Καρποί και
άνθη ζωντανά, δεμένα με τις τροφοδοτούσες ρίζες της γης και το ανθρώπινο χέρι
της εργασίας και του μόχθου. Η έκθεση «Του Κήπου» αντιλέγει στην παρηκμασμένη
αφθονία της νεκρής φύσης και παρουσιάζει τη γη πλούσια, δεμένη με το χώμα της,
κατάφορτη με τη καινούργια σοδειά, ολάνθιστη στα ορμητικά χρώματα της
καινούργιας ζωής. Η Πηνελόπη Αλεξιάδου, μέσα από τη θαυμαστή ομορφιά του κήπου,
αναδεικνύει τον άνθρωπο και την ενωτική σχέση του με τη φύση, που τρέφεται από
αυτόν και τον τρέφει.
Του
Κήπου
Πρόκειται
για τη δεύτερη προσωπική έκθεση της Πηνελόπης Αλεξιάδου, και θα μπορούσε
κάλλιστα να έχει τον εναλλακτικό τίτλο: "Η αφοσίωση". Η καλλιτέχνιδα,
συνεχίζοντας τη μακρά παράδοση του ανθρώπινου βλέμματος πάνω στη φύση, σε τούτη
την περίοδο που διανύει με την ζωγραφική της, μοιάζει να μην περιορίζεται πλέον
από τη μεγαλοπρέπεια των γενικών κάδρων που όσο να πει κανείς
"επιβάλλουν" κατά κανόνα το δέος στον θεατή. Εστιάζει σχεδόν με
ασκητική προσήλωση στην καθημερινή λεπτομέρεια του κήπου της αυτή τη φορά,
πειραματίζεται εκ νέου με το χρώμα και εντάσσει στην τεχνοτροπία της νέες -
ίσως πιο άγριες και κάπως ατίθασες! - πινελιές, προσπαθώντας να περιγράψει με
σαφήνεια ένα είδος προσωπικού και καθημερινού διαλογισμού. Με τα Του Κήπου, η
ζωγράφος ανανεώνει, θαρρείς, μια δέσμευση στην ίδια την πρακτική της, δίνοντας
χώρο και ανάσα στον πειραματισμό και στην επαναδιαπραγμάτευση ενός θέματος
οικείου και προσιτού που όμως δεν την αφήνει αδιάφορη, αλλά φαίνεται μάλιστα να
τη συγκινεί κάθε μία μέρα, ώρα ή στιγμή που αφήνει το βλέμμα της επάνω του. Κι
έτσι συνεπαίρνει και όποιον έχει την τύχη να σταθεί απέναντι στα νέα της έργα
και να εισάγει τον εαυτό του με απόλυτη ελευθερία σε αυτή τη δίνη του
εικαστικού της μάντρα.
Βασιλική Λαζαρίδου // Vasiliki Lazaridou
Writer - Filmmaker
Καλησπέρα σας.
Αρχικά θα ήθελα να
μοιραστώ μαζί σας τη μεγάλη μου λύπη που δεν κατάφερα να είμαι κι εγώ εδώ
σήμερα, ανάμεσά σας. Είναι μια ιδιαίτερη στιγμή την οποία ανυπομονούσα να
μοιραστώ με όλους, όμως η ζωή πάντα μπαίνει μπροστά και είναι απρόοπτη. Ακριβώς
γι’ αυτόν τον λόγο γράφω αυτό εδώ το κείμενο με πολλή αγάπη και μεγάλη
νοσταλγία για την οικογένειά μου, αυτούς τους ιδιαίτερους χαρακτήρες που ένας
προς μία έχουν φυτέψει μέσα μου την αγάπη για την τέχνη αλλά και για την φύση.
Στην τέχνη λοιπόν
είθισται να λέμε ότι οι χώροι έκθεσης, οι γκαλερί δηλαδή, είναι από τα λίγα
μέρη που ο χρόνος πραγματικά αλλάζει σύσταση, γίνεται πιο αργός, πιο πηχτός,
πιο ονειρικός ώσπου μερικές φορές – και εφόσον είμαστε διαθέσιμοι για τέτοια
παιχνίδια – σταματά τελείως.
Σε αυτόν τον κενό χρόνο
της παρατήρησης και της συνέπειας λοιπόν νιώθω ότι δημιουργήθηκε η νέα αυτή
έκθεση της Πηνελόπης Αλεξιάδου, με στιγμιότυπα του κήπου της, με λεπτομέρειες,
σχήματα και χρώματα που όχι μόνο κατευνάζουν την αγωνία μια καθολικής επιτάχυνσης
την οποία βιώνουμε καθημερινά, αλλά προσφέρουν και μια οπτική διαλογισμού.
Σύμφωνα με τον βουδισμό και τη διδασκαλία του η αποδοχή της κενότητας, της
απουσίας του κόσμου οδηγεί τον βουδιστή στην αποδέσμευση των μεταφυσικών
θεμελίων του κόσμου μας, και ως αποτέλεσμα φέρνει το σώμα και το νου σε μια
κατάσταση ηρεμίας ή ακόμα και σε έναν ονειρικό μετεωρισμό. Με την προσήλωση της
ζωγράφου στον κήπο της, σ’ αυτό δηλαδή το φυσικό πεδίο που αντικρύζει
καθημερινά και ποτέ δεν είναι ίδιο (όπως λένε και οι βουδιστές για το νερό)
ανακαλύπτουμε μαζί της την ικανότητα του βλέμματος να παραποιεί και να
παραλλάσσει τον χρόνο, να τον διογκώνει κι έτσι να κάνει τις κρυμμένες πτυχές
του να ξεπροβάλλουν δειλά όπως τα πέταλα ενός ανθού από λωτό μέσα από την τσέπη
του μίσχου του. Αυτός ο νέος χώρος που δημιουργείται αγκαλιάζει την ίδια μας
την ύπαρξη, και τη βοηθά να ηρεμεί και να μικραίνει.
Η καινούρια φουρνιά έργων
της Πηνελόπης που παρουσιάζεται σήμερα, εκφράζει για εμένα αυτήν ακριβώς την
ηρεμία και την επίγνωση του μεγέθους μας, μέσα στην αέναη φύση, την τόσο
καταπονημένη και την ίδια ώρα τόσο ανθεκτική και προσαρμοστική. Μέσα από την φροντίδα
ενός κήπου, κι έπειτα μέσα από την συνύπαρξη με κάτι τόσο εύθραυστο όσο ένα
ώριμο φρούτο και ταυτόχρονα τόσο συνεχές και συνεπές, ο άνθρωπος και ιδιαιτέρως
εκείνος ή εκείνη με την ευαισθησία ενός καλλιτέχνη, ενός ζωγράφου ανιχνεύει και
εφευρίσκει την διάρκεια του συνόλου και την ασημαντότητα του Εγώ. Άλλες φορές
με τις ζωηρές βουρτσιές της και τα ατίθασα χρώματα, και άλλες με τις
στοχαστικές γραμμές και τον μαλακό αρνητικό χώρο του φόντου, η ζωγράφος μοιάζει
μας καλεί να αναστοχαστούμε τις προτεραιότητες μας, χωρίς ωστόσο να παίρνουμε
τον εαυτό μας υπερβολικά στα σοβαρά. Η ανοχή μας στην πολυπλοκότητα εγκαλείται
και με σταθερό χέρι η καλλιτέχνιδα στρέφει το βλέμμα μας στο απλό, δείχνοντάς
μας πως η πεμπτουσία της ύπαρξης, η θεϊκή της υπόσταση αν θέλετε, βρίσκεται όχι
στο υπερβατικό αλλά στο σύνηθες, στο γήινο, στο καθημερινό.


