Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2007

Προς τα πού κοιτάει το ΨΝΘ;


Κάποτε, λίγοι τρελοί, πήγαμε μέχρι την Αγροσυκιά των Γιαννιτσών για να βρούμε τον Πάνο Θεοδωρίδη και να τον πείσουμε να έρθει μέχρι τη Σταυρούπολη και να μιλήσει για τους βυζαντινούς νερόμυλους της Πολίχνης. Μας ρώτησε αν θέλουμε να έρθει και κόσμος στην εκδήλωση. Φυσικά και θέλουμε, του απαντήσαμε. Ε, τότε να την κάνετε την εκδήλωση στη Νέα Υόρκη. Μόνο έτσι θα έρθουν, είπε. Η εκδήλωση έγινε στη Σταυρούπολη και η αλήθεια των λόγων του μάλλον μένει αναλλοίωτη μέχρι τώρα.
Την είδηση την είδα στο διαδίκτυο εδώ κι εδώ και στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος της Κυριακής στις 4 Φεβρουαρίου 2007. Από την εφημερίδα είναι και η εικόνα του post.
Δεν υπάρχει σελίδα με πρόσφατα νέα στο site του ΨΝΘ. Η είδηση είναι πως η ζωγραφική της Αμαλίας Βανδέρα βρέθηκε μέσα στις 26 που διακρίθηκαν στο πλαίσιο του θεσμού Edward.
Έργα της Βανδέρα, γράφει η εφημερίδα, μπορεί κανείς να δει στο Κέντρο Ημέρας του ΨΝΘ, στη Μονάδα Πολιτιστικής Επικοινωνίας του ΨΝΘ καθώς και στο χώρο μιας επιστημονικής και εκπαιδευτικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας στο κέντρο της πόλης.
Δυο ποιητικές ανθολογίες ανθρώπων που νοσηλεύτηκαν στο ΨΝΘ τις αγόρασα επειδή ο Παναγιώτης Ραγιάς δεν τσιγγουνεύτηκε τον πάγκο στο βιβλιοπωλείο του και έβαλε πάνω πάνω ποίηση από το ΨΝΘ και όχι μόνο ευπώλητα μυθιστορήματα.
Απ’ ότι γνωρίζω στη διοίκηση του ΨΝΘ δεν συμμετέχει πια εκπρόσωπος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Θέλω να πω ότι η όσμωση που αναπτύχθηκε όλα αυτά τα χρόνια μεταξύ Ψυχιατρικού Νοσοκομείου και της ευρύτερης γειτονιάς που το φιλοξενεί είναι μια προίκα που, δυστυχώς, κινδυνεύει να χαθεί. Σε λίγο καιρό το ΨΝΘ θα γίνει και για τη Σταυρούπολη απόμακρο, πρώτο βήμα για να γίνει ανεπιθύμητο. Κάτι που δεν πρέπει να συμβεί. Γι’ αυτό και τέτοιες ευκαιρίες είναι αμαρτία να χάνονται. Αν στα άτομα της δικής μου ηλικίας υπάρχουν ακόμα σχεδόν ρομαντικές μνήμες από γνώριμες φιγούρες να απλώνουν τα χέρια από τα κάγκελα του ΨΝΘ και να ζητάνε λίγα τσιγάρα ή λίγα χρήματα, στα δικά μας παιδιά οι εικόνες του ΨΝΘ είναι πιο σκληρές και δεν έχουν τόσο σχέση με διαννοητικές διαταραχές αλλά σκληρό και ανελέητο καπιταλισμό: εξάρτηση και καταστολή, τοξικομανείς, έμποροι και η κλούβα της Αστυνομίας. Αυτή είναι τώρα η εικονα της πρόσοψης του ΨΝΘ.
Καλή η προβολή στον Τύπο και στο διαδίκτυο. Το χνώτο του νοσοκομείου όμως με το χνώτο του Σταυρουπολίτη και της Σταυρουπολίτισας ανακατεύεται.
Υπάρχουν τρόποι να μαθαίνει και να βλέπει ο γείτονας τα λαμπρά ή λιγότερο λαμπρά επιτεύγματα των ασθενών ή των πρώην ασθενών του ΨΝΘ.
Μιλάμε πάντα για ένα ίδρυμα που έγινε γνωστό με το τοπωνύμιο της περιοχής που το φιλοξενεί και όχι με το όνομά του. Λεμπέτ για πολλούς, ακόμη και σήμερα, σημαίνει τρελλοκομείο όπως τότε πριν 62 χρόνια που κάποιος βάφτησε λεμπέτ την εφημερίδα του για να μπορεί να τα λέει έξω από τα δόντια.
Το κείμενο αυτό, αδικεί κατάφορα τη ζωγράφο και την έμπνευσή της. Ήθελα να είναι ποιητικό και σεμνό. Μα η ανέμπνευστη πολιτική με εξοργίζει τόσο που το σχόλιο εναντίον της προηγείται του θαυμασμού για την Τέχνη των ασθενών και την πρωτοβουλία των γιατρών τους.
Στο φλυτζάνι του καφέ, ελληνικού και όχι αραιωμένου προφανώς, αναζητά την έμπνευσή της η κυρία Βανδέρα και πολύ θα το ήθελα να έβλεπα αυτά που βλέπει κι αυτή αναρτημένα στην αίθουσα του ΚΕΠ, στην είσοδο του Δημαρχείου, στα ΚΑΠΗ και στο Κέντρο Πολιτισμού Χρήστος Τσακίρης, στις εισόδους των σχολείων. Να σκοντάψει πάνω στην Τέχνη της κι ο ανυποψίαστος σημερινός πολίτης και να νιώσει το ΨΝΘ δικό του. Κι όταν κάθε φορά που θα πίνει τον ελληνικό του κοιτάξει λίγο παραπάνω το κατακάθι ίσως βρεθεί πιο κοντά στο ταραγμένο μυαλό που ψάχνει τη λύτρωση και στην Τέχνη όπως και στην αποδοχή.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

Στο Λεμπέτ το ΙΣΤΑΜΕ

Η φωτογραφία είναι από το http://athens.indymedia.org

Εκεί που ίσταμαι και αναμένω
πράματα και θάματα,
κατά τα προεκλογικώς ταγμένα,
από τους νέους υψηλά – εν Σταυρουπόλει, τω πάλαι Λεμπέτ- ιστάμενους,
ένα ΙΣΤΑΜΕ ενσκύπτει, με θρυλικό ονοματεπώνυμο να το ακολουθεί,
τέτοιο που συνεγείρει μνήμες και αγάπες αγνών οπαδών και καπάτσων ψηφοφόρων,
και ανοίγει μιαν ατζέντα με μελέτες κι εισηγήσεις και παλιά, αλήστου μνήμης, αοριστολογία: «από την άφιξη στην υπηκοότητα».
Παρίσταμαι σκεπτικός ανάμεσα σε λιγότερα από εκατό άτομα και δεν θέλω να γκρινιάσω μα όλο και πιο πολύ νιώθω να
διίσταμαι: εκδήλωση ουσίας για τους μετανάστες και τους νταλγκάδες τους ή σήμα καπνού προς αλλοφύλους τε και φίλους πως

εμείς οι καινούριοι,
εδώ ιστάμεθα,
του παρελθόντος διιστάμεθα
και των Ινστιτούτων –μας- συμπαριστάμεθα;


Σε καλό να μας βγει,

αλλά από τη μια να βγαίνει ο νέος δήμαρχος, φίλτατος και αγαπητός παλαιόθεν
και να εξαγγέλλει δρόμους και θεματικά πάρκα για τουρίστες μέσα στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά
και αλλαγές στη μελέτη για την αξιοποίησή του,
που του παρέδωσε με όλους τους τύπους η απελθούσα διοίκηση,
χωρίς (ο νέος δήμαρχος) να έχει καμία απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου στα χέρια του,
πράγμα για το οποίο κατηγορούσε τους προηγούμενους
και πέρασε, με τέτοια λάβαρα, νικηφόρα από τις δύο Κυριακές του Οκτώβρη του 2006

και από την άλλη να ιστάμεθα ενεοί προ των γιάπηδων του ΙΣΤΑΜΕ

δεν ξέρω και πολλά
αλλά μάλλον κάτι μου λέει πως

ενίσταμαι.


Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2007

Lebet blogs


Πώς χαίρεται κανείς αν βρεθεί μακριά από τον τόπο του και ακούσει να μιλάνε γι’ αυτόν;
Ακόμα πιο καθαρά. Πώς νιώθει κανείς όταν μακριά από την πόλη του βρει άνθρωπο της γειτονιάς του; Δε νιώθει καλά κι ας μην του έχει πει ποτέ ούτε καλημέρα του ανθρώπου; Όταν βλέπαμε την Εθνική του μπάσκετ να τα πηγαίνει καλά στην Ιαπωνία το καλοκαίρι δεν νιώθαμε την ανάγκη, εμείς της παραμεθορίου, ανάμεσα οδού Λαγκαδά, οδού Μοναστηρίου και ρέματος Δενδροποτάμου, να επισημάνουμε πως ο Λάζαρος Παπαδόπουλος στο παρκέ και ο Λευτέρης Κακιούσης στον πάγκο είναι από τη Σταυρούπολη κι ο Νίκος Χατζηβρέτας από τον Εύοσμο; Γειτο­νάκια και παιδιά της διπλανής πόρτας, δηλαδή.
Κάπως έτσι λοιπόν.

Συνηθίζεται να λέγεται πως το σύνολο των blogs συνιστούν ένα blog-ο-χωριό. Μερικοί μάλιστα μιλάνε για ελληνική blog-ό-σφαιρα. Μάλλον εν­νοούν ότι τα blogs αυτά γράφονται στην ελληνική γλώσσα. Πολλοί blog-εράδες και blog-ισσες μάλιστα συγκροτούν δικές τους γειτονιές, τα λένε μεταξύ τους και κάνουν πράγματα που γουστάρουν αυτοί με τον τρόπο τους χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν συμμετέχουν και στα γενικότερα πράγματα που συμβαίνουν στην ελληνική blog-ό-σφαιρα.
Κι επειδή διαδίκτυο χωρίς καταλογράφηση και αρχειοθέτηση και συμμάζεμα στο μυαλό μας και στους φακέλους του υπολογιστή μας, δεν γίνεται, ας δούμε τι τρέχει μ’ αυτούς που βρίσκουμε στο blog-ο-χωριό και χαιρόμαστε πολύ που τους βρίσκουμε εκεί. Όπως εύκολα γί­νεται αντιληπτό χωρίζονται σε δυο κατηγορίες.

Στην πρώτη είναι εκείνοι των οποίων μας αρέσουν αυτά που βάζουν να φαίνονται στις οθόνες μας, χωρίς να μας ενδιαφέρει σε ποιο σημείο της blog-ο-χώρας βρίσκεται ο υπολογιστής τον οποίο ταλαιπωρούν. Οι διευ­θύνσεις τους συνήθως φαίνονται και στα δικά μας blogs. Οι blog-ερς αρέ­σκονται να δείχνουν ποιοι τους αρέσουν. Ακόμη δεν εμφανίστηκαν links προς blogs που μας φέρνουν αναγούλα. Οι καλοί τρόποι τελικά υφίστα­νται στο blog-ο-χωριό ό,τι κι αν λένε κατά καιρούς κάποιοι.

Στη δεύτερη είναι εκείνοι των οποίων το παντζούρι, που κρύβει τον υπολογιστή στον οποίο γράφουν, φαίνεται από το μπαλκόνι μας. Τα δικά τους επιτεύγματα δεν είναι απαραίτητο να μας ενθουσιάζουν (χωρίς βέ­βαια και να αποκλείεται κάτι τέτοιο), αλλά νιώθουμε την ανάγκη να τους παρακολουθούμε όσο γίνεται. Οι δικές τους διευθύνσεις υπάρχουν κυρίως στα «Αγαπημένα» μας, για να τους βρίσκουμε εμείς εύκολα αλλά να μην το βλέπει κι όλο το blog-ο-χωριό πως τους ψάχνουμε. Εκτός πια κι αν τους γουστάρουμε πολύ οπότε τους προβιβάζουμε στην κατηγορία των συνδέ­σεων εντός του blog μας.

Σ’ αυτό το post νιώθω την ανάγκη να μιλήσω για τα blogs της γειτο­νιάς μου. Είναι λίγα, σχεδόν όλα είναι και μικρής δικτυακής ηλικίας, οπότε είναι μάλλον εύκολο να προσπαθήσει να τα περιγράψει κανείς. Δεν γνωρίζω αν είναι απαραίτητο, αλλά τι στο καλό χρειάζεται ένα ημερολό­γιο, έστω και εκτεθειμένο στο διαδίκτυο, αν δεν μπορείς εκεί να καταχω­νιάσεις κάτι που σου ήρθε να το πεις αλλά δεν ξέρεις αν αξίζει τον κόπο; Το γράφεις κι αφήνεις στο χρόνο τα υπόλοιπα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει. Από μια ανάλογη ανάγκη προέκυψε και ένα λεύκωμα για τα βιβλία (156 τίτλοι) των Σταυρουπολιτών συγγραφέων (35 άτομα) και αποδείχτηκε πως κάλυψε ένα κενό, όχι μόνο βιβλιογραφικό. Είναι κομμάτι της ιστορίας του τόπου, οι άνθρωποι που έγραψαν και εξέδωσαν ένα ή περισσότερα βιβλία. Και όσο περισσότερες πληροφορίες δί­νουμε για πρόσωπα ή γεγονότα που κινούνται ή συμβαίνουν δίπλα μας, τόσο πιο εύκολη θα γίνει η δουλειά εκείνου που θα θελήσει (τώρα ή στο μέλλον) να έχει σαφή εικόνα αυτής της συνοικίας της Θεσσαλονίκης. Και στον τομέα των blogs.
Η αφορμή γι’ αυτό το κείμενο είναι ο διάλογος που αναπτύχθηκε στο blog της magica για τα blogs των δημοτικών παρατάξεων.
Στη Σταυρούπολη λοιπόν, αριθμημένα με βάση την παλαιότερη ημερο­μηνία που υπάρχει στα αποθηκευμένα posts τους, υπάρχουν (ή καλύτερα ξεκίνησαν και δεν σταμάτησαν να εμφανίζονται στις οθόνες μας ακόμα) τα εξής blogs:

1. magicasland (5, Ιούνιος 2006. Υπάρχει παρελθόν που δεν φαίνεται στη νέα μορφή του blog της. Μάλλον δικαιωματικά πρώτη στη λίστα)
2. michalakis (22, Δεκέμβριος 2005. Μάλλον δεύτερος, αν κάνω λάθος συγγνώμη Αντώνη)
3. το τσαλίμι (17, Ιούνιος 2006)
4. Σταυρούπολη, πολιτισμός (13, Ιούλιος 2006)
5. κάτοικος Σταυρούπολης (22, Αύγουστος 2006)
6. Σταυρούπολη, σύγχρονη πόλη (24, Αύγουστος 2006)
7. Ανθρώπινη Σταυρούπολη (4, Σεπτέμβριος 2006)
8. ο δείμος του πολίτη (14, Σεπτέμβριος 2006)

Στην κατηγορία αυτή, με βάση το κριτήριο της ορατότητας από το μπαλκόνι μου, δεν εντάσσεται το blog Εντευκτήριο του ομώνυμου λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού περιοδικού που εκδίδει και δι­ευθύνει ο Σταυρουπολίτης Γιώργος Κορδομενίδης. Έπρεπε όμως να βρω έναν τρόπο να το αναφέρω. Πρώτο post στις 26 Ιουνίου 2006.

Δεν θα γίνει εδώ αναφορά σε sites για τα οποία θα μπορούσε να μιλήσει κανείς με διαφορετική λογική απ’ αυτήν με την οποία μιλάει για τα blogs.
Μένω λοιπόν στα blogs και λέω τη γνώμη μου, έτσι για να την πω. Για τα blogs, όχι για τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω τους, τους οποίους άλλους γνωρίζω κι άλλους όχι.

magicasland

Έχει και η Σταυρούπολη τ’ αστέρια της. Η magica είναι ένα από αυτά. Με την καλή έννοια. Η δράση της στο διαδίκτυο είναι πολυσχιδής. Διατηρεί το προσωπικό της blog, έχει έναν δικτυακό τόπο, το blogspace (από τον Αύγουστο 2006), όπου μπορεί κανείς να βρει από τεχνικές συμβουλές μέχρι ειδησούλες για μικρά και μεγάλα θέματα, που αφορούν ζητήματα των blogs και όχι μόνο. Πρόσφατα (Ιανουάριος 2007), μετά την νέα πετρούλα που τάραξε τα νερά της blog-ο-λίμνης και πήρε στο βυθό της τον καθρέφτη που κοιτούσαν κάθε πρωί οι Έλληνες blog-εράδες και οι Ελληνίδες blog-ισσες, έστησε κι αυτή (μεταξύ κάποιων άλλων επιγόνων του ενός και μοναδικού έως τότε monitor) έναν aggregator κι έτσι στο διαδίκτυο τώρα πολλοί καθρέφτες δείχνουν ποιοι και πότε κρεμάνε τη μπουγάδα τους στον ήλιο.
(Ίσως αυτό είναι και μία λύση στο πρόβλημα που ανέκυψε ανάμεσα στη
miradolina και στον vrypan. Πολλά monitor-άκια στο διαδίκτυο, ώστε να χάνει τον μπούσουλα αυτός που δεν θέλει να είναι κάπου, όπου είναι και κάποιοι συγκεκριμένοι άλλοι).
Η συνολική, λοιπόν, παρουσία της magica στο διαδίκτυο είναι αυτή που την χαρακτηρίζει.
Εμένα όμως, επειδή με θέλγει η ικανότητα και η διάθεση του οποιουδήποτε ατόμου, να εκτεθεί δια της γνώμης του ή του έργου του ή των απωθημένων του ή των εσώψυχών του, ακόμη και δια των εμμονών του ή των κακιών του, με τραβάνε περισσότερο τα posts του προσωπικού της blog. Κι εκεί η magica μας αποδεικνύει, πως ακόμη κι αν δεν γνώριζε τη γλώσσα των ηλεκτρονικών κωδίκων, έχει τον κώδικα να βγάζει ψυχούλα στο γυαλί. Άλλοτε τρυφερή, άλλοτε οργισμένη, άλλοτε νοσταλγική, άλλοτε αισθαντική. Κάποτε δίκαιη, άλλοτε άδικη. Είναι προφανές πως όταν βάζεις το χέρι στη φωτιά κινδυνεύεις και να καείς. Έτσι, εκτός από φίλους στο διαδίκτυο κάνεις εύκολα και εχθρούς. Αλλά όταν καταφέρνεις να έχεις και φίλους και εχθρούς και αδιάκοπη παρουσία στο χώρο που σ’ ενδιαφέρει και υψηλό επίπεδο έκφρασης (και στην περίπτωση που συζητάμε όχι μόνο έκφρασης λόγου αλλά και εικαστικής αισθητικής) τότε έχεις βρει το μαγικό τρόπο να είσαι απαραίτητος. Κάτι θα έλλειπε χωρίς εσένα. Όχι επειδή παύει να ισχύει το «ουδείς αναντικατάστατος». Αλλά επειδή στα ανθρώπινα επιτεύγματα διακρίνεται, η χροιά εκείνη που κάνει τα φαινομενικά ίδια πράγματα, να είναι στην πραγματικότητα διαφορετικά.

michalakis

Το blog αυτό είναι μια μποτίλια στο πέλαγος. Είναι ένα μήνυμα που μένει μετέωρο και αμήχανο όσο δεν πέφτει σε χέρια που θα το διαβάσουν και θα το προσέξουν. Αν κριτήριο είναι τα σχόλια που καταγράφονται μετά από κάθε post, τότε τα μηνύματα αυτά δεν βρήκαν ακόμα το κοινό τους. Θα μπορούσε όμως να διαβάζονται από ανθρώπους που δεν νιώθουν την ανάγκη να απαντήσουν, την ματιά τους όμως την ρίχνουν. Θα μου πείτε υπάρχουν του κόσμου οι μετρητές επισκέψεων κι έτσι ο ιδιοκτήτης του blog αλλά κι ο θεατής του μπορούν να γνωρίζουν την επισκεψιμότητα στο συγκεκριμμένο blog. Επειδή όμως πιστεύω πως ούτε ο αριθμός των σχολίων, ούτε ο αριθμός των επισκεπτών είναι η κινητήρια δύναμη ενός blog, και ιδιαίτερα ενός τέτοιου blog που καταθέτει πολιτική αγωνία πριν εξακοντίσει πολιτική πρόταση (εντάξει, καμία φορά καταθέτουμε και προτάσεις όσοι δεν πετάξαμε την πολιτική τελείως έξω από τα ενδιαφέροντά μας), που καταθέτει προσωπική αγωνία για επαφή και επικοινωνία και όχι άγχος για επικοινωνιακού τύπου επαφές. Υπάρχουν στο blog του Αντώνη Μιχαλάκη οι προσωπικές στιγμές και χαίρομαι που υπάρχουν και ποιητικές ανάσες. Διακρίνεται μια τάση υποστήριξης δραστηριοτήτων που εναντιώνονται με κινηματική λογική σε ενέργειες και προθέσεις όσων κανοναρχούν την ζωή μας με νόμους και αποφάσεις. Είναι καλό για την πολιτική να υπάρχουν τέτοια άτομα που την υπηρετούν και δεν την σιχτίρισαν ακόμα, δεν είμαι σίγουρος αν είναι το ίδιο καλό και για τα άτομα τα ίδια.
Πολιτική θέση και κυρίως πολιτική αναζήτηση, προσωπικές καταθέσεις κι αποκούμπι η Τέχνη, είναι αυτά που βλέπω μέχρι στιγμής στο blog του Α. Μ. και, φυσικά, είναι νωρίς ακόμα για να προβλέψει κανείς την εξέλιξη.

το τσαλίμι

Ο υποφαινόμενος. Δεν θα με παρουσιάσω, μην ανησυχείτε. Ένα μικρό αυτοσχόλιο μόνο.

Κρατάω σαν μία από τις καλύτερες συμβουλές που μου έδωσε φίλος μου και δάσκαλός μου ποιητής, μόνο που δεν την τήρησα ποτέ μέχρι τώρα: Κράτα ημερολόγιο. Έτσι θα μάθεις πιο εύκολα να ξεχωρίζεις τα ποιήματα.
Τώρα, κοντά τριάντα χρόνια από τότε, έχω το blog. Το ταξίδι μου στη λογοτεχνία θα συνεχίσει να γίνεται πάνω στο χαρτί με τα μελάνια του τυπογραφείου. Πιο εφήμερα κείμενα, σκόρπιες εντυπώσεις από διαβάσματα ή εμπειρίες, σχόλια, εδώ.
Μεγάλο μου απωθημένο από πιτσιρικάς ήταν η έλλειψη στεκιού. Ένα καφενείο βρε αδερφέ για κουβεντολόι και μουχαμπέτι. Κάτι πολιτιστικοί σύλλογοι και κομματικές νεολαίες της μεταπολίτευσης δεν πιάνονται. Ζήλεψα πολύ κόσμο που είχε κάπου κάποιους να τον περιμένουν.
Τώρα, πιο πολλά από τριάντα χρόνια από τότε, έχω το blog. Όχι ότι σκοτώνονται να περιμένουν κάποιοι να δούνε τι έγραψα, αλλά λέμε τώρα. Η αίσθηση της παρέας υφίσταται είτε είμεθα της κατηγορίας του «ουδέν σχόλιον», είτε δεν είμεθα.

Αυτά.

Σταυρούπολη, πολιτισμός

Αυτό το blog προσπάθησε να καλύψει το κενό της ιστοσελίδας του Δήμου Σταυρούπολης, όταν οι δραστηριότητες του Γραφείου Πολιτισμού του Δήμου (συστάθηκε στις αρχές του 2005) απαιτούσαν μεγαλύτερη προβολή, ενώ υπήρχε και η –ανομολόγητη- ελπίδα να προκληθεί και κάποιος διάλογος για τα θέματα που ανέβαιναν εκεί.
Προγράμματα εκδηλώσεων και φωτογραφικό υλικό απ’ αυτές. Δεν λειτούργησε όπως σχεδιάστηκε, ενώ άδηλο είναι το μέλλον του. Πάντως, ανεξάρτητα από την προοπτική του site του Δήμου Σταυρούπολης (έχει εξασφαλιστεί, και από ό,τι ξέρω προχωράει καλά, μια γενναία χρηματοδότηση που θα κατευθυνθεί και προς αυτόν τον τομέα), μια ιδιαίτερη σελίδα με την αμφίδρομη σχέση που προσφέρουν τα blogs είναι απαραίτητη κυρίως για τα ζητήματα του πολιτισμού.

(Παρασύρθηκα σε κρίσεις και αποκαλύψεις εκ των έσω, ως φυσικός και ηθικός αυτουργός ενός εγχειρήματος που δεν το υποστήριξα όσο έπρεπε).

Κάτοικος Σταυρούπολης

Αυτό το blog-άκι θα μεγαλώσει και θα γίνει κάτι όμορφο. Ουσιαστικά είναι μία πρόσθετη υπηρεσία του ομώνυμου site το οποίο διατηρεί και εξελίσσει ένας μαθητής λυκείου. Το site απορροφά όλη την ενέργεια του ιδιοκτήτη του, ενώ το blog μοιάζει παρατημένο εδώ και μήνες. Συγκινητική η εναρκτήρια αναφορά του, στην καθηγήτριά του στο Γυμνάσιο που τους έμπασε στον κόσμο των μαθητικών περιοδικών και της πληροφορικής. Η όλη προσπάθεια είναι ένα χειροποίητο κόσμημα.
Ας μείνω σταθερός στην αρχική υπόσχεση και ας μην σχολιάσω το site. Σε άλλη ευκαιρία. Το blog πάντως τροφοδοτήθηκε με υλικό από τις καλοκαιρινές εκδηλώσεις του Δήμου Σταυρούπολης και είχε μια φρέσκια ματιά.


Σταυρούπολη, σύγχρονη πόλη

Ένα από τα δύο παραταξιακά blogs που στήθηκαν για τις δημοτικές εκλογές του 2006. Σταμάτησε γρήγορα. Στα σχόλια του προαναφερθέντος post της magica γράφονται κάποια πράγματα που δίνουν και απαντήσεις σε εύλογα ερωτήματα σχετικά με την σκοπιμότητα της ύπαρξης τέτοιων blogs και της αποτελεσματικότητάς τους.
Δεν φιλοξένησε βασικά κείμενα της παράταξης που το δημιούργησε. Ουσιαστικά σταμάτησε πριν ξεκινήσει.

Ανθρώπινη Σταυρούπολη

Η απάντηση της άλλης παράταξης που διεκδικούσε (και πήρε τελικά) τη νίκη στις δημοτικές εκλογές του 2006. Ισχύουν τα ίδια που γράφτηκαν και πιο πάνω, με μία διαφορά. Υποστηρίχτηκε λίγο περισσότερο απ’ ότι το ανταγωνιστικό του blog και φιλοξένησε κάποια πολιτικά κείμενα, έστω και ως δάνειο από έντυπα που κυκλοφόρησε η παράταξη που το δημιούργησε.
Εμφανίστηκε πρόσφατο post ως προϊόν του διαλόγου που ανέφερα πιο πάνω στο blog της magica.
Δείχνει μια διάθεση να συνεχίσει.

ο δείμος του πολίτη

Αυτό το blog του δείμου είναι μια μπουγάδα με βαριά υφάσματα. Κουρτίνες και ντιβανοσκεπάσματα όταν, στις άλλες αυλές που σεργιανίσαμε πριν φτάσουμε εδώ, τα σύρματά τους είδαμε να φιλοξενούν πουκαμισάκια και ασπρόρουχα. Πάντως πολλοί είναι αυτοί που περνάνε κι αφήνουν άλλος το μανταλάκι του, άλλος την πετσετούλα του και τον καλό του λόγο. Κι ο δείμος, καλός νοικοκύρης, στέλνει από ένα μαντηλάκι σε κάθε επισκέπτη ανταποδίδοντας.
Ο δείμος του πολίτη ασχολείται με θέματα που έχουν μεν σχέση με την επικαιρότητα αλλά μπολιάζονται με τις ακαδημαϊκές του γνώσεις και τις δοκιμιακές του επιδόσεις με τρόπο μάλλον αποτελεσματικό αν κρίνει κανείς από την υποδοχή που του επιφύλαξε το διαδίκτυο.
Σχολιάζει και προτείνει με έναν χειμαρρώδη λόγο και έναν καταιγιστικό ρυθμό μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο. Το φιλοσοφικό στίγμα του το υπερασπίζεται με ένα σθένος που δίνει την εντύπωση ότι βάλλεται από κάπου. Είναι προφανές πως, θεματικά τουλάχιστον, καλύπτει ένα κενό. Τα ερευνητικά του πονήματα τα φιλοξενεί και σε ένα δίδυμο blog (
μελέτες του δείμου του πολίτη) ενώ τα πολυσέλιδα έργα του τα προσφέρει μέσω μιας inernet-ικής αποθήκης σε όσους θέλουν να τα γνωρίσουν.
Μάχιμος ερευνητής, μάχιμος πολιτικός, μάχιμος blog-ερ.


Δεν ξέρω αν χρειάζεται αυτό το post. Ήθελα πάντως να το γράψω. Σχωρνάτε με.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 04, 2007

Μπουκίτσες έμπνευσης και ...ανόητη τρελίτσα

Αυτή η φράση του Άνεμου μου άρεσε πολύ. Δεν είναι που κατάφερε να ταιριάξει δυο λέξεις με τον ίδιο ήχο. Κατάφερε να μην χάσει τίποτε από αυτό που ήθελε να πει. Τηρουμένων των αναλογιών μου θύμισε το ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου:

Με τι συστολή
φοράς τη στολή
κι όταν την πετάς
πετάς.

Είναι το φευγαλέο πέρασμα της Τέχνης από μπροστά σου. Το ’πιασες; Έγραψες. Αφορμή όπως καταλαβαίνετε ο απαγχονισμός του Σαντάμ Χουσεϊν.



Στην ίδια λογική κινήθηκε και ο Καιρός της Ελευθεροτυπίας κινδυνεύοντας όμως να χάσει το παιχνίδισμα στην κυριολεξία.

Είχε προλάβει πάντως ο Καλαϊτζής σε ανύποπτο χρόνο (περ. Γαλέρα, Νοέμβριος 2006) και συνέδεσε -προφητικά, θαρρείς- τη δημιουργία με τον δήμιο:



Ακόμη και το σχόλιο, στην Ελευθεροτυπία πάντα, στέκεται σε κάποιο ύψος και μας δίνει να καταλάβουμε τη διαφορά του λογοπαίγνιου από την ποίηση την οποία προσέγγισε ο Άνεμος:



Έρχεται όμως φορτσάτη η -τάχαμου «δεν μασάω-όλα τα σφάζω-όλα τα χλευάζω»- σαχλαμάρα και τα ισοπεδώνει όλα. Οι τρεις λέξεις που συνδέονται με την βαρβαρότητα που καταδίκασε όλος ο κόσμος -και όχι επειδή αγάπησε τον Σαντάμ- η κρεμάλα, το όνομά του και το κινητό που μετέτρεψε την ασχήμια σε εικόνα συνέθεσαν μια φράση που προσβάλλει και δεν καταδικάζει ή απορρίπτει ή σιχτιρίζει ή ... ό,τι θέλετε. Όταν όλος ο κόσμος καταδικάζει ακριβώς αυτό, την προσβολή στον μελλοθάνατο έρχεται ο έντυπος «αντικομφορμισμός» και τον βάζει -τον κόσμο- στη θέση του.


Κρίμα κύριε Ρουμελιώτη.

Νεράιδες από κάρβουνο

Η χώρα προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της μετά τον εμφύλιο. Τα χωριά αδυνατούσαν να κρατήσουν τον κόσμο τους. Άνοιξαν οι δρόμοι για τη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Σουηδία. Άνοιξαν όμως και δουλειές στα αστικά κέντρα. Η προσφυγική συνοικία που όριζε τη δυτική είσοδο της πόλης, γέμισε καπναποθήκες και καπνομάγαζα. Σαράντα ολόκληρα χρόνια βάστηξε η ακμή τους. Έχει λίγα χρόνια που κατάντησαν βιομηχανικά κελύφη και ενδιαφέρουν μόνο τους εργολάβους και τα μελετητικά γραφεία.

Αγροτόκοσμος μαζεύτηκε, τότε, στις παρυφές της ένδοξης πολιτείας. Ρουμάνια βαφτίστηκαν οικόπεδα από αετονύχηδες και πουλήθηκαν στους νέους κατοίκους. Κι όταν τα οικόπεδα στη χέρσα γη τελείωναν, σειρά έπαιρναν τα μπαζωμένα ρέματα. Βρήκε δουλειά και στέγη ο κόσμος και ρίζωσε. Ας ήταν και εποχιακή η δουλειά. Αρκεί που συμπλήρωναν τα ένσημα για την ασφάλεια και τη σύνταξη. Μαζί με τα χελιδόνια που έφταναν, ξεχύνονταν και οι γυναίκες κατά παρέες και πηγαινοερχόντουσαν στα καπνομάγαζα. Το μοναδικό γυμνάσιο των δυτικών συνοικιών της μεγάλης πόλης, γειτόνευε με πολλά απ’ αυτά. Οι βάρδιες συνέπιπταν και τα μεσημέρια, κυρίως, στη στάση του αστικού λεωφορείου συνωστίζονταν καπνεργάτριες και μαθητές. Αυτές δυσανασχετούσαν από τη φασαρία και από τη σβελτάδα των αγοριών που έπιαναν πρώτα τις θέσεις του λεωφορείου˙ εκείνα δυσφορούσαν από τη βαριά μυρωδιά του ακατέργαστου καπνού και τη μαζική εισβολή γυναικών στην ηλικία των μανάδων τους, καθώς αναγκάζονταν να προσέχουν τα λόγια τους. Το καλοκαίρι πλησίαζε και τα λεωφορεία έμεναν πια στην αποκλειστική χρήση των γυναικών.

Ελάχιστα παλικάρια προτιμούσαν για την καλοκαιρινή εργασία τους, τα καπνομάγαζα. Ήταν βαριά δουλειά με αυστηρό ωράριο. Χειρότερα κι από τις οικοδομές. Οι πιο καλοπερασάκηδες προτιμούσαν τα κασάκια. Έφτιαχναν τελάρα για φρούτα και πληρωνόντουσαν με το κομμάτι.

Αυτός δε δούλεψε ποτέ σε καπνομάγαζο. Τη μία και μοναδική φορά που έφτασε μέχρι την είσοδο, του ζήτησαν βιβλιάριο ενσήμων. Δεν είχε και το θεώρησε πολύ δύσκολο να βγάλει. Δεν ξαναπάτησε το πόδι του, μέχρι που μεγάλωσε. Μα και τότε δεν πήγε για δουλειά, αλλά για το κέφι του. Έβλεπε από το τζάμι του λεωφορείου, όταν επέστρεφε από το πανεπιστήμιο, μέσα από την είσοδο του μεγάλου κόκκινου καπνομάγαζου, κάτι ζωγραφιές στον τοίχο και παραξενευόταν. Όταν αποφάσισε να ικανοποιήσει την περιέργειά του, ανακάλυψε πως επρόκειτο για μοναδικά κομμάτια ζωγραφικής. Έφερναν την υπογραφή ενός από τους διασημότερους χαράκτες της χώρας και ήταν προφανώς τα μοναδικά του έργα ζωγραφικής που βρίσκονταν σε δημόσιο χώρο. Σπάνια περίπτωση. Ήταν ένα πεντάπτυχο έργο, με σκηνές από την καλλιέργεια και τη συγκομιδή του καπνού. Άρχισε να βλέπει τη συνοικία με άλλο μάτι. Σχεδόν την αγάπησε. Πώς αγαπάς ένα κουσούρι ή ένα κρυφό χάρισμα; Ποιος ξέρει τι άλλο του έκρυβε;

Η ζωγραφική ήταν η μεγάλη του αγάπη. Ευγνωμονούσε εκείνο το κορίτσι που τον πήγε βόλτα στις γκαλερί του κέντρου της πόλης, μετά από κάποιο μάθημα στο φροντιστήριο για τις εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο. Από τότε δεν έχασε έκθεση για έκθεση. Μια από τις καλύτερες στιγμές της ζωής του ήταν όταν μπόρεσε να βοηθήσει, κι αυτός με το φίλο του ανάμεσα σε άλλους, έναν πολύ καλό ζωγράφο της πόλης να συνεχίσει να ζωγραφίζει. Το τρέμουλο στα χέρια μεγάλωνε και τα νευροφάρμακα δεν του ’καναν καλό. Ώσπου κάποιος, του πήγε ένα πανέμορφο κορίτσι για μοντέλο. Αυτό ήταν. Κανέναν δεν ενδιέφεραν πια τα κίνητρα που έκαναν το χέρι του ζωγράφου να μην τρέμει μόλις έπιανε πινέλο. Σημασία έχει πως αυτό ακριβώς συνέβαινε. Κι αυτό έπρεπε να συνεχιστεί. Τα δύο αγόρια από τη δυτική συνοικία που σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο και σύχναζαν στη μοναδική γκαλερί που έδειχνε τα έργα αυτού του ζωγράφου, δεν έχασαν στιγμή. Πρώτα ο γιατρός και μετά ο καθηγητής έπεισαν όλες τις φίλες και τις εξαδέλφες τους να ποζάρουν. Με το αζημίωτο. Ο ζωγράφος κρατούσε για τον εαυτό του το μολύβι και το λάδι και τους χάριζε το κάρβουνο. Αυτή η δουλειά κράτησε πολύ. Ένα τσούρμο κορίτσια από τη δυτική πλευρά της πόλης έδινε χαρά και δύναμη στο ζωγράφο και γέμιζε τα στήθη των δύο φίλων με περηφάνια.



Τότε δεν ήξεραν. Ο ζωγράφος έμενε στην ανατολική πλευρά της πόλης. Ο θάνατός του ήρθε κάποια στιγμή και τους θύμισε πως η ζωή πολλές φορές αντιγράφει τα παραμύθια. Ο οικογενειακός τάφος όπου θάφτηκε ο ζωγράφος, βρισκόταν στη συνοικία που έστησαν οι Καυκάσιοι αφού δεν άντεξαν τα έλη στα χαμηλά. Ο οικισμός των Μικρασιατών και των Θρακιωτών που καρπώθηκε το μυστήριο όνομα του μακρινού τσιφλικιού από τα χρόνια της τουρκοκρατίας, ήταν δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο και τον, ακόμα παλιότερο, χείμαρρο. Ο οικισμός των Καυκάσιων που στήθηκε στο ύψωμα, πήρε κι αυτός όνομα τσιφλικιού -άλλου τσιφλικιού- που υπήρχε στα ίδια χώματα. Για πολλά χρόνια οι δύο οικισμοί αναφέρονταν μαζί στα κιτάπια του κράτους. Συγκρότησαν μάλιστα και κοινότητα μαζί. Κάποτε βέβαια χώρισαν, αλλά τους έδεναν πολλά. Τώρα τους δένει ένας τάφος και μερικές ζωγραφιές. Στο ύψωμα, ο τάφος. Στις ρίζες του, τα κάρβουνα με τα κοριτσίστικα κορμιά. Κι ας το ξέρουν λίγοι.

Τα καπνομάγαζα γύρω από το Ιεροσπουδαστήριο άδειασαν όλα. Διάφορες εταιρίες από το κέντρο της πόλης, άρχισαν να ενδιαφέρονται για υποκαταστήματα προς τα δυτικά. Έπρεπε να γίνει κάτι. Η παρέα του παλικαριού που αγαπούσε την ζωγραφική, μπήκε μπροστά. Έπεισε τον δήμαρχο πως έπρεπε να διεκδικήσει τα κρατικά καπνομάγαζα. Για να είναι όμως πειστικός, τον έβαλαν και νοίκιασε την έρημη καπναποθήκη που ανήκε στον όμιλο επιχειρήσεων ενός γνωστού εφοπλιστή και κίνησαν γη και ουρανό να φέρουν εκεί, την άστεγη Σχολή Καλών Τεχνών που βολόδερνε από δω κι από κει, μέσα στην πόλη. Το νόημα ήταν να δείξουν πως δεν ήτανε τζαμπατζήδες και ζήτουλες. Ήξεραν και να πληρώνουν, ήξεραν και να ζητάνε. Ετοίμασαν μια σειρά εκδηλώσεων στο χώρο της καπναποθήκης, για να γιορτάσουν τη νέα εποχή που άνοιγε για τη συνοικία. Το Ιεροσπουδαστήριο έμπαινε πια στα κονδύλια για αναπαλαίωση και αναστύλωση˙ το καπνομάγαζο του εφοπλιστή γινότανε Σχολή Καλών Τεχνών˙ και το κόκκινο καπνομάγαζο, λίγο πιο κάτω, έκρυβε πίσω από την πόρτα του, ένα τεράστιο, σε αξία και διαστάσεις, πίνακα ζωγραφικής, ενός από τους καλύτερους χαράκτες της χώρας. Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς και τα ψηφιδωτά στο μνημείο των Συμμαχικών Κοιμητηρίων που έγιναν από ένα φημισμένο ζευγάρι καλλιτεχνών, καταλαβαίνει πως τα μολυσμένα χώματα που τρόμαξαν τους πρώτους πρόσφυγες και τους ξένους φαντάρους της Στρατιάς της Ανατολής, καθαγιάστηκαν από το ευλογημένο χάδι της Τέχνης.
Αναζητούσαν το θέμα μιας έκθεσης που θα έδενε, συμβολικά και ουσιαστικά, την συνοικία των προσφύγων και των απόκληρων με τη νέα εποχή. Ήταν χαρούμενοι. Άλλοι απ’ αυτούς ήταν πρόσφυγες τρίτης γενιάς˙ άλλοι παιδιά της εσωτερικής μετανάστευσης από την ύπαιθρο στην πόλη˙ άλλοι, επειδή έτσι έτυχε. Όλοι όμως έψαχναν ένα κίνητρο για ν’ αγαπήσουν τη γη που τους μεγάλωνε. Έψαχναν για το δικό τους χνάρι που θ’ άφηναν στα χώματα που τυράννησαν τους δικούς τους. Και το βρήκαν στα άδεια καπνομάγαζα. Θα μπόλιαζαν τον ιδρώτα της προηγούμενης γενιάς με τα μεράκια της επόμενης. Θα μετέτρεπαν τη συνοικία των νεκροταφείων και των θαλαμάτων, σε τόπο ιερό της Τέχνης. Το παλικάρι που αγαπούσε τη ζωγραφική, σκέφτηκε αμέσως τον ζωγράφο με το τρέμουλο στο χέρι˙ με τον τάφο του στο γειτονικό ύψωμα˙ με την ψυχή του αποτυπωμένη σε κάποια σχέδια με κάρβουνο. Και το χαράκτη που ζωγράφισε για μια και μοναδική φορά και το έργο του βρίσκονταν ανάμεσα στα πόδια τους. Όλα θαρρείς πως συνωμοτούσαν για να είναι αυτά τα εγκαίνια όσο λαμπρά τα ήθελαν οι νεαροί με τις μεγάλες προσδοκίες.

Παιδιάστικα όνειρα.

Όταν βγαίνουν στο μεϊντάνι οι εργολάβοι, δεν μένει χώρος για ξωτικά κι ευαισθησίες.

Ένας αρχιτέκτονας τον προσγείωσε στην πραγματικότητα:
-Με τις αλλαγές στην χρήση των βιομηχανικών κτιρίων, την αναπαλαίωση του Ιεροσπουδαστηρίου, την παρουσία της Σχολής Καλών Τεχνών και την αξιοποίηση του στρατοπέδου, οι τιμές της γης θα εκτοξευτούν στα ύψη.
Το παλικάρι που δεν δούλεψε ποτέ σε καπνομάγαζο, που σπούδασε καθηγητής και αγαπούσε τη ζωγραφική, δεν τόλμησε να φανερώσει το μυστικό του. Δεν είχε έρθει η ώρα να βγουν οι νεράιδες του κάρβουνου από τα σπίτια των κοριτσιών. Άλλες εκδηλώσεις πρότεινε και έγιναν. Ούτε κι όταν, στη γειτονική συνοικία, έγινε μια αναδρομική έκθεση των έργων του ζωγράφου εκείνου, συμμετείχαν οι νεράιδες. Καμάρωναν στους τοίχους μερικά από τα λάδια και τα μολύβια των κοριτσιών που πουλήθηκαν σε συλλέκτες, αλλά καμιά από τις μουτζουρωμένες νεράιδες δεν εμφανίστηκε. Καμιά τους. Κάποια άλλη ευκαιρία περιμένουν για να δείξουν τα κάλλη τους. Μέχρι τότε θα γητεύουν τους μυημένους.




Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), από το Μάρτιο 2001 έως το Σεπτέμβριο 2003. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά.
Οι νεράιδες υπάρχουν, δεν υπάρχει όμως ακόμα λόγος να φανερωθούν, γι’ αυτό και πήραν στον λαιμό τους ολόκληρο το post. Καμία εικονογράφηση. Σκέτα λόγια.
Καλή χρονιά σε όλους!

Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2006

Μπα, πέρασαν κιόλας είκοσι χρόνια;

Από τα χρόνια του στρατού μπήκε η ιδέα και μετά το απολυτήριο άρχισε το συστηματικό γράψιμο (1984-1986). Τον Φεβρουάριο του 1987 τυπώθηκε.
Η μοτοσυκλέτα στην ελληνική λογοτεχνία. Μια μελέτη.
Μετά από έντεκα χρόνια βγήκε σε δεύτερη έκδοση, εμπλουτισμένη μεν, κρατώντας τα ίδια χρονολογικά όρια έρευνας της πρώτης έκδοσης δε: μέχρι και το 1985.
Καλά ήταν. Πολλοί άνθρωποι την πρόσεξαν, κάποιοι έγραψαν κιόλας δυο κουβέντες και για την πρώτη και για τη δεύτερη έκδοση. Κοτζάμ σαλόνι στα ΝΕΑ από τον, αείμνηστο, Σταματίου ευτύχησε να δει. (Αυτό μην το ανοίγετε τώρα, είναι λίγο μεγάλο. Στο τέλος ανοίξτε το. Σαν κερασάκι στην τούρτα).
Το ψάξιμο δεν σταμάτησε ποτέ και τα βιβλία ή τα περιοδικά που είχαν σε κάποια σελίδα τους και τη λέξη ακόμα μοτοσυκλέτα στοιβάζονταν στα ράφια της βιβλιοθήκης μου.
Και όχι μόνον αυτό. Κάποια κείμενα ξέφευγαν από την ιδιότητα του κειμένου που αναφέρεται σε μοτοσυκλέτες ή μοτοσυκλετιστές και αναδεικνύονταν σε όμορφα κείμενα με μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές.

Και τι τα κάνει κανείς τα όμορφα κείμενα;
Τα βγάζει στο μεϊντάνι να τα διαβάσουν κι άλλοι ταιριασμένα σε μια θεματική ανθολογία, πλάι σε άλλα, όμοια και αντίθετα, μεγάλων και λιγότερο μεγάλων (σε ηλικία και όχι μόνο), γνωστών και λιγότερο γνωστών (στην πιάτσα του βιβλίου και των αναγνωστών της
λογοτεχνίας) συγγραφέων.

Αυτό έγινε και η διαδικασία φτάνει στο τέλος της. Αφού τελείωσε η επιλογή των κειμένων, έπρεπε ν’ ακολουθήσει και η ενημέρωση των συγγραφέων. Αναζήτηση διευθύνσεων και τηλεφώνων (γεια σου internet με τα ωραία σου) και μετά αλληλογραφία, η οποία ακόμα είναι σε εξέλιξη. Σχεδόν όλοι, όσοι εντοπίστηκαν (υπάρχουν, λίγοι ευτυχώς, συγγραφείς τους οποίους ακόμη δεν μπόρεσα να βρω) ανταποκρίθηκαν θετικά με συγκινητική, για μένα, προθυμία. Η ανθολογία είναι έτοιμη να φύγει από το συρτάρι του γραφείου μου και να πάρει την άγουσα για τις εκδόσεις Ζήτρος κι από εκεί (αν όλα πάνε καλά) να γίνει βιβλίο, είκοσι χρόνια μετά το πρώτο της αδερφάκι. Δεν είναι αυτό που βλέπετε το εξώφυλλο. Δεν είναι δική μου δουλειά, όπως καταλαβαίνετε. Εγώ έπαιξα λίγο στο Photoshop για να δείξω στον Άη-Βασίλη τι θέλω (ανάμεσα σε άλλα, που δεν τα λέω εδώ) να μου φέρει το 2007 και κλείνω το 2006 μ’ αυτήν την ανάρτηση στο διαδίκτυο και όχι με άλλη που είχα κατά νου για πολιτική και δημοτικές εκλογές και άλλες «παρασπονδίες» μου.
Καλή χρονιά!

Τρίτη, Δεκεμβρίου 05, 2006

graffiti σ’ εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο φυτοφαρμάκων


ΔΙΑΝΑ, off
graffiti σ’ εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο φυτοφαρμάκων

Αυτό το τέλος μοιάζει μ’ αρχή
η ανάσα κοφτή το χρώμα με ήχους,
σε τοίχους γυμνούς, σε τούβλα κοινά

οσμές πυρπολούνε με άχτι τα νεύρα
χέρια χορεύουνε ολόκληρες νύχτες
παλμοί, αλαλαγμοί, παρέες και φίλοι
κενά της ζωής, άδεια βαρέλια
χαμόγελα τοξικά
χαρακιές για φορτία,
για μέρες που απομένουν,
για στολίδια που βαραίνουν


σωλήνες, φλέβες βρωμερές
από τσιμέντα βγαίνουν και χάσκουν

γέρνουν στο πουθενά
βρύσες που ξέχασαν να στάζουν
στεγνές
σιωπηρές
τρομερές
πληγές

ναι, χρώματα που μιλάνε
και δάση και τρένα και σηματοδότες
και γυναίκες και βλέμματα και αριθμοί
και φως και οργή


ποια μάνα;
ποιος φίλος;

ποιοι είναι αυτοί;
πούθε βαστούνε και τι θε να πούνε;

μιλάνε τα λόγια, μιλάνε τα μάτια,
μα τα πινέλα, κυρίως, τα σπρέυ τα ρημάδια
αφήνουν τις ουσίες να τρυπάνε το χώμα
σημάδια σε σώματα, μελάνια στο αίμα

κανείς δεν περίμενε
το άδειο κουφάρι τις νύχτες ν’ αλλάζει
μ’ ανάσες τοξικές, σκοτεινά να γιορτάζει


ποια λόγια;
ποια χάδια;
ποια αγόρια,
ποια κορίτσια
τυλίξαν τα χνώτα τους με θείο κι αφιόνι;

ποια μάτια περίμεναν πως θα ’ρχονταν να δούνε;
ποια χείλη θα άνοιγαν κουβέντα να πούνε;

δε βάφουν πλατείες και δρόμους με πλήθος
βάφουνε χάσιμο, τρέλα και χτύπο στο στήθος

κρυμμένες εικόνες
δοκίμια, ασκήσεις

μαντήλια στη μύτη
κολλύρια στο μάτι
διαβάτη κόπιασε
κοίτα και φύγε

ποιοι ήταν;
πού πήγαν;
πότε θα ’ρθούνε;

ρώτα τα χρώματα
μπορεί να σου πούνε


Υ.Γ. Οι κινητοποιήσεις πολιτών και Τοπικής Αυτοδιοίκησης έφε­ραν, μετά από δεκαετίες, ένα πρώτο αποτέλεσμα.
Το τελευταίο φορτίο των εγκαταλελειμμένων φυτοφαρμάκων του πρώην εργοστασίου ΔΙΑΝΑ, το οποίο βρίσκεται στα όρια του Δήμου Ευκαρπίας αλλά το φορτώθηκε πολιτικά και περιβαλλοντικά ο Δήμος Σταυρούπολης, έφυγε τον Οκτώβριο του 2006.
Η έντονη οσμή που παραμένει στο χώρο, υπενθυμίζει στον καθένα πως μένουν να γίνουν πολλά ακόμη σε πολιτικό επίπεδο, ώστε η ΔΙΑΝΑ να μείνει μόνο σαν ανάμνηση.
Το ερειπωμένο εργοστάσιο όμως, για όποιον αντέξει να το περπατήσει, φανερώνει και μιαν άγνωστη πτυχή του.
Κάποιοι, (Μετρώντας τις δυνάμεις τους; Μη βρίσκοντας αλλού ελεύθερες επιφάνειες; Θέλοντας κάτι άλλο;), επιδόθηκαν στην τέχνη του graffiti στους μολυσμένους τοίχους.
Αυτήν την ομορφιά οσμίστηκε και αναδεικνύει το δεύτερο Κλειδί της Πόλης
γράφει στο εισαγωγικό του σημείωμα το ετήσιο τεύχος του ΚΛΕΙΔΙΟΥ που συνοδεύει το τελευταίο τεύχος του τριμηνιαίου περιοδικού του Δήμου Σταυρούπολης, την ΠΟΛΗ για να εισάγει στο θέμα του, τα graffiti στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο φυτοφαρμάκων ΔΙΑΝΑ, τον εφιάλτη της δυτικής Θεσσαλονίκης για πολλά χρόνια. Το τσαλίμι, ηθικός και ένας εκ των φυσικών αυτουργών αυτής της έκδοσης, αναλαμβάνει την ευθύνη του δια της παρούσης αναρτήσεως στο διαδίκτυο και προτείνει στους Σταυρουπολίτες, κυρίως, να αναζητήσουν το καλλιτεχνικό αυτό ΚΛΕΙΔΙ που διατίθεται δωρεάν σε 2000 μόνο αντίτυπα.


Σάββατο, Δεκεμβρίου 02, 2006

Όταν η τέχνη έχει κέφια και την φροντίζουν μερακλήδες

Εδώ και πολύ καιρό, μετά από πολλές παραστάσεις διαφόρων θιάσων, μια μικρή συλλογή λέξεων γυρόφερνε στο μυαλό μου και περιέγραφε τα συναισθήματα και τη γνώμη μου για ό,τι είδα και υπέμεινα: σπατάλη, ψεύτικο, δήθεν, επηρμένο, μη χειρότερα και πάει λέγοντας. Όταν έβλεπα να γίνονται επιλογές που δεν τις καταλάβαινα και διάβαζα για μεγάλα και τρανά έργα και εμπνευσμένες σκηνοθεσίες, όλο και πιο συχνά σκεφτόμουν το παραμύθι και το βασιλιά που ήταν γυμνός ο φουκαράς κι όλοι καμώνονταν πως κάτι έβλεπαν.
Όχι όμως χθες.
Παρόλο που η ανακοίνωση του θέματος του έργου δεν μ’ ενθουσίαζε «καταπιεσμένη σύζυγος δια του εραστού σκοτώνει το σατράπη σύζυγο και καταλήγει στην ηλεκτρική καρέκλα» ένα στοιχείο μ’ έκανε να θέλω να τη δώ. 28 ηθοποιοί σ’ ένα έργο το οποίο πιο πολύ θα έφερνε σε μονόλογο κάποιου πικραμένου. Τι ακριβώς θα έκαναν όλοι αυτοί πάνω στη σκηνή υπηρετώντας ένα κοινό θέμα; Πληροφορίες από τεχνικούς του θεάτρου έλεγαν πως γίνεται χαμός στην τεράστια σκηνή της ΕΜΣ και ότι είναι πολύ δύσκολο τεχνικά το έργο. Επί πλέον στοιχεία: Άγνωστη σε μένα σκηνοθέτις και πρωταγωνίστρια.
Πήγα στην πρεμιέρα και όταν βγήκα έψαχνα σε τέτοιες λέξεις να βρω τι θα ταίριαζε σ’ αυτό που είδα: συγκλονιστικό, συναρπαστικό, εμπνευσμένο. Με λίγα λόγια μια επιλογή εύστοχη για μια κρατική σκηνή: και η επιλογή του έργου και η επιλογή των συνεργατών.
Επί τέλους και μια παράσταση με υπαινικτικό λόγο και εικόνα, με απαγορευμένη την άσκοπη τσιρίδα, το τρεχαλητό πάνω στη σκηνή και το ξεκατίνιασμα με τα δήθεν προοδευτικά ξεγυμνώματα των - νεαρών - κοριτσιών και αγοριών από κουλτουριάρηδες σκηνοθέτες.
Δεν ξέρω τι θα γραφτεί, δεν ξέρω πόσοι θα πάνε να δούνε την παράσταση αλλά όποιος δεν δει αυτήν την Μαρίνα Ψάλτη να παίζει θέατρο κάτι θα έχει χάσει και όποιος δεν δει τι βάζει να γίνεται, σε μια γκαρσονιέρα από έναν τυχοδιώκτη εραστή και μια - στερημένη χαράς- παντρεμένη γυναίκα, η σκηνοθέτιδα Νικαίτη Κοντούρη θα έχει στερηθεί της ευκαιρίας να απολαύσει τρυφερότητα, αισθαντικότητα, μεστή υποκριτική και αληθινή- θεατρική μα και ανθρώπινη- αξιοπρέπεια.

Όλα ήταν άψογα μα η αναφορά εδώ στα σκηνικά και στη μουσική και στο δυναμικό του ΚΘΒΕ θα ξέφευγε της λογικής της ημερολογιακής καταγραφής και θα το έπαιζε κριτική. Όχι. Καταγράφω αυτά που θέλω πολύ να θυμάμαι. Όταν η τέχνη έχει κέφια και την φροντίζουν μερακλήδες γίνονται πράγματα που θέλεις να τα θυμάσαι.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2006

Άλλων τσαλίμια που τα ζηλεύω / 4

Η «ντιζέζ» του Σάκη Σερέφα είναι ένα βιβλίο που μοσχοβολάει κέφι και ταλέντο.
Ο συγγραφέας στήνει ένα τρελό χορό με λέξεις που άλλες τις λέει κι άλλες τις κρύβει, με ανθρώπους που τους προικίζει με σουσούμια και γινάτια , με μια γλώσσα που αφηγείται και γητεύει.
Ένα τσαλίμι αλλιώτικο από τ’ άλλα, μια έντυπη δεξιοτεχνία, μαστοριά συγγραφική και δροσιά σχεδιαστική.
Μια αληθινή ιστορία, βγαλμένη μέσα από τη ζωή. Μια αληθινήζωή, βγαλμένη μέσα από τη συγγραφή.
Από τα λίγα βιβλία που ξεπερνούν το θέμα τους και αναδεικνύουν τη γραφή αυτή καθεαυτή, ντιζέζα μερακλού και καταφερτζού.

11/12/2006, προσθήκη εκ των υστέρων, αφού η τεχνολογία το επιτρέπει: Αλέξης Σταμάτης

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

Το πλαστικό μπουκάλι

Ο γλύπτης έστηνε στο πεζοδρόμιο, μπροστά από τη γαλακτοβιομηχανία, το τεράστιο γύψινο μπουκάλι, ομοίωμα του πλαστικού μπουκαλιού στο οποίο συσκευαζόταν το παστεριωμένο γάλα. Το θρυλικό εκείνο μπουκάλι που γλίτωσε τις νοικοκυρές από τον βραχνά της επιστροφής του παλαιότερου γυάλινου αλλά και λιγόστεψε τις δουλειές των πλανόδιων γαλατάδων. Συνόδευε τις πρωινές τυρόπιτες και με τις δύο ποικιλίες του. Άσπρο και κακάο. Οι μαθητές που κατευθύνονταν προς το μοναδικό γυμνάσιο των δυτικών συνοικιών, είχαν δει τον γλύπτη να εργάζεται σ’ εκείνο το γύψινο ομοίωμα που ήταν το πρώτο γλυπτό σε δημόσια θέα στη συνοικία. Οι ίδιοι μαθητές πρόλαβαν και την αποκαθήλωση. Το πλαστικό βλάπτει σοβαρά την υγεία και η εταιρία διάλεξε μια χάρτινη συσκευασία σ’ ένα μακρόστενο σχήμα. Δεν χρειαζόταν πια γλύπτης. Ο τεχνίτης που τον αντικατέστησε κατέστρεφε τις λευκές καμπύλες και έστηνε στη θέση τους το επίπεδο σχήμα με το κόκκινο χρώμα. Το πλαστικό που έφυγε από τη συσκευασία μπήκε στο νέο κατασκεύασμα και του έδινε τη δυνατότητα να φωτίζεται από το εσωτερικό του. Ένα γλυπτό έφυγε, μια φωτεινή διαφήμιση ήρθε. Σειρά να φύγει τελείως από την περιοχή είχε πια η ίδια η γαλακτοβιομηχανία. Το πλαστικό ομοίωμα της χάρτινης συσκευασίας ρήμαξε εγκαταλελειμμένο και έμεινε μόνο η τσιμεντένια βάση του. Όλο το κτιριακό συγκρότημα ήταν πια ένα θλιβερό κουφάρι που κρατούσε φυλακισμένη πολύτιμη γη. Μεγαλόσχημες εταιρίες, τράπεζες και επιτήδειοι εργολάβοι πολιορκούσαν τον δήμαρχο για να μπορέσουν να πατήσουν πόδι στο πιο γωνιακό μαγαζί της συνοικίας. Μιας συνοικίας που γέμισε με κόσμο αλλά δεν αξιώθηκε να τον κρατήσει στα μικρά καταστήματά της˙ τον έβλεπε να ξοδεύει τα χρήματά του στο κέντρο της πόλης. Μια αγορά. Να τι της έλειπε. Μ’ αυτήν την πρόταση γλύκαιναν τ’ αυτιά του δημάρχου οι καλοθελητές.
Τα βιβλία που γράφτηκαν για τους καταυλισμούς των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής δεν κάνουν λόγο για τον καταυλισμό που στήθηκε πάνω στα παλιά θαλάματα και διατήρησε το όνομα που είχε η περιοχή από τους προηγούμενους πρόσφυγες. Δεν ήταν μικρός ο καταυλισμός. Μόνο που οι πρόσφυγες αυτοί, δήλωσαν όλοι αστοί και δεν τους διανεμήθηκε αγροτική γη για εκμετάλλευση. Οι λίγοι Καυκάσιοι που ήρθαν αρχικά μαζί τους και τους θέρισε η ελονοσία και οι πυρετοί, τράβηξαν την ανηφόρα και έστησαν τα νοικοκυριά τους στο παλιό τσιφλίκι. Αυτοί δηλώθηκαν αγρότες και απέκτησαν χωράφια. Η μόνη από τις συνοικίες της δυτικής πλευράς της μεγάλης πόλης που δεν διαθέτει ελεύθερους χώρους για να χτίσουν οι δήμαρχοι σχολεία και πάρκα, είναι η συνοικία που σημαδεύεται από τον πανάρχαιο δρόμο και τον, ακόμα παλιότερο, χείμαρρο. Νεκροταφεία, στρατόπεδο, ψυχιατρείο, γηροκομείο, καπνομάγαζα, ακόμα και βιομηχανίες, είναι φυτεμένα στο κέντρο της και της στερούν ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη αγοράς. Η λύση θα έρθει, όταν φύγουν κάποια από αυτά. Το μεγάλο φιλέτο είναι το στρατόπεδο, αλλά και το κοψίδι που θα αφήσει πίσω της η γαλακτοβιομηχανία, καλό είναι. Όταν λοιπόν τα χρέη της γαλακτοβιομηχανίας θέριεψαν, η τράπεζα που είχε δώσει τα δάνεια, την έβγαλε στο σφυρί. Όποιος όμως και να αγόραζε την γη, έπρεπε να βρει την άκρη και με το δημοτικό συμβούλιο, για να κτίσει ό,τι ήθελε αυτός και όχι ό,τι προγραμμάτιζε εκείνο. Κι εκείνο, περισσότερο για να κρατάει τους τύπους παρά επειδή κάτι γνώριζε, προγραμμάτιζε. Οι δουλειές του δήμου είχαν πια μεγαλώσει. Διέθετε γραφεία που διαχειρίζονταν μεγάλα κονδύλια, απέκτησαν επαφή με πρώην τραπεζίτες που ιδιώτευαν και ενεργούσαν για λογαριασμό επιχειρηματιών που έμεναν στο παρασκήνιο, έφερναν μασημένη τροφή στο δημοτικό συμβούλιο: να ψηφίσει ή να μην ψηφίσει την πρόταση της υπηρεσίας, την πρόταση που υποστηρίζεται από το τάδε μελετητικό γραφείο και που θα συναντήσει έντονο επιχειρηματικό ενδιαφέρον γιατί είναι εμπνευσμένη και διατυπώθηκε σύμφωνα με όλους τους κανόνες της δημοκρατίας. Ήταν κι αυτός πρόσφυγας τρίτης γενιάς. Μόλις απέκτησε το δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές, το άσκησε. Και βγήκε. Ο παλιός δήμαρχος, αυτός που έκανε στην εξορία και που απάλλαξε τη συνοικία από τις λάσπες, μετά από τρεις θητείες, παρέδωσε την εξουσία σε άλλον. Τρεις θητείες συμπλήρωνε κι αυτός με την τελευταία του εκλογή. Ο παλιός δήμαρχος το πήρε προσωπικά και διεκδίκησε ξανά το αξίωμα, αλλά απέτυχε. Είναι τώρα δημοτικός σύμβουλος. Μαζί του είχε κατέβει στις εκλογές και ο νεαρός που εκλέχτηκε για πρώτη φορά, με την πρώτη απόπειρά του. Το απέδωσε στην καταγωγή του και στις καλές σπουδές του. Μπορεί να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα πως αν δεν είσαι εργολάβος, γιατρός ή δικηγόρος δεν μπορείς να εκλεγείς δήμαρχος ή βουλευτής, αλλά δημοτικός σύμβουλος μπορείς. Αυτό έδειξαν οι προηγούμενες δημοτικές εκλογές. Τον παρότρυνε και ο πατέρας του να βάλει υποψηφιότητα. Κοινοτικός σύμβουλος υπήρξε ο παππούς και για την εργατικότητά του, έχουν να λένε όλοι στην συνοικία. Ο νεαρός δημοτικός σύμβουλος περίμενε με μεγάλη αγωνία τη συνεδρίαση, στην οποία θα συζητιόταν η έγκριση της πρώτης μελέτης, για την αξιοποίηση της γης που άφηνε πίσω της η γαλακτοβιομηχανία. Συμμαθητής του συμμετείχε στην ομάδα που συνέταξε τη μελέτη. Στα ίδια χώματα, δίπλα στο ρέμα, πίσω από την βιομηχανία που φεύγει, παίζανε μικροί. Είχανε φίλους που μένανε στα αυθαίρετα σπίτια που χτίσανε οι πατεράδες τους μέσα στο ρέμα και οι τοίχοι τους ακουμπούσαν στα ντουβάρια της βιομηχανίας. Στεκόντουσαν απέναντι στον δρόμο και βλέπανε τον γλύπτη να στήνει το γύψινο ομοίωμα και θαυμάζανε την τέχνη του. Από τότε έβαλαν και οι δύο τους το γάλα στην καθημερινή τους διατροφή. Με δέος περνούσαν μπροστά από τη σιδερένια πόρτα που σφράγιζε τα Εβραίικα μνήματα, απέναντι ακριβώς από τη γαλακτοβιομηχανία˙ άκουγαν τα γαβγίσματα του τρομερού λυκόσκυλου από τη μέσα μεριά της πόρτας˙ τέντωναν τον λαιμό τους για να δουν στο εσωτερικό του κοιμητηρίου, στο σημείο που ο περίβολος χαμήλωνε λίγο˙ περνούσαν τον δρόμο και αγόραζαν από ένα μικρό κακάο στο πρατήριο δίπλα στην πύλη και συνέχιζαν το περπάτημα για το γυμνάσιο. Δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η πρόταση τούς προειδοποιούσε πως δεν είχαν το δικαίωμα να στερήσουν από τη συνοικία τους την ευκαιρία να φιλοξενήσει ένα πολυτελές συγκρότημα πολυκινηματογράφων. Έρευνες έδειξαν πως το ενδιαφέρον σοβαρών επιχειρηματιών του χώρου στρέφεται προς τα δυτικά της πόλης. Θα έδιναν και στο δήμο κάποια διαμερίσματα. Δεν έκαναν καμία αναφορά στο τι θα γίνουν τα αυθαίρετα, επειδή εκείνο το πρόβλημα είναι πολύ σύνθετο και θα ήταν προτιμότερο να αποτελέσει αντικείμενο άλλης μελέτης. Τα κοιμητήρια που θα γειτόνευαν με τους σινεμάδες, ούτε που τα πρόσεξαν. Έπρεπε να κινηθεί ο δήμος δραστήρια και γρήγορα για να μη χάσει την ευκαιρία. Το δημοτικό συμβούλιο έπρεπε να ψηφίσει θετικά και να προχωρήσει στην ανάθεση του δεύτερου σταδίου της μελέτης, στο ίδιο φυσικά γραφείο. Ψήφισε αρνητικά και ένιωσε πως μεγάλωσε απότομα, αν και, μετά τον συμμαθητή του. Τελείως διαφορετικά πράγματα περίμενε ν’ ακούσει. Γι’ αυτό άλλωστε δεν επεδίωξε να συναντήσει νωρίτερα τον φίλο του και να συζητήσουν. Ήθελε να δει ποιος από τους δυο τους θα ξεπερνούσε τον άλλον σε ευρηματικότητα. Τώρα ξέρει. Από εκείνη τη συνεδρίαση και μετά, ο πρόσφυγας τρίτης γενιάς, κάθε φορά που περπατάει σε χώμα, ρίχνει με δύναμη από καμιά σκαφτή κλωτσιά. Έχει την κρυφή κι ανομολόγητη ελπίδα, να ξεθάψει κάποτε ένα θαμμένο πλαστικό μπουκάλι που, δεν μπορεί, κάποιο στοργικό χώμα θα το σκέπασε και περιμένει με υπομονή την τρυφερή κλωτσιά για να ξαναβγεί στο φως. Όσο υπάρχει ακόμα χώμα σ’ αυτήν την πλευρά της πόλης. Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), από τον Μάρτιο 2001 έως τον Σεπτέμβριο 2003. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. κι

Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006

Μιραμπέλ



Πριν τέσσερα χρόνια (7/9/2002), για τις ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης, μεταποίησα ένα όμορφο διήγημα (Ρενέ Αβιλές Φαβίλα, Η Μιραμπέλ, διήγημα, μετάφραση Τερέσα Καστινέιρα, περ. Χάρτης, αρ. 24, Αθήνα, Μάιος 1987) σε μπαλάντα. Η παράσταση ανέβηκε μία και μοναδική φορά, η μπαλάντα τραγουδήθηκε πολύ όμορφα. Η εικόνα που λάμπει στην οθόνη, ξεσηκώθηκε από την εφημερίδα Καθημερινή (11/8/2002) από κείμενο για μία έκθεση, χωρίς αναφορά στον καλλιτέχνη δυστυχώς και κοσμούσε την πρόσκληση για την παράσταση. Τίτλος της παράστασης, στίχος της Κικής Δημουλά: Σκύβοντας, ουρανό ατένιζα. Θέμα της και υλικό της, κείμενα που μιλάνε για γυναίκες. Μια από τις γυναίκες, η άτυχη Μιραμπέλ.
Γίνονται στα blogs αφιερώσεις; Αν γίνονται, τότε αφιερωμένο στη magica

Ι
Ήτανε μάγισσα, το ήξερα καλά
ας πέθαινε, μα ήθελα γερό χαρτί να έχω
ήταν κακότροπο παιδί του Σατανά
κι εγώ το νόμο του Θεού καλά κατέχω.

Με τράβηξε η σπάνιά της ομορφιά
με βύθισε στον έρωτά της με απάτη
έριχνε σκόνη στον καφέ για σιγουριά
και στο λαιμό για φυλαχτό είχε ’να μάτι.
Δεν έφαγα της Μιραμπέλ το φαγητό
ανθρώπων κόκαλα και βάτραχων το αίμα
και αν υπέκυψα στον πόθο τον ερωτικό
οι ουσίες φταίγανε και το κακόβουλο το πνεύμα.

Είδα ταινίες με βρικόλακες στοιχειά
σπούδασα τρόμο στων βιβλίων το χαρτί,
βρήκα απάντηση, σωστή όσο καμιά:
στα μάγια, όπλα, ο σταυρός και το σπαθί.

ΙΙ
Έπρεπε κάποτε με όλα να τελειώσω
ήθελα μόνο την κατάλληλη στιγμή
έβρεχε κι ήξερα πως πρέπει να σκοτώσω
παντού βασίλευε μια νεκρική σιωπή.
Γύρω στις δώδεκα έκανα πως κοιμόμουν
ήρθε μ’ ακούμπησε και είπε τ’ όνομά μου
δεν της απάντησα και όπως το φοβόμουν
αποτραβήχτηκε αργά από σιμά μου.
Απ’ την κουζίνα ήρθανε οι μυρωδιές
η Μιραμπέλ πάνω στη χύτρα ανταριασμένη
με μάτια κόκκινα και με διαολοπροσευχές
ετοίμαζε φαρμάκια η κολασμένη.
Στα χρόνια μας δεν γίνεται να δικαστεί
και ούτε να καεί σαν μάγισσα μεσ’ στην πλατεία
εμένα έστειλε ο Θεός για δικαστή
να καθαρίσω απ’ τη βρωμιά την κοινωνία.
Κουράγιο μάζεψα και, ναι τ’ ομολογώ
ο φόβος πέτρωνε το νου και την καρδιά μου
πήρα το όπλο το βαρύ και το παλιό
και το εγύρισα προς την διαόλισσά μου.
Να πεθάνεις εις το όνομα του Θεού
φώναξα, πέθανε πια κακούργο τέρας
κι άδειασα πάνω της φυσίγγια κυνηγιού
κι άδειασα πάνω της τον ήλιο της ημέρας.
Το μόνο που άκουσα ήτανε μια κραυγή
κι όλα σταμάτησαν γύρω μου να κινούνται
περίμενα μ’ όλη μου την υπομονή
αερικά να ’ρθουν και φλόγες να αιωρούνται.
Τίποτε δεν συνέβηκε ποτέ
η μάγισσά μου ήταν ένα πτώμα
κι όταν με βρήκαν αστυνόμοι, δικασταί
στην ίδια στάση ήμουν και περίμενα ακόμα.

ΙΙΙ
Δεν ήταν μάγισσα, το έμαθα αργά
στην αίθουσα, το έμαθα, ενός δικαστηρίου
για μένα σπούδαζε της γεύσης μυστικά
απ’ τις σελίδες του Τσελεμεντέ κι ενός βοτανικού εγχειριδίου.

Η τιμωρία μου δεν είναι η φυλακή
αλλά της Μιραμπέλ η άγια ομορφιά της
ακούγεται την νύχτα η κακή μου η φωνή
να θέλει μάγια να ζεστάνουν και πάλι όπως πρώτα την καρδιά της.
Στον άλλο κόσμο σκέφτομαι αν θα την βρω,
κι αν θα την βρω εάν θα μ’ έχει συγχωρέσει
μα αμφιβάλλω, καταλαβαίνετε θαρρώ
η επιστήμη σ’ άλλον κόσμο δεν έχει μέχρι σήμερα πιστέψει.

Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006

Άλλων τσαλίμια που τα ζηλεύω / 3



Η απεργία των εκπαιδευτικών μπαίνει σε άλλη φάση.
Ο διάλογος τώρα έχει σα θέμα την αναπλήρωση των χαμένων ωρών, κυρίως για τους μαθητές των Δημοτικών Σχολείων.
Ο Ανδρέας Πετρουλάκης μ’ αυτό το σκίτσο δίνει ένα μάθημα οξυδέρκειας και πολιτικού σχολιασμού με χιούμορ και ευστοχία που δεν αφήνει περιθώρια για κανενός είδους εξυπνάδα. Υψηλού επιπέδου τέχνη κάτω από το βραχνά του καθημερινού σκιτσαρίσματος, τη γκιλοτίνα της ρουτίνας. Όταν το ταλέντο υπάρχει, όσο κι αν το ξοδεύεις, βρίσκει τρόπο και σκάει μύτη σαν ένα λαμπερό χαμόγελο που καταυγάζει τη μιζέρια.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2006

Αντέχουν τα λουλούδια εκλογές;

Τη μπουκαμβίλια στα δεξιά του γραφείου μου, την αγόρασα την Παρασκευή πριν την πρώτη Κυριακή των Δημοτικών Εκλογών από τη λαϊκή αγορά, που γίνεται κάτω ακριβώς από το παράθυρό μου.
Αν πήγαιναν καλά τα πράγματα, θα της αγόραζα μια γυάλινη γλάστρα για να βλέπω τις ρίζες της να μεγαλώνουν…

Δημοτικές εκλογές 2006, Δήμος Σταυρούπολης, 5929 έγκυρα ψηφοδέλτια στην παράταξή μου από ένα σύνολο 16877 έγκυρων ψηφοδελτίων. Αυτοί που ψήφισαν ήταν 18645 ενώ μπορούσαν να ψηφίσουν 23124. Έλαβα 124 σταυρούς σύμφωνα με την ανακοίνωση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ισοψηφώ με μία συνυποψήφιά μου στην 33η θέση του ψηφοδελτίου μας σε σύνολο 41 θέσεων.

Πώς τα πήγα;

124:5929=0,02091415078428065441052454039467
Από τους 100 που ψήφισαν την παράταξη οι 98 δεν θέλανε να χαλαλίσουνε ούτε έναν από τους δύο σταυρούς που είχαν δικαίωμα.

124:(5929Χ2)= 0,010457075392140327205262270197335
Αυτή η διαίρεση δεν λέει και πολλά πράγματα ή τα λέει όλα.
Από τους 100 σταυρούς που θα μπορούσαν να πάνε στην παράταξη μόνο ένας θα βρισκόταν μπροστά από το όνομά μου.

Τι θέλανε να μου πούνε όλοι αυτοί οι δημότες της πόλης μου οι οποίοι επέλεξαν την παράταξη στην οποία κι εγώ ανήκα;

Στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές είχα εκλεγεί με 176 σταυρούς.
Τότε (Τετάρτη 9.10.2002, bar Λεμπέτ), σε ένα προεκλογικό πάρτυ φίλων διάβασα ένα κείμενο για τους αριθμούς που είχαν σημαδέψει μέχρι τότε τη ζωή μου:

1970. Τρία χρόνια στη Θεσσαλονίκη και γυμνάσιο. Στ΄ Γυμνάσιο Αρρένων. Η διαδρομή από τον Εύοσμο στη Σταυρούπολη, ήταν μετρημένη με μία ΙΟΝ αμυγδάλου, η οποία με κρατούσε παρέα, ακριβώς μέχρι την εξώπορτα του σχολείου. Ακόμη δεν μπορούσε να μ’ ενδιαφέρει η συνοικία. Έβλεπα το μεγάλο δρόμο, την οδό Λαγκαδά και καταλάβαινα. Πού αλλού να στηθεί σχολείο που να έχει μαθητές από το Δενδροπόταμο, την Επτάλοφο, την Ξηροκρήνη, τον Εύοσμο, το Κορδελιό, την Ηλιούπολη, τη Σταυρούπολη, την Πολίχνη, τη Νεάπολη, την Ευκαρπία, το Ωραιόκαστρο και τη Λητή; Τριάντα δύο χρόνια από τότε.
1976.Τα χρόνια του γυμνασίου τελειώνουν. Έξι ολόκληρα χρόνια στο ίδιο σχολείο, που εν τω μεταξύ έπαψε να είναι το μοναδικό των δυτικών συνοικιών. Εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο, βιογραφικό στην Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας αλλά τέλεια αδυναμία να καταφέρω να ταιριάξω με τους μετανάστες φοιτητές και τα χούγια τους. Γνωριμία εξ αιτίας της αδερφής μου με τον Πανσπουδαστικό σύλλογο Σταυρούπολης, κομματική μεταγραφή από το Πανεπιστήμιο και η πολιτική μου σταδιοδρομία ξεκινούσε στην ίδια συνοικία όπου έβγαλα το εξατάξιο γυμνάσιο και με δραστηριότητες που από τότε με σημαδεύουν. Μέχρι σήμερα. Εικοσιέξι χρόνια.
1978.Έντονη φοιτητική ζωή, με γκαλερί, κινηματογράφους, Alle house και τα υποχρεωτικά εργαστήρια. Η χρονιά πήγαινε με τα τέσσερα, ήρθε κι ο σεισμός και την αποτελείωσε. Φαινόταν πια καθαρά πως θα έκανα το Φυσικό, Ιατρική: έξι χρόνια. Δεν με πείραζε όμως. Ανακάλυπτα έναν κόσμο που με ενθουσίαζε. Τα χρόνια στον Πανσπουδαστικό ήταν από τα πιο παραγωγικά. Την προηγούμενη χρονιά είχα δώσει την μάχη μου μ’ αυτούς που θεωρούσα παλιά φρουρά και που τους κατηγορούσα πως πρόσεχαν περισσότερο το κόμμα τους παρά το σύλλογο. Οι εκλογές του 1977 ήταν η αφορμή να φανεί μια αντιπολίτευση που δεν είχε σχέση με ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ. Στο στόχαστρό μου ήταν και ο γαμπρός μου ο Αλεξιάδης με την αδερφή μου και ο Αναστασιάδης με την Βούλα και τον Σερασίδη, οι οποίοι απάρτιζαν τότε το ΔΣ. Την είχα κερδίσει εκείνη τη μάχη. Έτσι, το 1978 ήμουν πια έτοιμος να βοηθήσω περισσότερο τον πολιτικό μου χώρο. Ο Χρήστος Τσακίρης διεκδικούσε τη δημαρχία και τάχθηκα στο πλευρό του. Έγραφα τα πανώ και στόλιζα με γελοιογραφίες μου το εκλογικό του κέντρο. Τα καταφέραμε. Βγήκε δήμαρχος. Πέρασαν εικοσιτέσσερα χρόνια από τότε.
1981.Η ρετσινιά του διανοούμενου και του κουλτουριάρη αμαύρωνε την κομματική μου εικόνα. Οι διάφοροι επίδοξοι καθοδηγητές μου επέμεναν να μου μεταφέρουν τη νέα κομματική γραμμή κι εγώ, μαζί με τον Τσιπίδη τότε και λίγο πριν με τον Φωτιάδη τον Ρούλη και μ’ άλλους κάναμε τα δικά μας. Ο σύλλογος τα πήγαινε καλά, αλλά η σχέση με το κόμμα όλο και στράβωνε. Το δεκαεφτά τα εκατό, σαν εκλογικός στόχος, μου έκοβε τα πόδια. Ένιωθα προδότης που δεν πίστευα πως μπορούσε το ΚΚΕ να μπει στη δεύτερη κατανομή. Η παρουσία μου στο σύλλογο μ’ έκανε να γνωρίσω και κάποια πράγματα από την ίδια τη συνοικία. Γνώρισα τους παππούδες της Εθνικής αντίστασης και αγράμματους που μάθαιναν ανάγνωση στα γραφεία με τον Ριζοσπάστη. Από τις καλύτερές μου στιγμές ήταν οι μάχες με την αστυνομία για να μπορέσουν οι αγωνιστές να παρελάσουν με τα λάβαρα της Εθνικής Αντίστασης. Έγινε η αλλαγή με τον Ανδρέα Παπανδρέου και αντέδρασα όσο μπορούσα στο πρώτο του φιρμάνι που έλεγε πως οι κατά τόπους δήμαρχοι θα καταθέτουν στο εξής στεφάνια εκ μέρους των αγωνιστών. Δεν το χωρούσε το μυαλό μου. Μπορεί να συγχώρεσα τον Τσακίρη που το 1979 δεν επέτρεψε στο σύλλογο να κάνει εκδήλωση για την ειρήνη με Bob Dylan και Joan Baez μαζί με Σαββόπουλο και Λεοντή, αλλά δεν πίστευα πως θα συμμετείχε στο περίφημο moratorium. Την προηγούμενη ακριβώς χρόνια ένας αγωνιστής της Αντίστασης, σε διπλανή συνοικία, υπέκυψε πάνω στα επεισόδια με την αστυνομία. Κι άντε εμείς είχαμε αριστερό δήμαρχο. Ποιος θα εκπροσωπούσε ποιον σε άλλους δήμους; Το πράγμα όμως χειροτέρεψε όταν κατάλαβα πως το ΚΚΕ που δεν αντέδρασε στον Ανδρέα, δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του με τους μικρούς. Δεν επιτρεπόταν λοιπόν στο ΚΚΕ εσωτερικού και στο Ρήγα Φεραίο να καταθέσουν στεφάνι επειδή το κόμμα αυτό δεν εκπροσωπούνταν στη βουλή. Κι οι Ρηγάδες είχαν τη φαεινή ιδέα να δώσουν το στεφάνι τους σ’ έναν παππού, που δεν τον ήξερα αλλά άκουγα πως υπήρξε Μακρονησιώτης κι άντεξε χωρίς να κάνει δήλωση. Δεν μ’ ενδιέφερε και δεν μ’ ενδιαφέρει ακόμα τι ακριβώς έκανε παλιά αυτός ο άνθρωπος. Εκείνη τη στιγμή τα μάτια μου έβλεπαν μιαν απαίσια πράξη: σκύβω το κεφάλι στον μεγάλο και τρίβω την μούρη του μικρού. Όταν λοιπόν ήρθε η σειρά του παππού, η πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου διέταξε την μπάντα (τρομάρα μας, λόγω πολιτιστικής πολιτικής διαθέταμε και μπάντα), να παίξει τον εθνικό ύμνο κηρύσσοντας το τέλος της γιορτής. Ο παππούς έμεινε μετέωρος και σαστισμένος. Ακόμα καμαρώνω από τότε που, μαζί με τον αδελφικό μου φίλο και σύντροφο στην ΚΝΕ, κάναμε χωρίς να το πολυσκεφτούμε ένα βήμα μπροστά χειροκροτώντας με δύναμη τον παππού ο οποίος αναθάρρησε, κατέθεσε το στεφάνι του κι εμείς υπογράψαμε την κομματική μας καταδίκη. 1981. Εικοσιτέσσερα χρόνια από τότε.
1982.Παραβρέθηκα στη συνέλευση που με διέγραψε. Ετοίμαζα μια εκδήλωση με φίλους μου, με δικά μας τραγούδια και ποιήματα και μουσικές και ταινίες super 8. Μας κυνήγησαν. Όλες οι κόβες της Θεσσαλονίκης είχαν τα κείμενά μας και απαγόρευαν στους συλλόγους που ελέγχανε να μας βοηθήσουν. Βρέθηκε το Μουσικό Εργαστήρι Ευόσμου και στέγασε την προσπάθειά μας. Νιώθαμε νικητές. Το Νοέμβρη παίρνω το πτυχίο μου και πηγαίνω φαντάρος. Τα Χριστούγεννα τυπώνεται το τεύχος της Διαγωνίου με τα πρώτα μου ποιήματα. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ξεκίνησε το περιοδικό αυτό την χρονιά που γεννήθηκα, το 1958. Ένιωθα πως δεν μου αξίζει το κυνηγητό του ΚΚΕ. Ήμουν όμως αποφασισμένος να μην σταματήσω να κάνω ό,τι έκανα. Είκοσι χρόνια από τότε.
1989.Επτά χρόνια στη μεγάλη οικογένεια της ανένταχτης αριστεράς. Με συγγραφικό έργο που μεγάλωνε. Κι έρχεται το μεγάλο νέο. Τα βρίσκει ο Φλωράκης με τον Κύρκο. Η αριστερά ενώνεται. Για μένα, Κοσκωτάς και Παπανδρέου και παραγραφή και συνεργασία με Μητσοτάκη ήταν και παραμένουν λεπτομέρειες. Το μεγάλο γεγονός ήταν πως η Αριστερά ξαναμπαίνει στην πολιτική σκηνή και τραβάει τα φώτα πάνω της. Οι πρωταγωνιστές δεν άντεξαν. Ο Ανδρέας ξανά νίκησε, το ΚΚΕ ξανά τραβήχτηκε στο καβούκι του κι εγώ έμεινα από τότε να βλέπω με τη λάμψη του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, όταν προοδευτικά όλοι εγκατέλειπαν το σκάφος. Μένω ακόμη. Δεκατρία χρόνια από τότε.
1990.Το ΠΑΣΟΚ βγήκε στην αντεπίθεση. Επίσημα συνεργάστηκε με τον Τσακίρη και ανεπίσημα σηκώνει ψηλά το άστρο του Σπύρου Μπαρούτα. Είμαι λίγο μακριά από την πολιτική. Μ’ ενδιαφέρουν πολύ τα βιβλία μου και οι δημοσιεύσεις, αλλά έχω το σαράκι. Γίνεται η αλλαγή σε όλες σχεδόν τις δυτικές συνοικίες. Πέφτουν κάστρα. Πόσο ακόμα θα είμαι στην απέξω. Συμμετέχω σε κάποια προσπάθεια να στηθεί μια κίνηση πολιτών στον Εύοσμο και βρισκόμαστε σε καλό σχετικά δρόμο. Κολλάμε μόνο στο δυσκίνητο των πολλών ατόμων και την διστακτικότητα των παιδιών του ΚΚΕ να μπουν με ορμή στο παιχνίδι. Τότε με βρίσκουν δυο παλικάρια από Ηλιούπολη και η πρότασή τους μ’ ενθουσιάζει. Όχι μεγάλες κινήσεις και σχήματα. Αστική μη κερδοσκοπική Εταιρεία, εκπομπές σε ραδιόφωνο, ακτίνα δράσης οι δυτικές όλες, θέματα πολιτικής και τέχνης. Η Άλλη Πλευρά είναι γεγονός. Μια από τις καλύτερές μου στιγμές. Σαν αστείο λέγαμε μεταξύ μας πως ό,τι σχεδιάζουμε θα το περιλάβουν στα προγράμματά τους οι επόμενοι υποψήφιοι δήμαρχοι. Κι έτσι έγινε. Μονή Λαζαριστών, επανάχρηση βιομηχανικών κελυφών και καπνομάγαζα, τοπική ιστορία και άλλα πολλά. Δεν αντέξαμε πολύ. Ο Δήμος που κατά τη μεταπολίτευση προσπαθούσε να τονώσει τους μαζικούς φορείς και τα σωματεία τώρα τα απορρόφησε όλα. Στην περίπτωση της Άλλης Πλευράς, το τέλος ήρθε από την οργανική συμμετοχή μελών της, πρώτα στους εκλογικούς συνδυασμούς και κατόπιν στον ίδιο το Δήμο. Δώδεκα χρόνια από τότε.
1994.Για πρώτη φορά υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος. Οι συνεργάτες του Τσακίρη στο ψηφοδέλτιο της Δημοτικής Κίνησης για τη Σταυρούπολη και ο ίδιος ο Τσακίρης στη θέση του Πιλάτου. Αρνείται να πάρει θέση υπέρ κάποιου συνδυασμού, αφού φυσικά το ΚΚΕ κατεβάζει κι αυτό δικό του ψηφοδέλτιο. Βγάζουμε δύο συμβούλους και το 10% δεν είναι και πολύ άσχημο. Αυτό προσπαθώ να υπερασπιστώ εγώ μέσα στην παράταξη, αλλά κάποιοι άλλοι θεωρούσαν πως ηττηθήκαμε επειδή δεν πήραμε το δήμο. Το γεγονός πως ο Μπαρούτας τα κατάφερνε και πως το ΠΑΣΟΚ ακουμπούσε το 50% στη Σταυρούπολη, ούτε που το λογάριαζαν. Πριν οκτώ χρόνια.
1996.Ξέχασα να σας πω πως από το 1988 είμαι παντρεμένος κι από το 1993 διορισμένος με πρώτη οργανική στο Σουφλί. Το 1996 λοιπόν αποφασίζω να εγκατασταθώ στη Σταυρούπολη και ακούγοντάς το ο Μπάμπης ο Λαζαρίδης με φέρνει σ’ επαφή με τον Σπύρο Μπαρούτα ο οποίος πουλάει το σπίτι του. Να μην τα πολυλογούμε, είμαι πια οικογενειάρχης και κάτοικος Σταυρούπολης. Έχω έτοιμο το μεγάλο μου βιβλίο. Χριστούγεννα βγαίνει κι ας γράφει πάνω 1997 για ευνόητους λόγους.
1998.Η πολιτική είναι άτιμο πράγμα. Αλλιώς το έλεγε η μάννα μου αλλά δεν πειράζει. Ξανά δημοτικές. Δεν μπορεί ένα αριστερό ψηφοδέλτιο να κερδίσει τον δήμο όσο ασχολείται με την ενδοαριστερή φαγωμάρα και διάσπαση. Είμαι οπαδός της συνεργασίας με την παράταξη του Σπύρου Μπαρούτα και βρίσκομαι μ’ ένα μαγικό τρόπο να ηγούμαι ψηφοδελτίου που κατεβαίνει αυτόνομα και με τους μισούς που θέλανε αυτόνομη κάθοδο να λακίζουν και να πηγαίνουν με τον Μπαρούτα. Πήγα στο σπίτι του με τρία κορίτσια όπως κι αυτός. Κατέβηκα για δήμαρχος όπως κι αυτός. Με λέγανε Σπύρο όπως κι αυτόνα. Εκεί σταματάνε οι ομοιότητες. Αυτός βγήκε δήμαρχος κι έκανε και το γιο κι εγώ ξαναγύρισα στα βιβλία. Πριν τέσσερα χρόνια.
2000.Δεν μ’ αφήνουνε ν’ αγιάσω. Ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου, αμέσως μετά τις δημοτικές εκλογές του 1998 μου ζητάει ευθέως να στηρίξω τους πρώην συντρόφους μου και να γίνουμε πάλι φίλοι όπως παλιά. ΣΥΝ και ΠΑΣΟΚ μια αγκαλιά. Αρνούμαι. Μετά από δύο χρόνια μπαίνει στη ζωή μου ο Διαμαντής. Ελπίζω να μου βγει σε καλό γιατί ακόμα μέσα στη ζωή μου είναι. Μου προτείνει λοιπόν να κάνω κάτι για την ιστορία της Σταυρούπολης και μου υπόσχεται πως η πρότασή του δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική μου θέση. Δεν τον πιστεύω αλλά δέχομαι. Το Ιστορικό Αρχείο ξεκινάει την πορεία του. Μπορεί ο Διαμαντής να μην το συνέδεε με κάτι άλλο (που αμφιβάλλω) αλλά ο δήμαρχος και κάποιοι άλλοι σίγουρα το συνέδεαν. Γι’ αυτό και μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η δραστηριότητα ένιωθα περίπου σαν παράνομος κι ενώ είναι από τις πιο σημαντικές δουλειές μου, δεν μπόρεσα να τη χαρώ όπως θα ήθελα. Πριν δύο μόλις χρόνια.
2002.Τελείωσαν όλα πια. Και παρατάξεις με συντρόφους και μεγάλα λόγια. Οι μάχες δίνονται για να πετύχεις κάτι που το πιστεύεις πολύ. Καμιά φορά κι ένας φτάνει. Δεν θέλω κανενός είδους ομοφωνία. Γι’ αυτό είμαι στην Σύγχρονη πόλη. Επειδή διαφωνώ με κάποιους, επειδή συμφωνώ με άλλους κι επειδή ενθουσιάζομαι με λίγες πλευρές πολλών. Δεν είναι πάντα όλοι οι καλοί από την πλευρά μας και οι κακοί από τους αντίπαλους. Καλοί και κακοί υπάρχουν παντού. Τα καθαρά σχήματα οδηγούν στο περιθώριο ή στον ολοκληρωτισμό. Ο καιρός που υπάκουα στο απόφθεγμα πως ο χειρότερος κνίτης είναι καλύτερος κι από τον καλύτερο πασόκο και ρημάξαμε τον Πανσπουδαστικό πέρασε πια. Σήμερα μπορώ να μιλάω με όλους. Αντίπαλο θα κάνω κάποιον όταν χρειαστεί. Όχι επειδή ανήκει σε άλλο κόμμα.

Κάποτε, ίσως συνεχίσω να προσθέτω αριθμούς και λέξεις σ’ αυτό το κείμενο.
Τώρα το διαβάζω και μελαγχολώ:
124:(5929Χ2)= 0,010457075392140327205262270197335

Η μπουκαμβίλια μοιάζει ν’ αποστρέφεται το φως με το σώμα της. Όλα τ’ άνθη της είναι ριγμένα, μα τα έχω εκεί. Θα συνεχίζω να την ποτίζω αλλά γυάλινη γλάστρα δε νομίζω πως θα της αγοράσω. Εκτός κι αν…

Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006

Φθινοπωρινή ενδοσκόπηση

Αποτυχίες μπορούν να συμβούν απρόσμενα και αναπάντεχα.
Ίσως πάλι, όχι και τόσο αναπάντεχα. Ό,τι σπείρεις, λένε, θα θερίσεις.
Μερικά πράγματα όμως στέκονται πάνω και πέρα από τις συγκυρίες και τα γεγονότα.
Είναι τα αντικείμενα, οι μουσικές και τα βιβλία που τρύπωσαν, σε ανύποπτο χρόνο, στο μυαλό και, ευτυχώς, τίποτα δεν τα αποκλείει από το να ξανατρυπώσουν.



Ευχαριστώ τον νεαρό που τύλιγε το σύρμα κι έφτιαξε τη μοτοσυκλέτα της εικόνας για να την έχω στο γραφείο μου και την καρδιά μου.



Ευχαριστώ τον Bruce Springsteen που με συντρόφεψε, μαζί με άλλους πολλούς, στις δεκαετίες του 1970 και του1980 όταν ανακάλυπτα δίσκους στα υπόγεια του κέντρου της Θεσσαλονίκης, πριν πλακώσουν οι λογικές των supermarkets και στην αγορά της μουσικής. Απόγευμα Σαββάτου, βρέχει, αύριο Κυριακή του δεύτερου γύρου των δημοτικών εκλογών, δεν έχω εκλεγεί μα η παράταξή μου διεκδικεί τη νίκη, η μεγάλη μου κόρη ετοιμάζεται να πάει να τραγουδήσει ροκ μουσική που γράφουν και παίζουν παιδιά στην ηλικία της και την ακούνε, μεταξύ άλλων και απομεινάρια του δικού μας καιρού στα κλαμπάκια του κέντρου που επιμένουν στα live και στα νειάτα, κι εγώ θέλοντας από κάπου να πιαστώ βρήκα τον Bruce κι αντί να κοπανήσω κανένα ποτό, κοπανάω τα πλήκτρα.



Ευχαριστώ τον Νίκο Κουνενή που μ’ έκανε να χαρώ το διάβασμα μετά από πολύ καιρό, ειδικά όμως σήμερα και χθές, πριν από την δεύτερη Κυριακή των δημοτικών εκλογών, που τρελαίνει κόσμο και κοσμάκη και κατάφερε να απελευθερώσει φαντάσματα που ξόρκιζα για πολλά χρόνια και νόμιζα, ο αφελής, πως τα κατάφερα.

Δεν είναι που δεν βρίσκω
λέξεις να σε τραγουδήσω.

Είναι που δεν σ’ αρέσουν
τα τραγούδια.

Έγραφα κάποτε σ’ ένα βιβλίο μου που είχε για τίτλο του ένα στίχο, άλλου συντρόφου της εφηβείας μου, του Tom Waits.

Κυριακή, Οκτωβρίου 01, 2006

Ο πολιτισμός των εκδηλώσεων και η γύμνια των δηλώσεων



Ένα τέλος στον «διάλογο» περί πολιτισμού.
Μην το ξεφτιλίσουμε τελείως.
Η απάντηση στο αίνιγμα με τις «εικόνες που λάμπουν».

Μία συγγνώμη στον Ντίνο Παπασπύρου για την «εμπλοκή» του σ’ αυτές τις συζητήσεις.
Με την άδειά του, δημοσιεύω το κείμενο που διάβασε την Παρασκευή 10 Μαΐου 2002 στα εγκαίνια των δύο εκθέσεων του Ιστορικού αρχείου Σταυρούπολης «Η Σταυρούπολη στη λογοτεχνία» και «Νεότητα».

Η προσπάθεια να στραφεί το ενδιαφέρον των καλλιτεχνών της Θεσσαλονίκης και προς τα δυτικά είναι ειλικρινής και, όπως ελπίζω να φαίνεται εκ των υστέρων, δεν γίνεται για να εξαργυρωθεί σε κανένα χρηματιστήριο. Ο Νίκος Νικολαΐδης με ξυλογραφίες και ο Ντίνος Παπασπύρου με ζωγραφική ανταποκρίθηκαν στην πρώτη απόπειρα. Πρέπει να υπάρξει συνέχεια επειδή προέκυψαν όμορφα πράγματα.
Από εκείνον ή εκείνη που θα θελήσει, εκείνον ή εκείνη που θα μπορέσει επειδή θα γνωρίζει κι επειδή θα τον ή την εκτιμούν εκείνοι στους οποίους θα απευθυνθεί. Τέλος.

Ντίνος Παπασπύρου
Λίγα λόγια για την έκθεση «Σταυρούπολη 2002»

Πέρσι τον Ιούνιο με πήρε τηλέφωνο ο Σπύρος Λαζαρίδης, και με ξάφνιασε λέγοντάς μου: «Θέλω να ζωγραφίσεις Σταυρούπολη». Λέω με ξάφνιασε διότι ξέρει πολύ καλά ότι, για να αποδώσω κάτι ζωγραφικά, πρέπει να το έχω βιώσει.

Θα μου επιτρέψετε εδώ μία παρένθεση: Συχνά πολλοί φορείς διοργανώνουν ομαδικές θεματικές εκθέσεις και καλούν τους εικαστικούς καλλιτέχνες, ζωγράφους και γλύπτες, να αποδώσουν το θέμα σε περιορισμένο περιθώριο χρόνου και πολλές φορές σε περιορισμένες διαστάσεις. Κατά την γνώμη μου, αν οι καλλιτέχνες έχουν σε ανύποπτο χρόνο αποδώσει το ζητούμενο θέμα, έχει καλώς. Αν όμως καθίσουν επί τούτου, με περιορισμό χρόνου και διαστάσεων να το αποδώσουν, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι θετικό. Ο εικαστικός καλλιτέχνης δεν είναι εργαλείο. Αν δεν βιώσει, ή δεν αφήσει την φαντασία του να περιπλανηθεί δεν είναι δυνατό να εμπνευσθεί ώστε να μπορέσει να βγάλει προς τα έξω με το έργο του τον εσωτερικό του κόσμο. Διότι, όταν βλέπουμε ένα εικαστικό έργο, δεν πρέπει να στεκόμαστε μόνο στην εικονικότητα, αλλά να μας δίνει αυτό τη δυνατότητα να διεισδύσουμε στην ψυχή του καλλιτέχνη. Κλείνει η παρένθεση.

Με το τηλεφώνημά του όμως ο Σπύρος με προβλημάτισε. Είχα κάποια σχέση με τη Σταυρούπολη; Κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν διαπίστωσα ότι η σχέση μου μαζί της ήταν διαχρονική, με ενδιάμεσα μεγάλα διαλείμματα.

1914: Η οικογένεια του παππού μου, από τη μητέρα μου, Νικόλαου Κουτρουμάνη, πρόσφυγες από το Τσανάκ-Καλέ, εγκαθίστανται στα τσαντίρια που στήθηκαν στις αλάνες του Λεμπέτ. Τελικά όμως δεν έμειναν οριστικά στην Σταυρούπολη αλλά κατηφόρισαν στην κάτω πόλη και βρήκαν καταφύγιο σε ένα ημιυπόγειο στην οδό Αετοράχης. Στην περιοχή αυτή στέριωσε και απλώθηκε η οικογένεια.

-2-

1947-1950: Επισκεπτόμαστε επανειλημμένα με την μητέρα μου, με μια χριστιανική οργάνωση, το ψυχιατρείο Λεμπέτ, που τότε ήταν θαρρώ και πτωχοκομείο. ΄Εχω ακόμη στην μνήμη μου τις εξαθλιωμένες σιλουέτες των τροφίμων που, απλώνοντας τα χέρια από τα κάγκελα της αυλής, παρακάλαγαν για ένα κομμάτι ψωμί, ένα γλυκό, ένα τσιγάρο.

1960-1961: Υπηρετώ τη στρατιωτική μου θητεία στα τεθωρακισμένα (μαυροσκούφης) της 20ής Τεθωρακισμένης Μεραρχίας στο στρατηγείο που στεγάζονταν στο στρατόπεδο Γ΄Σ.Σ., στο κτίριο όπου σήμερα στεγάζεται το Πολεμικό Μουσείο. Όμως πολλές μονάδες της Μεραρχίας ήταν εγκατεστημένες στο Στρατόπεδο Καρατάσου και για τον λόγο αυτό βρέθηκα πολλές φορές στην περιοχή. Θυμάμαι μάλιστα μια εντυπωσιακή πολεμική άσκηση-επίδειξη που κάναμε, με πραγματικά πυρά, στους πίσω λόφους του Στρατοπέδου.

1991: Κάνω με επιτυχία την 5η μου ατομική έκθεση ζωγραφικής στο βιβλιοπωλείο «Υπόγειο» του Γιάννη Αλεξιάδη. Είχα τότε την ευκαιρία να γνωρίσω πολλούς αξιόλογους ανθρώπους της Σταυρούπολης και να δεθώ φιλικά μαζί τους, ιδιαίτερα με τον Σπύρο Λαζαρίδη και τον Γιάννη Αλεξιάδη.

Μετά λίγες μέρες τηλεφωνώ στον Σπύρο να συναντηθούμε και να με ξεναγήσει στη Σταυρούπολη σε μέρη που δεν είχα δει. ΄Ετσι, ένα ζεστό απόγευμα, στα τέλη Ιουνίου, ξεκινήσαμε, αρχίζοντας από την Τούμπα του Λεμπέτ. Καταϊδρωμένοι φτάσαμε επάνω, αλλά πραγματικά άξιζε τον κόπο. Θαυμάσια πανοραμική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Μετά το αρχαίο υδραγωγείο, το οποίο ευτυχώς σώθηκε από την μπουλντόζα μετά από προσπάθειες ανθρώπων που θέλουν να κρατήσουν την ιστορία της περιοχής. Ακολούθησε το στρατόπεδο Π.Μελά. Ο Σπύρος μου έδειξε το τζαμί, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσα, με προσανατολισμό τη Μέκκα.

-3-

΄Ηθελα όμως να ρίξω μία δεύτερη πιο λεπτομερή ματιά σε όλα αυτά. Αγγάρεψα λοιπόν, μετά από μέρες, ένα φίλο με αυτοκίνητο (εγώ δεν οδηγώ) να με ξαναπάει. Αυτή τη φορά πήρα μαζί μπλοκ, μολύβι και φωτογραφική μηχανή. Η δεύτερη περιήγηση κράτησε κανένα τετράωρο και την ευχαριστήθηκα πάλι.

Μόλις εμφανίσθηκαν οι φωτογραφίες, άρχισε το ζωγράφισμα σε συνδυασμό με ό,τι είχα σχεδιάσει στο μπλοκ. Βγήκαν δυο τρεις ζωγραφιές που με ικανοποιούσαν, αλλά ήθελα να έχω και τη γνώμη του Σπύρου. Τις φωτογράφισα και του τις έστειλα. Η απάντηση: «Πολύ καλές, προχώρα. Πόσες θα κάνεις;». Τελικά βγήκαν αυτές οι δέκα που βλέπετε.
Παράλληλα, βρίσκοντας μια παλιά πολύ μικρή φωτογραφία της οικογένειας του παππού μου, προφανώς από βιβλιάριο σίτισης όταν ήρθαν ως πρόσφυγες, και από το θέμα της έκανα τον πίνακα που τον βάφτισα «Πρόσφυγες», δεδομένου ότι αναφέρεται σε κάτι διαχρονικό. Πρόσφυγες υπήρχαν και τότε και αργότερα αλλά και σήμερα.

Ευχαριστώ.

Άλλων τσαλίμια που τα ζηλεύω / 2


Δεν γνωρίζω ποιος το έγραψε, δεν γνωρίζω αν είναι προϊόν μετάφρασης. Εξάλλου δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Το γραπτό ζηλεύω, επειδή είναι έξυπνα διαμορφωμένο κι επειδή για να βγει έτσι, κάποιος ζορίστηκε πολύ πάνω από το λευκό χαρτί.
Ανάμεσα σε άπειρα λόγια και πομπώδεις εκφράσεις σε τυπωμένες φράσεις, λάμπουν κάποτε, υλικά από ίδιες απλές λέξεις, σαν έντυπα διαμάντια.
Η μαγεία της γραφής αποκαλύπτει την ομορφιά της και μέσα από τέτοια κείμενα.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2006

Προεκλογικός διάλογος ή ανώνυμες εξυπναδίτσες;



Έλαβα ένα e-mail από άγνωστο αποστολέα που το διαπερνάει ένα υφάκι, μάλλον, ειρωνικό. Θέμα του το post «οι εκλογές βλάπτουν ...όσους δεν σκέπτονται». Απάντησα αλλά νομίζω πως αυτός, έστω κι αυτός, ο διάλογος πρέπει να γίνεται δημόσια. Σεβόμενος την επιλογή του αποστολέα να μην φανούν στην οθόνη τα όσα λέει, αφού δεν επέλεξε το δρόμο των comments στο post, δημοσιεύω μόνο την απάντησή μου για έναν και μόνο λόγο: Τα λεκτικά ταπώματα με τις πονηρές ατάκες είναι κι αυτά δεκτά όταν ο πολιτικός διάλογος δεν εξαντλείται σ’ αυτά. Κι όποιος θέλει καταλαβαίνει.

Η απάντηση:
Το να είσαι, φανατικά, αρνητική /ός είναι μια διχαστική επιλογή η οποία δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία και το διάλογο.
Η ειρωνεία, όταν δεν συνοδεύεται από ευφυΐα και ικανή αίσθηση του χιούμορ, καταντάει μια ασχήμια που αμαυρώνει και την καλύτερη των προθέσεων.
Λέγομαι Σπύρος Λαζαρίδης όπως, σίγουρα, γνωρίζετε.

Στη φωτογραφία η Φύτη μια χελωνίτσα με παιχνιδιάρικο χαμόγελο.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 17, 2006

Το νου σου στο παιδί!



Νέα πρόσωπα πίσω από τα κάγκελα του Ψυχιατρείου. Δεν εκλιπαρούν όπως τα παλιά με τα ταραγμένα μυαλά για ένα τσιγάρο. Αυτοί θέλουν χρήματα. Ο έμπορας πουλάει την ηρωίνη μόνο με μετρητά. Βρίσκονται εδώ επειδή εδώ εγκαταστάθηκε η μονάδα που χορηγεί ένα υποκατάστατο της ηρωίνης. Αυτόν τον τρόπο βρήκε το κράτος για να βοηθήσει τους εξαρτημένους από τα ναρκωτικά. Τον ίδιο ακριβώς τρόπο εκμεταλλεύτηκαν οι έμποροι για να αυξήσουν τον τζίρο τους. Οι ίδιοι που έπαιρναν το υποκατάστατο αγόραζαν και την ηρωίνη. Κοντά σ’ αυτούς και πολλοί άλλοι.
Το στέκι ήταν προσοδοφόρο. Πάνω στον δρόμο, τον πανάρχαιο δρόμο από τον οποίο έφταναν και τα καλά και τα άσχημα για την πόλη, μέσα στις γειτονιές με τις παρόδους, ώστε καμία αστυνόμευση να μην είναι επαρκής, γινόταν ένα αλισβερίσι που μύριζε απόγνωση, απληστία και θάνατο. Από το πρωί μέχρι το βράδυ τους βλέπει κανείς να ξεχύνονται ανάμεσα στα αυτοκίνητα, μ’ ένα τσιγάρο να κρέμεται μόνιμα από τα χείλη τους και να είναι πάντοτε βιαστικοί. Τρεκλίζουν, παραπατάνε, το βλέμμα τους είναι θολό και ψάχνει επίμονα γύρω, μέχρι να βάλουν το τυλιγμένο χαρτάκι με την δόση στην τσέπη. Τρέχουν τότε δυο-δυο ή και περισσότεροι στα φαρμακεία. Αδειάζουν το νερό από την αμπούλα και την χρησιμοποιούν σαν σκεύος. Εκεί μέσα διαλύουν την άσπρη σκόνη και την σπρώχνουν στις φλέβες τους, σφίγγοντας τα χέρια τους με τα πόδια, κουλουριασμένοι, στο δρόμο, στις εισόδους πολυκατοικιών, στα παγκάκια.

Οι περίοικοι ανησυχούν. Οι έμποροι είναι αδίστακτοι. Μάθαιναν τα έργα τους από τα δελτία ειδήσεων, τώρα τα βλέπουν να γίνονται έξω από την πόρτα τους. Δεν ελπίζουν σε τίποτα. Οι πολιτικοί της κεντρικής εξουσίας δεν προτείνουν καμία λύση. Αλληθωρίζουν ύποπτα. Σαν κάτι να θέλουν να προφυλάξουν. Επικαλούνται την κοινωνική αλληλεγγύη για τα παιδιά που συμμετέχουν στο πρόγραμμα και κλείνουν τα μάτια στο παραμάγαζο που στήθηκε στην πλάτη αυτών των παιδιών. Από κοντά και οι εφημερίδες. Κοινωνική ευαισθησία αναζητούν κι αυτές την ώρα που κάποιες καρδιές χτυπούν έντονα από ανησυχία για την ζούγκλα που θεριεύει έξω από την πόρτα τους και κάποιες τσέπες ζεσταίνουν τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα που μαζεύονται με αμείωτο ρυθμό.

Η πολυκατοικία του βρίσκεται απέναντι από το Ψυχιατρείο. Ήταν οικοπεδούχος. Η Πρόνοια μοίρασε τα οικόπεδα σ’ αυτούς που έφυγαν από τα θαλάματα. Το έδωσε αντιπαροχή και βολεύτηκε με τρία διαμερίσματα. Για τον γιο, την κόρη και τον εαυτό του με την κυρά. Έτσι τα κανόνισε με τον εργολάβο μόνο που ο γιος δεν μπήκε ποτέ στο διαμέρισμα. Τον βρήκε ο ίδιος, στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, στην μικρή αποθηκούλα με τους μετρητές της ύδρευσης. Τον έψαχνε ώρες. Ήταν καθισμένος στο τσιμέντο και είχε την σύριγγα καρφωμένη στο λαιμό. Δεν έβρισκε αλλού φλέβα.
Είχε τυραννιστεί μαζί του. Μια με το καλό, μια με το άγριο. Μέχρι και χαφιές έγινε. Τον κατέδωσε στην αστυνομία, μήπως και τον μαζέψουν από τους δρόμους. Έστω και στη φυλακή. Ίσως τον έβαζαν σε κανένα πρόγραμμα αποτοξίνωσης. Χειρότερα. Η κατάσταση γινότανε ανεξέλεγκτη. Άρχισε να ανοίγει και μαγαζιά στη γειτονιά τις νύχτες για να βγάλει τα χρήματα της δόσης του. Σπλάχνο του ήταν και το έβλεπε να καταστρέφει και να καταστρέφεται. Τον έθαψε και δεν κύλησε δάκρυ στο μάγουλό του. Όταν τελείωσε η πολυκατοικία και μπήκανε μέσα, κράτησε το ένα διαμέρισμα κλειστό. Ούτε μπήκε να το δει όταν του το παρέδιδε ο εργολάβος. Το καθάρισαν η κυρά και η κόρη και του έδωσαν τα κλειδιά. Τα έχει στο πορτοφόλι του αντί για φωτογραφία.

Τα χρόνια πέρασαν. Γέρασε. Δεν βγαίνει πια έξω. Κοιτάζει από το παράθυρο. Ο δρόμος και το Ψυχιατρείο είναι ακριβώς μπροστά του. Τους βλέπει. Τους έχει σταμπάρει όλους. Μελετάει τις κινήσεις τους, τα ρούχα τους, το βάδισμά τους, τις παρέες τους. Προσπαθεί να καταλάβει τι παίρνει ο καθένας, τι ράτσα είναι, ποιοι είναι οι έμποροι. Βλέπει τα παιδάκια από τις παλιές εργατικές πολυκατοικίες να περνούν ανάμεσά τους το πρωί για να πάνε στο σχολείο χωρίς να συνοδεύονται από τους γονείς τους και αναρωτιέται πότε θα γίνει το κακό.

Ένα μεσημέρι η εγγονή του τού έφερε ένα φύλλο χαρτί. Ο δήμαρχος και κάποιοι σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων καλούσαν τον κόσμο σε συγκέντρωση για να διαμαρτυρηθούν και να ζητήσουν να φύγει από την γειτονιά τους η μονάδα με το υποκατάστατο. Την ήξερε την συνέχεια. Ο δήμαρχος, ο ίδιος που συμφώνησε να στηθεί εκεί η μονάδα, θα έμπαινε μπροστάρης στον αγώνα για να καθαρίσει η περιοχή. Οι εφημερίδες θα τον κατηγορούσαν για ρατσισμό. Οι υπουργοί και οι διευθυντάδες καριέρας θα έκαναν λόγο για τα άρρωστα παιδιά που θεραπεύονται και θα ζητούσαν κι άλλες μονάδες.
Ήξερε πως δεν θα γίνει τίποτα.
Έσκυψε το κεφάλι και κατέβηκε στο διαμέρισμα της κόρης του.
Εκείνη του άνοιξε και τον κοιτούσε ανήσυχη.
Ήταν μέλος στο σύλλογο Γονέων και μία από τους διοργανωτές της συγκέντρωσης και δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα το ’παιρνε ο παππούς όταν το μάθαινε. Ο παππούς όμως παρέμενε αμίλητος. Αυτό την τρόμαζε. Το σκοτεινό βλέμμα του έκρυβε κάτι σοβαρό. Με αργές κινήσεις, κάνοντάς την να καρφώνει το βλέμμα της στο χέρι του και στην πορεία του, έβγαλε το πορτοφόλι του, το άνοιξε, πήρε τα κλειδιά του αδειανού διαμερίσματος και της τα έδωσε.
-Το νου σου στο παιδί, είπε μονάχα.

Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), από το Μάρτιο 2001 έως το Σεπτέμβριο 2003. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά.
Οι φωτογραφίες είναι από την εφημερίδα "Καθημερινή", 3-6-2001 η πρώτη και 28-1-2001 η δεύτερη.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 16, 2006

Οι εκλογές βλάπτουν ...όσους δεν σκέπτονται

Στο προεκλογικό παιχνίδι για τις Δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου, στον περιφερειακό δήμο της ιστορικής πόλης του βορρά, της πάλαι ποτέ συμβασιλεύουσας και νυν συμπρωτεύουσας, μπήκε και το διαδίκτυο.

Παρατάξεις και υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι εκτοξεύουν στα τυφλά βαρυσήμαντες απόψεις, ανέξοδες φλυαρίες και μπόλικη υπεροψία.
Δεν βαριέσαι, αυτό είναι το τίμημα της ελεύθερης επικοινωνίας.

Επειδή όμως με πήρε και μένα η μπάλλα, μιας και ως αντιδήμαρχος πολιτισμού έκανα κάτι πράγματα και κατηγορήθηκα ότι έχω μικρή σχέση με τον πολιτισμό, μετά από πολλή περισυλλογή σκέφτηκα αντί απάντησης στους νεόκοπους φωστήρες να κάνω κι εγώ ένα παιχνιδάκι και να βάλω δια του διαδικτύου ένα αίνιγμα:

Τι ακριβώς είναι οι δύο εικόνες που λάμπουν στην οθόνη;

Ο διάλογος για τον έρμο τον πολιτισμό, όπως φυσικά και κάθε σοβαρός διάλογος για κάθε σοβαρό θέμα προϋποθέτει το αυτονόητο: Γνώση του αντικειμένου και ευπρέπεια στο λόγο, αλλιώς ευτελίζεται σε απλή μπουρδολογία κι ας διατυμπανίζεται σαν στόχος το καλό της πόλης και της δημοκρατίας αυτοπροσώπως.

Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2006

Συμβαίνουν ύποπτα πράγματα ή είναι ιδέα μου;

Επίθεση "σχολίων" με παραπομπές σε πορνοsites.
Ένα ροζ κενό στο link και στο αντίστοιχο post της Mirandolina. Μήπως δεν πρέπει να γράφουμε άσχημα πράγματα για κάποιους;