Σάββατο, Ιουνίου 02, 2007

Οι στρατώνες

Τρία χρόνια έμεναν για να τελειώσει η σκλαβιά πέντε αιώνων. Ο γυμνασιάρχης του ελληνικού σχολείου στο κέντρο της μεγάλης πόλης δεν το ήξερε, μα το λαχταρούσε με όλη του την ψυχή. Εκείνη την ημέρα, είχε ορίσει την ώρα της συνάντησής του με τους τελειόφοιτους μαθητές του για τα χαράματα. Δεν ήταν για μάθημα. Θα πήγαιναν εκδρομή. Πεζοπορία κατά μήκος του πανάρχαιου δρόμου που ξεκινούσε από την μια δυτική πύλη της πόλης και κατέληγε στο χωριό που χτίστηκε στο ίδιο σημείο με την δεύτερη σημαντική πόλη της αρχαιότητας στην περιοχή˙ εκείνη που είχε στα πόδια της τον ευλογημένο κάμπο με τις δύο λίμνες και είχε δώσει το όνομά της και στην πύλη της μεγαλύτερης αδελφής της. Η μία πόλη ακουμπούσε στο βουνό κι έβρεχε τα πόδια της στη θάλασσα˙ η άλλη αγνάντευε τις λίμνες και όριζε από το ψηλό δερβένι τον κάμπο. Λένε πως η θάλασσα, κάτω από τη γη φτάνει τα νερά της στις λίμνες. Ποιος ξέρει. Πάνω από τη γη, πάντως, τους δυο τόπους, τους ενώνει ο δρόμος.
Όλη τη μέρα κράτησε το πάνε κι έλα. Ο γυμνασιάρχης έβλεπε τον αδούλευτο τόπο και πιάνονταν η ψυχή του. Καμία καλλιέργεια, κανένα χωράφι, τίποτα που να θυμίζει ζωή. Τα άφθονα νερά του χειμάρρου που ήταν πιο παλιός κι από τον δρόμο, κατέληγαν στην θάλασσα χωρίς να ποτίσουν κανένα περιβόλι. Τον ίδιο τόπο τον περιγράφουν σαν παράδεισο οι βυζαντινές γραφές τις οποίες γνώριζε ο γυμνασιάρχης. Όλα τα απέδιδε στην μακρόχρονη δουλεία και στην φαύλη διοίκηση. Ακόμα κι όταν έστρεφε το βλέμμα στην πόλη, για ν’ απλωθεί στη θάλασσα και να φτάσει λεύτερο μέχρι τον Όλυμπο, πρώτα το ένιωθε να σκαλώνει σε μερικά νεόδμητα, κατάλευκα κτίρια και μετά στον σκούρο όγκο των βυζαντινών τειχών της μεγάλης πόλης. Τον πλήγωνε αυτή η ταυτόχρονη παρουσία του παλιού και του νέου που του έλεγαν το ίδιο πράγμα. Σκλαβωμένη γη. Άσχημη. Αποκρουστική. Γυμνή.
Τα λευκά κτίρια ήταν οι στρατώνες πυροβολικού που έχτισε σε ευρωπαϊκά πρότυπα ο τελευταίος σουλτάνος. Δεν τον γλίτωσαν όμως, ούτε αυτά ούτε και οι μεταρρυθμίσεις που του υπαγόρευαν οι δυτικοί, από την επανάσταση που του ετοίμαζαν οι υπήκοοί του. Η παλιά αυτοκρατορία έχανε μαζί με την λάμψη της, και τα εδάφη της και τις παραδόσεις της. Άλλος αέρας φυσούσε πια στα Βαλκάνια. Ο γυμνασιάρχης προσεύχονταν να νιώσει την πνοή του.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Η πόλη μεγάλωσε. Από τον σοφό γυμνασιάρχη έμειναν τα γραφτά του για να φωτίζουν την ιστορία της. Έμεινε και η κίνηση του κεφαλιού του, καθώς ανέβαινε την ανηφόρα για το Δερβένι˙ να κοιτάει προς τα πίσω και να σκαλώνει το βλέμμα στα λευκά έργα του κατακτητή και στα μαυρισμένα τείχη του παλιού μεγαλείου της πόλης. Τώρα, στην ίδια κίνηση το βλέμμα σκαλώνει πάλι στο ίδιο σημείο. Για άλλο λόγο, αλλά στο ίδιο σημείο. Οι πολυκατοικίες περικύκλωσαν την πόλη, έκρυψαν τα τείχη μα δεν πείραξαν τους στρατώνες. Τα λευκά κτίρια έχασαν την λάμψη τους. Δεσπόζουν όμως σε μια περιοχή γεμάτη τσιμέντο, με τα δέντρα και τις αλάνες που τα περιτριγυρίζουν. Οι παλιοί στρατώνες είναι μια όαση πρασίνου και μια ελπίδα για τους νέους κατοίκους που δεν ονειρεύονται πια απελευθέρωση από ξένους κατακτητές αλλά ελεύθερη γη να περπατάνε. Αυτοί οι στρατώνες πάντα για κάτι άλλο κατάφερναν να ξεχωρίζουν κι όχι γι’ αυτό για το οποίο χτίστηκαν. Όπως με τον γυμνασιάρχη που κοίταζε λαμπρά κτίρια κι έβλεπε αιώνες υποδούλωσης. Το στρατόπεδο αυτό έχει τον τρόπο του να τρυπώνει στις ιστορίες των ανθρώπων αυτής της περιοχής. Κάθε εποχή και μια ιστορία. Δυστυχώς οι πιο πολλές για κακό. Κι ας έκαναν οι άνθρωποι προσπάθειες για να ξορκίσουν το δαίμονα που έκρυβε στα ντουβάρια του.





Τι πασχαλιάτικες επισκέψεις και γλέντια, τι έρωτες των κοριτσόπουλων και παντρειές, τι ποδόσφαιρα, τι τραγούδια, τι εκκλησιασμοί του γειτονικού γυμνασίου στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, τι μελέτες και σχέδια για ανάπτυξη. Τίποτα. Το στρατόπεδο θα έμενε για πάντα στην μνήμη όλων σαν φυλακή και προθάλαμος εκτελέσεων. Τελευταία του ευκαιρία για εξιλέωση είναι να γίνει το πνευμόνι που λείπει από την πόλη για ν’ αναπνεύσει και πάλι καθαρό αέρα και να χαρεί λίγο πράσινο στα άκρα της. Μόνο αυτό το έσωζε από την οργή των ανθρώπων και δεν έγινε μέχρι τώρα ό,τι έγινε η γειτονική του τούμπα. Ένα με το χώμα.

Ήρθε στην περιοχή που όριζαν ο πανάρχαιος δρόμος και ο, ακόμα παλιότερος, χείμαρρος, την ίδια εποχή με τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αυτοί για να γλυκάνουν τον αδούλευτο τόπο, με όλη τους τη λαχτάρα να τον κάνουν πατρίδα. Αυτός για να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία στο στρατόπεδο που έφερνε πια το όνομα ενός σπουδαίου ήρωα. Τα δικά του μέρη βρίσκονταν πιο νότια. Εκεί θα επέστρεφε όταν με το καλό ξεμπέρδευε με τον στρατό και τους πολέμους. Δεν επέστρεψε ποτέ. Ο τόπος και οι παλιοί στρατώνες τον σημάδεψαν για πάντα. Με όλους τους τρόπους.
Έζησε τα γλέντια κάτω από τα δέντρα. Χάρηκε την βόλτα και αντάλλασσε ματιές με τις προσφυγοπούλες. Στα μάτια μιανής σκάλωσε και την παντρεύτηκε. Βρέθηκε κι αυτός στα προσφυγόσπιτα κι έδεσε τη ζωή του με τους Μικρασιάτες και τους Θρακιώτες.



Ανακατεύτηκε στους ρυθμούς της πόλης. Δούλεψε στα καπνεργοστάσια. Βρέθηκε στην καρδιά της μεγάλης απεργίας τον Μάη του ’36. Τον είχε μπολιάσει το μικρόβιο του αγώνα. Είδε τον νέο πόλεμο να έρχεται, από την φυλακή όπου μπήκε για τις ανατρεπτικές του ιδέες. Βγήκε και πολέμησε. Κι όταν οι νέοι κατακτητές μπήκαν στην πόλη, αυτός κι ο πρώτος του γιος βγήκαν στην παρανομία. Βγάζανε κόσμο στο βουνό. Στους αντάρτες. Με κάθε τρόπο. Ακόμα και παίζοντας ποδόσφαιρο στην αλάνα του στρατοπέδου. Είδε τους κατακτητές να φυλακίζουν τον γιο του δίπλα από το σπίτι του˙ στον ίδιο θάλαμο που έκανε αυτός φαντάρος. Είδε το άψυχο κουφάρι του παλικαριού του να σωριάζεται στα χώματα της τούμπας˙ στα ίδια χώματα που γνώρισε τον έρωτα με την προσφυγοπούλα. Κατέβηκε, μαζί με τους φυλακισμένους που δεν πρόλαβαν να εκτελέσουν οι φασίστες κατακτητές, στη μεγάλη διαδήλωση της τελευταίας απελευθέρωσης της πόλης. Στον εμφύλιο δεν πολέμησε. Είδε τους χωριάτες να στοιβάζονται στο παλιό μοναστήρι, διωγμένοι από την γη τους. Πέρασε πολλά. Έδωσε το προσφυγόσπιτο αντιπαροχή και πήρε διαμερίσματα. Βόλεψε έτσι τα υπόλοιπα παιδιά του. Έζησε κι άλλη δικτατορία και έκανε εξορία σε ξερονήσι. Χάρηκε σαν μικρό παιδί, όταν είδε τους φοιτητές να βγαίνουν μπροστά στα τανκς. Βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις τον σύντροφό του στην εξορία να βγει δήμαρχος στην προσφυγική συνοικία και τα κατάφερε.

Τώρα φοράει το καλό του κουστούμι και κρατάει στα χέρια ένα δάφνινο στεφάνι. Περιμένει ν’ ακούσει στα μεγάφωνα το όνομα του πρώτου του γιου και να το καταθέσει στο μνημείο που έστησε ο δήμαρχος για τους εκτελεσμένους. Στη θέση της τούμπας το έστησε. Μια φορά το χρόνο γίνεται μνημόσυνο για όσους έκαναν την τελευταία διαδρομή της ζωής τους, από το στρατόπεδο στην τούμπα. Διακόσια μέτρα από την ζωή στο θάνατο. Μια φορά τον χρόνο, ο δαίμονας που κρύβεται στα ντουβάρια των παλιών στρατώνων, αφήνει μια κραυγή ντροπής. Ακούγεται αυτή η κραυγή, από όσους βλέπουν το δάκρυ να χαρακώνει το μάγουλο αυτών που πληγώθηκαν από τον θάνατο του δικού τους ανθρώπου.




Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το φθινόπωρο του 2003. Προηγήθηκε η δημοσίευση στο λεύκωμα «Ξορκίζοντας το κακό» (Μάιος 2002). Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Οι φωτογραφίες ανήκουν στο αρχείο του Σ.Λ.

2 σχόλια:

Herinna είπε...

Μου θύμισε την ιστορία του σκοπευτήριου. Ακόμα ψάχνονται να δουν τι θα το κάνουν. Μα ότι και να το κάνουν, οι ψυχές των ανθρώπων που εκτελέστηκαν εκεί, θα περιφέρονται μέσα και γύρω του, θυμίζοντας στους κατοίκους της περιοχής αλλά και σε κάθε Έλληνα, την πονεμένη ιστορία αυτού του τόπου. "Όπου κι αν παω η Ελλάδα με πληγώνει".
Πολύ συγκινητικό κείμενο. Πολύ πολύ βασανισμένο κείμενο, γεμάτο φανερά και κρυφά νοήματα, πόνο και εξορκισμό. Και μόλις τώρα πρόσεξα πως γράφεις στην υποσημείωση για ξορκισμό.
Είναι τυχεροί οι μαθητές σου, να έχουν ένα δάσκαλο σαν εσένα Σπύρο.
Κι εγώ αισθάνομαι πολύ τυχερή που σε ανακάλυψα μέσα εδώ. Να είσαι πάντα καλά και να γράφεις πάντα, για να μπορώ να λέω πως έχω κάποιους σοβαρούς λόγους για να μπαίνω. Φιλιά.

tsalimi είπε...

Σ’ ευχαριστώ καλή μου. Στ’ αλήθεια.