Παρασκευή, Ιουλίου 06, 2007

Μπαίνει το ποίημα στον αποχυμωτή;





Γυρόφερνα στα blogs κι έπεσα πάνω σ’ ένα εξώφυλλο βιβλίου με τον τίτλο «Το θηλυκό πρόσωπο της ποίησης στη Θεσσαλονίκη». Ποιητική ανθολογία. Το αναζήτησα, το διάβασα κι έμεινα μ’ ένα μούδιασμα. Δεν υπήρχε καμία αναφορά σε μια συγκεκριμμένη ποιήτρια, την Ολυμπία Σταύρου, η οποία έγραψε λίγα μέχρι τώρα, αλλά καλά ποιήματα.
Δε βαριέσαι, είπα μέσα μου, ανθολογία είναι, έχει έντονο το υποκειμενικό κριτήριο, δε μου πέφτει λόγος. Εξ άλλου κι εγώ στη δική μου ανθολογία που ετοιμάζω για το Νοέμβριο, το ΕΝΔΟΣΚΕΛΗΔΟΝ (κείμενα της ελληνικής λογοτεχνίας για μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές), δεν ανθολογώ όλα τα κομμάτια που έχω εντοπίσει παρά μόνο αυτά που, υποκειμενικά και αυθαίρετα, θεωρώ εγώ καλά. Βέβαια στην συγκεκριμμένη ανθολογία για την γυναικεία ποίηση της Θεσσαλονίκης δεν διατυπώνονται τα κριτήρια επιλογής αλλά και πάλι δε μας πέφτει λόγος.

Το καλοκαίρι αυτό είναι η αρχή του τέλους για τη δική μου ανθολογία. Εργάζομαι πάνω στην πρώτη διόρθωση των τυπογραφικών δοκιμίων κι έχω μιαν αγωνία μην και προκύψει κάτι πολύ καλό και δεν μπορέσω να το εντάξω. Σ’ αυτή τη φάση λοιπόν, δέχομαι ένα τηλεφώνημα.

- Είμαι ο τάδε, είμαι συγγραφέας και ένα μυθιστόρημά μου, πιθανόν να σας ενδιαφέρει για την ανθολογία σας. Ο ήρωάς του είναι μηχανόβιος.


- Αν και βρίσκομαι στην τελική φάση, στείλτε το, μ’ ενδιαφέρει να το δω.


Δεν έχει σημασία το πώς και το τι ακριβώς πληροφορήθηκε για τη δουλειά μου ο συγγραφέας, το βιβλίο πάντως σε λίγες ημέρες ήρθε μ’ ένα μπιλιετάκι όπου με πληροφορούσε για τις συγκεκριμμένες σελίδες όπου υπήρχε αναφορά στη μοτοσυκλέτα και - έκπληξη - ένας δικός μου στίχος οργανικά δεμένος με το δικό του κείμενο. Γυρνάω τις σελίδες του βιβλίου και πράγματι βρίσκω στο τέλος μια σελίδα σημειώσεων όπου γίνεται αναφορά στο όνομά μου. Λείπει η βιβλιογραφική αναφορά, η συγκεκριμένη φράση ανήκει σε δοκίμιο κι όχι σε ποίημα όπως αφήνεται να εννοηθεί, αλλά δεν πειράζει. Με τίμησε και τον ευχαριστώ.
Επιστρέφω στο δισέλιδο να δω πώς σχολιάζει τη φράση μου και το μάτι μου πέφτει στις προηγούμενες σειρές. Τι να δω; Μεταγραμμένο σε πεζό λόγο ένα ποίημα το οποίο το έχω συμπεριλάβει στην ανθολογία μου. Ποιανού είναι το ποίημα; Της Ολυμπίας Σταύρου. Ρε τι άτυχο αυτό το κορίτσι, σκέφτομαι. Στην ανθολογία δεν τη βάλανε. Αυτός είχε την ίδια έμπνευση, μέχρι και ίδιες λέξεις.
Ξεκινάω το βιβλίο από την αρχή. Προσπερνάω το γνωστό δισέλιδο και κάποιες σελίδες παρακάτω νά σου κι άλλη Ολυμπία Σταύρου. Ψάχνω παντού, πουθενά καμία αναφορά στ’ όνομά της. Δεν πρόκειται για σύμπτωση. Πείθομαι γι αυτό όταν διαβάζω το βιογραφικό του συγγραφέα και βλέπω ότι δημοσίευσε στο περιοδικό που δημοσίευσε και η Σταύρου όπως και στο περιοδικό των εκδόσεων όπου τύπωσε το βιβλίο της η Σταύρου.

Ένα χαμόγελο ενός αναγνώστη, γνωρίζω πως είναι μια ανταμοιβή και μια ικανοποίηση για έναν συγγραφέα.Έστω και ένα. Μια τέτοια μεταχείριση, όπου κάποιος παίρνει δύο ποιήματα, τα βάζει στον αποχυμωτή της λογοτεχνίας του και τα κάνει ένα γλυκερό ζουμί, είναι άδικη για οποιονδήποτε πόσο μάλλον για μια καλή ποιήτρια.



Το εξώφυλλο του βιβλίου της Ολυμπίας Σταύρου:



Το ανθολογημένο ποίημα:



Το πεζό κείμενο:




Το δεύτερο ποίημα:



Το πεζό κείμενο:


Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2007

Γέρνουν, ωρέ, τα παλληκάρια;


Μια κριτική αποτίμηση του πρώτου εξαμήνου της νέας διοίκησης του Δήμου Σταυρούπολης, διατυπωμένη από τον προηγούμενο δήμαρχο κ. Διαμαντή Παπαδόπουλο.

Σάββατο, Ιουνίου 30, 2007

Η ταφή του μουσουλμάνου



Η δυτική ύπαιθρος της μεγάλης πόλης κατέληγε στα μεγάλα ποτάμια και υπήρξε, από ένα χρονικό σημείο και έπειτα, ο τόπος που φιλοξενούσε τους απόκληρους, όσους μια ξαφνική δυστυχία τους άφηνε άστεγους και ανήμπορους. Από τότε που η πόλη μεγάλωσε και δεν μπορούσε να κρατάει στην αγκαλιά της ούτε έναν που δεν είχε από πριν, εξασφαλίσει στέγη και τροφή. Γι’ αυτούς υπήρχαν τα ατελείωτα έλη, οι χείμαρροι και η ερημιά.
Φρόντιζε βέβαια η πόλη να τους προσφέρει τα αναγκαία. Σχεδίαζε οικισμούς ολόκληρους με κήπους και μεγάλους δρόμους. Σκόπευαν οι μηχανικοί που ανέλαβαν αυτά τα σχέδια να ενωθούν κάποτε αυτοί οι οικισμοί με την μεγάλη πόλη, όταν αυτή θα μεγάλωνε κι άλλο, αφού τώρα πορευόταν σε ειρηνικούς καιρούς, μακριά από αλώσεις και κατοχές. Πού να ήξεραν ποια τύχη περίμενε τα σχέδιά τους και την πόλη την ίδια!

Πρώτα ήρθαν οι πρόσφυγες, αμέσως μετά την απελευθέρωση. Κατόπιν ήρθαν οι ξένοι της Μεγάλης Στρατιάς της Ανατολής. Ύστερα ήρθαν οι πυροπαθείς, οι άστεγοι δηλαδή από την μεγάλη πυρκαγιά που έκαψε την καρδιά της πόλης. Τέλος, πάλι πρόσφυγες, από την μεγάλη Μικρασιατική Καταστροφή. Πολλοί απ’ αυτούς τους τελευταίους υπήρξαν πρόσφυγες και στην προηγούμενη προσφυγιά αλλά η πολιτική των μεγάλων, έφερε έτσι τα πράγματα και αναθάρρησαν, επέστρεψαν στις πατρίδες τους, για να ξεσπιτωθούν ξανά, οριστικά αυτή τη φορά και να γίνουν οι πατρίδες τους, Χαμένες πια κι Αλησμόνητες Πατρίδες.
Η δυτική ύπαιθρος έγινε δυτική πλευρά της μεγάλης πόλης και συνέχιζε να δέχεται με κάθε αφορμή φτωχούς και πεινασμένους ανθρώπους ακόμα και όταν, πραγματικά σταμάτησαν οι πόλεμοι. Τώρα το κίνητρο ήταν η καλύτερη μοίρα, η δουλειά, τα νοσοκομεία, τα σχολεία και ό,τι άλλο καλό πρόσφερε ένα αστικό κέντρο σε ειρηνικούς καιρούς και αδυνατούσε να το προσφέρει η ταπεινή ύπαιθρος. Το στίγμα της δυτικής πλευράς της πόλης είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στα χώματά της.

Πάντα όμως υπάρχει το καλύτερο από το καλό και το χειρότερο από το κακό. Μόλις χτίστηκαν τα μεγάλα καπνομάγαζα κατά μήκος του πανάρχαιου δρόμου και όλο και περισσότερος κόσμος έβρισκε δουλειά, άρχισαν να καταφθάνουν στην περιοχή και άνθρωποι που δεν είχαν χρήματα για ν’ αγοράσουν γη. Στράφηκαν λοιπόν στον χείμαρρο που ήταν πιο παλιός κι από τον δρόμο και έχτισαν μέσα στην κοίτη του και δίπλα στις όχθες του. Είχε λίγο νερό και καθαρό και έμοιαζε φιλικός. Τα δέντρα του, κάτι πανύψηλες λεύκες, έκαναν το τοπίο ειδυλλιακό. Τέτοια απάτη!
Ανάμεσα σ’ αυτούς που έχτισαν πλάι στον χείμαρρο, ήταν και κάποιοι που λάτρευαν άλλο θεό. Αυτόν που λάτρευαν και οι εχθροί που διαφέντευαν την πόλη για περισσότερο από πέντε αιώνες και έφυγαν με την απελευθέρωση, στις αρχές αυτού του αιώνα. Ήταν όμως Έλληνες. Έλληνες μουσουλμάνοι που έκτισαν μια γειτονιά, δίπλα στον χείμαρρο και πίσω από τον τοίχο που έφραζε το μοναδικό νεκροταφείο της πόλης όπου έθαβαν οι Εβραίοι τους νεκρούς τους. Το νεκροταφείο μεταφέρθηκε σ’ αυτήν την δυτική πλευρά της πόλης, όταν το προηγούμενο που βρισκόταν κοντά στο κέντρο της, ισοπεδώθηκε από τους τελευταίους κατακτητές της. Δεν δεχότανε μόνο άστεγους ανθρώπους πάνω τους αυτά τα χώματα, δέχτηκαν να σκεπάσουν και νεκρούς που δεν είχαν πού να θαφτούν. Εξάλλου, πριν ακόμη χτιστούν σπίτια, χτίστηκαν τάφοι κατά μήκος του πανάρχαιου δρόμου, όπως βεβαιώνουν τα βιβλία και αποκαλύπτουν τα ίδια τα χώματα κατά καιρούς. Από την έξοδο της πόλης μέχρι τα σπίτια στην κοίτη του χειμάρρου υπήρχαν πολλά ακόμη οργανωμένα νεκροταφεία.







Για τους Έλληνες ορθόδοξους και τους καθολικούς πολίτες, δύο νεκροταφεία από τον προηγούμενο αιώνα. Για τους στρατιώτες που έπεσαν στον Πρώτο Μεγάλο Πόλεμο –συμμάχους μα και εχθρούς που πέθαναν αιχμάλωτοι-, ένα μεγάλο, περιποιημένο νεκροταφείο με μνημεία και σκαλισμένα μάρμαρα˙ διαφορετικό σκάλισμα για τα διάφορα έθνη. Για τους κατοίκους του μικρού προσφυγικού οικισμού –που πια μεγάλωσε και έγινε κοινότητα με λαμπρό όνομα κι ακόμα πιο λαμπρή γενική όπως σημείωνε σε κάποιο βιβλίο ένας ποιητής-, ένα απερίφραχτο, παρ’ όλες τις αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου, κοιμητήριο. Αν ο δρόμος δεν ήταν ο δρόμος που ένωνε την μεγάλη πόλη με όλον τον κόσμο, θα ήταν ο δρόμος των τάφων όλων των φυλών του κόσμου.

Εκεί, στον χώρο του παλιού απερίφραχτου κοιμητηρίου, υψωνόταν η πολυκατοικία που γλίτωσε τον σφιχτό εναγκαλισμό μιας λεωφόρου, χάρις στο παλιό κανάλι που έφερνε σε δύσκολους καιρούς νερό στην μεγάλη πόλη. Εκεί λοιπόν έμενε ο τελευταίος πελάτης του φτωχού μουσουλμάνου που γυρνούσε τις γειτονιές –ο τελευταίος, ίσως, πλανόδιος στην μεγάλη δυτική συνοικία- και πουλούσε μηλαράκια και κοκοράκια. Γλειφιτζούρια, φτιαγμένα στο σπίτι του από τον ίδιο και την οικογένειά του, με κόκκινη καραμέλα. Άφηνε πάντα το πιο στρογγυλό μηλαράκι τελευταίο, για το μικρό κοριτσάκι που έμενε στον τρίτο όροφο και τον περίμενε κάθε απόγευμα με λαχτάρα. Για ημέρες πολλές το κοριτσάκι περίμενε μάταια τη λιχουδιά του. Ο πλανόδιος μουσουλμάνος με τα γλειφιτζούρια, δεν φαινότανε πουθενά.

Η μεγάλη πόλη, η παλιά συμβασιλεύουσα, η τωρινή συμπρωτεύουσα, η νύφη του Θερμαϊκού, δεν διέθετε ούτε ένα μέτρο γης για να ταφεί ένα άτυχο παλικάρι που πίστευε στον ίδιο θεό με τους κατακτητές που έμειναν για περισσότερο από πέντε αιώνες στα χώματά της. Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Δήμων και Κοινοτήτων Δυτικής Θεσσαλονίκης πρότεινε στο διοικητικό συμβούλιο να ιδρύσουν Τμήμα Ταφής Αλλοθρήσκων, αλλά η πρότασή του δεν συζητήθηκε ποτέ. Ούτε από εκείνο το διοικητικό συμβούλιο, ούτε κι από όσα ακολούθησαν.
Το τροχαίο ατύχημα έγινε βράδυ. Βράδυ ξεκίνησε και η απίστευτη τραγωδία της οικογένειας του πλανόδιου μουσουλμάνου. Πρώτα τους έπνιξε η αγωνία για την ζωή του παλικαριού και όταν χάθηκαν όλες πια οι ελπίδες για τον ζωντανό, ήρθαν οι περιπέτειες που έμελλε να υποστεί ο νεκρός. Το σώμα έπρεπε να μεταφερθεί σε μια άλλη πόλη όπου υπήρχε νεκροταφείο για τους μουσουλμάνους. Παντού, σ’ όλη τη χώρα μπορούσαν να ζήσουν και να δουλέψουν, αλλά μόνον εκεί μπορούσαν να θαφτούν! Αυτή η πόλη, βρισκόταν τόσο μακριά που οι νεκροφόρες ζητούσαν μια περιουσία για να μεταφέρουν το νεκρό σώμα στον τόπο ταφής του. Και η νεκροφόρα ήταν απαραίτητη, επειδή τα νοσοκομεία μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο επέτρεπαν να φύγει ο νεκρός από τους νεκροθαλάμους τους. Έπρεπε λοιπόν να βρεθούν μέσα στη νύχτα χρήματα ή κάποιος άλλος τρόπος. Κάποιος υπεύθυνος δηλαδή, που θα παρατυπούσε από την καλή του καρδιά ή από το άδειο πορτοφόλι του. Τέτοιο πορτοφόλι που κόστιζε λιγότερο από την νεκροφόρα, βρέθηκε τρεις μέρες αργότερα και το άψυχο σώμα φορτώθηκε σ’ ένα ταπεινό αυτοκίνητο, για να ταξιδέψει νύχτα. Υπήρχε πάντα ο φόβος του ελέγχου στο δρόμο και το μπλέξιμο σε νέους μπελάδες.
Χρειάστηκαν, λοιπόν, ημέρες πολλές για να τελειώσει η ταλαιπωρία του νεκρού σώματος και ν’ αναπαυτεί, επιτέλους, μέσα στο χώμα. Ύστερα θ’ άρχιζε ο πόνος για τους συγγενείς. Ένας πόνος όμως που θα τους συνόδευε πια στις καθημερινές τους ασχολίες. Η θέση τους ήταν στη βιοπάλη. Μαζί με το μεροκάματο κι ο θρήνος. Και το παράπονο κι η πίκρα. Ο πλανόδιος μουσουλμάνος με τα γλειφιτζούρια ξαναφάνηκε κάτω από την πολυκατοικία. Περίμενε να κατέβει το κοριτσάκι και χάζευε στα φύλλα του κισσού που τύλιγαν το παλιό κανάλι. Διέκρινε κάποιες μορφές, κάτω από τα πράσινα φύλλα και του φάνηκε πως του χαμογελούσαν ενθαρρυντικά και τον καλούσαν. Τι άλλο να έκαναν! Πρώτη φορά τα ξωτικά του καναλιού δεν είχαν λόγια για ν’ απαλύνουν τον πόνο κάποιου. Τον καλούσαν να γίνει ένα μ’ αυτά. Είχε μια ιστορία να διηγηθεί, μια ιστορία που έπρεπε να την ακούσουν άνθρωποι δίχως δόλο στην ψυχή˙ άνθρωποι που μπορούν και συνομιλούν με ξωτικά και αγγέλους.



Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το φθινόπωρο του 2002. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Οι εικόνες προέρχονται από το αρχείο του Γιάννη Μέγα.




Η παρούσα αναδημοσίευση, είναι συμβολή στο δέκατο αντιρατσιστικό φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.



Σχετικά με το θέμα είναι:


αυτό


κι αυτό.

Δευτέρα, Ιουνίου 25, 2007

Οι αλλαγές

Είχε κάνει εγχείρηση στην καρδιά και κάθε μέρα έπαιρνε τους δρόμους της συνοικίας για να συμπληρώσει τα απαραίτητα χιλιόμετρα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κατέληγε στην άλλη πλευρά της πόλης, την ανατολική, συνήθως όμως περπατούσε στην συνοικία που γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Ήταν δεύτερης γενιάς πρόσφυγας. Γεννήθηκε στα θαλάματα και έζησε όλη την μεταμόρφωση του προσφυγικού οικισμού σε πυκνοκατοικημένη συνοικία. Όμως αλλιώς τις βλέπει και τις νιώθει τις αλλαγές που έγιναν στο σώμα της πόλης του, τώρα που την περπατάει βήμα-βήμα. Απορεί και ο ίδιος πώς και δεν τις πρόσεχε όταν συνέβαιναν. Τις κρίνει και με διαφορετικό μάτι μετά την εγχείρηση. Όσο να πεις υπάρχουν ομοιότητες. Και οι πόλεις θέλουν το νυστέρι τους, όταν φράζουν οι αρτηρίες και όταν τα άλατα και οι πέτρες συσσωρεύονται και δεν αφήνουν τα σπλάχνα να αναπνεύσουν. Έτσι τις κρίνει.

Υπάρχουν βέβαια και οι στιγμές που η νοσταλγία ξεχειλίζει και τον πιάνει το παράπονο για την γειτονιά που χάθηκε ή για το δέντρο που κόπηκε, αλλά σε γενικές γραμμές είναι συμφιλιωμένος με την εξέλιξη των πραγμάτων. Ζωντανή είναι και η πόλη. Θα αλλάζει ξανά και ξανά σύμφωνα με τις ανάγκες των ανθρώπων. Μήπως και οι πατεράδες τους δεν έστησαν τα παραπήγματα στην ανοιχτωσιά του τοπίου δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο;

Κάθε μέρα τον συντρόφευε ένας αδέσποτος σκύλος. Από το ίδιο πάντα σημείο της διαδρομής και μέχρι ένα άλλο, επίσης συγκεκριμένο. Ούτε βήμα νωρίτερα, ούτε μέτρο παραπάνω. Αυτόν τον μούργο τον βάφτισε Πεπρωμένο. Επειδή ήξερε εκείνος πότε και γιατί. Κανείς άλλος. Μόνο ο Πεπρωμένος. Δεν τον ένοιαξε να το εξηγήσει. Το χαιρόταν που συνέβαινε. Εκείνη την ημέρα το πρόγραμμα είχε χείμαρρο. Περπατούσε δίπλα στην όχθη του παλιού ρέματος. Ρέμα φυσικά δεν υπήρχε εδώ και πολλά χρόνια. Είχε τιθασευτεί κάτω από την μαύρη άσφαλτο και έγινε λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας.
Ο χείμαρρος που ήταν πιο παλιός κι από τον πανάρχαιο δρόμο που ένωνε την μεγάλη πόλη με όλον τον κόσμο, κυλούσε τα βρώμικα νερά του κρυφά, κάτω από τα αυτοκίνητα και τα οδηγούσε προς τη θάλασσα. Αυτό δεν μπορούσε να αλλάξει. Από πάντα τα νερά του, εκεί τα οδηγούσε. Άλλοτε περήφανα και με ορμή και τώρα ντροπαλά και στα μουλωχτά. Ο τρόπος άλλαξε. Ο προορισμός και η διαδρομή έμειναν όπως ήταν και πριν χιλιάδες χρόνια. Είχε ακούσει πως ξανάρχισαν τα έργα και πως ο εγκιβωτισμός του χειμάρρου θα συνεχίζονταν μέχρι του σημείου που συναντούσε τον πανάρχαιο δρόμο και περνούσε από κάτω του. Μέχρι εκεί έφταναν τα χρήματα. Από εκεί και ύστερα ας έμενε και πάλι χείμαρρος.

Μόλις έφτασε στο εργοτάξιο, θόλωσε το μάτι του από το κίτρινο χρώμα. Οι κίτρινες φαγάνες συνέχιζαν απτόητες το μακάβριο έργο τους. Την ταφή των νερών. Ο πανάρχαιος δρόμος τραβάει δίπλα του τα νεκροταφεία σαν μαγνήτης. Ακόμα και νεκροταφεία υδάτων έμελλε να στηθούν πλάι του! Τα κίτρινα μηχανήματα έγιναν ξαφνικά κίτρινα, θολά και ορμητικά νερά και η μνήμη του γέμισε μ’ εκείνες τις φοβερές σκηνές της πλημμύρας πριν τριάντα χρόνια. Τι καλό είδαν από αυτό το βρωμόρεμα; Δεν θρήνησαν ζωές και περιουσίες όταν ξεχείλισε; Χρόνια δεν προσπαθούσε ο δήμαρχος να βρει χρήματα να τον σκεπάσει, για να γλιτώσει η συνοικία από την μπόχα; Βρωμόρεμα τον ανέβαζε, Βρωμοπόταμο τον κατέβαζε.








Αυτά σκεφτόταν και προσπαθούσε να αποδεχτεί σαν φυσιολογική, την εικόνα που έβλεπε μπροστά του. Το ερώτημα όμως δεν έφευγε από το νου του. Τι θα γίνει όταν όλη αυτή η φυλακισμένη οργή ξεσπάσει; Κι από την άλλη, το μολυσμένο αίμα δεν το φυλακίζουν στη φλέβα, σκέφτηκε. Το φιλτράρουν, το καθαρίζουν, το αλλάζουν. Δεν το φυλακίζουν. Ένιωθε το δικό του αίμα να τρέχει καθαρό στην ξεβουλωμένη αρτηρία και σιγουρεύτηκε για άλλη μια φορά. Το θέλουν και οι πόλεις το νυστέρι τους.

Χαμένος στις σκέψεις του, κοιτούσε το σιδερένιο χέρι να βουτάει στη λάσπη και να φορτώνει τα φορτηγά που περίμεναν υπομονετικά. Από τις λάσπες ξεπρόβαλε μια καγκελόπορτα, σκουριασμένη και στραπατσαρισμένη που στρίγκλισε παράταιρα όταν την στρίμωξε η μεταλλική δαγκάνα. Συνήλθε. Η γη συνεχίζει να διηγείται ιστορίες, σκέφτηκε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί που τα χώματα έβρισκαν τρόπο να θυμίζουν το παρελθόν, ή αν έπρεπε να στεναχωρηθεί που αυτό το παρελθόν στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν η φριχτή πλημμύρα του χειμάρρου πριν τριάντα χρόνια. Κι αν το απομεινάρι της πλημμύρας δεν ήρθε για να θυμίσει, αλλά να προειδοποιήσει;

Απάντηση δεν μπορούσε να δώσει και συνέχισε την πορεία του. Διασταυρώθηκε με άλλους διαβάτες. Τους γνώριζε. Ήταν δικοί του άνθρωποι. Πιστοί σε λιτανεία. Περπατούσαν και ευλογούσανε τα άγια χέρια που ξεβούλωσαν τις αρτηρίες και τους έδωσαν κι άλλη ζωή να γερνούνε και να βλέπουν την πόλη να μεγαλώνει. Μεγάλωσαν κι αυτοί μαζί της. Άλλος έδωσε ένα διαμέρισμα στο γιο που σπούδασε και το έκανε γραφείο, άλλος βγήκε πρόωρα στην σύνταξη για να πάρει την θέση του στην τράπεζα η κόρη, άλλος έβλεπε με συγκίνηση το μαγαζί που έστησε με χίλια βάσανα, να προκόβει στα χέρια του γαμπρού. Έτσι αλλάζει η ζωή των ανθρώπων. Οι πρόσφυγες της δεύτερης γενιάς στρώνουν το δρόμο στα παιδιά τους, παίρνουν τα απογεύματα τα εγγόνια τους και τα πηγαίνουν στα γυμναστήρια, στα ωδεία και στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών. Βλέπουν νέα νοικοκυριά να στήνονται και άλλους ανθρώπους να παίρνουν την θέση τους στο περιθώριο της ζωής. Νέοι πρόσφυγες. Ατελείωτη αυτή η ράτσα και μακρύς ο κατάλογος των ξεριζωμών. Κάπου, σε κάποια μακρινή χώρα ξέσπασαν ταραχές και πάλι ο πανάρχαιος δρόμος βλέπει δίπλα του, κοντά στην τούμπα με τον μακεδονικό τάφο στα σπλάχνα της, να ξεφυτρώνουν νέες γειτονιές και νέες ιστορίες να ακούγονται τα βράδια. Δεν θα έχουν τα καινούργια ξωτικά, καταφύγια στους τόπους των νερών, μα στα πεδία της ασφάλτου. Το νερό θα κυλάει αόρατο και υποταγμένο. Για πάντα πια.

Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), την άνοιξη του 2003. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ανήκουν στο αρχείο του Σ.Λ. Αυτή η αναδημοσίευση είναι ένα καλωσόρισμα.

update, 6.8.2007: Φωτογραφίες των εκβολών του Δενδροπόταμου στο http://mavrosgatos.blogspot.com/2007/01/dendropotamos-river.html

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2007

Φεστιβάλ Μονής Λαζαριστών: Πολιτικός τσαμπουκάς, πολιτιστικός αχταρμάς

Το Φεστιβάλ της Μονής Λαζαριστών είναι μια πραγματικότητα εδώ και επτά χρόνια, από το 1998. Απόφαση και πρόθεσή μας είναι να το βελτιώσουμε και να το προστατεύσουμε από λάθη και παρεμβάσεις που το καθιστούν ευάλωτο και ανίσχυρο. Αυτήν την στιγμή δύο κείμενα καθορίζουν το νομικό – θεσμικό πλαίσιο: το καταστατικό της Εταιρείας (30-12-1998) και η προγραμματική σύμβαση της εταιρείας με το ΥΠΠΟ (21-8-2001). Η σύμβαση αυτή λήγει τον Αύγουστο του 2006 και πρέπει να έχουμε, έτσι κι αλλιώς, μια ετοιμότητα για την διάδοχη κατάσταση.



1. Ιστορία

Το Φεστιβάλ ξεκίνησε ουσιαστικά το 1998. Τότε εμφανίστηκε ο τίτλος «Φεστιβάλ Μονής Λαζαριστών» (ΦΜΛ) και διοργανωτές του ήταν η Νομαρχία Θεσσαλονίκης και ο Δήμος Σταυρούπολης. Στο τέλος του 1998 υπογράφεται το καταστατικό που ιδρύει την Εταιρεία και, εκτός των άλλων, νομιμοποιεί την δραστηριότητα των δύο φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αφού τους παραχωρεί την αποκλειστική χρήση του χώρου στον οποίο έγινε το Φεστιβάλ. Μέχρι και το 2001 το ΦΜΛ διοργανώνεται από τους δύο αυτούς φορείς οι οποίοι αναλαμβάνουν και τα έξοδα και τα έσοδα. Το 1999 επιχείρησαν να συνάψουν μεταξύ τους μια προγραμματική σύμβαση που να έβαζε κάποιους κανόνες. Δεν υπογράφηκε ποτέ. Όλα τα έντυπα με το πρόγραμμα των εκδηλώσεων της περιόδου 1998-2001 αποτυπώνουν την παραπάνω εικόνα. Στο τέλος του 2001 υπογράφεται μια προγραμματική σύμβαση αλλά όχι μεταξύ των δύο εταίρων που αντιπροσωπεύουν την Τοπική Αυτοδιοίκηση! Την νέα σύμβαση υπογράφουν το ΥΠΠΟ και η Εταιρεία Μονή Λαζαριστών, με λάθη ακόμα και τυπογραφικά! (Στην σύμβαση φαίνεται σαν ημερομηνία καταστατικού η 30-12-1999 αντί της ορθής 30-12-1998 και σαν τίτλος της εταιρείας Εταιρεία Μονή Λαζαριστών – Πολιτιστικό Κέντρο). Η σύμβαση αυτή στηρίζει την νομιμότητά της σε μια ερμηνεία μιας φράσης του καταστατικού την οποία θα αναλύσουμε πιο κάτω. Άλλη μια δραστηριότητα που στηρίχθηκε στην ίδια φράση είναι η σύνταξη Κανονισμού και Master Plan της εταιρείας. Δραστηριότητα που χρηματοδοτήθηκε μέσω του προϋπολογισμού του Δήμου Σταυρούπολης με 140.000 ευρώ σε δύο χρόνια (2002-2003).

2. Καταστατικό

Δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αυτόνομη καλλιτεχνική δράση στην Εταιρεία γενικά και στους συγκεκριμένους υπαίθριους χώρους όπου φιλοξενείται το ΦΜΛ ειδικά. Το αντίθετο. Προσδιορίζει με σαφήνεια το δικαίωμα και την υποχρέωση της ΝΑΘ και του ΔΣ να χρησιμοποιούν αποκλειστικά τους συγκεκριμένους υπαίθριους χώρους όπου φιλοξενείται και το ΦΜΛ και μάλιστα θέτει και ελάχιστο όριο τις 50 εκδηλώσεις το χρόνο. Το γεγονός πως για κάποια χρόνια (2002, 2003, 2004) η Τοπική Αυτοδιοίκηση, μέσα από την Προγραμματική Σύμβαση με το ΥΠΠΟ, δεν άσκησε το καταστατικό δικαίωμά της δεν σημαίνει και πως παραιτήθηκε απ’ αυτό οριστικά. Στο άρθρο 3 του καταστατικού ορίζονται οι σκοποί της Εταιρείας. Το άρθρο ξεκινάει με την φράση: «Σκοπός της εταιρείας είναι πνευματικός, εκπολιτιστικός, εκπαιδευτικός και σε καμία περίπτωση κερδοσκοπικός». Αυτός ο σκοπός εξυπηρετείται από ειδικούς σκοπούς μεταξύ των οποίων και η «διατήρηση του ως άνω κτιρίου ως ζωντανού κυττάρου της εν γένει πολιτιστικής και πνευματικής ζωής της πόλης της Θεσσαλονίκης». Στο άρθρο 12 το σχετικό με τις υποχρεώσεις των Εταίρων προσδιορίζεται η σημασία του «ζωντανού κυττάρου». Αφού περιγράφονται οι γενικές υποχρεώσεις των Εταίρων καταγράφονται για τους ΝΑΘ-ΔΣ, ΚΘΒΕ και ΚΜΣΤ οι ελάχιστες των εκδηλώσεών τους που πρέπει να υλοποιούνται κάθε χρόνο και συνδέονται με τον σκοπό της εταιρείας που ήδη μνημονεύσαμε: «Οι ως άνω κατ’ ελάχιστον εκδηλώσεις αποτελούν αναγκαίο στοιχείο της διατήρησης του κτιρίου ως ζωντανού κυττάρου της εν γένει πολιτιστικής και πνευματικής ζωής της πόλης της Θεσσαλονίκης». Το κτίριο, λοιπόν, είναι ζωντανό κύτταρο της πνευματικής Θεσσαλονίκης αν οι φιλοξενούμενοί του (και όχι ο διαχειριστής του) εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους. Το άρθρο 11 προσδιορίζει με τόση καθαρότητα τους χώρους για τους πέντε εταίρους και για την Εταιρεία ξεχωριστά που δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας για το ποιος κάνει κάτι, κάπου. Το άρθρο 11 καταλήγει με την φράση: «Οι εταίροι έχουν δικαίωμα να αναπτύσσουν τις, κατά τους ισχύοντες σήμερα σκοπούς του καθενός, δραστηριότητές τους στους άνω χώρους του κτιρίου ο καθένας, χωρίς να παραβιάζουν τον χαρακτήρα, το ύφος και την αισθητική του κτιρίου». Στο καταστατικό λοιπόν, με κάθε ευκαιρία προσδιορίζονται δικαιώματα και υποχρεώσεις για κάθε εταίρο χωριστά. Πουθενά δεν γίνεται λόγος για συνδιοργάνωση εκδηλώσεων από όλους τους εταίρους. Λογικό αφού υπάρχει ένας εταίρος (ΕΤΟΣ-ΚΟΘ) για τον οποίο δεν προβλέπεται ελάχιστο όριο εκδηλώσεων.

3. Προγραμματική σύμβαση με ΥΠΠΟ

Στο πρώτο άρθρο υπενθυμίζεται ποια είναι η εταιρεία (σε μια ασύντακτη πρόταση που ξεκίνησε με τις λέξεις «Η Αστική Εταιρεία»χωρίς να τελειώσει ποτέ) και γίνεται αναφορά στους σκοπούς της: «Με σκοπούς πνευματικούς, καλλιτεχνικούς, εκπολιτιστικούς και ειδικότερα την διατήρηση του κτιρίου της Μονής Λαζαριστών ως ζωντανού κυττάρου της εν γένει πολιτιστικής και πνευματικής ζωής της πόλης της Θεσσαλονίκης». Προστέθηκαν και καλλιτεχνικοί σκοποί όπως φαίνεται με μια σύγκριση με την αντίστοιχη πρόταση του καταστατικού. Στο δεύτερο άρθρο με το αντικείμενο της σύμβασης αναφέρεται πως «Την ευθύνη κατάρτισης και επεξεργασίας των προτάσεων θα έχει Καλλιτεχνική Επιτροπή που θα οριστεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και θα έχει συμβουλευτικό και εισηγητικό ρόλο προς το Διοικητικό Συμβούλιο». Εδώ φαίνεται γιατί προστέθηκαν οι καλλιτεχνικοί σκοποί στην Εταιρεία. Πάντως το σημαντικό και στην σύμβαση όπως και στο καταστατικό είναι πως δεν προβλέπεται οργανική εμπλοκή του προσωπικού της εταιρείας στον προγραμματισμό και την διοργάνωση εκδηλώσεων. Όπως φαίνεται στο άρθρο 4 στην Εταιρεία ανήκει «η διαχείριση του όλου προγράμματος στους τομείς που ρυθμίζονται από τη Σύμβαση αυτή». Η σύμβαση θέτει ζήτημα συγχρηματοδότησης του ΦΜΛ από το ΥΠΠΟ (30.000.000 δρχ) και από την ίδια την Εταιρεία (30.000.000 δρχ). Δεν ξεκαθαρίζει αν το ποσόν αυτό θα προέρχεται από τα τακτικά έσοδα της Εταιρείας ή αν οι εταίροι θα υποχρεωθούν σε επί πλέον εισφορά.

4. Πρόταση

Είναι φανερό πως μια επόμενη Προγραμματική Σύμβαση θα έχει διαφορετική διατύπωση και κυρίως διαφορετικούς συμβαλλόμενους. Μέχρι τότε την Καλλιτεχνική επιτροπή την συγκροτούν η ΝΑΘ και ο ΔΣ στους οποίους πρέπει να διατεθεί άμεσα το σύνολο της αλληλογραφίας που αφορά στο ΦΜΛ. Η σύμβαση δεν προβλέπει διάθεση των εσόδων, τα οποία μάλλον εννοεί πως τα διαχειρίζεται η Εταιρεία. Αυτό θα μπορούσε να μείνει έτσι αν και είναι γνωστό το οικονομικό πρόβλημα των ΟΤΑ. Μια έμμεση μορφή απόδοσης δικαιοσύνης θα ήταν να μπορούσαν να ενταχθούν στο πλαίσιο του ΦΜΛ και εκδηλώσεις που θα γίνονταν σε χώρους εκτός Μονής.


Υ.Γ. Το κείμενο αυτό, το εισηγήθηκε ο, τότε, αντιδήμαρχος Πολιτισμού Σταυρούπολης στο Διοικητικό Συμβούλιο της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας «Μονή Λαζαριστών» το Φεβρουάριο του 2005. Δεν έγινε τίποτε. Ούτε γίνεται. Η αυθαιρεσία συνεχίζεται.

Τρίτη, Ιουνίου 19, 2007

Ο σκλάβος και το άστρο του

Νέος αιώνας χάραζε. Κανείς όμως δεν το γιόρτασε. Οι τωρινοί κατακτητές δεν μοιάζανε με τους άλλους. Αυτοί ήρθαν για να μείνουν πολλούς αιώνες και δεν πέρασαν παρά δεκαετίες από την άλωση της Βασιλεύουσας. Το μικρό χωριό κοντά στην θάλασσα ένοιωθε την σκλαβιά κάθε φορά που φαίνονταν πειρατικά καράβια στο πέλαγος. Όπως εκείνη την ημέρα που σκλαβώθηκε το αγόρι του φτωχού ψαρά. Το πανέμορφο μα άτυχο αγόρι. Αυτοί οι κουρσάροι δεν ήρθαν για γενίτσαρους μα για σκλάβους. Στόχος τους δεν ήταν οι σχολές της αυτοκρατορίας που προετοίμαζαν τα μικρά χριστιανόπουλα για Οθωμανούς αξιωματούχους. Αυτοί ήθελαν παλικάρια για τα σκλαβοπάζαρα κι αγόρια αμούστακα για τους οντάδες των μερακλήδων.

Η πρώτη νύχτα στο καράβι και στις άγριες ορέξεις του κουρσάρου ήταν ένας εφιάλτης για το μικρό αγόρι. Τις πρωινές ώρες, σωριασμένο σ’ ένα σημείο του καταστρώματος, στύλωσε τα μάτια του ψηλά στον ουρανό και κοιτούσε ένα άστρο να τρεμοπαίζει γεμάτο ταραχή. Κανείς δεν ξέρει πόσες ευχές έκανε εκείνο το ξημέρωμα ο γιος του ψαρά. Ούτε ένα δάκρυ δεν κύλησε στο μάγουλό του. Η νέα του ζωή δεν θα έμοιαζε καθόλου μ’ αυτήν που ζούσε τα προηγούμενα χρόνια στο μικρό χωριό και τα σφιγμένα του χείλη έδειχναν πως το ήξερε καλά.

Στο σκλαβοπάζαρο έλαμψε η ομορφιά του και μια πλούσια κυρά τον διάλεξε πρώτο-πρώτο. Την μάγεψε ο τρόπος που την κοίταζε κατάματα. Τον έβαλε στο σπίτι της και του διάλεξε τους καλύτερους δασκάλους. Το ταλέντο του στο βιολί της γλύκαινε τις νύχτες και η ικανότητά του να μαθαίνει την καθησύχαζε πως έκανε το σωστό. Το αγόρι ήταν ένα σφουγγάρι που ρουφούσε τα πάντα χωρίς ν’ αρνιέται τίποτε. Ούτε τον νέο θεό που του επέβαλαν οι δάσκαλοί του. Ζούσε την νέα του ζωή με ζήλο λες και αυτό περίμενε από πάντα.



Περνούσαν τα χρόνια. Η φήμη για τον σκλάβο της χήρας απλώθηκε σε όλη την επαρχία της μεγάλης αυτοκρατορίας. Έφτασε και στα αυτιά του διαδόχου του οθωμανικού θρόνου που αποκτούσε πείρα στην διοίκηση σ’ αυτήν την συγκεκριμένη επαρχία. Θέλησε να τον γνωρίσει. Και σημαδεύτηκε από αυτήν την γνωριμία για όλη του την ζωή. Τον πήρε μαζί του. Ζούσαν όλη μέρα και όλη νύχτα μαζί. Μαζί σπούδαζαν, μαζί διοικούσαν, μαζί γλένταγαν, στο ίδιο κρεβάτι ξημέρωναν. Και όταν ο
διάδοχος ανέβηκε στον θρόνο, ο όμορφος σκλάβος τον ακολούθησε. Έγινε Μεγάλος Βεζίρης και μπορούσε να αποφασίζει για ζητήματα της αυτοκρατορίας.



Οι δυο τους έδωσαν λάμψη και δόξα στο κράτος τους και άπλωσαν τα σύνορά του στα πέρατα του κόσμου. Μπήκαν στα χωράφια των μεγάλων ηγεμόνων της δύσης, μα δεν έπαψαν ποτέ να είναι δυο αγαπημένα παλικάρια. Ο σουλτάνος και ο ευνοούμενός του.

Σκλάβοι όμως δεν γίνονται μόνο τ’ αγόρια. Γίνονται και τα όμορφα κορίτσια. Η καρδιά, η ψυχή, το σώμα και ο ίδιος ο θρόνος του σουλτάνου είχαν σημαδευτεί από τους δυο εξωμότες που μπήκαν στην ζωή του. Στο χαρέμι του είχε αρχίσει να γίνεται λόγος πολύς για την
κοκκινομάλλα από τον βορά, την χαμογελαστή νεράιδα που έβλεπε τους δυο άντρες και ήξερε πως θα ’μπαινε ανάμεσά τους.



Είχε ένα όπλο που δεν το διέθετε ο άλλος σκλάβος κι ας μοιράζονταν περισσότερο χρόνο απ’ αυτήν, το κρεβάτι του σουλτάνου. Αυτή μπορούσε να γεννήσει. Τι κι αν το χρίσμα ανήκε δικαιωματικά στα παιδιά της πρώτης γυναίκας του Πατισάχ; Παλάτι χωρίς μηχανορραφίες και ρουφιανιές δεν υπήρξε ποτέ στην Ιστορία. Και ήταν δικαίωμα και υποχρέωση για τον σουλτάνο, η εξόντωση αδελφών και παιδιών και οποιουδήποτε άλλου μπορούσε να διεκδικήσει τον θρόνο από αυτόν. Σ’ ένα τέτοιο δικαίωμα προσέβλεπε η Εύχαρις.

Ο Μεγάλος Βεζίρης γύριζε όλον τον κόσμο. Οι νίκες του στις μάχες συναγωνίζονταν σε δόξα τα έργα του στις πολιτείες. Τα σημάδια του έχει και η μεγάλη πόλη που απλώνεται από την θάλασσα μέχρι τις πλαγιές του βουνού. Ιμαρέτια και τζαμιά με λαμπρούς μιναρέδες, βρύσες και κανάλια γέμισαν τους δρόμους της. Αυτός ήταν που έφερε, χιλιάδες αιχμαλώτους από τις ηγεμονίες της δύσης, μαζί τους και ανθρώπους της φυλής που θάβει τους νεκρούς της δίπλα στον χείμαρρο από τότε που οι τελευταίοι κατακτητές της πόλης κατέστρεψαν τα παλιά της κοιμητήρια. Έτσι έγιναν η μεγαλύτερη φυλή στην μεγάλη πόλη. Γι’ αυτούς «επισκεύασε ή κατασκεύασε» το κανάλι που έφερνε νερό από τα υψώματα με το μυστήριο όνομα. Από το δικό του πασούμι είναι το χνάρι στον πυθμένα του παλιού υδραγωγείου που σώζεται δίπλα στον τοίχο του ιδρύματος για τους ανθρώπους με τα ταραγμένα μυαλά. Αυτός λοιπόν ο Μεγάλος Βεζίρης, ο Ευπρόσδεκτος, ο Ευνοούμενος, ο Ευρωπαίος, ο Εξωμότης, ο Παργινός, ο Έλληνας, ο Δολοφονημένος, δεν γέρασε ποτέ. Όταν στο παλάτι δεν μπορούσαν πια να ανεχτούν την παρουσία του, τότε το αίμα του γίνηκε αγίασμα και ευλόγησε όλα τα τρεχούμενα νερά, στα κανάλια και στις βρύσες που έσπειρε σε όλη την αυτοκρατορία. Ακόμα και το θλιβερό πεζούλι, έξω από τον τοίχο του Ψυχιατρείου στην δυτική συνοικία της μεγάλης πόλης, απέκτησε το δικαίωμα να διηγείται τη ζωή και το θάνατο του μικρού αγοριού που έβλεπε απορημένο τους θηριώδεις πειρατές να σπάνε την πόρτα του φτωχού ψαρά στην Πάργα στα 1502.

Έφυγε περήφανος. Ήξερε πως άξιζε για πρώτος. Μα γεννήθηκε σκλάβος. Δεν μπορούσε να γίνει σουλτάνος. Ήτανε άξιος μα δεν ήτανε δικός τους. Αυτό ακριβώς έγινε το λάβαρό του. Και το έδειχνε. Διοικούσε και αποφάσιζε σαν Οθωμανός και φρόντιζε τους ανθρώπους του σαν Έλληνας. Πήρε την μάννα του, δίπλα του, στο σεράι, αγόρασε κτήματα στον πατέρα του στην πατρίδα και δεν έκρυψε ποτέ κι από κανέναν τις ικανότητές του, την ομορφιά του, το βιολί του, το άστρο του, την καταγωγή του.

Το μαχαίρι που άστραψε στον οντά του σουλτάνου, έστειλε τον «εκπάγλου καλλονής» σκλάβο, στον μαγικό κόσμο των ξωτικών και των ηρώων και στα χείλη των καλύτερων παραμυθάδων σ’ όλον τον κόσμο. Ο μεγαλοπρεπής σουλτάνος, κατά την επιθυμία της χαμογελαστής νεράιδας από το βορρά, έβαψε τα χέρια του και με το αίμα του πρωτότοκου γιου του. Για να μην δει την χώρα να σπαράζεται από τον εμφύλιο μεταξύ των παιδιών του, όπως ήθελε να πιστεύει. Εμφύλιος όμως ξέσπασε και μετά τον Μεγαλοπρεπή, στον θρόνο ανέβηκε ένας από τους γιους του με τη νεράιδα του βορρά, ο Μέθυσος.


Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το Πάσχα του 2002. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά.

Παρασκευή, Ιουνίου 15, 2007

Το μνημείο



Τα λίγα προσφυγόσπιτα που χτίστηκαν δίπλα στον δρόμο στις αρχές αυτού του αιώνα, έγιναν, τώρα προς το τέλος της δεύτερης χιλιετίας, πολυκατοικίες. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι για διάφορους λόγους έτρεχαν να μπουν στη σκιά της μεγαλούπολης. Οι πολλοί άνθρωποι έφεραν τα μεγάλα σπίτια, ο αιώνας που τελειώνει γνώρισε στον άνθρωπο το αυτοκίνητο, το αυτοκίνητο απαίτησε από την πόλη δρόμους. Δρόμους για να κινείται και δρόμους για να σταθμεύει. Η συνοικία έγινε μια πόλη από μόνη της. Κι ο δρόμος δεν είναι πια μόνος του. Εκατοντάδες δρομάκια σχηματίζουν ένα περίτεχνο σύμπλεγμα, μ’ αυτόν, τον παλιότερο και σπουδαιότερο δρόμο, βασικό τους κορμό και στήριγμα. Η συνοικία, εκτός από ανθρώπους, σπίτια, αυτοκίνητα και δρόμους απέκτησε και υπηρεσίες που θα φρόντιζαν να μπει μια τάξη σε ό,τι κινδύνευε να ξεφύγει από τον έλεγχο. Οι υπηρεσίες αυτές διέθεταν υπαλλήλους, προϊσταμένους, μολύβια, χαρτιά, ντουλάπια, τα πάντα εκτός από βιβλία. Κυρίως, βιβλία ιστορίας.



Οι υπεύθυνοι τεχνικοί των δημοτικών υπηρεσιών και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι είπαν, λοιπόν, να αντιμετωπίσουν κάποτε το κυκλοφοριακό πρόβλημα σ’ ένα σημείο της συνοικίας τους. Έβαλαν τον χάρτη κάτω, πήραν τα μολύβια και τις μεζούρες, χάραξαν νέο δρόμο, σχεδίασαν μονοδρομήσεις, κάλεσαν τα συμβούλια, πήραν τις αποφάσεις και ήσυχοι κι ανυποψίαστοι περίμεναν τις μπουλντόζες να δώσουν τέλος στο πρόβλημα. Ο νέος δρόμος έκανε ένα χαριτωμένο τσαλίμι κι έβγαινε από την κεντρική λεωφόρο - ναι, εκείνον τον αρχαίο δρόμο που ένωνε την μεγάλη πόλη με τον υπόλοιπο κόσμο -, τύλιγε μια πολυκατοικία περνώντας πάνω από ένα παλιό τοιχάκι, έστριβε δεξιά με σιγουριά, ενώνονταν με το μικρό δρομάκι που είχε μονοδρομηθεί μέχρι εκείνο το σημείο και ανηφόριζε προς την γειτονική συνοικία. Ο μόνος αντίλογος προερχόταν από τους ενοίκους της πολυκατοικίας που έβλεπαν να κινδυνεύει η ησυχία τους. Μα πώς να αντιδράσουν κι αυτοί στην πρόοδο όταν και δικά τους αυτοκίνητα συνέβαλαν στο μοιραίο μποτιλιάρισμα; Υπέμεναν την μοίρα τους ελπίζοντας στη βοήθεια… Ποιανού την βοήθεια, άραγε μπορούσαν να επικαλεστούν;

Μια μέρα πριν πιάσουν δουλειά τα μηχανήματα, μια ιστορία κάνει την εμφάνισή της στην τοπική εφημερίδα. Το τοιχάκι! Φώναζε με την λαλιά κάποιου που έψαχνε στα βιβλία και στα χώματα για ν’ ακούσει παλιές φωνές και να μάθει μυστικά που κανέναν δεν ενδιέφεραν. Δεν ήταν απλό τοιχάκι. Ήταν τμήμα ενός παλιού υδραγωγείου που απαιτούσε σεβασμό σαν μνημείο. Συνέβαλε, λέει, στην επιβίωση της πόλης στα δύσκολα χρόνια που οι βυζαντινοί έπαψαν πια να διαφεντεύουν την συμβασιλεύουσα.

-Μνημείο θα γκρεμίσετε, έγραφε η εφημερίδα. Δεν είναι μόνο τα κάστρα και οι εκκλησιές μνημεία. Είναι κι αυτό το ταπεινό κανάλι, που χτίστηκε όταν η πόλη διψούσε. Και την πότισε την πόλη. Και η πόλη μπόρεσε να μεγαλώσει κι άλλο κι άλλο ώσπου βρήκε άλλους τρόπους να φέρνει το νερό στα σπίτια των κατοίκων της κι άφησε, η αχάριστη, το μικρό κανάλι να γίνει ένα θλιβερό πεζούλι, ένα με το χώμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, την επομένη μπήκαν και τα τηλέφωνα στον χορό καθώς και οι αρχαιολόγοι διαβάζουν εφημερίδες.



-Μην σκάψετε και μην γκρεμίσετε τίποτα πριν σας πούμε εμείς, έλεγε η φωνή απ’ την άλλη μεριά του σύρματος, που έδειχνε αποφασισμένα και ικανά να σώσουν το μνημείο, άτομα. Τους αρχαιολόγους. Οι ένοικοι της καταδικασμένης πολυκατοικίας την λάτρεψαν την αρχαιολογία εκείνες τις ημέρες. Οι μπουλντόζες δεν έσκαψαν. Δεν έσκαψαν και τις επόμενες ημέρες, αφού έφυγαν οι αρχαιολόγοι. Ποιος ξέρει τι έγινε. Τίποτε δεν ειπώθηκε από τότε κι ας πέρασαν χρόνια. Ό,τι δεν πέτυχαν οι μπουλντόζες ίσως το καταφέρουν οι ρίζες των δέντρων και η έγνοια κάποιου ενοίκου ν’ αποκτήσει ιδιωτικό χώρο στάθμευσης για το αυτοκίνητό του.

Η σιωπή και τα πλοκάμια του κισσού σκεπάζουν τώρα τις πέτρες και πρέπει κανείς να κοιτάξει καλά για να δει κάτω απ’ τα πράσινα φύλλα, το όμορφο πρόσωπο του μικρού αγοριού να κοιτάζει απορημένο τους θηριώδεις πειρατές που έσπαγαν την πόρτα του φτωχού ψαρά στην Πάργα στα 1502.



Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), αρ. 23, το Μάρτιο του 2002. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι του Μάκη Αβραμίδη και ανήκουν στο αρχείο του Σ.Λ. Το απόκομμα είναι από την εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», 13.10.1992 και η έγχρωμη φωτογραφία είναιαπό το πανταχού παρόν GoogleEarth.

Σάββατο, Ιουνίου 09, 2007

Εκτός από την πολιτική, υπάρχουν κι οι πολίτες

Ο Πέτρος Μ. είναι Ηλιουπολίτης. Έστησε ένα διαδικτυακό ντουλάπι και φροντίζει τα συρτάρια του με αγάπη.
Βάζει μέσα ονόματα, ιστορίες, φωτογραφίες. Ξεκίνησε το Μάρτιο, αμήχανα, δύο blog αλλά το μετερίζι του είναι ο ιστότοπός του: ένα κέντρο ξένων γλωσσών. Σ’ ένα τέτοιο τσαρδί, λοιπόν, τοποθέτησε το έπιπλό του με τις μνήμες.
Πολύ καλή η κίνηση, απαραίτητη. Η ιστορία γράφεται με μαρτυρίες κι εδώ έχουμε μια εντυπωσιακή σερμαγιά.
Δυστυχώς, τώρα, σ’ αυτήν την συγκυρία, δεν μπορώ να συνδράμω τον φίλο Πέτρο. Του αντιχαρίζω αυτές τις φωτογραφίες.



«Νίκη» λεγόταν η ομάδα της αλάνας, εκεί που τελείωνε η ανηφόρα από το παλιό «Λουξ» (κέντρο διασκέδασης και δίπλα θερινός κινηματογράφος), κατοπινό «Romeo». Σύνορο η αλάνα μεταξύ Ευόσμου και Σταυρούπολης.

Δεν σημειώνω ονόματα. Εξάλου δεν θυμάμαι τα περισότερα. Ο Πέτρος θα βρει τον τρόπο. Αυτή η ομάδα λοιπόν, ευτύχησε να παίξει σ’ ένα τουρνουά τσικό, στο βοηθητικό γήπεδο του ΠΑΟΚ. Το έπαθλο ήταν η διεξαγωγή της τελικής φάσης πριν από έναν αγώνα του ΠΑΟΚ μέσα στο κανονικό γήπεδό του. Αν θυμάμαι καλά μεταξύ ΠΑΟΚ και ΑΕΚ. 1973. Ο τερματοφύλακας της «Νίκης» έπαιξε σε όλο το τουρνουά και η ομάδα προκρίθηκε για την τελική φάση. Μέχρι και πέναλτυ απέκρουσε. Το παρατσούκλι του: Στέφας. Ο ταλαντούχος και μοιραίος τερματοφύλακας του ΠΑΟΚ που ράγισε καρδιές σ’ εκείνο το περίεργο 3-5 από την Παναχαϊκή όταν ο ΠΑΟΚ διεκδικούσε πρωτάθλημα κι η Καβάλα στρίμωχνε τον Ολυμπιακό. Ο ίδιος τερματοφύλακας στον οποίο χρεώνεται μια ονειρική απόκρουση, όταν κατάφερε να αλλάξει πορεία το κορμί του που πετούσε για την πολυπόθητη αγκαλιά, επειδή άλλαξε πορεία και η μπάλλα που βρήκε σε κορμί αμυντικού. Με τον Πανιώνιο αυτή η φάση που πήρε τα μυαλά του πιτσιρικά κι από τότε απέκτησε νέα προσθήκη στο όνομά του. Αυτός ο πιτσιρικάς του 1973, έλειψε μόνο από έναν αγώνα σ’ εκείνο το τουρνουά. Αυτόν μέσα στο γήπεδο. Ο γκαντέμης. Εγώ.

Σάββατο, Ιουνίου 02, 2007

Οι στρατώνες

Τρία χρόνια έμεναν για να τελειώσει η σκλαβιά πέντε αιώνων. Ο γυμνασιάρχης του ελληνικού σχολείου στο κέντρο της μεγάλης πόλης δεν το ήξερε, μα το λαχταρούσε με όλη του την ψυχή. Εκείνη την ημέρα, είχε ορίσει την ώρα της συνάντησής του με τους τελειόφοιτους μαθητές του για τα χαράματα. Δεν ήταν για μάθημα. Θα πήγαιναν εκδρομή. Πεζοπορία κατά μήκος του πανάρχαιου δρόμου που ξεκινούσε από την μια δυτική πύλη της πόλης και κατέληγε στο χωριό που χτίστηκε στο ίδιο σημείο με την δεύτερη σημαντική πόλη της αρχαιότητας στην περιοχή˙ εκείνη που είχε στα πόδια της τον ευλογημένο κάμπο με τις δύο λίμνες και είχε δώσει το όνομά της και στην πύλη της μεγαλύτερης αδελφής της. Η μία πόλη ακουμπούσε στο βουνό κι έβρεχε τα πόδια της στη θάλασσα˙ η άλλη αγνάντευε τις λίμνες και όριζε από το ψηλό δερβένι τον κάμπο. Λένε πως η θάλασσα, κάτω από τη γη φτάνει τα νερά της στις λίμνες. Ποιος ξέρει. Πάνω από τη γη, πάντως, τους δυο τόπους, τους ενώνει ο δρόμος.
Όλη τη μέρα κράτησε το πάνε κι έλα. Ο γυμνασιάρχης έβλεπε τον αδούλευτο τόπο και έσφιγγε η ψυχή του. Καμία καλλιέργεια, κανένα χωράφι, τίποτα που να θυμίζει ζωή. Τα άφθονα νερά του χειμάρρου που ήταν πιο παλιός κι από τον δρόμο, κατέληγαν στην θάλασσα χωρίς να ποτίσουν κανένα περιβόλι. Τον ίδιο τόπο τον περιγράφουν σαν παράδεισο οι βυζαντινές γραφές τις οποίες γνώριζε ο γυμνασιάρχης. Όλα τα απέδιδε στην μακρόχρονη δουλεία και στην φαύλη διοίκηση. Ακόμα κι όταν έστρεφε το βλέμμα στην πόλη, για ν’ απλωθεί στη θάλασσα και να φτάσει λεύτερο μέχρι τον Όλυμπο, πρώτα το ένιωθε να σκαλώνει σε μερικά νεόδμητα, κατάλευκα κτίρια και μετά στον σκούρο όγκο των βυζαντινών τειχών της μεγάλης πόλης. Τον πλήγωνε αυτή η ταυτόχρονη παρουσία του παλιού και του νέου που του έλεγαν το ίδιο πράγμα. Σκλαβωμένη γη. Άσχημη. Αποκρουστική. Γυμνή.
Τα λευκά κτίρια ήταν οι στρατώνες πυροβολικού που έχτισε σε ευρωπαϊκά πρότυπα ο τελευταίος σουλτάνος. Δεν τον γλίτωσαν όμως, ούτε αυτά ούτε και οι μεταρρυθμίσεις που του υπαγόρευαν οι δυτικοί, από την επανάσταση που του ετοίμαζαν οι υπήκοοί του. Η παλιά αυτοκρατορία έχανε μαζί με την λάμψη της, και τα εδάφη της και τις παραδόσεις της. Άλλος αέρας φυσούσε πια στα Βαλκάνια. Ο γυμνασιάρχης προσεύχονταν να νιώσει την πνοή του.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Η πόλη μεγάλωσε. Από τον σοφό γυμνασιάρχη έμειναν τα γραφτά του για να φωτίζουν την ιστορία της. Έμεινε και η κίνηση του κεφαλιού του, καθώς ανέβαινε την ανηφόρα για το Δερβένι˙ να κοιτάει προς τα πίσω και να σκαλώνει το βλέμμα στα λευκά έργα του κατακτητή και στα μαυρισμένα τείχη του παλιού μεγαλείου της πόλης. Τώρα, στην ίδια κίνηση το βλέμμα σκαλώνει πάλι στο ίδιο σημείο. Για άλλο λόγο, αλλά στο ίδιο σημείο. Οι πολυκατοικίες περικύκλωσαν την πόλη, έκρυψαν τα τείχη μα δεν πείραξαν τους στρατώνες. Τα λευκά κτίρια έχασαν την λάμψη τους. Δεσπόζουν όμως σε μια περιοχή γεμάτη τσιμέντο, με τα δέντρα και τις αλάνες που τα περιτριγυρίζουν. Οι παλιοί στρατώνες είναι μια όαση πρασίνου και μια ελπίδα για τους νέους κατοίκους που δεν ονειρεύονται πια απελευθέρωση από ξένους κατακτητές αλλά ελεύθερη γη να περπατάνε. Αυτοί οι στρατώνες πάντα για κάτι άλλο κατάφερναν να ξεχωρίζουν κι όχι γι’ αυτό για το οποίο χτίστηκαν. Όπως με τον γυμνασιάρχη που κοίταζε λαμπρά κτίρια κι έβλεπε αιώνες υποδούλωσης. Το στρατόπεδο αυτό έχει τον τρόπο του να τρυπώνει στις ιστορίες των ανθρώπων αυτής της περιοχής. Κάθε εποχή και μια ιστορία. Δυστυχώς οι πιο πολλές για κακό. Κι ας έκαναν οι άνθρωποι προσπάθειες για να ξορκίσουν το δαίμονα που έκρυβε στα ντουβάρια του.





Τι πασχαλιάτικες επισκέψεις και γλέντια, τι έρωτες των κοριτσόπουλων και παντρειές, τι ποδόσφαιρα, τι τραγούδια, τι εκκλησιασμοί του γειτονικού γυμνασίου στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, τι μελέτες και σχέδια για ανάπτυξη. Τίποτα. Το στρατόπεδο θα έμενε για πάντα στην μνήμη όλων σαν φυλακή και προθάλαμος εκτελέσεων. Τελευταία του ευκαιρία για εξιλέωση είναι να γίνει το πνευμόνι που λείπει από την πόλη για ν’ αναπνεύσει και πάλι καθαρό αέρα και να χαρεί λίγο πράσινο στα άκρα της. Μόνο αυτό το έσωζε από την οργή των ανθρώπων και δεν έγινε μέχρι τώρα ό,τι έγινε η γειτονική του τούμπα. Ένα με το χώμα.

Ήρθε στην περιοχή που όριζαν ο πανάρχαιος δρόμος και ο, ακόμα παλιότερος, χείμαρρος, την ίδια εποχή με τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αυτοί για να γλυκάνουν τον αδούλευτο τόπο, με όλη τους τη λαχτάρα να τον κάνουν πατρίδα. Αυτός για να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία στο στρατόπεδο που έφερνε πια το όνομα ενός σπουδαίου ήρωα. Τα δικά του μέρη βρίσκονταν πιο νότια. Εκεί θα επέστρεφε όταν με το καλό ξεμπέρδευε με τον στρατό και τους πολέμους. Δεν επέστρεψε ποτέ. Ο τόπος και οι παλιοί στρατώνες τον σημάδεψαν για πάντα. Με όλους τους τρόπους.
Έζησε τα γλέντια κάτω από τα δέντρα. Χάρηκε την βόλτα και αντάλλασσε ματιές με τις προσφυγοπούλες. Στα μάτια μιανής σκάλωσε και την παντρεύτηκε. Βρέθηκε κι αυτός στα προσφυγόσπιτα κι έδεσε τη ζωή του με τους Μικρασιάτες και τους Θρακιώτες.



Ανακατεύτηκε στους ρυθμούς της πόλης. Δούλεψε στα καπνεργοστάσια. Βρέθηκε στην καρδιά της μεγάλης απεργίας τον Μάη του ’36. Τον είχε μπολιάσει το μικρόβιο του αγώνα. Είδε τον νέο πόλεμο να έρχεται, από την φυλακή όπου μπήκε για τις ανατρεπτικές του ιδέες. Βγήκε και πολέμησε. Κι όταν οι νέοι κατακτητές μπήκαν στην πόλη, αυτός κι ο πρώτος του γιος βγήκαν στην παρανομία. Βγάζανε κόσμο στο βουνό. Στους αντάρτες. Με κάθε τρόπο. Ακόμα και παίζοντας ποδόσφαιρο στην αλάνα του στρατοπέδου. Είδε τους κατακτητές να φυλακίζουν τον γιο του δίπλα από το σπίτι του˙ στον ίδιο θάλαμο που έκανε αυτός φαντάρος. Είδε το άψυχο κουφάρι του παλικαριού του να σωριάζεται στα χώματα της τούμπας˙ στα ίδια χώματα που γνώρισε τον έρωτα με την προσφυγοπούλα. Κατέβηκε, μαζί με τους φυλακισμένους που δεν πρόλαβαν να εκτελέσουν οι φασίστες κατακτητές, στη μεγάλη διαδήλωση της τελευταίας απελευθέρωσης της πόλης. Στον εμφύλιο δεν πολέμησε. Είδε τους χωριάτες να στοιβάζονται στο παλιό μοναστήρι, διωγμένοι από την γη τους. Πέρασε πολλά. Έδωσε το προσφυγόσπιτο αντιπαροχή και πήρε διαμερίσματα. Βόλεψε έτσι τα υπόλοιπα παιδιά του. Έζησε κι άλλη δικτατορία και έκανε εξορία σε ξερονήσι. Χάρηκε σαν μικρό παιδί, όταν είδε τους φοιτητές να βγαίνουν μπροστά στα τανκς. Βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις τον σύντροφό του στην εξορία να βγει δήμαρχος στην προσφυγική συνοικία και τα κατάφερε.

Τώρα φοράει το καλό του κουστούμι και κρατάει στα χέρια ένα δάφνινο στεφάνι. Περιμένει ν’ ακούσει στα μεγάφωνα το όνομα του πρώτου του γιου και να το καταθέσει στο μνημείο που έστησε ο δήμαρχος για τους εκτελεσμένους. Στη θέση της τούμπας το έστησε. Μια φορά το χρόνο γίνεται μνημόσυνο για όσους έκαναν την τελευταία διαδρομή της ζωής τους, από το στρατόπεδο στην τούμπα. Διακόσια μέτρα από την ζωή στο θάνατο. Μια φορά τον χρόνο, ο δαίμονας που κρύβεται στα ντουβάρια των παλιών στρατώνων, αφήνει μια κραυγή ντροπής. Ακούγεται αυτή η κραυγή, από όσους βλέπουν το δάκρυ να χαρακώνει το μάγουλο αυτών που πληγώθηκαν από τον θάνατο του δικού τους ανθρώπου.




Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το φθινόπωρο του 2003. Προηγήθηκε η δημοσίευση στο λεύκωμα «Ξορκίζοντας το κακό» (Μάιος 2002). Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Οι φωτογραφίες ανήκουν στο αρχείο του Σ.Λ.

Πέμπτη, Μαΐου 31, 2007

Τα αρνιά του Παύλου Μελά

A song sang before executions at the Pavlou Mela camp (May 1944) during Thessaloniki's occupation by the Germans: freedom-seeking inmates taken away for execution are likened to a lamb ("arni") taken away while seeking water. [Narrator: Christos Baloglou (1919-2002) -- Nazi labor camp survivor]

Αυτά τα λόγια περιγράφουν την εικόνα σύμφωνα με εκείνον που την ανέβασε στο youtube.

Νιώθω την ανάγκη να πω και εγώ δυο, αλλιώτικα, λόγια:

Μόλις πριν από λίγο επέστρεψα από το στρατόπεδο του Παύλου Μελά όπου πραγματοποιήθηκε μια ημερίδα από το Δήμο Σταυρούπολης. Με κυρίευσε μια θλίψη, την οποία, ηθελα να τη διοχετεύσω σ’ ένα κείμενο που θα απευθυνόταν στο δήμαρχο. Δεν το έκανα και ασχολήθηκα με τις ερωτήσεις του αυριανού διαγωνίσματος για τους μαθητές μου.

Μόλις τελείωσα, άνοιξα το blog μου και βλέποντας ξανά τα γυναικεία κεφάλια του προηγούμενου post και το μικρό μου κείμενο για τα πλαστικά λουλούδια των τάφων, η θλίψη μου πήρε να μεγαλώνει. Μηχανικά, πληκτρολόγησα στο youtube τις λέξεις Pavlou Mela και βρέθηκα μπροστα σ’ αυτήν την έκπληξη.

Τα αρνιά του Παύλου Μελά ...

Θα επανέλθω για την ημερίδα, όταν μου φύγει η θλίψη και η οργή. Μέχρι τότε, τέτοια διαμαντάκια θα τα μαζεύω με πείσμα και ευγνωμοσύνη σε όσους μας τα χαρίζουν.

Τετάρτη, Μαΐου 30, 2007

Τρίτη, Μαΐου 29, 2007

Τα πλαστικά λουλούδια των τάφων



Οι σποραδικές, γοερές, κραυγές διαταράσσουν τη βουβή ρουτίνα του μεγάλου κοιμητηρίου. Ανήκουν σε άτομα που έχασαν πρόσφατα τον άνθρωπό τους και δεν έχουν συνηθίσει την ιδέα του θανάτου˙ τρομάζουν με τις ρωγμές στο χώμα του τάφου καθώς αυτό βουλιάζει˙ εκλιπαρούν για ένα σημάδι από το νεκρό σώμα και κοιτούν απελπισμένα τη φωτογραφία˙ δε λένε να στρέψουν τα νώτα και να φύγουν˙ ανάβουν και τακτοποιούν τα κεριά.

Το σιωπηλό μελίσσι των υπόλοιπων επισκεπτών επιδίδεται μεθοδικά στην παυσίπονο λάτρα. Τα καθαρά μάρμαρα και το λάδι στα καντήλια δείχνουν την αδιάκοπη φροντίδα. Μοναδικό σημείο παραίτησης, τα πλαστικά λουλούδια σε κάποιους τάφους. Παράταιρα μα βολικά. Απέθαντα, σ’ ένα χώρο φθοράς και χαμού.



Φωτογραφίες: Marcelo Legname

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007

Κορμιά


Είναι κάτι κορμιά
που εκλιπαρούν την αφή.
Ακούμπησέ με, λένε, χάιδεψέ με.

Είναι κάτι άλλα
που αρκούνται στην κατανόηση.
Κάνω ό,τι μπορώ, λένε, κοίταξέ με.

Μα είναι και μερικά
του έρωτα ταγμένα.
Μην μ’ επιθυμείς, λένε, κέρδισέ με.

Είναι κάτι κορμιά
και περιφέρονται γύρω μου
χάιδεψέ με, κοίταξέ με, κέρδισέ με, λένε.

Χαϊδεύω, κοιτώ, κερδίζω.
Χαϊδεύω, κοιτώ, κερδίζω.
Χαϊδεύω, κοιτώ, κερδίζω.

Λέω
και ξαναλέω.


Φωτογραφίες: Sadik Demiroz

Τρίτη, Μαΐου 22, 2007

Το μυστήριο όνομα



Στην Σταυρούπολη, στα δυτικά της Θεσσαλονίκης, έξω από τον τοίχο του Ψυχιατρείου, βρίσκεται ένα θλιβερό πεζούλι εκατό μέτρων. Δεν το βάζει ο νους σου τι ιστορίες μπορούν να σου διηγηθούν τα ταπεινά του χώματα! Η τελευταία απ’ όλες περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο απαλλάχτηκε μια πολυκατοικία από τον επικίνδυνο και θορυβώδη εναγκαλισμό μιας λεωφόρου. Η πιο παλιά, και η πιο κρυφή, μιλάει για πειρατές και αρπαγές παιδιών, σουλτάνους και βεζίρηδες. Κάποια άλλη για λίρες και κρυμμένους θησαυρούς. Ποιος όμως σκύβει τόσο χαμηλά τ’ αυτί του για ν’ αφουγκραστεί τα χώματα;

Το μυστήριο όνομα

Ο δρόμος που ενώνει την μεγαλούπολη με τον υπόλοιπο κόσμο, βρίσκεται στην θέση του από πολύ παλιά. Πριν ν’ αποκτήσει η πόλη το όνομα και τη δόξα που έχει και σήμερα. Από τότε που ήταν ένας από τους πολλούς οικισμούς που στόλιζαν τις πλαγιές απέναντι από την θάλασσα. Εκείνο τον καιρό ο δρόμος ήταν μόνος του.



Διασταυρώνονταν σε κάποια σημεία μ’ έναν, παλιότερό του στα χρόνια, χείμαρρο και έβλεπε πότε - πότε μικρά χαμόσπιτα να κτίζονται στις παρυφές του. Όλα τελείωσαν με το κτίσιμο της νέας πόλης. Τα χωριουδάκια μαράζωσαν κι ο δρόμος έμεινε για πάντα δρόμος.



Μόνο τάφοι σπουδαίων ανθρώπων κτίζονταν δίπλα του, σκεπασμένοι με χώμα και με την είσοδό τους κρυμμένη από τους διαβάτες. Να φαίνονται και να φυλάγονται ταυτόχρονα! Τον δρόμο τον διάβαιναν εχθροί και φίλοι για να φτάσουν ή να φύγουν από την νέα πολιτεία. Σε πολύ δύσκολους, για την πόλη, καιρούς, στις άκρες του δρόμου στήνονταν σκηνές και στρατοπέδευαν διαφόρων ειδών εχθροί. Κάποτε, όταν ένοιωθαν πολύ σίγουροι για το κούρσεμα της πόλης, έφερναν μαζί τους και τις οικογένειές τους με το νοικοκυριό τους και φώλιαζαν εκεί, δίπλα στον δρόμο που ένωνε την μεγάλη πόλη με τον υπόλοιπο κόσμο.



Μα η πόλη άντεχε και οι κάτοικοί της, απ’ τον ίδιο δρόμο έβγαιναν για να πάρουν στο κυνήγι τους επίδοξους κατακτητές τους ή για να φροντίσουν τα χωράφια και τους κήπους τους. Μια φορά τον χρόνο, από τότε που η πόλη έγινε δεύτερη σε αξία μετά την πρωτεύουσα της μεγάλης αυτοκρατορίας, φύτρωναν πάλι σκηνές δυτικά του δρόμου, αυτή τη φορά μέχρι τα μεγάλα ποτάμια και ξεκινούσε ένα μεγάλο πανηγύρι που τραβούσε πανηγυριώτες απ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Ο δρόμος -που ήταν πρώτα μυγδονικός, έγινε ύστερα μακεδονικός, ρωμαϊκός, βυζαντινός για να καταλήξει τούρκικος, όταν οι στρατιώτες που στήθηκαν έξω από τα τείχη της πόλης ήταν οι πιο αποφασισμένοι και οι πιο ικανοί απ’ όλους όσοι προηγήθηκαν- παρέμενε πάντα εκεί, ώσπου, ένα κανάλι έδεσε την τύχη του με την δική του. Το κανάλι ξεκινούσε από κάποια υψώματα βορειοδυτικά της πόλης και την τροφοδοτούσε με νερό. Με «νέο νερό» όπως το ονόμασαν οι κάτοικοί της για να το ξεχωρίσουν από το παλιό που ερχότανε από αλλού.



Όνομα απέκτησε το κανάλι όταν βαφτίστηκαν τα υψώματα που φιλοξενούσαν τις πηγές του. Μυστήριο όνομα! Σε κάποια από τις γλώσσες που μιλιότανε από παλιά σε γειτονικούς τόπους σήμαινε -και σημαίνει ακόμα- κύκνος. Έφταιγε όμως το πουλί για το όνομα ή κάποια άλλη ήταν η αιτία και κάτι άλλο -σε άλλη ίσως γλώσσα- σήμαινε το τοπωνύμιο; Το όνομα κάποια στιγμή ξέκοψε από τα υψώματα και κατηφόρισε μαζί με το κανάλι, μα δεν συνέχισε ως το τέλος μαζί του.



Ρίζωσε στα ντουβάρια ενός οικισμού που στήθηκε, χιλιάδες χρόνια μετά τον προηγούμενό του, δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο, με τον ίδιο τρόπο που, αργότερα, γλίστρησε από το χωριό για να βαφτίσει ένα ίδρυμα που χτίστηκε εκεί κοντά για να στεγάσει όσους είχαν ταραγμένα μυαλά. Οι άνθρωποι του οικισμού, ξεριζωμένοι από την γη τους, κατέφυγαν πρόσφυγες στην άκρη του πανάρχαιου δρόμου, κοντά στην ένδοξη πόλη.



Για κακή τους τύχη, στην ίδια περιοχή υπήρχε η εκκλησία και το σχολείο που ετοίμασαν για το κακό αυτούς που τους ξεσπίτωσαν. Δεν ήθελαν το νέο τους χωριό να έχει το ίδιο όνομα με τα κτίρια που στέγασαν τους εχθρούς τους! Διάλεξαν λοιπόν το μυστήριο όνομα που ερχόταν, μαζί με το νερό που έπιναν, από τα μακρινά υψώματα για δικό τους κι ας μην ήξεραν τι σημαίνει. Τους αρκούσε που ήξεραν τι δεν σημαίνει! Στο όνομα αυτό έδινε ο καθένας την ερμηνεία που του φαίνονταν πιο ταιριαστή. Οριστική σημασία απέκτησε εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά τη στιγμή που πρωτογράφτηκε σε χαρτί. Ούτε υψώματα, ούτε πρόσφυγες! Το ίδρυμα ήταν αυτό που έδωσε περιεχόμενο στην δισύλλαβη λέξη˙ Λεμπέτ πια σήμαινε τρελός και μ’ αυτόν τον τίτλο βγήκε στην πόλη μια εφημερίδα, πάλι σε δύσκολους καιρούς, για να δείξει πως δεν λογαριάζει κανέναν κερατά! Ακόμα κι αυτοί που ξέρουν, δέχονται αυτήν την ερμηνεία, γιατί έτσι τα ’φερε ο καιρός, ώστε όνομα και κανάλι να σώζονται και σήμερα, στον ίδιο τόπο, στο ίδιο σημείο. Το ίδρυμα με τον ψυχρό, επιστημονικό του τίτλο, διατηρεί ακόμη το μυστηριώδες παρατσούκλι, στεγάζει και πάλι παράξενους τροφίμους και κρατάει δίπλα του τα ερείπια εκείνου του παλιού καναλιού, λες και αυτός ήταν ο προορισμός του˙ να στεγάσει τα μυστικά, τ’ άγνωστα και τ’ ανεξήγητα!

Η φωτογραφία του καναλιού είναι του Μ. Αβραμίδη,
η φωτογραφία του λόφου με τον μακεδονικό τάφο είναι του Γ. Αθανασόπουλου
και η εκπληκτική φωτογραφία του οικισμού με τις γυναίκες και τους επίσημους επισκέπτες
ανήκει στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης.
Ο δρόμος με το ρέμα, αποτυπώνονται σε αεροφωτογραφία
της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.


Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), τον Μάρτιο του 2002. Προηγήθηκε η δημοσίευση στο τεύχος "Δήμος Σταυρούπολης, Ιστορία και Πολιτισμός" (Ιούλιος 2001). Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά.

Τετάρτη, Μαΐου 16, 2007

Μνήμη


Έλα μανούλα μου μνήμη
πιάσε μου το χέρι και οδήγησέ με.
Μην προσέχεις πού πατάμε,
άσε τα γυμνά μας πόδια να τσακίζουν
ξερόκλαδα φίλους
άνθη έρωτες
αποτσίγαρα νιάτα.

Έλα μανούλα μου και πάμε
κι αργά το βράδυ
να κάτσουμε στο πάτωμα
να φέρουμε το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο
να σκύψουμε πρόσωπο με πέλμα
και να μιλήσουμε τρυφερά με τα σημάδια
να χαϊδέψουμε τις πληγές
να βγάλουμε ανάμεσα από τα δάχτυλα
σκουπίδια ημέρες ελπίδες
μαυράδια νύχτες προσευχές
κλωστούλες ξημερώματα ζευγαρώματα

ν’ αδειάσουμε από το χρόνο βάρος μανούλα μου
να ξεμπερδεύουμε πια.

Φωτογραφίες: Daniel Rivas

Σάββατο, Μαΐου 12, 2007

Η τούμπα των εκτελέσεων

Ο χείμαρρος, ο δρόμος και το κανάλι δεν ήταν τα μόνα σημάδια που άφησαν οι εποχές σ’ αυτά τα χώματα, δυτικά της μεγάλης πόλης. Ούτε οι τάφοι που έρχονταν στο φως κάθε φορά που σκόνταφτε στο μάρμαρό τους το φτυάρι των οικοδόμων ή το αλέτρι των γεωργών. Ήταν και τρεις λόφοι, τρεις τούμπες, ακριβώς δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο. Η πρώτη, καθώς άφηνε κανείς πίσω του την πόλη, στα δυτικά˙ η δεύτερη, στα ανατολικά˙ και η τρίτη, πάλι στα δυτικά. Τρεις σωροί χωμάτων, τρία διαφορετικά σημάδια.


Η πρώτη τούμπα υπήρχε γιατί έτσι το θέλησε η φύση και εξαφανίστηκε γιατί έτσι το θέλησε ο άνθρωπος. Δεν έκρυβε κανένα μυστικό για πολλούς αιώνες και δεν ενοχλούσε κανέναν. Μόλις όμως έπεσε στο χώμα της, ο πρώτος εκτελεσμένος πατριώτης από το βόλι του τελευταίου κατακτητή της ένδοξης πόλης και σκάφτηκε στα σπλάχνα της ο πρώτος τάφος, την ίδια στιγμή είχε γραφτεί και η τύχη της σ’ αυτόν τον τόπο. Μόνο σε κάποια φωτογραφία έμεινε η πλαγιά της. Ισοπεδώθηκε και στην θέση της χτίστηκε ένα σχολείο κι ένα γήπεδο ώστε οι φωνές των παιδιών να σκεπάσουν τον βουβό πόνο των μελλοθανάτων και ο ιδρώτας των αθλητών να ξεπλύνει το αίμα των νεκρών.

Η δεύτερη τούμπα ήταν πιο παλιά κι από την πόλη που απλωνόταν από την θάλασσα μέχρι τις πλαγιές του βουνού. Δεν υπήρχε από πάντα. Βρισκόταν ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο όπου για πρώτη φορά στη διαδρομή τους, ο δρόμος και ο χείμαρρος πήγαιναν πλάι-πλάι. Εκεί λοιπόν χτίστηκε το πρώτο σπίτι. Στα χαλάσματά του, ύστερα από αιώνες χτίστηκε κι άλλο και η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές και το χώμα σηκώθηκε είκοσι μέτρα πάνω από τον δρόμο και την κοίτη του χειμάρρου. Σταμάτησε να ψηλώνει από τότε που όλοι οι κάτοικοι των οικισμών κοντά στην θάλασσα, έγιναν πολίτες της νέας πολιτείας και άφησαν μόνο του τον δρόμο και τον χείμαρρο για χιλιάδες χρόνια μέχρι να τους θυμηθούν ξανά και να χτίσουν κάτι δίπλα τους ή και πάνω τους. Η πόλη μεγάλωσε πάρα πολύ και η τούμπα έχει πάλι σπίτια στην κορυφή της και κανείς δεν ξέρει πού θα φτάσει το ύψος της. Η τούμπα αυτή ήταν ο πρώτος σταθμός στην πορεία του μυστήριου ονόματος που κατηφόρισε από τα βορειοδυτικά υψώματα και φώλιασε στον μικρό προσφυγικό οικισμό και στο ίδρυμα για τους ανθρώπους με τα ταραγμένα μυαλά. Μ’ αυτό το όνομα τρύπωσε στα βιβλία και αποτυπώθηκε στους χάρτες.

Η τρίτη τούμπα είναι η νεώτερη και βρίσκεται σ’ ένα σημείο από το οποίο φαίνεται ολόκληρη η πόλη και ολόκληρος ο κόλπος που την περιβάλλει. Είναι κι αυτή δίπλα ακριβώς στον πανάρχαιο δρόμο και υψώθηκε από ανθρώπινο χέρι. Έκρυβε στα σπλάχνα της έναν μεγαλόπρεπο τάφο, κάποιου, σπουδαίου στην εποχή του, ανθρώπου. Τότε δεν έθαβαν μόνο σώματα. Ο νεκρός έπρεπε να έχει μαζί του κι ό,τι θησαυρούς χάρηκε ή στερήθηκε στην ζωή του. Τον έκρυβε για πολλά χρόνια αυτόν τον τάφο, ώσπου, μ’ ένα λαγούμι έφτασαν στους θαμμένους θησαυρούς κάποιοι που ανοίγουν πρώτοι λαγούμια γι’ αυτόν τον σκοπό. Η πόρτα του νεκροθαλάμου βρίσκεται από την αντίθετη μεριά του δρόμου για να μένει αθέατη στους διαβάτες μα δεν κατάφερε να μείνει αθέατη από τους αρχαιοκάπηλους. Η θέληση των συγγενών του νεκρού δεν έβρισκε σύμφωνους κάποιους από τους απογόνους τους. Το στοργικό χέρι των αρχαιολόγων έφτασε, δυστυχώς αργά και φρόντισε όσο μπορούσε ό,τι απέμεινε από τον νεκροθάλαμο. Χρειάστηκε να θυσιαστεί η μισή πλευρά της τούμπας επειδή το βάρος των χωμάτων απειλούσε τα τοιχώματα του τάφου, αλλά κάτι τέλος πάντων, κι απ’ την τούμπα κι απ’ τον τάφο σώθηκε.

Δίπλα στην πρώτη τούμπα στήθηκε ο οικισμός με τα προσφυγόσπιτα κι ανάμεσα σ’ αυτήν και την δεύτερη έκαναν την βόλτα τους, σε ήσυχους καιρούς, τ’ αγόρια και τα κορίτσια των προσφύγων. Ο προσφυγικός οικισμός, είχε πια υποδεχθεί και τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής και χωρίσθηκε σε μαχαλάδες. Κάθε μαχαλάς απέκτησε και την ποδοσφαιρική του ομάδα. Υπήρχε όμως και επίσημη ομάδα. «Μουσικογυμναστικός σύλλογος Απόλλων», γράφει στο πίσω μέρος της μια ξεθωριασμένη φωτογραφία. Τις Κυριακές λοιπόν γίνονταν αγώνες κι οι πρόσφυγες καμάρωναν τα βλαστάρια τους. Πόσο μπορούν όμως να κρατήσουν οι ήσυχοι καιροί;

Νέος πόλεμος συντάραξε την οικουμένη και η ένδοξη πόλη γνώρισε τους, τελευταίους στη σειρά, κατακτητές της. Αυτοί δεν έμειναν πέντε αιώνες. Ούτε πέντε χρόνια καλά-καλά. Πρόλαβαν όμως κι έκαναν μεγάλο κακό. Ξεκλήρισαν μια ολόκληρη φυλή απ’ αυτές που έμεναν στην μεγάλη πόλη. Με τα τραίνα τους κουβαλούσαν στα κρεματόρια και τους εξολόθρευαν. Ισοπέδωσαν το νεκροταφείο τους και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τους εξαφανίσουν από προσώπου γης. Σε όσους από την φυλή αυτή σώθηκαν, δόθηκε, μετά την νέα απελευθέρωση, γη στη δυτική αυτή πλευρά της πόλης για να θάβουν τους νεκρούς τους. Τους νεκρούς που διέθεταν σώμα για να θαφτούν. Γιατί στον ίδιο χώρο, οι επιζήσαντες τίμησαν και τους ανθρώπους που μαζί με την πνοή τους έχασαν και το σώμα τους στα απαίσια στρατόπεδα του θανάτου. Έστησαν ένα κενοτάφιο, ένα μνημείο για να θυμίζει το Ολοκαύτωμα.



Το στρατόπεδο που έκτισαν δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο οι κατακτητές που έμειναν στην μεγάλη πόλη για περισσότερο από πέντε αιώνες, το έκτισαν με δυτικά, ευρωπαϊκά σχέδια και μηχανικούς. Προσπαθούσαν να δείξουν πως κι αυτοί καταλαβαίνουν από την πρόοδο και τον πολιτισμό. Δεν φαντάστηκαν πως σε λιγότερο από μισό αιώνα, θα ήταν δυτικός, ευρωπαϊκός λαός αυτός που θα μετέτρεπε αυτά τα λαμπρά κτίρια σε μια απαίσια φυλακή και σ’ έναν πνιγηρό προθάλαμο εκτελέσεων. Οι νέοι κατακτητές δεν ανεχόντουσαν κανενός είδους αντίσταση. Σε κάθε προσπάθεια των πολιτών για ελευθερία, απαντούσαν με εξοντωτικά αντίποινα εναντίον αμάχων. Μαύρα χρόνια. Τότε ήταν που η τούμπα έγινε τόπος εκτελέσεων. Γειτόνευε με το στρατόπεδο κι αυτό αποδείχτηκε η καταστροφή της. Πολλοί πατριώτες έχυσαν εκεί το αίμα τους. Συγγενείς τους μα και αγνοί πολίτες, πήγαιναν κρυφά τις νύχτες κι άναβαν κεριά, άφηναν ξύλινους σταυρούς, μεταμόρφωναν το σκληρό τοπίο σε χώρο ανάπαυσης των ψυχών. Ένα ακόμη νεκροταφείο γεννιόταν στις παρυφές του πανάρχαιου δρόμου που ένωνε την μεγάλη πόλη με όλον τον κόσμο.

Το στρατόπεδο το διοικούσε ένα τέρας που λάτρευε το ποδόσφαιρο. Προσπαθούσε να δελεάσει τους κρατούμενους να ακολουθήσουν το παράδειγμα των παιδιών της γειτονιάς που έκαναν στέκι τους το γήπεδο που είχε φτιάξει σε μια γωνιά του στρατοπέδου. Οι κρατούμενοι, αντάρτες και στρατιώτες των λαών που πολεμούσαν τον φασίστα κατακτητή, είδαν το παράθυρο που τους κρατούσαν ορθάνοιχτο τα παιδιά της γειτονιάς. Το ποδόσφαιρο ήταν η αγάπη τους μα μπορούσε να γίνει και το όπλο τους. Και έγινε. Ένα καλοστημένο δίκτυο αποδράσεων στήθηκε και πολλοί αιχμάλωτοι ξέφυγαν και απέκτησαν επαφή με τους αντάρτες που συνέχιζαν την ένοπλη αντίσταση στον τελευταίο κατακτητή. Τα παιδιά της ομάδας που έπαιζε ποδόσφαιρο με τις ομάδες των αιχμαλώτων και των στρατιωτών του κατακτητή έμεναν σε διαφορετικές συνοικίες. Μερικά προέρχονταν από τον προσφυγικό οικισμό που είχε στηθεί δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο. Αυτά τα παιδιά, μέχρι τα βαθιά τους γεράματα διατηρούσαν αλληλογραφία με τους στρατιώτες του γειτονικού λαού που έπαιζαν μαζί ποδόσφαιρο στο στρατόπεδο του θανάτου. Ήταν στρατιώτες του ίδιου λαού που έθαψε τα κόκαλα των παιδιών του που έχασε στον προηγούμενο Μεγάλο Πόλεμο εκεί, δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο. Στο ίδιο σημείο αυτός ο λαός έστησε ένα μνημείο και έφερε από την ελληνική πρωτεύουσα ένα ζευγάρι που έπιανε πέτρες και χώματα στα χέρια του και έφτιαχνε αγγέλους και αγίους με φωτεινά χρώματα και το ζωγράφισε. Να έχουν τα κόκαλα και οι ψυχές κάποιον κοντά τους, να τους θρηνεί και να τους υμνολογεί.

Το κακό φάνηκε να τελειώνει και πάλι. Η ζωή άρχισε να αναδεύει στην μικρή συνοικία , δυτικά της μεγάλης πόλης. Τα τσαΐρια της γέμιζαν με ζευγαράκια που χαίρονταν τον έρωτα. Τα κέντρα της τραβούσαν σαν μαγνήτης τους γλεντζέδες της μεγάλης πόλης. Δίπλα στην τούμπα του θανάτου, απέναντι από το στρατόπεδο, μια αλάνα διαμορφώθηκε σε γήπεδο ποδοσφαίρου και κάθε Κυριακή, παλικάρια με κουστούμια και γραβάτες καμάρωναν τους φίλους τους και τ’ αδέρφια τους να παίζουν μπάλα. Η τούμπα όμως τους πλάκωνε την ψυχή. Φέρανε τις μπουλντόζες και την έκαναν ένα με το χώμα. Μετέφεραν το γήπεδό τους πάνω στα χώματά της. Έκτισαν κι ένα σχολείο και προσπαθούσαν με την ζωή, το τρέξιμο και την γνώση να ξορκίσουν το κακό. Το σχολείο έβγαλε ανθρώπους που σπούδασαν και πρόκοψαν στην ζωή τους μα και το γήπεδο γεννοβολούσε ταλέντα και δύναμη.

Ο νεαρός ποδοσφαιριστής, έδινε όλες του τις δυνάμεις σε κάθε αγώνα και περίμενε την στιγμή που θα τον προσέξει και θα τον ζητήσει ένας μεγάλος σύλλογος για να ξεφύγει από τα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα και τα ξερά γήπεδα. Έβλεπε τον εαυτό του να παίζει σε αγωνιστικούς χώρους με χορτάρι και να τον λούζουν με το φως τους τεράστιοι προβολείς. Τα όνειρα που γίνονται δίπλα στο κανάλι με τα ξωτικά και προέρχονται από άδολες ψυχές, βγαίνουν αληθινά. Ίσως όμως τα ξωτικά να γνώριζαν τι θα συμβεί στις επόμενες χρονιές και φρόντισαν να στείλουν τον νεαρό ποδοσφαιριστή στα μεγάλα γήπεδα που ονειρεύτηκε. Η πρώτη του μεταγραφή έγινε σε μια ομάδα της πρωτεύουσας. Ένα καταπληκτικό σε έμπνευση και εκτέλεση γκολ, τον έστειλε σε μια ομάδα του εξωτερικού. Η τρίτη του ομάδα, ήταν πάλι στην πρωτεύουσα. Μια ομάδα με προσφυγικές ρίζες.
Τα ‘φερε λοιπόν έτσι ο καιρός και καθώς τα χρόνια περνούσαν ειρηνικά, ταράχτηκε πάλι η ψυχή των ανθρώπων. Οι δυτικές, ευρωπαϊκές χώρες -όλες τώρα, και αυτή με τον φασιστικό στρατό που ταλαιπώρησε όλον τον κόσμο στον προηγούμενο πόλεμο-, στράφηκαν κατά του βαλκανικού λαού που είχε νεκρούς θαμμένους δίπλα στον μεγάλο δρόμο. Δεν τους άρεζε λέει ο ηγέτης του και έπρεπε να τον αλλάξουν. Κι αφού δεν τον άλλαζαν με το καλό θα τον άλλαζαν με τις βόμβες. Βομβαρδισμοί και πόλεμος ξανά, στην δύσμοιρη αυτή γειτονιά του κόσμου. Οι πολίτες του γειτονικού κράτους φόρεσαν στο στήθος ζωγραφιστούς στόχους για να διευκολύνουν τα αεροπλάνα στο έργο τους. Ηρωικά υπέμεναν και τον κακό τους ηγέτη και τους απρόσκλητους σωτήρες τους.
Φωνές συμπαράστασης ακούγονταν σε όλη την χώρα για τους αδελφούς γείτονες. Μέσα στον χαλασμό, το ποδόσφαιρο άνοιξε πάλι ένα παράθυρο ελπίδας. Η ομάδα της πρωτεύουσας, με τις προσφυγικές ρίζες και τον νεαρό ποδοσφαιριστή που έμαθε μπάλα στα χώματα της τούμπας που πια δεν υπήρχε, έφτασε στην πρωτεύουσα του γειτονικού κράτους για να παίξει ποδόσφαιρο, αδιαφορώντας για τις βόμβες. Οι σκηνές που μετέδιδαν τα ειδησεογραφικά πρακτορεία ήταν συγκινητικές.



Στο πιο παλιό καφενείο της δυτικής συνοικίας της μεγάλης πόλης, εκεί που σύχναζε ο πατέρας του νεαρού ποδοσφαιριστή, δεν έπεφτε καρφίτσα στο πάτωμα. Όταν η τηλεόραση έδειξε τις δύο ομάδες παραταγμένες και τους ποδοσφαιριστές αγκαλιασμένους να φωτογραφίζονται, όλοι έστρεψαν τα βλέμματα σ’ έναν γεράκο που είχε το δεξί του χέρι στην θέση της καρδιάς και τα δάκρυά του έτρεχαν ασταμάτητα. Στην μέσα τσέπη του σακακιού του, εδώ και τρεις μήνες, από τότε που άρχισαν οι βομβαρδισμοί, φύλαγε ένα γράμμα με δύο φωτογραφίες που έφτασε από την πρωτεύουσα του γειτονικού κράτους. Στη μία φωτογραφία φαινόντουσαν οι ομάδες των παιδιών και των αιχμαλώτων στο γήπεδο του στρατοπέδου, πριν πενηνταπέντε χρόνια. Στην δεύτερη φωτογραφία υπήρχε ένα φέρετρο στους ώμους τεσσάρων παλικαριών. Ο αντίπαλός του στο γήπεδο, ο σύντροφός του στον αγώνα κατά του φασισμού, ο αδελφικός του φίλος στα χρόνια της ειρήνης, πέθανε μία ημέρα πριν να σκάσουν οι βόμβες στο έδαφος της πόλης του.


Οι εποχές αφήνουν τα σημάδια τους στα χώματα. Οι δύο τούμπες κατά μήκος του πανάρχαιου δρόμου, κρύβουν στα σπλάχνα τους καταστροφές. Και μένουν στην θέση τους. Άλλο όμως καταστροφή και άλλο φρίκη. Την φρίκη την θυμίζει με την απουσία της, η άλλη, η ισοπεδωμένη τούμπα δίπλα στο στρατόπεδο.

Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), τα Χριστούγεννα του 2002. Προηγήθηκε η δημοσίευση στο λεύκωμα "Ξορκίζοντας το κακό" (Μάιος 2002). Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά.

Υ.Γ. 2 Το post ανεβαίνει με αφορμή το κείμενο του michalakis.

Υ.Γ. 3 Μερικές εικόνες, από την ταινία του Ζόλνταν Φάμπρι «Το ημίχρονο του θανάτου».
Υ.Γ. 4 Αντί υπογραφής στο τέλος, μια αγωνία: Μήπως πρέπει να ανησυχούμε;