Πέμπτη, Μαΐου 11, 2023

Το έργο των λογοτεχνών της αυλής μας να μπει στο σπίτι μας!

 

Για τον Γιάννη Τζανή, 10-05-2023



Ο Γιάννης Τζανής σε ομιλία του στη Βασιλική Πρόνοια, ως φοιτητής.
(Περιοδικό Δημότης, αρ. 16, Δεκέμβριος 2000)

Ο ογδοντάχρονος Γιάννης Τζανής με γονείς αγρότες, πρόσφυγες Μικρασιάτες, αξιώθηκε έναν βίο γεμάτο γράμματα και ενσυναίσθηση. Σπούδασε φιλολογία και έγινε Διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Σ’ εκείνο το «σπούδασε» κρύβεται μια πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα στη γειτονιά του ως φοιτητής. Εκπολιτιστικός Όμιλος Σταυρούπολης και Βασιλική Πρόνοια. Μια ώριμη εφηβεία και μια νεότητα που έβαζε το χέρι της στη φωτιά. Αργότερα πέρασε απ’ όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης. Μπήκε στη σχολική αίθουσα ως καθηγητής, διετέλεσε Διευθυντής σχολείων, Προϊστάμενος Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων, Υποδιευθυντής και αναπληρωτής Διευθυντής Περιφερειακού Επιμορφωτικού Κέντρου (Π.Ε.Κ.), Προϊστάμενος Επιστημονικής Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Κεντρικής Μακεδονίας και Αναπληρωτής του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας. Δίδαξε και σε ανώτατο επίπεδο στη Φιλοσοφική Σχολή A.Π.Θ. και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Διετέλεσε μέλος Επιτροπής Κρίσης Διδακτικών βιβλίων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, του Συμβουλίου Επιλογής Σχολικών Συμβούλων του Υπουργείου Παιδείας και της Επιτροπής Ονοματοθεσιών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Γράμματα όμως δεν είναι μόνο εκείνα της Εκπαίδευσης. Το ανήσυχο βλέμμα του που παρατηρούσε (και τα ένιωθε βαθειά μέσα του) τα όσα συνέβαιναν γύρω του στράφηκε γρήγορα στη γοητεία του λευκού χαρτιού και άρχισε να το γεμίζει λέξεις. Αυτή ήταν και η προτροπή του σε μαθητές κα μαθήτριες ενός γυμνασίου του Ευόσμου όπου είχε κληθεί να μιλήσει για το έργο του
˙ «να επικοινωνείτε με τη λευκότητα του χαρτιού».

Μετά τη Φιλολογία μπήκε στη ζωή του η Λογοτεχνία. Δημοσίευσε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια, μεταφράσεις, ανθολόγια, λιμπρέτα για μουσική, άρθρα, κριτικές, επιφυλλίδες, μελέτες για τη λογοτεχνία και την ιστορία και ιστορικούς χάρτες. Έχει εκδώσει 10 επιστημονικά βιβλία σχετικά με τη λογοτεχνία και την ιστορία, 10 ποιητικές συλλογές, 6 πεζογραφικά βιβλία (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) και 8 ανθολόγια μαθητικής ποίησης.
Και σ’ αυτό το πεδίο, όπως και σ’ εκείνο της Εκπαίδευσης, πέρασε από πολλά μετερίζια. Υπήρξε μέλος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού (για τα έτη 2012 και 2013), Πρόεδρος του Συλλόγου Αποφοίτων Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ. "Φιλόλογος" και Υπεύθυνος του επιστημονικού περιοδικού "ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ", Αντιπρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, Γενικός Γραμματέας του Κέντρου Πολιτισμού και Βιβλίου Νοτιο-Ανατολικής Ευρώπης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Φίλων Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας -Θράκης και μέλος της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας, της Εταιρείας Βυζαντινών Ερευνών. Το Βιβλίο και τη Λογοτεχνία υπηρέτησε και αλλιώς. Ήταν για δέκα χρόνια Υπεύθυνος Πολιτιστικής εκπομπής τηλεοπτικού καναλιού (παρουσίαση βιβλίων, λογοτεχνών και καλλιτεχνών). Μέλος Κριτικών Επιτροπών σε αρκετούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Παρουσίασε το έργο πολλών λογοτεχνών με δημοσιεύσεις, εισηγήσεις, διαλέξεις και βιβλιοπαρουσιάσεις. Πήρε μέρος σε πολλά συνέδρια (επιστημονικά, παιδαγωγικά και λογοτεχνικά), σεμινάρια και ημερίδες ως μέλος της οργανωτικής επιτροπής, ως εισηγητής και ως σύνεδρος.


Ο Γιάννης Τζανής σε φωτογραφία του Γιάννη Βανίδη

Το έργο του βρήκε ανταπόκριση. Ποιήματά του έχουν ανθολογηθεί σε διάφορες ανθολογίες και κάποια έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα σερβικά, στα ρουμανικά, στα αλβανικά και στα Ιταλικά. Χάρτες, μεταφράσεις και ποιήματά του βρίσκονται σε διδακτικά βιβλία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Πολλά ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί (Νίκος Αστρινίδης, Λευτέρης Αερόπουλος, Καμπάνης Σαμαράς, Δημήτρης Θέμελης) και παρουσιάζονται σε συναυλίες.
Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία μεταξύ των οποίων και το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών της Τάξης των Γραμμάτων και Τεχνών το Δεκέμβριο του 2010 για το βιβλίο "Η λογοτεχνική δημιουργία της Βόρειας Ελλάδας 1875-2007: Απόπειρα βιβλιογραφικής καταγραφής" (γραμμένο μαζί με τον Μπέσπαρη Πέτρο. Για το έργο και την προσφορά του διατύπωσαν ευνοϊκές κριτικές (με δημοσιεύσεις ή επιστολές) κάποιοι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των γραμμάτων και της λογοτεχνίας μας και έγιναν αρκετές τιμητικές εκδηλώσεις από διάφορους φορείς.

Καλά και άγια τα βραβεία, καλές κι άγιες οι εκδηλώσεις που λαμβάνουν υπ’ όψιν τους το έργο αξιόλογων ανθρώπων και παίρνουν θέση απέναντί του. Τι ακριβώς όμως σημαίνει αυτό το ρήμα «τιμώ»; Ποιος τιμά ποιον; Κι αν καθώς βρισκόταν σε μάχιμες θέσεις διδάσκοντας και γράφοντας εισέπραττε αναγνώριση και εκτίμηση που εκφραζόταν με «τιμές» και βραβεία, τώρα που απολαμβάνει την οικογένειά του και την ηρεμία του και είναι γεμάτα τα συρτάρια του και οι μνήμες του από επιβραβεύσεις ποια θα ήταν η «τιμή» που θα του άξιζε;  Το τζαναμπέτικο αυτό ρήμα, πρέπει να μπαίνει σε εισαγωγικά προκειμένου για τέτοιους ανθρώπους. Σε τέτοιες περιπτώσεις η τιμή εξ ολοκλήρου ανήκει σε εκείνους που ξέρουν να αποδίδουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι! Ο Γιάννης Τζανής που ξέρω δεν έχει ανάγκη από τιμές˙ εμείς έχουμε ανάγκη από το έργο του. Το οποίο δεν τελείωσε, δεν είναι νεκρό έκθεμα σε μουσείο. Αν υπάρχει ένας συγγραφέας που να έχει γράψει για τον τόπο του και να είναι καλά αυτά που έγραψε και που μπορούν να τροφοδοτήσουν με σκέψεις και ιδέες και νέους ανθρώπους, μικρά παιδιά είναι ο Γιάννης Τζανής. Και αφού το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι δέσμιο των ασφυκτικών αναλυτικών προγραμμάτων, ο κλήρος πέφτει στους γενναίους και τις γενναίες εκπαιδευτικούς κάθε βαθμίδας να αξιοποιήσουν κάθε δυνατότητα που δίνουν οι ποικίλες δράσεις σε περιβαλλοντική ή αισθητική κατεύθυνση και να ρίξουν στο τραπέζι ή τη σκηνή ή τον καμβά λέξεις του Γιάννη Τζανή και να ορθώσουν ένα τείχος στην ασχήμια.

Το έργο των λογοτεχνών της αυλής μας να μπει στο σπίτι μας!

Θα τολμήσω ένα μικρό σχεδίασμα, οδικό χάρτη πες˙ κείμενα του Γιάννη ερανισμένα από λίγα από τα βιβλία του και πιθανές σχολικές δραστηριότητες που θα τα είχαν ως οδηγό και μπούσουλα.

Υπάρχουν λογοτεχνήματα που διαθέτουν την αξιοπιστία να λειτουργούν και ως ιστορικά στοιχεία, ως μαρτυρίες˙ διαθέτουν τη ματιά που βρίσκεται στον αντίποδα της λογοτεχνίας τεκμηρίων, εκείνης δηλαδή που στηρίζεται σε ιστορικά ντοκουμέντα για να αφηγηθεί τον μύθο της, όπως είναι οι φωτογραφίες, τα δημοσιεύματα των εφημερίδων ή τα ιστορικά βιβλία.


Το πρώτο βιβλίο με διηγήματα του Γιάννη Τζανή.
Ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1977

Γιάννης Τζανής: «Το ψυχιατρείο» και «Το ξεροπόταμο», στο βιβλίο «Το σκαλοπάτι», διηγήματα, ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1977, σελ. 32-42
.

Ο Γιάννης Τζανής γεννήθηκε το 1943 και από το 1952 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, σε σπίτι γειτονικό του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, νοτίως του Ξηροποτάμου. Το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο επανέρχεται και σε άλλα σημεία του έργου του Γιάννη Τζανή ως εμβληματικό τοπόσημο της περιοχής όπου πέρασε τη νεότητά του.

Εμβληματική όμως μπορεί να είναι και η αναφορά σε μια κοινωνική πραγματικότητα, ακόμα και σε μία λέξη η οποία κακόπαθε εμπλεκόμενη στην πολιτική αντιπαράθεση των ημερών μας, καθώς συνδέθηκε με την έλευση και στη χώρα μας προσφύγων και μεταναστών χωρίς να τηρούνται οι νομικώς αναγκαίες διαδικασίες˙ τώρα και πάντα οι πόλεμοι και η οικονομική ασφυξία έσπρωχναν και σπρώχνουν ανθρώπους κάτω από την ομπρέλα του παράτυπου μετανάστη (κατά την πολιτικώς ορθή διατύπωση των αποδεχόμενων ως αναγκαία αυτού του είδους τη μετοικεσία) ή του λαθρομετανάστη (κατά την διατύπωση των πολιτικώς αντιτιθέμενων στην εισβολή κάθε είδους διαφορετικότητας στην ιερή επικράτεια όπου διαβιούν οι ίδιοι κι ας προέρχονται, πολλοί απ’ αυτούς, από αντίστοιχη μετοικεσία των προγόνων τους). Ιδού λοιπόν ένα θέμα πρώτης γραμμής˙ η προσφυγιά σε κάθε εποχή. Δεν έχει πολλά χρόνια που και σχολεία της περιοχής μας υποδέχθηκαν προσφυγόπουλα που διέσχισαν με κίνδυνο της ζωής τους το Αιγαίο και τον Έβρο και διέμεναν σε καταυλισμούς υποδοχής με τη λέξη λαθραίος να τα σημαδεύει στην ψυχή! Στη δεκαετία του ’60 άλλο ήταν το γεγονός που έφερνε τη λέξη αυτή στο προσκήνιο και ο Γιάννης Τζανής με διορατικότητα έπαιρνε θέση απέναντί της και μας άφησε αυτό το διαμάντι να περιμένει δάσκαλους και μαθητές να σκαρφαλώσουν πάνω στη λάμψη του και να φωτίσουν σκοτάδια σύννεφα της εποχής μας:

«Εκτός σχεδίου πόλεως, λαθραίο, με κυνηγητά και λαχταρίσματα (αγόρασαν το οικόπεδο πουλώντας το μοναδικό χωράφι της μητέρας˙ τέσσερα στρέμματα για εκατόν πενήντα μέτρα!). Ζητώ συγγνώμη από όσους έχουν φοβερή απέχθεια για τη λέξη “λαθραίο” π.χ. λαθρέμποροι φαρμάκων, όπλων, ναρκωτικών, λευκής σαρκός και άλλες ευηπόληπτες κατηγορίες που κυκλοφορούν ανάμεσά-μας με πολυτελείς γραβάτες και τους στρώνουμε συνήθως τα πιο ανοιχτόχρωμα χαμόγελά-μας να πατήσουν, μα στην περίπτωσή-μας πρόκειται για λέξη ιερή, κάτι σαν το κρυφό σχολειό, που προορίζεται να σκεπάσει κάτω απ’ τα εφτά αθώα γράμματά-της πέντε ολόκληρες ψυχές, που τρέμουν και σκεπάζονται όλες μαζί μ’ ένα τριμένο μεροκάματο πενήντα δυο δραχμές, κι αυτό, όταν δεν βρέχει, δεν χιονίζει, δεν γιορτάζει ένας μεγάλος άγιος, δεν τελειώνει η οικοδομή».
(«Το ψυχιατρείο», σελ. 32)

Η φράση μια καμαρούλα τέσσερα επί τέσσερα που είχε χτίσει ο πατέρας με τα χέρια-του για να γλυτώσουν απ’ το νοίκι και το χώμα κρύβει πολλά περισσότερα απ’ όσα λέει:

«Τον πήγαν δυο φορές στο τμήμα και του κάναν μήνυση, μ’ αυτός τη νύχτα τούβλο-τούβλο έχτιζε με τη γκαζόλαμπα ένα μικρό ουρανό, κάπως κακότεχνο, λίγο στραβό, μα θα του ομόρφαινε από μέσα το χαμόγελο και το τραγούδι των παιδιών και της γυναίκας του […] Τη μέρα που έριξαν την πλάκα (δούλευαν σαν τα μυρμήγκια όλοι, έξω απ’ το μικρό αδερφό που ήταν μωρό στα πέντε κι ανακάτευε την άμμο) ήρθε το σχέδιο πόλεως με συνεργείο για την κατεδάφιση. Τους πάγωσε το αίμα! Μπήκαν όλοι μέσα ανάμεσα στα ξύλα, στα στηρίγματα και τις χοντρές σταγόνες που έσταζαν απ’ τα καλούπια της σκεπής, δάκρυ παρακλητικό θαρρείς μπροστά στην απονιά ετούτης της στιγμής».
(«Το ψυχιατρείο», σελ. 33)

Η σκηνή με την οικογένεια να προσπαθεί με παρακάλια ή και με κραυγές απόγνωσης να υπερασπιστεί την κατοικία της στη δεκαετία του 1960 στα ρουμάνια της δυτικής Θεσσαλονίκης είναι οικεία σε πολλούς και πολλές˙ συνήθως ακολουθούσε ένας καθ’ όλα ελληνικότροπος συμβιβασμός:

«Βοήθησε ο θεός! Το σπίτι δε θα γκρεμιζόταν˙ είχε σκεπαστεί και θα μπορούσαν να το θεωρήσουν κατοικία. Το είπε ο επόπτης στον πατέρα που τον πήρε έξω να μιλήσουν ιδιαίτερα. Μόνο να δώσει κάτι “έτσι να για τα παιδιά που ήρθαν…” Το τελευταίο πεντακοσάρικο, που ήταν προκαταβολή για τα κουφώματα (της μαμάς ο κουμπαράς και των παιδιών)».
(«Το ψυχιατρείο», σελ. 33)

Πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη γύρω από το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης και Πόντιοι από τον Καύκασο πιο πάνω στην Πολίχνη έζησαν μια δύσκολη ζωή.

«Ρούφηξαν ξεραμένα στήθια τα μικρά, μάζεψαν τα ραδίκια απ’ τα γύρω οι μεγάλοι κι έζησαν˙ γεννοβόλησαν˙ με τα χρόνια αυγατήναν οι κλωσσοφωλιές κι οι κλωσσομάνες συμμαζεύαν τα κλωσσόπουλα σε τέσσερα ντουβάρια που τα ξεχείλιζε η στοργή και δεν υπήρχε χώρος να τη συμμαζέψουν.
Ίδια ζωή, χρόνια και χρόνια. Τέσσερες τοίχοι, τσούρμο τα παιδιά, κοινά αποχωρητήρια κάθε τριακόσια μέτρα, καθήκια σε παράταξη κάθε πρωί, που πήγαιναν ν’ αδειάσουν, κι έρωτα στα φανερά σχεδόν τα βράδια κάτω απ’ τα παπλώματα…»
.
(«Το ψυχιατρείο», σελ. 33)

Αλήθεια πόσα πράγματα μπορούν να γίνουν σε σχολεία με βάση τα προηγούμενα αποσπάσματα! Μικρές εκδρομές και ξεναγήσεις σε σημεία της συνοικίας που άλλαξαν μεν μορφή αλλά κρύβουν στα χώματά τους ιστορίες ανθρώπων και συναισθήματα. Λεπτομέρειες της ζωής του παρελθόντος που επανέρχονται με ενοχλητική ακρίβεια και στη σύγχρονη εποχή καθώς η φτώχεια δεν εξαλείφθηκε εντελώς, η δυστυχία περισσεύει και τώρα. Λέξεις και εικόνες του Τζανή μπορούν να τροφοδοτήσουν την παιδική φαντασία και να μεταμορφωθούν σε σύγχρονα έργα, που να μιλούν τη γλώσσα της σημερινής πιτσιρικαρίας! Αυτό κι αν είναι τιμή! Να ανθίζει το έργο σου στα πρόσωπα των εγγονιών σου!

Ξαναγυρνάμε στη φτωχογειτονιά και βλέπουμε πως δεν ήταν μόνο η στοργή που ξεχείλιζε!

«Ήταν ένα ξεροπόταμο στα δυτικά της πόλης˙ χύνονταν υπόνομοι κατά διαστήματα και οι νοικοκυράδες πέταγαν σκουπίδια, όταν τους ξεχνούσε της κοινότητας το κάρρο –και συνήθως τους ξεχνούσε ή δεν προλάβαινε-.
Με τις βροχές κατέβαζε νερό
˙ χείμαρρος τρομερός που ξέπλενε ό,τι βρώμικο βασάνιζε τα καλοκαίρια τα παράθυρα που μισοανοίγαν οι ψυχές καμμένες απ’ τον ίδρω του ψωμιού, τη χόβολη της αγωνίας και τον πυρετό της καθημερινής τρεχάλας πίσω απ’ το ηλεχτροκίνητο αλέτρι της ζωής».
(«Το ξεροπόταμο», σελ. 39)

Πολλά από τα σπίτια που κτίσθηκαν στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, στήθηκαν ακριβώς στις κοίτες των ρεμάτων της˙ με τα λίγα νερά τους να κυλούν, τον περισσότερο καιρό, αθώα προς τη θάλασσα.

«Ήταν ένα ξεροπόταμο στις γειτονιές της αγωνίας άχρηστο και βλαβερό, σαν τις ξερές κι αγύριστες ιδέες που χωρίζουνε τη γης σε κομματάκια.
Σε τούτη την ξερή κοίτη, που για άγνωστη αιτία είχε κάπου δυο χρονιές να πλημμυρίσει, ξεφύτρωσαν πάνω στα ξερολίθια, σαν αγριολούλουδα του θεού, κάτι μικρά σπιτάκια, στην αρχή δειλά και φοβισμένα κι ύστερα πυκνά και ξέθαρρα, για να γεμίσουν με τ’ αθώα παιδικά τρεχάματα και την απλή χωριάτικη κουβέντα-τους το βρώμικο τούτο κενό του κόσμου και να ζεστάνουν με την καθαρή ανάσα και τη φτωχική-τους καμινάδα τον χαμηλό και παγωμένο χειμωνιάτικο ουρανό.
Φούντωσε το νοικοκυριό. Το σχέδιο πόλεως και η κοινότητα γκρεμίζαν κάπου-κάπου από κανένα, για να δείξουν ότι είναι ιδιοχτήτες κι ότι κάνουν τη δουλειά-τους όπως πρέπει, οι αισιόδοξοι πιστεύαν πως ο κίνδυνος πλημμύρας είχε πια οριστικά εκλείψει κι οι παλιοί, που είχαν δει πολλές φορές τη μπόρα να πατάει στην αυλή-τους, κούναγαν θλιμένα το κεφάλι και μουρμούριζαν προφητικά
˙ “κρίμα στα παιδιά όταν ξανάρθει η μπόρα…”
Κι ήρθε
˙ απρόοπτη κι αιφνιδιαστική σαν πόλεμος˙ ακράτητη και καταστρεπτική σα μίσος. Μέρα μεσημέρι στο κατακαλόκαιρο, που τα πλεμόνια είχαν ανοίξει διάπλατα τα φτωχικά παράθυρά-τους και ρουφούσαν άπραγα το λιγοστό αεράκι, να δροσίσουν τα φριγμένα χείλια απ’ την κάψα της καθημερινής βιοπάλης.
Σε δυο-τρεις ώρες όλα είχαν τελειώσει
˙ αστραπές, μπουμπουνητά, λίγες χοντρές σταγόνες, για να μαζευτούν όλοι στα σπίτια, κι ύστερα πλημμύρα στο ποτάμι ακράτητη που σάρωσε τα πάντα».
(«Το ξεροπόταμο», σελ. 39-40)

Η πλημμύρα αυτή του Ξεροπόταμου άφησε πίσω της και νεκρούς και ο Τζανής πριν περάσει στη σκιαγράφηση των πορτραίτων των θυμάτων στήνει τον ευρύτερο καμβά:

«Ο χείμαρρος είχε σκεπάσει πόρτες και παράθυρα στα φτωχικά σπιτάκια και κατρακυλούσε τη θολή οργή της φύσης προς τη θάλασσα γεμάτος ξύλα, στρώματα, κουβάδες, κατσαρόλες, σώματα τουμπανιασμένα και παγερή ασυγκίνητη αδιαφορία για τα παρακλητικά βλέμματα όλου του μαζεμένου πλήθους που γαντζώνονταν στους παφλασμούς του […] Ο ήλιος το πρωί, με την προκλητική ομορφιά της καλοκαιρινής αυγής και τις αδιάκριτες και παιχνιδιάρες-του αχτίνες, πέρασε τις χαραμάδες να μετρήσει τους νεκρούς, να στείλει ανταπόκριση στα καφενεία όλης της γης, που λιάζονται ρουφώντας τον βαρύγλυκο και περιμένουν την εφημερίδα με τα συγκλονιστικά, για να περάσει η ώρα. Μπήκε για να χαϊδέψει, με καθυστερημένη έστω τρυφερότητα, τα μέτωπα και τα μαλλιά που κολυμπούν στη λάσπη.
Εννιά ζευγάρια μάτια έπαψαν να βλέπουν πια τον ουρανό, της γης τα λουλουδάκια και τα χαμογελαστά ή δακρυσμένα μάτια των ανθρώπων»
.
(«Το ξεροπόταμο», σελ. 40-41)

Μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως ό,τι αναφέρθηκε πιο πριν είναι μόνο παρελθόν; Δεν είναι στην πολιτική επικαιρότητα η σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με τη φύση; Δεν επανέρχεται συχνά πυκνά η συζήτηση και την τύχη των χειμάρρων της πόλης; Δεν είναι ένας πολύ καλός περίπατος και μια πολύ καλή κουβέντα με μαθητές και μαθήτριες ο περίπατος και η κουβέντα κατά μήκος του (ανοικτού και με ορατό το ρέον ύδωρ του) Ξηροπόταμου από το στρατόπεδο Καρατάσιου μέχρι τη Λαγκαδά και μετά η συνέχιση του περίπατου και της κουβέντας πάνω στη μεταλλική σχάρα που κρύβει από κάτω της, μέσα σ’ ένα τσιμεντένιο πάρκο τα νερά και του Ξηροπόταμου και του Δενδροπόταμου;


Το δεύτερο βιβλίο με διηγήματα του Γιάννη Τζανή.
Εκδόσεις Μπίμπης, Θεσσαλονίκη, 1991

Και για να συνδέσω αυτά που λέω με το θέμα της σημερινής ημερίδας. Στο δεύτερο βιβλίο διηγημάτων του Γιάννη Τζανή «Η ευαισθησία» του 1991 υπάρχει το διήγημα «οι τσαντάκηδες». Κοινωνικό υπόβαθρο της νεανικής παραβατικότητας! Νομίζω πως δεν υπάρχει καταλληλότερο κείμενο για να ανοίξει μια τέτοια ημερίδα. Ή να το πω και αλλιώς. Αφού δεν την άνοιξε, ας την κλείσει! Δεν πρέπει τα συμπεράσματα της ημερίδας και ο απόηχός της να μπουν μέσα στην κοινωνία και στα σχολεία; Ε, κατ’ εμέ ιδού πεδίο δόξης λαμπρό. Στήνει η αγαπημένη Συλβάνα Καρασαββίδου μια όμορφη έκδοση με τα κείμενα της σημερινής ημερίδας, την προωθεί σε όλα τα μέρη όπου σπουδάζουν όλες οι φυλές της νεότητας και έχει ως πρώτο-πρώτο κείμενο-αφορμή για σκέψεις (και δράσεις εκπαιδευτικού και συμβουλευτικού χαρακτήρα) τους «Τσαντάκηδες» του Τζανή.





Από την παρουσίαση-βράβευση του Γιάννη Τζανή στην ημερίδα Η Βία στους Νέους




ΥΓ

Τα βιογραφικά στοιχεία είναι από τη βάση Βιβλιοnet
Η παρουσίαση των δύο διηγημάτων από το βιβλίο Το σκαλοπάτι πρωτοδημοσιεύτηκε (εδώ με προσθήκες) στο περιοδικό Καρυοθραύστις, αρ. 12-13, Νοέμβριος 2022: τρίτη συνέχεια της στήλης ΔΥΤΙΚΑ ΣΤΑΣΙΜΑ με το τρίτο στάσιμο: Οργή και πάθη των υδάτων. Η λογοτεχνία ως ιστορικό τεκμήριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: