει και κοιτάζει και την Κατερίνα που κάθεται μαζί της στο πίσω κάθισμα και τη Μάρθα που οδηγεί δίπλα του. Τις κοιτάζει και τις τρεις κι εκείνες προσπαθούν να κρύψουν το τρέμουλό τους, το ανατρίχιασμα του κορμιού, το πετάρισμα της ψυχής στις εικόνες και στις αισθήσεις που γέννησαν μέσα τους τα λόγια του.
«Λες δηλαδή πως δυο φίλοι, ένας άνδρας και μια γυναίκα, μπορούν να κάνουν και έρωτα;», αναλαμβάνει η Κατερίνα να σπάσει τη σιωπή, να προφέρει εκείνη τις πολυαγαπημένες λέξεις.
«Λέω πως μπορούν να κάνουν ό,τι νομίζουν, ό,τι νιώθουν πως το χρειάζονται, πως τους ευχαριστεί και τους ανακουφίζει. Αρκεί να συναινούν και οι δύο σ’ αυτό. Δεν υπάρχουν στεγανά ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που αγαπιούνται. Και η αγάπη δεν περιορίζεται μόνο ανάμεσα σε δυο εραστές. Και γιατί δυο εραστές πρέπει να είναι και φίλοι ενώ δυο φίλοι δεν επιτρέπεται να είναι και εραστές; Το κορμί είναι μόνο η αφορμή, όπως λέει και ο ποιητής. Η αφορμή για να νιώσεις πιο κοντά σου τον άλλο», της απαντάει με σταθερή, πειστική φωνή.
…………………………………………………………………………..
Είναι τόσο δύσκολο να τον αντικρούσεις! Κι όμως πρέπει. Η Στέλλα, η Κατερίνα νιώθουν τα θεμέλια των κόσμων τους, των αρχών τους, των βεβαιοτήτων τους να τραντάζονται συθέμελα, να κλυδωνίζονται. Δεν μπορούν να παραδοθούν σ’ αυτήν την ανατρεπτική αλήθεια!
«Κι αν ο ένας από τους δυο παρεξηγήσει αυτήν την εκδήλωση αγάπης προς το μέρος του;» παίρνει τη σκυτάλη η Κατερίνα. «Αν δεν μπορεί να κατανοήσει, να δεχτεί το δικό σου τρόπο σκέψης και έκφρασης;»
«Μιλάμε για δυο ανθρώπους που ξέρουν ο ένας τον άλλο, που σέβονται και αποδέχονται ο ένας τον άλλον. Αλλιώς δεν θα είναι καταρχήν φίλοι», ο Γιάννης λέει το δικό του αυτονόητο ανασηκώνοντας τους ώμους και ανοίγοντας τα χέρια του. «Και στο τέλος, αν δεν μπορούν να το χειριστούν, κάτι λέει αυτό για τη σχέση τους, για τον τρόπο που μπορούν ή δεν μπορούν να προχωρήσουν παρακάτω. Αν όμως αποδέχονται ο ένας τον άλλο και μπορούν και χωράνε και τον έρωτα στη σχέση τους…». Σταματάει για λίγο, δείχνει να αναλογίζεται. «Δεν μπορούμε να ζούμε συνεχώς με το φόβο της απώλειας των άλλων», λέει στο τέλος σιγανά, σαν να μιλάει στον εαυτό του. «Πρέπει να ορίζουμε αυτό που είμαστε και οι άλλοι ας μας δεχτούν ή ας μας απορρίψουν». (σελ.180-184).


Οι αλλαγές που γίνονται στις γυναίκες μα και στον άντρα δεν εξαντλούνται σε λεπτομέρειες της εξωτερικής εμφάνισης ή σε ενδοσκοπήσεις στους εαυτούς τους οποίους είχαν αφήσει στην αδράνεια της ρουτίνας. Τα βοτσαλάκια στις λίμνες τους έκαναν το θαύμα τους και η συγγραφέας μας το αποκαλύπτει με υπομονή και μαστοριά για όλους τους. Δεν έχει κανένα νόημα η καταγραφή των λεπτομερειών σ’ αυτήν την παρουσίαση. Η περιπέτεια της ανάγνωσης δεν αντικαθίσταται με καμία περιγραφή κανενός. Ό,τι γράφτηκε γράφτηκε για να διαβαστεί απ’ ευθείας από τον αναγνώστη και όχι δι’ αντιπροσώπου. «Ημερολόγια διαδρομών» λέγεται το βιβλίο, Χαρά Ανδρεΐδου η συγγραφέας και είναι μεγάλη μου χαρά που μίλησα γι’ αυτό. Με όσα είπα θέλησα, αν και δεν το είχε καμία ανάγκη ούτε το βιβλίο ούτε η συγγραφέας, να εντάξω τα «Ημερολόγια» στη λογοτεχνία που της αξίζει να διαβαστεί. Κι ο καθένας και η κάθε μία ας πάρουν την έκφραση που θέλουν όταν κλείσουν το βιβλίο έχοντας φτάσει στην τελευταία του αράδα. Κάτι μου λέει πως θα είναι έκφραση ικανοποίησης και έντασης. Όχι απαραίτητα λόγω αποδοχής και συμφωνίας με όσα και όπως η συγγραφέας κατέθεσε. Αλλά λόγω ειλικρίνειας στη γραφή της, τόλμης στον τρόπο που επέλεξε να κυλήσει την ιστορία της και ικανότητας να μιλήσει για το καθημερινό με την αισθαντικότητα και τη σοβαρότητα που του αρμόζουν και που δεν του την χαλαλίζουμε συνήθως.

Τρίτη, Απριλίου 09, 2013

Ίχνη όζας: το νέο μου βιβλίο

Βρίσκεται στα καλά χέρια του τυπογράφου. Λαχταράω να φτάσει και στα δικά μου. Τυπωμένο. Από την πρώτη στιγμή που δημοσιεύτηκαν ποιήματά μου, πριν τριανταένα χρόνια στη Διαγώνιο, το περιοδικό του Ντίνου Χριστιανόπουλου, έλεγα μέσα μου πως δεν θα νιώσω γραφιάς αν δεν μπορέσω να διηγηθώ μιαν ιστορία. Βγήκαν γύρω στα δεκαπέντε βιβλία μου. Πολλά ποιήματά μου, ιστοριούλες είναι. Αλλά εγώ πάντα ήθελα να διηγηθώ μια μεγάλη ιστορία. Σ' αυτό το βιβλίο διηγούμαι εννέα. Εννέα μεγάλα διηγήματα, πόθος τριανταένα χρόνων και καρπός των τελευταίων δέκα! Για πρώτη φορά σε βιβλίο. Τα περιμένω με αγωνία.



Παρασκευή, Μαρτίου 29, 2013

Μνήμη '21, σχολική γιορτή













Σπύρος Λαζαρίδης
Μνήμη ’21
Δεκέμβριος 2012-Μάρτιος 2013
1
(Εμφανίζεται στην σκηνή ένας ποδηλάτης με το ποδήλατό του στολισμένο με ελληνικές σημαίες).
ΡΩΜΙΟΣ: Είμαι ποδηλάτης. Αλήθεια σας λέω, είμαι ποδηλάτης χρόνια τώρα. Και όχι επειδή είμαι οικολόγος. Όχι. Επειδή είμαι Έλληνας.
ΡΩΜΙΑΚΙ: (Τον πλησίασε από πίσω του και τον περιεργαζόταν). Σιγά ρε μην είσαι ποδηλάτης επειδή είσαι Έλληνας. Είσαι ποδηλάτης επειδή… έχεις ποδήλατο. Ενώ ο Έλληνας… ούτε πατίνι πια. Τη ζωή ποδήλατο, μάλιστα.
ΡΩΜΙΟΣ: Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ. Είμαι ποδηλάτης ακόμα κι όταν δεν έχω ποδήλατο.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Μήπως είσαι και Έλληνας ακόμα κι όταν δεν έχεις Ελλάδα;
ΡΩΜΙΟΣ: Α γεια σου! Κυρίως τότε. Και όταν δεν έχω Ελλάδα και όταν κινδυνεύω να μην έχω Ελλάδα.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Αυτό δεν γίνεται κύριος. Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, δεν τη σκιάζει φοβερά καμιά. Όλοι οι χάρτες του κόσμου γράφουνε εκεί στην άκρη της Ευρώπης GREECE.
ΡΩΜΙΟΣ: Ξέρεις γεωγραφία λοιπόν. Ιστορία ξέρεις;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ξέρω.
ΡΩΜΙΟΣ: Τι ήταν το ’21;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Αυτό δεν είναι ιστορία. Αριθμητική είναι. Τρεις εφτά εικοσιένα. Και τζόγος είναι. 21 κερδίζεις, 22 καίγεσαι. Blackjack για να στο κάνω πιο λιανά.
ΡΩΜΙΟΣ: Γελάσαμε. Το ’21 της ιστορίας εννοώ. Αν και μια χαρά τα είπες μέσα στην αφέλειά σου. Το ’21 κέρδισε η Ελλάδα, το ’22 κάηκε, είδε το Χριστό φαντάρο.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Σ’ ένα χρόνο τέτοια διαφορά;
ΡΩΜΙΟΣ: Εκατόν ένα για την ακρίβεια.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Με μπέρδεψες αδερφάκι μου. Από την αρχή. Έχει η ιστορία ένα μόνο ’21; Μόνο ένα ’22;
ΡΩΜΙΟΣ: Της Ελλάδας η ιστορία από ένα έχει. ΄22. 1922. Μικρασιατική Καταστροφή. Πρόσφυγες. ’21. 1821. Κολοκοτρώνης. Καραϊσκάκης. Μπουμπουλίνα. Μακρυγιάννης. Φιλική Εταιρεία.
ΡΩΜΙΑΚΙ: (Του κλείνει το μάτι). Ρήγας Φεραίος. Ως πότε παλικάρια θα ζούμε στα στενά.
(Τους περιτριγυρίζει μια χορωδία η οποία έχει ήδη ξεκινήσει το τραγούδι χορεύοντας χασαποσέρβικο στο ρυθμό του Θούριου από τον Χρήστο Λεοντή).

2
(Στο ρυθμό του χασαποσέρβικου έρχεται στη σκηνή μόνος του ο Καραγκιόζης ενώ αποχωρούν χορεύοντας οι χορωδοί).
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Βρε σε καλό μου, χόρεψα πάλι σήμερα. Κύριος τι γιορτάζετε για να χουμε καλό ρώτημα; Πού είναι ο μπουφές με τα κοψίδια; Πού σε ξέρω, πού σε ξέρω;
ΡΩΜΙΟΣ: Είμαι ο Ρωμιός.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Καλά το κατάλαβα.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Κι εγώ;
ΡΩΜΙΟΣ: Το Ρωμιάκι.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Από το Μεγάλο μας Τσίρκο, του Ιάκωβου Καμπανέλλη.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Μεγάλο με τρία άτομα δε λέει. Για σκέτο τσίρκο μας κόβω.
ΡΩΜΙΟΣ: Πρωτοπαίχτηκε μέσα στη χούντα το 1972. Τώρα, πάει κι η Τζένη Καρέζη, πάει κι ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, πάει κι ο Νίκος Ξυλούρης, πάει κι ο Καμπανέλλης.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Πάει κι η χούντα όμως.
ΡΩΜΙΟΣ: Είπαμε να βγούμε από το έργο και να μιλήσουμε για το έργο.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Μόνο για ένα έργο θα μιλήσουμε;
ΡΩΜΙΟΣ: Όχι. Θα βάλουμε κι άλλα έργα μέσα. Αλλά εμείς είμαστε ήρωες του Μεγάλου Τσίρκου. Ενός έργου…
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: …με τραγούδια. Όπως τότε. Επειδή το τραγούδι είναι μια κουβέντα που τρελάθηκε. Κι ο τρελός έχει το ελεύθερο να λέει ότι θέλει.
ΡΩΜΙΟΣ: Και χορό, επειδή ο χορός είναι ένα τραγούδι που ξανατρελάθηκε.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Κι ο ξανατρελός ξαναλέει ότι ξαναθέλει, σωστόν;
ΡΩΜΙΟΣ, ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Σωστόν.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Αλλά θα χορεύουμε και θα τραγουδάμε για το ’21, έτσι; Το 1821.
ΡΩΜΙΟΣ: Λίγο πριν, λίγο μετά. Ξέρεις πόσα πράγματα έχουν να κάνουν με το 1821;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Πολλά ε;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Τι έχουμε τώρα;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Τώρα, τώρα; Ή τώρα, τότε που ανέβηκε το Μεγάλο Τσίρκο;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Φτου σου, να μην αβασκαθείς. Φτυστός εγώ στην εξυπνάδα. Τώρα, τώρα!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Δημοκρατία, φτώχεια, τρόικα, αλλά θα …ανακάμψωμεν!
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Έχουμε και σύνταγμα.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Πλατεία Συντάγματος, έξω από τη Βουλή, όπου πέφτει κι από κανένα δακρυγόνο, καμία γκλομπιά άμα λάχει κι έχει διαδήλωση. Κανένα καμάκι στα τσολιαδάκια άμα έχει τουρίστριες….
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Βρε φτου σου και πάλι φτου σου! Άκου να μαθαίνεις, άκου!
 (Ξεκινάει η 3η Σεπτέμβρη και αμέσως μετά το Φίλοι κι αδέρφια από το Μεγάλο μας τσίρκο. Μπαίνει ο λαός-χορωδία και διαδηλώνει. Ξεχωρίζουν 4 άτομα και παριστάνουν τις Μεγάλες Δυνάμεις).

3
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ωραία πράγματα. Στις 3 του Σεπτέμβρη ζήτησε ο λαός Σύνταγμα κι εμείς δίνουμε ραντεβού στα σκαλάκια της πλατείας και δεν πάει ο νους μας. Και δε μου λες, δε μου λες, να σου κάνω μία ερώτηση;
ΡΩΜΙΟΣ, ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Και δεν κάνεις;
ΡΩΜΙΑΚΙ: Και ποιοι πολέμησαν το 1821 για να έχουμε Σύνταγμα το… Πότε είπαμε πως ζητήσαμε Σύνταγμα;
ΡΩΜΙΟΣ: Το 1843. Και πολέμησαν οι καπεταναίοι του Μοριά και της Ρούμελης, τα ναυτάκια και οι μπουρλοτιέρηδες του Αιγαίου, οι κλέφτες και οι αρματωλοί. Όπως παλιά ο Διγενής Ακρίτας.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ααα. Κι αυτοί που έλεγαν πριν από λίγο να το δώσουν ή να μην το δώσουν; Αυτοί οι Αγλογαλλοαυστρορώσοι μας το έδωσαν; Εμείς μόνοι μας δεν μπορούσαμε να το αποκτήσουμε;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Εμείς αποκτήσαμε Βασιλέα. Και Βασίλισσα. Όθωνας και Αμαλία.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Λεωφόρος Αμαλίας, ξέρω ξέρω. Και η 3η Σεπτεμβρίου δρόμος και το Σύνταγμα πλατεία και η Αμαλία λεωφόρος.
ΡΩΜΙΟΣ: Έτσι είναι το ρωμέικο. Άλλοι πολεμάνε και χύνουν αίμα κι άλλοι διαφεντεύουν και κυβερνάνε. Από πάντα μωρέ…
ΡΩΜΙΑΚΙ: …αλλά όχι για πάντα, όχι για πάντα! Δε μου λες, δε μου λες να σου ξανακάνω μία ερώτηση;
ΡΩΜΙΟΣ: Ξανακάνε.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Αν κατάλαβα καλά δηλαδή. Όλοι έγιναν δρόμοι, αλλά όλοι δεν είναι καλοί, εεε;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Βρε φτυστό η αφεντομουτσουνάρα μου. Φτου σου, παιδί μου, φτου σου.
ΡΩΜΙΟΣ: Όπως τα λες. Στις 3 του Σεπτέμβρη ο λαός και οι αγωνιστές του 1821 ζητήσανε Σύνταγμα από τον Βασιλιά Όθωνα και τη Βασίλισσα Αμαλία. Αλλά αυτοί άλλο τρόπο είχανε.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ευρωπαϊκό.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Ξουράφι το μυαλουδάκι του. Ρε Ρωμιέ, ναν του δείξουμε ένα αυθεντικό σκετσάκι από το Μεγάλο μας Τσίρκο. Με τους καπεταναίους και τους αυλικούς. Εγώ Γραμματέας, εσύ Καπετάνιος. Πάμε;
ΡΩΜΙΟΣ: Πάμε, Καραγκιόζο, πάμε.
(Οι χορευτές κάνουν δύο ομάδες. Μία με καπεταναίους, μία με γραφιάδες. Ο Γραμματέας χαιρετάει όλους τους γραφιάδες και μερικούς από τους καπεταναίους. Επιστρέφει στο μικρόφωνο).
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Είμεθα οι απεσταλμένοι του Βασιλέως!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: (Άλλοτε μιλάει στον Γραμματέα και άλλοτε στρίβει το κεφάλι και μιλάει στον αόρατο Βασιλιά). Δεν πειράζει γιε μου! Σήμερα είμαστε ούλοι μεθυσμένοι από χαρά. Μέσα στην παραζάλη ούλοι κάνομε λάθη! Μιλημένα συγχωρεμένα.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Τι λάθος λέει, δεν καταλαβαίνω.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Λέω, που άλλους καπεταναίους χαιρέτησες κι άλλους τους άφηκες με το χέρι να κρέμεται σαν κουλό. Από τους γραφιάδες όμως της διοίκησης δεν άφηκες κανέναν αχαιρέτηγο. Δεν πειράζει Βασιλέα μου! Ο Θεός να σου δίνει χρόνια κι όλα θα φτιάξουνε!
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Άκουσέ μας τώρα…
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι ν’ ακούσω;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Ο Βασιλέας ερωτά τι χάρη θέλεις να σου κάμει;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: …ρωτάει εμένα;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Τι χάρη θέλεις απ’ τη μεγαλειότητά του;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: …τι πάει να πει χάρη;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Εύνοια.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: …τι πάει να πει εύνοια;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Ρουσφέτι.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: …ρουσφέτι; Γιατί να μου κάμει ρουσφέτι;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Γιατί να μην σου κάμει;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: …σε ποιον άλλον θα κάνει;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Εσένα μου είπε να ρωτήσω!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: …και γιατί μονάχα εμένα;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ:  Θα έχει το λόγο του!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ; …και όλοι οι άλλοι;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Άσε τους άλλους καπετάνιο!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Δε μου τα λες καλά γραμματικέ.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Θέλεις να έρθεις στο παλάτι να χορέψουμε βαλς;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Εμείς περιμέναμε το Βασιλέα να έρθει να χορέψει το δικό μας χορό, όχι εμείς τον εδικό του.
(Οι καπεταναίοι παρατάσσονται πλάι και απέναντί τους οι γραφιάδες μεταμορφώνονται σε αυλικούς. Κάθε φορά που μιλάει ο Καπετάνιος και ο Γραμματέας-Αυλικός, ένα ζευγάρι κάνει ένα βήμα μπροστά και μιμείται τη συνομιλία).
ΑΥΛΙΚΟΣ: Είμαι απεσταλμένος του Βασιλέως.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ο Θεός να του δίνει χρόνια.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Ο Βασιλέας ξέρει πόσες θυσίες έκαμες για τη πατρίδα.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Όλοι το ίδιο εκάναμε.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Εκείνος μου είπε για σένα.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Όλοι αγωνιστήκαμε για ελευθερία.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Τι χάρη θέλεις να σου κάνει;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι θα πει χάρη;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Αυτό να πω στο Βασιλιά;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Να πεις στο Βασιλέα και στους συμβούλους του  ότι καμιά χάρη ατομική δεν θέλω. Ότι τώρα που οι θυσίες και οι αγώνες των Ελλήνων ανθίσαν, τον καρπό θέμε να τον χαρούμεν όλοι μαζί. Ότι όλοι μαζί αγωνιστήκαμε και τα βραβεία της ελευθερίας δεν πρέπει να τα κάμει ρουσφέτι.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Αν δεν είσαι εσύ θάναι άλλος.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ας είναι άλλος, εγώ να μην είμαι.
(Οι αυλικοί σκορπίζουν και επανέρχονται σε διαφορετικούς συνομιλητές).
ΑΥΛΙΚΟΣ: Μπορεί ο Βασιλιάς να σου έχει εμπιστοσύνη;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Αυτό ας το σκεφτεί ο ίδιος.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Ότι σου πω μπορεί να μείνει μεταξύ μας;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ο Βασιλέας μου το ζητά ή εσύ;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Εκείνος, εμείς είμεθα η φωνή του.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Και τι θέλει;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Μάθε λοιπόν ότι είσαι στον κατάλογο, στη λίστα!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ποιον κατάλογο;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Κι από τους πρώτους μάλιστα, επάνω επάνω.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Και τι θα πει που είμαι στον κατάλογο;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Όλα τα δάχτυλα του χεριού είναι ίδια;
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Όχι.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Αν δεν το νιώσετε αυτό χαθήκαμε.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι δηλαδή να νιώσουμε;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Πρέπει να ξεχωρίσετε οι καλλίτεροι.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Θα γίνει αδικία μεγάλη.
ΑΥΛΙΚΟΣ: Τα πράματα είναι απλά καπετάνιο.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Όλοι ήταν άξιοι, όλοι αγωνιστήκανε!!!
ΑΥΛΙΚΟΣ: Τώρα δε θέμε παλικάρια. Τα παλικάρια χωρίς όπλα είναι άχρηστα.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Τι λες ρε γραμματέα…
ΑΥΛΙΚΟΣ: Για να μην πω και τα χειρότερα.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ποια δηλαδή;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Τώρα θέμε μυαλά! Κράτος! Οργάνωση! Διοίκηση!
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Ποιος λέει όχι;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Τώρα το πρόβλημα είναι, καπετάνιο, πώς να τους πάρουμε τα όπλα! Πώς να μην έχουμε πια παλικάρια.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Εεε;
ΑΥΛΙΚΟΣ: Και μόνο εσύ μπορείς να το πετύχεις. Αλλιώς θα σφάξουμε ο ένας τον άλλον.
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Θεός φυλάξοι!
ΑΥΛΙΚΟΣ: Ο Βασιλιάς χρειάζεται εμπίστους δικούς του ανθρώπους, μυαλωμένους, άξιους, πατριώτες, τίμιους, ικανούς, γενναίους…
(Σκορπίζουν όλοι, ανακατεύονται, δυο τρεις αυλικοί πιάνουν αγκαλιά καπεταναίους και αποσύρονται. Πριν φύγουν ορμάει ο Καπετάνιος-αφηγητής βουτάει τον Αυλικό-αφηγητή και προσπαθεί να τον πνίξει. Ξεφεύγει αυτός και εξαφανίζεται με τους άλλους αυλικούς στο παλάτι. Μένουν στη σκηνή μόνο καπετάνιοι).
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ: Όλοι μαζί Έλληνες!... Αυτοί δεν ήρθανε να μας κυβερνήσουνε με δικαιοσύνη αλλά με τη διχόνοια. Κι όταν μας βοηθούσανε να λευτερωθούμε, άλλα είχανε στο νου τους. Μας δώσανε όπλα να λευτερωθούμε μα τώρα που λευτερωθήκαμε δε μας θένε ελεύτερους! Τι έχουνε κατά νου και μας φοβούνται;
(Ξεκινάει ο Τσάμικος των Μάνου Χατζιδάκι, Νίκου Γκάτσου. Μπαίνουν οι χορευτές, αποθέτουν πορτραίτα ηρώων του εικοσιένα και αρχίζουν το χορό με τους καπετάνιους. Όταν τελειώσει, δεν φεύγουν αλλά κάθονται κάτω).
ΡΩΜΙΟΣ: Και δεν πολέμησαν μωρέ μόνον Έλληνες. Είχαν μαζί τους και τους Φιλέλληνες. Τον λόρδο Μπάυρον.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Έκοψε λόρδα ο λόρδος στο Μεσολλόγγι.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Η έξοδος του Μεσολογγίου.
ΡΩΜΙΟΣ: Πολέμησαν μωρέ οι Έλληνες. Και τραγούδησαν και τις νίκες και τον χαμό. Έγραψεν ο Σολωμός…
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ο Διονύσιος Σολωμός, εεε;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Ο εθνικός μας ποιητής.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Δικός μας αυτός. Πατριωτάκι.
ΡΩΜΙΟΣ: …και τι δεν έγραψε. Έρμο τουφέκι σκοτεινό τι σ’ έχω εγώ στο χέρι…
(Οι χορευτές έχουν απλωθεί στο χώρο και έχουν ξαπλώσει κάτω. Ακούγονται τα τρία πρώτα κομμάτια από τους Ελεύθερους πολιορκημένους του Διονύσιου Σολωμού σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου (το δεύτερο κομμάτι μπορεί να αντικατασταθεί από το αντίστοιχο του Χρήστου Λεοντή). Στο δεύτερο κομμάτι, αρχίζει να ξετυλίγεται ένα απρογάλαζο πανί, στενό, που το κρατούν ψηλά, πάνω από τα κεφάλια τους όσοι το πιάνουν στα χέρια τους αφού ανακαθίσουν και προωθήσουν την άκρη του στον επόμενο και σχηματίζεται ένας κοχλίας. Στο τρίτο κομμάτι σηκώνονται και χορεύουν έναν αργό τσάμικο έχοντας περάσει το πανί στη μέση τους και αποχωρούν).

4
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ρε παιδί μου, καλά τα λέμε, αλλά θέλω κάτι ηρωικό, κάτι μεγάλο, κάτι…
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Κολοκοτρωναίικο.
ΡΩΜΙΑΚΙ: Ναι μωρέ, αλλά τότε που διαφέντευε τα βουνά κι όχι τότε που τον βάλανε στα σίδερα. Πονάει η ψυχή μου μωρέ να σκέφτομαι τον Κολοκοτρώνη στα σίδερα της φυλακής.
ΡΩΜΙΟΣ: Έχω μιαν άλλη ιδέα. Να τραγουδήσουμε και να χορέψουμε όλοι μαζί στο σκοπό που έγραψε ο Σαλονικιός Σταύρος Κουγιουμτζής, να ’τανε το ’21!
ΡΩΜΙΑΚΙ: Το 1821, εεεε; Πάμε μαέστρο.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Βρε το άτιμο. Φτυστό εγώ! Πάμε μανέστρο!
(Με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, ξεκινάει το τραγούδι και το χορεύουν όλοι. Τέλος).

το φινάλε από άλλη γωνία, με πιο καθαρούς τους συντελεστές που σκαρφαλώνουν στην οθόνη!

Τετάρτη, Μαρτίου 06, 2013

Τρίτη νίκη!























2-0 σετ, με σκαμπανεβάσματα στο σκορ, με χαμόγελα στο τέλος. Συγχαρητήρια στα κορίτσια του 2ου ΓΕΛ και στ' αγόρια που τα συμπαραστάθηκαν! Στον γυμναστή που τα προετοίμασε. Go on and keep walking girls!

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2013

Κείμενά μου στα Τετράδια Ιστορίας, αρ. 7, του ΚΙΑΘ

Ιδού λοιπόν τα Τετράδια Ιστορίας αρ. 7 όπου υπάρχουν δύο κείμενά μου: το χρονολόγιο για τον Χρήστο Κανάκη τον πρώτο κομμουνιστή κοινοτάρχη και δήμαρχο στη Θεσσαλονίκη και ένα διήγημα βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα του Μεσοπολέμου. Χορταστική συμμετοχή, όσο να πεις.

Ούτε ένα, ούτε δύο. Τριάντα!

Control+αριστερό κλικ για μεγένθυση της εικόνας σε νέο παράθυρο
η διεύθυνση εδώ

Κυριακή, Ιανουαρίου 27, 2013

Ο πίνακας του Τάσσου για τον καπνό

Δεν το γνώριζα αυτό το κείμενο. Είναι πολύ καλό και περιεκτικό. Ευτυχώς δρομολογήθηκαν ευχάριστες εξελίξεις. Σε ελάχιστες ημέρες θα ανακοινωθεί μια έκθεση και μια ημερίδα με την ΟΡΙΣΤΙΚΗ (ελπίζω) επάνοδο του έργου στη Θεσσαλονίκη. Φορέας υποδοχής του έργου στη Θεσσαλονίκη, το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

... Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ΄την αρχή. Η πρώτη δημόσια αναφορά για τον πίνακα έγινε μέσω του πρώτου τεύχους του βραχύβιου περιοδικού «Ο Δημότης», ενός free press περοδικού της Σταυρούπολης γενικού ενδιαφέροντος, σε άρθρο του κυρίου Σπύρου Λαζαρίδη, εκπαιδευτικού και ενεργού πολίτη και αναδημοσιεύεται στο blog του μαζί με μια ενδιαφέρουσα επιστολή του προς την Εταιρεία Εικαστικών Τεχνών Α. Τάσσου και τους τότε διευθυντές της Μποστ και Λουκία Μαγγιώρου – Τάσσου. Τον Ιανουάριο του 1991, που ο κ. Λαζαρίδης έμαθε και ενδιαφέρθηκε για τον πίνακα, στην καπναποθήκη στεγαζόταν ακόμα ο Εθνικός Οργανισμός Καπνού Θεσσαλονίκης και το έργο υπήρχε σε κοινή θέα των πολιτών (χωρίς όμως να αναδειχθεί και να γίνει ευρέως γνωστή η παρουσία του στους Θεσσαλονικείς). Ακόμα και ο ίδιος ο κ. Λαζαρίδης βρέθηκε προ εκπλήξεως και μάλιστα αναφέρει σε ένα άλλο άρθρο του που δημοσίευσε με αφορμή ενός άρθρου του Αγγελιοφόρου απο το Μάιο του 2010 που αφορούσε στην κόκκινη καπναποθήκη: «Δεν γνωρίζω τι ακριβώς έχει η Νομαρχία και οι υπηρεσίες της κατά νου. Δυστυχώς η Σταυρούπολη δεν κατέβαλε όσες προσπάθειες απαιτούνταν και το κτίριο κατέληξε στη Νομαρχία. Το 1992 όταν δημοσίευα το παραπάνω κείμενο φοβόμουν πως θα πλάκωναν πανεπιστήμια και πανεπιστημιακοί και θα έπαιρναν το έργο από το φυσικό του χώρο και θα το έκλειναν σε κανένα μουσείο. Δεν ενδιαφέρθηκε κανείς. Έχω αλληλογραφία με το Ίδρυμα Α. Τάσσου για το συγκεκριμμένο έργο τότε που ζούσε ακόμα ο Μποστ και η Λουκία Μαγγιώρου-Τάσσου, σύζυγο του Τάσσου Αλεβίζου. Ας μείνει εκεί κι ας το προσέχουν οι αρμόδιοι για να το χαίρονται οι πολίτες, μου είχαν γράψει. Το καταθέτω, εδώ, ξανά! Μην προκύψει καμία ανακαίνιση και κανένα βάψιμο του κτιρίου και πάει το έργο άκλαφτο!»
Οι μόνες ενέργειες τελικά που αφορούν στο συγκεκριμένο έργο φαίνεται να έχουν γίνει από το «φτωχό και μόνο κάου μπόι» κ. Λαζαρίδη: «Ο χώρος άλλαξε χρήση, αλλά τα κοινωνικά χαρακτηριστικά στο ευρύτερο γεωγραφικό τοπίο δεν άλλαξαν σημαντικά. Πράγμα που σημαίνει πως υπάρχουν δράσεις που θα μπορούσαν να φιλοξενηθούν εκεί και να συμβιώνουν με(και να αναδεικνύουν) το συγκεκριμένο έργο. Τέτοιες δράσεις αποτυπώθηκαν σε μια στοιχειώδη μελέτη κατά τη διάρκεια της αντιδημαρχίας μου (2005-2006), αλλά οι επανειλημμένες προσπάθειές μου να αποσπάσω τη συναίνεση του, τότε, νομάρχη (στη νομαρχία δόθηκε για 90 χρόνια από τον υφυπουργό γεωργίας κ. Κοντό και στην τελετή παράδοσης τούς είχα επισημάνει ξανά και το έργο και την αναγκαιότητα παραμονής του εκεί) δεν ευοδώθηκαν». Στο βίντεο που δείχνει την παράδοση του έργου από τον κ. Σκανδαλίδη στη διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης ειπώθηκαν πολλά και τίποτα και φαντάζομαι αμέσως μετά όλοι γύρισαν στα σπίτια τους ευτυχισμένοι και χαρούμενοι για μια ακόμα τεράστια επιτυχία από το πουθενά, από αυτές που ακόμα προσπαθούμε να κατανοήσουμε εδώ στη Θεσσαλονίκη...

http://www.parallaximag.gr

Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2012

Θέατρο δρόμου για το Πολυτεχνείο

Η βασική σκέψη για τον εφετινό γιορτασμό της επετείου του Πολυτεχνείου ήταν να μπει στο παιχνίδι όλο το σχολείο. Δηλαδή και ο χώρος. 
Έτσι το αίθριο έγινε σκηνή και το εσωτερικό όλο σκηνικό.






Τεχνικοί, ηθοποιοί, σκηνικά, έτοιμα.



1η σκηνή: 1967
1. Ακούγεται τραγούδι του 1967 σε ραδιοφωνική εκπομπή (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ).

2. Πέφτει ένα κινέζικο πανό με τον τίτλο της σκηνής.


3. Μία μεγάλη ομάδα αγοριών και μία αντίστοιχη κοριτσιών μπαίνουν στην πλατεία.
Δύο αγόρια και δύο κορίτσια ξεχωρίζουν, στέκονται αντιμέτωπα (αγόρι-αγόρι, κορίτσι-κορίτσι) και προχωρούν το ένα προς το άλλο. Όποιο παιδί πατήσει το πόδι του άλλου διαλέγει πρώτο άτομο για την ομάδα του. Εναλλάξ ολοκληρώνονται οι επιλογές με όσα παιδιά επιλέγονται να συντάσσονται πίσω από τον αρχηγό. Όσα είναι προς επιλογήν εκδηλώνουν την προθυμία τους να πάνε με τον ένα ή τον άλλο αρχηγό. Θα παίξουν μπάσκετ τα αγόρια και μήλα τα κορίτσια.






4. Το τραγούδι σταματάει απότομα.
5. Στη θέση του αρχίζει να μεταδίδεται ένα εμβατήριο
(Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά - Eλληνικά Εμβατήρια).


6. Ακούγεται διάγγελμα που αναγγέλλει την επιβολή της δικτατορίας και την απαγόρευση των συγκεντρώσεων πέραν των δύο ατόμων
(ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ - 21_4_1967 _ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΠΑΣΑΣ ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΗΣ).


7. Τα παιδιά ακούνε κοκαλωμένα και διαλύονται τρομαγμένα.


2η σκηνή:1968
1. Πέφτει ένα κινέζικο πανό με τον τίτλο της σκηνής.


2. Εμφανίζονται θρανία στη μία μεριά της σκηνής. 
Ατμόσφαιρα φοιτητικής συνέλευσης. Ψηφοφορία.



3. Τα θρανία μετατρέπονται σε οδοφράγματα. 
Καπνοί βγαίνουν. 
Κάποια παιδιά μοιράζουν στους θεατές αφισάκια του Μάη του '68.



4. Πάγωμα.
5. Ακούγεται η φωνή του Robin Williams με το Good morning Vietnam 
(Good Morning Vietnam – Trailer) 
και αμέσως μετά το τραγούδι των πεζοναυτών από το Full metal jacket 
(Full Metal Jacket Soundtrack - I wanna be a Drill Instructor with Lyrics).

 

6. Τα παιδιά μαζεύονται στο ένα άκρο της σκηνής και σε παράταξη κοιτάνε απέναντι.
Με βηματισμό πεζοναυτών προχωράνε.





7. Απέναντί τους κατεβαίνει αργά ένα πανό με την γνωστή φωτογραφία με το κορίτσι που τρέχει γυμνό για να γλυτώσει από τις ναπάλμ. Ακούγεται στα ηχεία ένα κομμάτι από την ταινία Αποκάλυψη, τώρα (Wagner - Ride of the Valkyries).

8. Τα παιδιά πρώτα σκορπίζουν, κατεβάζουν τα κεφάλια σε υπόκλιση, πλησιάζουν την αφίσα, την κατεβάζουν, τη βάζουν στη μασχάλη τους και αποχωρούν.









3η σκηνή: 1967-1973
1. Πέφτει ένα κινέζικο με τον τίτλο της σκηνής.
2. Δικτατορία. Το σκηνικό μετατρέπεται σε θάλαμο βασανιστηρίων, στη θέση των πάγκων τα θρανία.
3. Πεζά με σκηνές βασανιστηρίων επί χούντας: Μάρω Δούκα, Μαργαρίτα Λυμπεράκη.

ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ: Ο φρουρός με τα χρυσά δόντια και το κλαδάτο πουκάμισο κλότσησε την πόρτα: Σε θέλουν απάνω. Ανασηκώθηκα ακουμπιστά στο ντουβάρι, σερνόμουν στις φτέρνες. Είπε ακόμη να ρίξω λίγο νερό στο μούτρο μου. Και μου φάνηκε ότι κουνήθηκαν οι μασέλες του. Στηρίχτηκα στον τσιμέντινο νεροχύτη. Ένα ποντίκι πέρασε ανάμεσα απ’ τα πόδια μου και χώθηκε στη μαύρη πλάκα. Επαναλάβαινα μαύρη πλάκα, μαύρη πλάκα και σαν να φυσούσαν μέσα μου οι ανάσες των κελιών. Στην υπόγεια αυλή ερημιά. Τις γυναίκες τις είχαν μαζέψει στο καμαράκι, τις είδα σκυμμένες με τα κεφάλια προς τη μεριά του τοίχου. Τους άντρες τους είχαν κατεβάσει στο μπουντρούμι.
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ: Ο Καίνιχ με έδερνε καθημερινά. Προτού με δείρει μου έδειχνε το μέγεθος της γροθιάς του και το δαχτυλίδι με το μονόγραμμά του. Αυτό το δαχτυλίδι έκανε τις γροθιές του πολύ πιο επώδυνες. Άρχισα να κάνω αιμοπτύσεις. Ο Καίνιχ επίσης με χρησιμοποιούσε κυριολεκτικά για να κάνει μάθημα στους άλλους εσατζήδες. Με έπαιρνε από το κελί και έδειχνε στους άλλους πώς έπρεπε να χτυπούν. Ήμουν ο σάκος με την άμμο για να γίνεται αυτό το μάθημα. Ένα πρωί με έριξε σε δυο σωρούς τούβλα και άρχισε να με χτυπάει με τα τούβλα και να με κλωτσάει παντού, ιδίως στα γεννητικά όργανα. Την ημέρα εκείνη αποφάσισα ν’ αυτοκτονήσω. Δεν άντεχα άλλο. Δεν ήξερα πού θα πήγαιναν τα πράγματα.
ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ: Πριν μια βδομάδα μ’ είχαν ανεβάσει στα Τουρκοβούνια. Κοίταζα το φεγγάρι συννεφιασμένο, μ’ έγδυσαν και με δέρναν. Χαμήλωνε το φεγγάρι, χαμήλωνε, μετά που άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν στο κελί. Χτυπούσαν τα δόντια μου κι έκανα εμετό. Αγωνιούσα να μικρύνω στη γωνιά μου. Ήθελα να γίνω κουλούρα, έτρεμα κι οι πατούσες μου καίγαν. Εκείνος με τα σκιστά μάτια και το ξυρισμένο κεφάλι μού ’χωνε ένα βρομόπανο στο στόμα. Κατάπινα τους εμετούς μου κι έτρεμα.
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ: Το χειρότερο βασανιστήριο στο ΚΕΣΑ ήταν η αναμονή του βασανισμού μου. Την ώρα του ξυλοδαρμού βάζαν στα μεγάφωνα το τραγούδι «ο Χάρος βγήκε παγανιά». Μας φώναζαν ετοιμασθείτε. Και περιμέναμε τη σειρά μας. Το ξύλο άρχιζε στις 9 και ήξερα ότι στο δικό μου κελί θα έφθαναν στις 12. Ήξερα ότι θα έμπαιναν μέσα να με χτυπήσουν. Και μέχρι τότε άκουγα τις κραυγές των κρατουμένων και τους αλαλαγμούς χαράς των βασανιστών. Μετρούσα τα κελιά κι έλεγα γιατί δεν είνμαι στο πρώτο, να τελειώνω. Φοβερό να περιμένεις το ξύλο. Χειρότερο κι από το ξύλο. Ν’ ακούς από δίπλα «μάνα μου θα πεθάνω», φωνές όπως σφάζουν τα μοσχάρια.
ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ: Με βασάνιζαν για να τους τα πω όλα. Ο αστυνόμος γελά και δείχνει τα δοντάκια του: θα με πετάξει από το παράθυρο. Ό άλλος με το ψαλιδισμένο μουστακάκι θα μου ξεριζώσει ένα ένα τα νύχια μου. Η μπλούζα μου έχει κοκαλώσει και με πονά στην πλάτη. Ο αστυνόμος με τα δοντάκια και τα γαλανά μάτια προτού μ’ ανεβάσουν στην ταράτσα έφερε το τσιγάρο στα ματόφυλλά μου. Μ’ έκαιγε ο καπνός, λίγο αν έκλεινα τα ματόφυλλα η στάχτη θα με τύφλωνε. Κρατήθηκα ώσπου κυλούσαν δάκρυα. Κάθε φορά που μ’ ανέβαζαν στον Τέταρτο έτρεμα μήπως μιλήσω. Και κάθε φορά άντεχα. Γέμιζε το δωμάτιο απ’ τη φοβέρα τους και μ’ εξόργιζαν.
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ: Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω. Έκανα συνέχεια αιμοπτύσεις. Δε με κρατούσαν πια τα πόδια μου. Είχα μείνει πενήντα κιλά. Μια μέρα άκουσα το γιατρό για μένα αυτός είναι έτοιμος να πεθάνει. Τότε έγινε μια αλλαγή μέσα μου. Το ’ξερα πως ο θάνατος ήταν απέναντι σ’ ένα βήμα και είπα αυτό το βήμα δεν θα το κάνω. Ορκίστηκα: θα βγω ζωντανός από εδώ. Δεν θα τους κάνω το χατήρι. Θα ζήσω.
ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ: Ήρθαν άλλες τριάντα μέρες ακόμη. Έφυγε ο Ιούλης, έκλεινα τρεις μήνες στην Ασφάλεια. Την τελευταία βδομάδα μ’ είχαν ξεχάσει. Υπολόγιζα ότι σύντομα θα με στείλουν στις φυλακές, όπως γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Κι ένα βράδυ, εκείνος με το ξυρισμένο κεφάλι και τα σκιστά μάτια ήρθε? δίχως πολλά μου άνοιξε το στόμα και σβήνει το τσιγάρο του στον ουρανίσκο μου. Δεν ήταν το φρικτότερο, όμως αν εκείνη τη στιγμή μ’ έσερναν γι’ ανάκριση ήμουν παραδομένη να τους τα γράψω όλα. Αλλά μ’ άφησε να σκούζω και χίμηξε στο διπλανό κελί.
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ: Το πιο δύσκολο δεν ήταν πια το ξύλο αλλά η χαλιναγώγηση του εαυτού μου. Ο συντονισμός: σκέψη, συναίσθημα και κίνηση σ’ ένα μοναδικό σκοπό, την επιβίωση. Το κάθε ψίχουλο ήταν βασικό στοιχείο για να ζήσεις, δεν μπορούσες να το περιφρονήσεις, ήταν βιταμίνη. Δεν άφηνα ψίχουλο. Μετρούσα τα βήματά μου. Κι αποφάσισα να μην ακούω τις κραυγές των άλλων την ώρα του ξυλοδαρμού. Να μην ακούω τις κραυγές κανενός. Στόχος μου μοναδικός η επιβίωση, είπα λοιπόν δεν θα ακούω.








4. Τα παιδιά πηγαίνουν στους πάγκους, με πρόσωπο στο κοινό
και τραγουδάνε το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη,
Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα
(Μίκης Θεοδωράκης Αντώνης Καλογιάννης Το Σφαγείο).
Σιγά σιγά συγκλίνουν και σκεπάζουν με τα κορμιά τους τους βασανισθέντες.







4η σκηνή: 1973
1. Πέφτει ένα κινέζικο με τον τίτλο της σκηνής.
2. Τα θρανία συγκεντρώνονται στη μία άκρη της σκηνής ενώ στην άλλη τοποθετούνται τραπεζάκια και καρέκλες. Φοιτητικό αμφιθέατρο και μπουάτ. Μόλις καθίσουν τα παιδιά, ξεκινάει η κίνηση στο αμφιθέατρο, όπως στη σκηνή 1968.

3. Μόλις ξεκινήσει το τραγούδι Πότε θα κάνει ξαστεριά (Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ (ΠΟΤΕ ΘΑ ΚΑΜΕΙ ΞΑΣΤΕΡΙΑ), τα παιδιά με ντουτούκες εκφωνούν τα συνθήματα του Πολυτεχνείου και καταλήγουν στην μπουάτ όπου ενώνουν τις φωνές τους μ’ αυτήν του Ψαραντώνη.







4. Στην άδεια πλευρά της σκηνής κατεβαίνει ένα νυφικό, μία κουρελού, ρούχα που συγκροτούν μία προίκα.
5. Όλος ο κόσμος μεταφέρεται στα προικιά, τα κατεβάζει, τα διπλώνει και ξεκινάει μια γαμήλια πομπή.
6. Τραγουδούν το Ωραία που είναι η νύφη μας (ΩΡΑΙΑ ΠΟΥ ΕΙΝ’ Η ΝΥΦΗ ΜΑΣ).









7. Πρώτο πάγωμα: στα ηχεία ακούγεται η ανακοίνωση για τους αλήτες στο Πολυτεχνείο.
8. Δεύτερο πάγωμα: στα ηχεία ακούγεται ο ραδιοσταθμός του Πολυτεχνείου, Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο (hxhtiko documento polytechnio 73.wmv).



9. Ο κόσμος εγκαταλείπει τα προικιά στο δρόμο και σκορπίζει. Ξαναπαίρνουν τις ντουτούκες και συνεχίζουν τα συνθήματα. Μένει η υποψήφια νύφη μόνη με το νυφικό στο χέρι.






10. Ακούγεται εκκωφαντικός θόρυβος από ερπύστριες. Ο κόσμος οπισθοχωρεί και σχηματίζει ένα κλοιό προστασίας της νύφης. Στα ηχεία η φωνή του εκφωνητή: Αδέλφια μας στρατιώτες. Αδέλφια μας στρατιώτες. Εθνικός ύμνος (η επίθεση των τάνκς - πολυτεχνειο 1973).











11. Ακούγονται πυροβολισμοί, σταματάει η εκπομπή, τα παιδιά ξαπλώνουν όλα στο δρόμο.
12. Ένα κόκκινο πανί κατεβαίνει από ψηλά και τα σκεπάζει.








13. Ποιήματα και πεζό για τον Διομήδη Κομνηνό: Ανέστης Ευαγγέλου, Ευγενία Φακίνου, Δημήτρης Ραβάνης-Ρέντης.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ:
Ωραία που λάμπουν
ματωμένα τα στήθη
των αδελφών μου.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ:
Αχ, το αίμα, το αίμα
αδέρφια μου που εχύθη
πού να το κρύψω.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ:
Ω, να προσπέσω
στα κάγκελά σου, Πόρτα,
τα στρεβλωμένα.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ:
Τα πόδια ετούτα
να προσκυνήσω, κόρη,
που σ’ τα ετσακίσαν.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ:
Το χώμα τούτο
Έλληνες κλείνει εφήβους.
Διαβάτη στάσου.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ:
Ε, μαυροπούλι!
Πες τους πως στην καρδιά μου
τους έχω κλείσει.

ΕΥΓΕΝΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ: Όταν μάθαμε ότι το γειτονόπουλό μας ο Διομήδης Κομνηνός, που έμενε στην οδό Έκτορος, απέναντι απ’ την Αφροδίτη, ήταν ανάμεσα στους νεκρούς του Πολυτεχνείου παγώσαμε. Τον ξέραμε από παιδάκι. Αποφασίσαμε με τη μάνα μου και την Αφροδίτη, που συνδεόταν πιο στενά, να πάμε στην κηδεία του. Πήρα και το γιο μου μαζί, που ήταν δύο ετών. Στο νεκροταφείο του Ζωγράφου που θα γινόταν η κηδεία πίστευα ότι θα έβλεπα όλη η γειτονιά. Είχα κάνει λάθος. Περισσότεροι ήταν οι ασφαλίτες απ’ τους συγγενείς και φίλους. Ο τρόμος βασίλευε στην πόλη. Ήταν μια περίεργη τελετή. Σιωπηλή, αν και συνοδεύαμε ένα παιδί δεκαέξι χρόνων. Μόνο τα βλέμματα μιλούσαν. Αν τυχαία ακουμπούσαν στις φιγούρες των «μυστικών», κατέβαιναν βιαστικά στο χώμα. Αλλιώς στέκονταν στα μάτια του άλλου, που είχε έρθει να δηλώσει και κάτι επιπλέον εκτός από τη συμπαράστασή του στην οικογένεια του Διομήδη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΒΑΝΗΣ-ΡΕΝΤΗΣ:
Βεβαίως,
Είχε βεβαρυμένον παρελθόν ο Διομήδης.

Πέντε χρονών στους ώμους του πατέρα του
φώναζε για λευτεριά στην Κύπρο,
δέκα χρονών ξυπόλητος,
με μια φέτα ψωμί στην τσέπη,
βάδιζε στην πορεία της ειρήνης,
στα δώδεκα ζητούσε δημοκρατία.

Στα δεκαεπτά
μ’ ένα πλακάτ στο χέρι:
Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ:
Απ’ τους νεκρούς πιο
αμείλικτο δικαστή
ξέρεις κανέναν;

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ:
Χάδι μητέρας
αττικό χώμα γίνου
για τον Διομήδη.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ:
Λάμψαν τα ουράνια-
ψηλά ανεβαίνει ωραίος
ο Διομήδης.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ:
Αυτοί ’ναι οι άγιοι
που πίστεψα, παιδί μου.
Μην το ξεχάσεις.

ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ:
Μάταια φωνάζεις-
οι νεκροί δεν ακούνε.
Δε ζωντανεύουν.


5η σκηνή: 1974+
1. Μεταπολίτευση. Ανακοίνωση έλευσης του Καραμανλή. Κινέζικο με τη χρονιά.

2.  Σηκώνονται κάποια παιδιά ενώ παραμένουν λίγα ξαπλωμένα, νεκρά.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ:
Φίλιππε δεν περίμενα πως θα σε βρίσκανε!
Άκου τα νέα μας λοιπόν.
ο Σάχης της Περσίας υποστήριζε τον Παπαδόπουλο
αλλά στη μάχη του Πολυτεχνείου νίκησαν οι Έλληνες!
Εκεί στην πύλη την πλατειά έγινε ο τάφος του περσισμού
ενώθηκαν όλοι οι καθηγητές με το Λαό.
Βγάλαμε πάλι την ελευθερία από τον γύψο.
Μας αναγνώρισαν γι’ αυτό οι Σκύθες και οι Τριβαλλοί.




ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ:
Ξεχυθήκαμε στους δρόμους και πάλι.
Κουρέλια ακόμα η φωνή μας
Δεν μπόρεσε τίποτα να πει…
Οι δολοφόνοι πλένουν τα χέρια τους
Στους νεροχύτες…
Σκουπίζονται απ’ τα σχισμένα
Πουκάμισα.
Κατουράνε το αίμα μας
Με χοντρές μάνικες
Για να ξεπλυθούνε τα πεζοδρόμια
Να πάει ο κόσμος
Ήσυχα στη δουλειά του το πρωί
Μην αγριέψει το μάτι του.
Μη θυμηθεί το μεσημέρι
Το σκοτωμένο πρωινό
Και ανταριέψει…
Τα υπόλοιπα είναι για το τραγούδι
Μένει μονάχα να θυμόμαστε
Ξανά και ξανά
Στα μνημόσυνα και στις επετείους
Πως το κρατούμενο
Δεν είναι ένα…
Μαζεύτηκαν πολλά
Θα χάσουμε το λογαριασμό
Κι είναι που μας χρωστάνε
Ανεξόφλητη επιταγή το αίμα μας.

3. Όλα όσα έχουν σηκωθεί ντύνονται με ρούχα της επόμενης δεκαετίας. Βολτάρουν στη πλατεία. Η νύφη είναι αγκαζέ με τον σύζυγο και σπρώχνουν ένα παιδικό καροτσάκι.
4. Με το τραγούδι σε στίχους Νίκου Γκάτσου στα ηχεία (Κοίτα με στα μάτια-Δ.Γαλάνη (Μ.Χατζιδάκι-Ν.Γκάτσου), υπόκλιση, τέλος.







Βασική πηγή ήταν το βιβλίο του Ηλία Γκρη, Το μελάνι φωνάζει, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2003 και το διαδίκτυο.
Η ιδέα για τον ματαιωμένο γάμο, από κείμενο της Ρέας Γαλανάκη, στο εν λόγω βιβλίο.