Κυριακή, Μαρτίου 09, 2008

Μπαίνουμε στην τελική ευθεία


Η διαδικασία είναι, πια, γνωστή:

* Εμβόλιμα στο μουσικό πρόγραμμα του μαγαζιού, θα ακούγονται από τα ηχεία ποιήματα, διαβασμένα είτε από τους ίδιους τους ποιητές, είτε από άλλους ποιητές ή ηθοποιούς, είτε από απλούς αναγνώστες.


* Αν κάποιος από τους θαμώνες θελήσει να διαβάσει ένα ποίημα δικό του ή της αρεσκείας του, μπορεί να το κάνει σε οποιαδήποτε στιγμή της νύχτας.

* Ένα ή περισσότερα δρώμενα-εκπλήξεις.

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς και
καλή Σαρακοστή.




Τρίτη, Μαρτίου 04, 2008

Παγκόσμια ημέρα ποίησης

Η εκδήλωση Ελάτε μ' ένα ποίημα, δεύτερη φορά βρήκε στέγη
(bar 16 / Τερψιθέα Σταυρούπολης)
και θα γίνει στην ώρα της:
Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008, βράδυ με πανσέληνο.
Περιμένω
για λίγες ημέρες ακόμα
εκδήλωση ενδιαφέροντος
από blogερς και blogισες
που έχουν τα κάτωθι ταλέντα:
σχεδίαση αφίσας-λογότυπου,
γρατζούνισμα κιθάρας,
ωδική ή και ψαλτική,
συγγραφή ποίησης,
απαγγελία ποιημάτων.
Ο νταλγκάς με την ποίηση είναι αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008

Ελάτε μ’ ένα ποίημα, δεύτερη φορά

Πέρασε ακριβώς ένας χρόνος από τότε που διατυπώθηκε η ιδέα, να στηθεί μια blog-o-πρωτοβουλία για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης.

Η πρωτοβουλία απέδωσε και έγινε μια όμορφη εκδήλωση.

Και από αυτούς που παραβρέθηκαν και από πολλούς που το πληροφορήθηκαν εκφράστηκε η επιθυμία να επαναληφθεί η εκδήλωση πριν τον επόμενο εορτασμό, δηλαδή πριν τις 21 Μαρτίου 2008. Καλό θα ήταν, αλλά δεν έγινε.

Κοιτώντας τα στατιστικά αυτού του ταπεινού blog βλέπω με έκπληξη πως οι επισκέψεις στις δύο αναρτήσεις που υπενθυμίζω είναι πολλές και απλώνονται σε όλους τους μήνες από τότε. Αγαπάει ο κόσμος την ποίηση. Κι ο κόσμος των blogs την αγαπάει μ’ έναν πιο ιδιαίτερο τρόπο.

Όταν έφευγα από το μπαράκι που φιλοξένησε εκείνη την εκδήλωση, ήδη σκεφτόμουνα την επόμενη φορά. Τώρα που φτάνει ο καιρός νιώθω αμήχανα.


Τα ερωτήματα που καρφίτσωσα στη μήτρα της πρώτης αφίσας, θέλω να τα μοιραστώ μαζί σας. Εγώ λέω να κάνουμε και φέτος κάτι. Δεν θέλω όμως να το αποφασίσω μόνος μου. Έχω κάποιες ιδέες και στην αρχή σκεφτόμουνα να τις καταθέσω εδώ σαν πιθανά σενάρια. Προτιμώ τελικά να το αφήσω πιο ελεύθερο. Ιδέες για τη μορφή της εκδήλωσης, για το χώρο φιλοξενίας της, για την προβολή της, για την αφίσα και το bannerάκι της, για τους διοργανωτές και για ό,τι άλλο σκεφτείτε, αφήστε τις με ένα σχόλιο για ν’ αρχίσει η κουβέντα.
Καλό θα είναι να αποφασίσουμε σε λιγότερο από ένα δεκαήμερο, ώστε να μας μείνει χρόνος για να την προετοιμάσουμε σωστά.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2008

Χτύπα ξύλο: Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είναι ολοζώντανος


ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΑ ΕΚΔΟΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ
ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΕΡΓΑ ΤΟΥΣ
Γιώργος Σεφέρης, Γιάννης Ρίτσος, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Εγγονόπουλος, Νικηφόρος Βρεττάκος, Μίλτος Σαχτούρης, Τάκης Σινόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης


Αυτά αναφέρει η καταχώρηση της εφημερίδας «ο κόσμος του επενδυτή» από τότε που προσφέρει τα cd με τις φωνές των συγκεκριμένων ποιητών. Ανοίγω για μεγαλύτερη σιγουριά το, φρέσκο, «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» των εκδόσεων Πατάκη και ακολουθώ τη σειρά των ποιητών όπως την καταγράφει η εφημερίδα:

Σεφέρης, Γιώργος (Σμύρνη, 1900 - Αθήνα, 1971)
Ρίτσος, Γιάννης (Μονεμβασιά, 1909 - Αθήνα, 1990)
Χριστιανόπουλος, Ντίνος (Θεσσαλονίκη, 1931)
Εμπειρίκος, Ανδρέας (Βραΐλα Ρουμανίας, 1901 - Αθήνα, 1975)
Βάρναλης, Κώστας (Πύργος Ανατ. Ρωμυλίας, 1884 - Αθήνα, 1974)
Εγγονόπουλος, Νίκος (Αθήνα, 1907 - 1985)
Βρεττάκος, Νικηφόρος (Κροκεές Λακωνίας, 1912 - Πλούμιτσα Λακωνίας, 1991)
Σαχτούρης, Μίλτος (Αθήνα, 1919 - 2005)
Σινόπουλος, Τάκης (Αγουλινίτσα Ηλείας, 1917 - Πύργος Ηλείας, 1981)
Αναγνωστάκης, Μανόλης
(Θεσσαλονίκη, 1925 - Αθήνα, 2005)


Δεν πρόκειται για λάθος. Το ξέρουν στον ΚτΕ ότι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ζει, δημοσιεύουν μάλιστα και μια όμορφη συνέντευξή του στο ένθετο περιοδικό το οποίο (για δες σύμπτωση) έχει το εξής εξώφυλλο:


Η εξήγηση, ίσως έχει να κάνει με δικαιώματα κληρονόμων ή απαιτήσεις εν ζωή ποιητών και ποιητριών. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, είναι γνωστό, δεν τρελαίνεται για να απαιτήσει δικαιώματα. Ο ίδιος πάντως έχει μια διαφορετική εξήγηση και τολμώ να τη μεταφέρω εδώ όπως περίπου τη θυμάμαι:
«Την πάτησαν με τον Αναγνωστάκη που δεν τον πρόλαβαν ζωντανό για να κάνουν μερικά πράγματα και πέσανε πάνω μου, μη με χάσουν και μένα. Και να, Μέγαρο Μουσικής και να, κρατική τηλεόραση (ΕΤ1) και να, cd. Στο Μέγαρο μάλιστα, μου το είπαν κατάμουτρα».

Δεν θα το έγραφα αυτό, ήδη ο ΚτΕ δίνει το 6ο cd και πολύ περισσότερο δε νιώθω άνετα που δημοσιοποιώ μια προσωπική συζήτηση. Κάτι όμως δε μου κάθεται καλά, κάθε φορά που βλέπω τη σελίδα με τα cd και τα ονόματα. Γράφοντας λοιπόν αυτό το post, επικοινώνησα με το ΝΧ και ζήτησα την άδειά του για να μεταφέρω εδώ την κουβέντα του και μου την έδωσε.

Η πρώτη πρόβα, διανομή ρόλων

Νέο blog μπήκε στη συντροφιά. Ο δρόμος. Ρίξτε μια ματιά στο bannerάκι αριστερά. Κάντε ένα κλικ πάνω του. Το τσαλίμι δημοσιεύει εκεί το κείμενο: Η πρώτη πρόβα, διανομή ρόλων

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 13, 2008

Σε χωματερή μετατράπηκε το πρώην στρατόπεδο «Παύλου Μελά»

Δεν πιστεύω αυτά που διαβάζω στον σημερινό «Αγγελιοφόρο». Κι όμως τα διαβάζω. Δεν περιμένω κάποιου είδους υπεύθυνη διευκρίνηση επειδή, δυστυχώς, γνωρίζω πολύ καλά πως αυτό που αποδίδεται στο δήμαρχο Σάββα Σερασίδη, απηχεί τη γνώμη πολλών δημοτικών συμβούλων και όχι μόνον αυτής της τετραετίας: «Μπορεί να βλέπουμε το χώρο με την προοπτική δημιουργίας μητροπολιτικού πάρκου, σήμερα, όμως, είναι μόνο μια αλάνα»




Και αύριο τι θα είναι; Η ουσία είναι πως ο Δήμος Σταυρούπολης, σ’ αυτήν την τετραετία, έχει αποφασίσει να χάσει το στρατόπεδο επειδή δεν έχει τρόπο να το διαχειριστεί. Προσθέτει ευκαιριακά «λύσεις». Κι αυτά για τις κατοικίες των στρατιωτικών και το μπετόν είναι άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Η σοβαρότητα αντιμετώπισης του θέματος φαίνεται κι από την πρόταση ρελάνς του Δήμου να αξιοποιήσει το ένα από τα διατηρητέα κτίρια ο ίδιος ο στρατός. Η προηγούμενη διοίκηση άφηνε γη (9% της όλης έκτασης) για δημιουργία πρότυπου οικισμού, η νέα δίνει το ένα από τα δύο διατηρητέα (50% των διατηρητέων). Και η υπόλοιπη έκταση; Θα πάψει να είναι αλάνα; Θα έχει βρει μέχρι τότε ο Δήμος Σταυρούπολης αλλού έκταση να εναποθέτει για μια δυο μέρες τα μπάζα;

Σακκούλες σκουπιδιών λοιπόν και επιστολές σε βουλευτές. Όχι δήμαρχε. Καθάρισε το χώρο και πείσε τους Σταυρουπολίτες να κάνουν όλο και πιο συχνά τη βόλτα τους μέσα στο καθαρό στρατόπεδο. Προγραμμάτισε εκδρομές και ξεναγήσεις όλων των σχολείων όλων των βαθμίδων μέσα στο στρατόπεδο.
Βάλε σήμερα τη Σταυρούπολη μέσα στο στρατόπεδο για να μην το βλέπει έξω από μια μελλοντική περίφραξη αύριο.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2008

Το dvd μου, μέσα

(Άνδρας περιμένει σ’ ένα δωμάτιο, ανήσυχος. Μπαίνει μια γυναίκα που κρατάει μια γυναικεία τσάντα, κάποιου μεγέθους. Τον κοιτάει με μια ματιά σκέτη γλύκα. Εξετάζει προσεκτικά τον χώρο γύρω της. Αφήνει την τσάντα πάνω σ’ ένα τραπέζι, με τρόπο που να στοχεύει τον άντρα. Ευθυγραμμίζει με την ματιά της τον άξονα της τσάντας με το σώμα του άντρα. Τυχαία δήθεν αλλά με ακρίβεια. Πηγαίνει και κάθεται στα πόδια του. Ρίχνει πίσω τα μαλλιά της, ανοίγει το ένα κουμπί της μπλούζας της, κοιτάζει προς την τσάντα και σκύβει να τον φιλήσει, προσέχοντας να μην του κρύβει το πρόσωπο. Αυτός ταράζεται, πετάγεται και την ρίχνει κάτω. Σηκώνεται, τον πλησιάζει και συζητάνε).

ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι έπαθες καλέ; Τι έγινε;
ΑΝΤΡΑΣ: Εγώ, τι έγινε;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εσύ πετάχτηκες. Μύγα σε τσίμπησε; Κόντεψες να με σκοτώσεις.
ΑΝΤΡΑΣ: Άστ’ αυτά, δεν περνάνε σε μένα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποια ν’ αφήσω, άρχοντά μου; Τόσο ήτανε; Δεν με θέλεις άλλο, παλικάρι μου;
ΑΝΤΡΑΣ: Τα συνθηματικά ν’ αφήσεις γιατί δεν τα χάφτω εγώ σαν μερικούς.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιους μερικούς, τι λες τώρα;
ΑΝΤΡΑΣ: Αυτούς που πηδάνε από τα μπαλκόνια λέω.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι πηδάνε, βρωμιάρη άντρα; Μπαλκόνια πηδάνε;
ΑΝΤΡΑΣ: Μην πας να με ρίξεις. Σταματάμε εδώ!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι σταματάμε πασά μου; Μου αναστάτωσες τη ζωή, μ’ έφερες εδώ ξαναμμένη και σταματάμε; Αρχίζουμε αγόρι μου, δεν σταματάμε.
ΑΝΤΡΑΣ: Τι έχει η τσάντα;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πού το κατάλαβες ρε άτιμε;
ΑΝΤΡΑΣ: Εμ πολύ θέλει; Μια ώρα την ταίριαζες!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν ήθελα να το καταλάβεις. Για σένα την ετοίμασα, παιχνιδιάρη.
ΑΝΤΡΑΣ: Το λες κατάμουτρα και δεν ντρέπεσαι.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι να ντραπώ καλέ. Έκπληξη ήθελα να σου κάνω.
ΑΝΤΡΑΣ: Να μου λείπουν τέτοιες εκπλήξεις.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Είσαι σίγουρος ότι δεν θέλεις αυτό που έχει η τσάντα;
ΑΝΤΡΑΣ: Τι έχει;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Το θέλεις ή δεν το θέλεις;
ΑΝΤΡΑΣ: Κάμερα έχει.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι έχει;
ΑΝΤΡΑΣ: Κάμερα.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι την θέλω την κάμερα;
ΑΝΤΡΑΣ: Να με τραβήξεις και να με σέρνεις στα κανάλια.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πολλή τηλεόραση βλέπεις μου φαίνεται.
ΑΝΤΡΑΣ: Έχεις ή δεν έχεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι αν έχω; Δεν θα απλώσεις χέρι; Θα κρατήσεις χαρακτήρα; Θα φύγεις; Θα το ρίξεις στο νόμιμο και στο πατροπαράδοτο; Τέρμα τα extreme sports;
ΑΝΤΡΑΣ: Δεν θέλω να γίνω βούκινο, κακό είναι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Και άρχισες να προσέχεις από σήμερα επειδή ένας βούτηξε από το μπαλκόνι;

ΑΝΤΡΑΣ: Φύλαγε τα ρούχα σου για να έχεις τα μισά.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Πρώτη φορά με βλέπεις με τσάντα;
ΑΝΤΡΑΣ: Ορίστε;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Λέω, πρώτη φορά με βλέπεις με τσάντα;
ΑΝΤΡΑΣ: Τι θέλεις να πεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Το δέκατο πέμπτο επεισόδιο σε φόβισε; Τα άλλα δεκατέσσερα;
ΑΝΤΡΑΣ: Ποια δεκατέσσερα;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεκατέσσερα ραντεβού με άγριο και αχαλίνωτο σεξ, ακούραστε άντρα, δεκατέσσερις φορές η τσάντα ήταν απέναντι, δεν το πρόσεξες;
ΑΝΤΡΑΣ: Ήταν η τσάντα απέναντι;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Και η τσάντα ήταν απέναντι και εσύ ήσουν ασυγκράτητος.
ΑΝΤΡΑΣ: Άνοιξέ την.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ανοίγει η τσάντα, χάνεται το κοκό…
ΑΝΤΡΑΣ: Άνοιξέ την γρήγορα!

(Η γυναίκα σηκώνεται, πηγαίνει στην τσάντα, την ανοίγει και αφού βγάζει ένα-ένα τρία προκλητικά εσώρουχα, την αναποδογυρίζει και την τινάζει, τα μαζεύει, τα βάζει μέσα, του γυρνάει την πλάτη και καθώς περνάει το κατώφλι της πόρτας, ακούγεται η φωνή της)

ΓΥΝΑΙΚΑ: Για την δέκατη πέμπτη, αγαπητέ μου προϊστάμενε, για την μετά Ζαχόπουλο, ξέρεις. Εσώρουχα. Μπορείς να κοιμάσαι πια ήσυχος! Όλες τις προηγούμενες όμως; Τις προ; Ericson? Sonny? Panasonic? Και μη βασίζεσαι στο ότι η Τρέμη αρνήθηκε να δει το dvd. Μόνο η Τρέμη βγαίνει στο γυαλί; Μην τρελαθούμε!





Φωτογραφία: Christopher John Ball

Τρίτη, Φεβρουαρίου 05, 2008

Χαλάλι

Και τι να πω, μου πήρε ο έρωτας τα λόγια,
αργά-αργά τα σεργιανά, σε μισοσκότεινα υπόγεια,
τα βάζει πάνω στο τραπέζι,
τα ρίχνει μέσα στο ποτήρι,
πλάι στο όργανο που παίζει,
για της μικρούλας το χατίρι.
Και τι να πω, για τέτοιο χάσιμο χαλάλι
ήταν για σένα ταιριαστά, αλλά μιλούν σε κάποιαν άλλη.

Και πώς να δω, μου πήρε ο έρωτας το βλέμμα,
για φυλαχτό, για το κακό, για του νταλγκά το πρώτο ψέμα,
δείχνει τον κόμπο στο λαιμό,
το μάγουλο που κοκκινίζει,
κάνει το δάκρυ το κρυφό,
ένοχο ήλιο που φωτίζει.
Και τι να δω, για τέτοιο χάσιμο χαλάλι
ήταν για σένα ταιριαστό, μα κοίταξε και κάποιαν άλλη.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 04, 2008

Σπασμένο τηλέφωνο


Στις 18 Απριλίου 2006 έστειλα επιστολή σαν αντιδήμαρχος Σταυρούπολης (αρ.πρωτ. 10210/18.4.2006) προς το δήμαρχο Αμπελοκήπων.
Στις 9 Νοεμβρίου 2007 ανάρτησα το post: Μια, ακόμη, περίπτωση clopy right: Λεύκωμα «Φωτογραφίζοντας τους Αμπελόκηπους στα μονοπάτια του χρόνου» .
Την ίδια μέρα ενημέρωσα με e-mail το Δήμο Αμπελοκήπων (info@ampelokipoi.gr) και τον δήμαρχο (lazaros@kyrizoglou.gr).
Τον Φεβρουάριο 2008 κυκλοφορεί το περιοδικό ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΩΝ, αρ. 36 με αναδημοσίευση (στη σελίδα 11) του post (λείπουν οι επίμαχες φωτογραφίες του λευκώματος και ένα ΥΓ) και με εφανή τη διάθεση να κρατηθούν κάποιες αποστάσεις από τα όσα υποστηρίζω στο συγκεκριμένο κείμενο.

Δεν υπήρξε καμία άλλη επικοινωνία με κανέναν άλλο (e-mail, τηλέφωνο, επιστολή, κτλ).
Έχω υπομονή και περιμένω.

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2008

Ημερολόγιον Δρόμου, αρ. 1

Μπάμπης Κουρκούδιαλος, ο μαέστρος

Σπύρος Λαζαρίδης, ο συγγραφέας

Σταυρούλα Μαμούτου, η σκηνοθέτρια

Τάκης Μάλλης, Φιλιώ Ευθυμοπούλου, εκ των ηθοποιών

Άρης Μερενίδης, εκ των ηθοποιών

Σταύρος Τσαλαμπούνης, εκ των ηθοποιών

Οι φωτογραφίες είναι του Μάκη Μουρατίδη

Έγινε η συνάντηση στο Ωδείο Πρακτέον, στις 11 Ιανουαρίου 2008. Εξήντα φίλες και φίλοι τίμησαν με την παρουσία τους την εκδήλωση και την παρακολούθησαν μέχρι τέλους. Ήταν μια ζεστή, συγκινητική βραδιά. Μακάρι να συνεχιστεί σε τέτοιο κλίμα η προσπάθεια. Η αρχική παρέα μεγαλώνει. Εδώ, θα δημοσιεύονται κατά καιρούς, νεώτερες πληροφορίες για την πορεία του έργου. Ένα είδος ημερολογίου. Δεκτές και απαραίτητες οι παρατηρήσεις όσων νιώθουν την ανάγκη να τις κάνουν. Σαν ένα νεύμα χαιρετισμού.

Τρίτη, Ιανουαρίου 01, 2008

Ποδαρικό κι αυτό, κατά μιαν έννοια


Καλή χρονιά με υγεία και ευτυχία. Να συμβαίνουν πράγματα γύρω μας που θα μας ευχαριστούν και θα μας αναζωογονούν και όχι να μας μιζεριάζουν. Υπάρχουν και μας περιμένουν σε πείσμα της γκρίζας και θολής εικόνας που μας προβάλλει ο καταρράκτης που τρύπωσε στο βλέμμα μας.

Ένα κλικ πάνω της το θέλει η εικόνα που υπερίπταται τούτων των γραμμών. Πρόσκληση είναι. Για καλό.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2007

Death proof: Down in Mexico (The Coasters)



Μία μόνο από τις εκπληκτικές σκηνές που έστησε ο Quentin Tarantino. Καραμπινάτος αισθησιασμός κι ούτε ένα βυζί στην οθόνη. Οι μεγάλοι σκηνοθέτες δεν χρειάζονται τίποτε άλλο παρά μια κάμερα και καλούς ηθοποιούς. Τα άλλα είναι για τους μικρομέγαλους.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2007

Ευτυχώς, κάποια πράγματα μας ομορφαίνουν τη ζωή...


Ο σταθμός που παίζει αυτή τη στιγμή στο ραδιόφωνό μου, πληροφορεί τους ακροατές του πως δεν έχει στη διάθεσή του σύνδεση internet κι έτσι μόνο από σταθερό τηλέφωνο μπορεί κανείς να επικοινωνήσει μαζί του.
Μόλις είχα πατήσει το κουμπί που έδινε την εντολή στον scanner να αποτυπώσει την εικόνα που αιωρείται πάνω από αυτές τις γραμμές.
Κάποιος πρέπει να τους μιλήσει για το ταχυδρομείο σκέφτηκα και χαμογέλασα. Βέβαια τότε εξαφανίζεται η αμεσότητα και η ταχύτητα του sms και του τηλεφώνου, χάνεται η αίσθηση του fast food που μονοπωλεί, σχεδόν τις αναζητήσεις και τις επιλογές μας. Πάντα; Όχι! Ευτυχώς!
Είμαι συνδρομητής του λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον από το 1999. Το διαβάζω όμως από το πρώτο του τεύχος και ακόμα νωρίτερα από τους πρόδρομους τίτλους που εξέδιδε η ψυχή του, ο ποιητής Γιάννης Πατίλης και η παρέα του.
Τα τελευταία χρόνια, το Πλανόδιον κάνει δώρο στους συνδρομητές του βιβλία ποίησης και πεζογραφίας που τυπώνουν κάτω από τη στέγη του γνωστοί και άγνωστοι στο λογοτεχνικό χώρο. Όλα τα διακρίνει μια ποιότητα γραφής. Σε όλα είναι ευδιάκριτη η επιμέλεια στην έκδοση. Κυρίως κυκλοφορούν εκτός εμπορίου. Όλα είναι καταδικασμένα, σ’ αυτήν τους τουλάχιστον τη μορφή, να μην γίνουν best sellers.
Και τι έγινε; Διαβάζονται από ανθρώπους που αγαπούν το διάβασμα. Λίγο είναι; Πέρσυ μάλιστα ένα από αυτά (Θεανώ Κοτίνη, Ανίδεοι πάλι, εκδ. Πλανόδιον, 2006) έφτασε να βραβευθεί με το πρώτο βραβείο ποίησης από το περιοδικό Διαβάζω (βλ. περ. Διαβάζω, αρ. 474, Μάιος 2007).
Στο γραμματοκιβώτιό μου, την Παρασκευή ασφυκτιούσαν, εκτός από τους διάφορους λογαριασμούς, δύο παραφουσκωμένοι φάκελοι. Στον έναν από αυτούς βρισκόταν και το βιβλίο της Ευαγγελίας Κόσσυβα, Στήμονες οι ηδυπαθείς. Πουθενά δε φαίνεται να έβγαλε άλλο βιβλίο. Ό,τι έγραφε τα τελευταία δέκα χρόνια (γεν. 1952, Καλαμάτα) τα δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά της Καλαμάτας και των Πατρών.
Θεωρώ πως όταν εκείνοι που γράφουν επειδή έχουν κάτι να πουν, διαθέτουν και την ικανότητα να είναι ευγενείς και να σέβονται, εκτός από τους ήρωές τους, τον αναγνώστη τους και τη γλώσσα που υπηρετούν, τότε αναδεικνύονται σε συγγραφείς που δεν μπορείς να τους προσπεράσεις με μια ανάγνωση.
Επειδή κουράστηκα να διαβάζω νέους και νέες συγγραφείς που βιάζονται να γίνουν «καταραμένοι» και αθυρόστομοι, επειδή η ανθρώπινη δυστυχία είναι ένα πρώτης τάξεως υλικό για να χτίσει κανείς πολυόροφες ιστορίες και να ανέβει στην ταράτσα τους, χωρίς σεμνοτυφίες και ενδοιασμούς και να ανεμίζει αίματα και βλέννες, μύξες και ακατανόμαστα γαμίσια, πόνο και σπέρμα, φθόνο και μίσος, μοβόρους και αδίστακτες, βιβλία σαν αυτό της Κόσσυβα, λάμπουν σαν διαμάντια.
Η ίδια πρώτη ύλη, η ανθρώπινη ανημπόρια και η εγκατάλειψη, περιγράφονται σαν να φροντίζει η συγγραφέας ένα εύθραυστο γυαλικό της γιαγιάς της. Και αλλουνού να ήτανε το γυαλικό, με τον ίδιο τρόπο φαντάζομαι να το φρόντιζε. Η ευγένεια δεν επιλέγει το στόχο της. Απλώνεται και φτάνει μέχρι τα ακροδάχτυλα όσων είναι εκεί κοντά.
Πολύ χαίρομαι που είμαι σε μια τέτοια παρέα, Γιάννη Πατίλη.
Καλή δύναμη!

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2007

Are you talking to me, Δείμε?


[...]Καλά κρίνουμε εκ του ασφαλούς, αλλά όταν έρθει η ώρα κρινόμαστε στην πράξη. Κορώνες κριτικής δέχομαι μόνο από όσους έπραξαν. Όχι από εκείνους που πυροβόλησαν τον αέρα (για σένα είναι τούτο Σπύρο). Γιατί κάποιοι μέσα στη θεωρητικολογία τους μιλούν για σφιχτή διαδικασία. Μάλλον δεν ήταν στην αίθουσα -όταν ο κόσμος που βιώνει το πρόβλημα- ζητούσε λύσεις κι όχι επιστημονικές ημερίδες, όπως ήθελαν κάποιοι να μιλάνε για ώρες. Το αποτέλεσμα; Χρονοδιάγραμμα δράσης και απαιτήσεις ρεαλιστικές και όχι κενές ουτοπίες.

Η ηλίθια και ανέφικτη πρόταση -αν μπορώ να χαρακτηρίσω έτσι μία λογική που ζητά να φύγουν από εδώ και να πάνε αλλού- για Δήμους που θα πάρουν τον ΟΚΑΝΑ, έγινε πράξη στην οποία συγκεντρώθηκαν πάνω από 500 άτομα (στο σύνολο των 3,5 περίπου ωρών που κράτησε η εκδήλωση). Ήταν τόσοι στις διοργανωθείσες συγκεντρώσεις του παρελθόντος; Χωρίς ρατσισμό, αλλά με απαίτησε για αστυνόμευση και έναρξη δράσης ο κόσμος ήθελε και θέλει λύσεις. Λύσεις που οι λαλίστατοι σημερινοί τιμητές ή αρνούνται ή δε θέλησαν (το δεν μπόρεσαν δεν το δέχομαι) α δώσουν. Με προστασία και λύσεις για αρρώστους, αλλά και για την ασφάλεια των κατοίκων. Έπρεπε για κάποιους να κάνουμε ιδεολογική κουβέντα, έπρεπε να συζητήσουμε το ρόλο των ναρκωτικών στον καπιταλιστικό κόσμο. Έλα ντε που ο κόσμος ήθελε προτάσεις και όχι κουβέντες του αέρα. Βγήκε συμπέρασμα, αγαπητέ πρώην αντιδήμαρχε, με ημερομηνίες[...]

Σ’ αυτόν τον καταιγισμό αυθαίρετων συμπερασμάτων, αγαπητέ Δείμε, μένω άφωνος. 280 άτομα,μαζί με τον εξώστη χωράει το θέατρο. Πόσοι έμειναν όταν ανακοινώθηκαν οι ημερομηνίες δράσης; Ξέρεις πόσα τελεσίγραφα έχουν λήξει μέχρι τώρα; Ημερίδα και μάλιστα με κάκιστα σχεδιασμένη εκπροσώπηση εισηγητών εσείς στήσατε. Όλοι οι άλλοι διεκδικούσαν λόγο και εισέπραταν απαξίωση.

Ξαναδιάβασε προσεκτικά το προηγούμενο post μου, δες νηφάλια τι ακριβώς λέω και μην δημιουργείς εντυπώσεις.

Όταν, με τον χειμαρώδη λόγο σου, μου δείξεις ότι δεν αλλοιώνεις τα λόγια και τα έργα μου, αλλά, αφού τα καταλαβαίνεις, τα απορρίπτεις, τότε μπορούμε να συζητήσουμε για το τι έκανε ο καθένας μας και πώς υποστηρίζει τις απόψεις του.


Κυριακή, Νοεμβρίου 25, 2007

Τύπος ή ουσία;




Το κάλεσμα:
άνευρο, απολίτικο, αποϊδεολογικοποιημένο.
Οι εισηγητές:
αδύναμοι στο να αναδείξουν το πρόβλημα και χωρίς διάθεση να αφουγκραστούν εκείνους που το βιώνουν.
Το κοινό:
πήγε να ακούσει λύσεις κι έφαγε κατάμουτρα μια ασφυκτική διαδικασία.
Το πρόβλημα:
κανείς δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να το προσδιορίσει˙ αστυνομικό, κοινωνικό, πολιτικό, ιατρικό;
Η επόμενη μέρα:
το πρόγραμμα θα καταρρεύσει, οι πολιτικοί θα μιλήσουν για δικαιωμένους αγώνες και σε πολλούς θα μείνει η απορία του πόσο ρατσιστές ήταν που δέχτηκαν ανόητους σχεδιασμούς από διορισμένους και αδαείς.

Και μια θλίψη
διάχυτη,
αμείλικτη,
αδυσώπητη,
χειροπιαστή.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 21, 2007

Τρυφερό μάθημα Φυσικής

Κατά την ώρα του μαθήματος Φυσική σε ένα τμήμα γενικής παιδείας της τρίτης λυκείου, μιλώντας για δείκτες διάθλασης και φάσμα του λευκού φωτός, μια μαθήτρια ρωτάει και ο καθηγητής της απαντάει:

- Κύριε, κάτι άσχετο...
- Ορίστε!
- Έχω μυωπία και ξέχασα τα γυαλιά μου. Όμως μόλις δακρύζω, βλέπω καλύτερα. Γιατί;
- Προφανώς το δάκρυ σου λειτουργεί σαν φακός αντικαθιστώντας τα γυαλιά σου.
- Τι καλοοοό!

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2007

Με τις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, ασχολούνται και σοβαροί άνθρωποι


[...]

Θέτω επομένως τα ερώτηματα:

Είναι τυχαία αυτή η απόλυτη έλλειψη ευαισθησίας σε ζητήματα ποιότητας ζωής των κατοίκων της περιοχής που περιβάλλει την οδό Λαγκαδά;

Είναι τυχαία η προτεραιότητα που δόθηκε στους διερχόμενους οδηγούς και όχι στους πολίτες που βιώνουν το χώρο στην καθημερινότητα τους;

Είναι τυχαία η μηδενική αναβάθμιση της ποιότητας του δημόσιου χώρου που περιβάλλει το δρόμο, των πεζοδρομίων και των διασταυρώσεων;

Σημειώνω ότι σε κανένα άλλο σημείο της Θεσσαλονίκης εντός του συμπαγούς αστικού ιστού δεν έχει σχεδιαστεί δρόμος με τόσο ευνοϊκές για το αυτοκίνητο ρυθμίσεις και τόσο μεγάλη έλλειψη προδιαγραφών για την κίνηση του πεζού! Ακόμη και η οδός Εγνατία που διασχίζει τον ανατολικό τομέα έχει νησίδα πρασίνου που επιτρέπει την τμηματική διέλευση πεζών, μεγαλύτερη συχνότητα φωτεινών σηματοδοτών και αισθητά μικρότερες ταχύτητες!

Είναι γνωστή η μεγάλη διαμαρτυρία η οποία έγινε πρόσφατα με την πρόθεση διαπλάτυνσης της παραλιακής λεωφόρου με την κατασκευή της υποθαλάσσιας αρτηρίας η οποία αφορούσε τον αποκλεισμό των πολιτών από την παραλία.

Πόσο έντονη θα έπρεπε να είναι η διαμαρτυρία για το κατασκευασμένο έργο της Λαγκαδά που αποκλείει την επικοινωνία ολόκληρων Δήμων με εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους;

Τελικά στόχος του έργου είναι απλώς η διευκόλυνση των διερχόμενων οδηγών ή παράλληλη αναβάθμιση της πλέον υποβαθμισμένης περιοχής της πόλης;

[...]


Τα ερωτήματα ανήκουν στον Απόστολο Λαγαρία, ο οποίος καταθέτει στο blog του τη γνώση και την ευαισθησία του για τις κοινωνικές διαστάσεις των χωρικών προβλημάτων.

Συστήνω την ανάγνωση των πονημάτων του για τον απλό λόγο, τον οποίο του τον άφησα ως σχόλιο: Όσο θα πληθαίνουν τα αξιόλογα κείμενα που υπερασπίζονται την ποιότητα και ερευνούν τα αίτια των κακών επιλογών των τύποις αρμοδίων, τόσο θα μειώνεται η αυτοπεποίθηση των αδαών όταν «σχεδιάζουν» και αποφασίζουν. Το ελπίζω, δηλαδή.

Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2007

Διαβάζει ο Βενιζέλος blogs;




Ένα ακόμη καλό κείμενο του satanasso. Αναδεικνύει την προχειρότητα με την οποία σχεδιάστηκε η οδός Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης και σφαγιάστηκε η αισθητική και η ιστορική μνήμη. Έργο πολιτισμού η διαπλάτυνση, μην το γελάτε καθόλου.






Για να αποκτήσει και ένα άλλο, γοητευτικό, ενδιαφέρον η βόλτα του satanasso κατά μήκος της οδού Λαγκαδά, αναρτώ, εδώ, ένα banner του Ιστορικού Αρχείου Σταυρούπολης, και το κείμενο που περιέχει, για μια βόλτα στον ίδιο δρόμο, στα 1910, από τον γυμνασιάρχη του ελληνικού γυμνασίου με τους μαθητές του.


[…] Στρέφομεν προς τα δεξιά εκεί, όπου τελειώνει η συνοικία του Βαρδαριού, δια να παρακολουθήσωμεν άλλον δρόμον. Είναι η αμαξιτή, πολυσύχναστος, οδός, η οποία προχωρεί μέχρι των Σερρών. Είναι γεμάτη από πολύ λεπτήν σκόνην. Ο ελαφρώς πνέων βαρδάρις (βορειοδυτικός) την ανασηκώνει. Την ανασηκώνουν και οι πόδες μας, οι οποίοι βυθίζονται εντός αυτής. Τα κάρρα, τα οποία ορμητικά παρελαύνουν, την αναταράσσουν και εκείνα. Δια τούτο σπεύδομεν να αναβώμεν το ταχύτερον το ύψωμα της αγίας Παρασκευής, όπου ευρίσκεται το ένα εκ των δύο νεκροταφείων της ιδικής μας κοινότητος.
Επί του υψώματος σταματώμεν ολίγα λεπτά και ρίπτομεν βλέμματα προς τα τριγύρω. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος από πυκνά, τεράστια, σύννεφα, ανησυχούμεν δε, διότι φοβούμεθα μη βρέξη. Αισθητή είναι και η πρωινή δρόσος, η οποία όμως μας τονώνει τα μέλη και μας εγκαρδιώνει εις την οδοιπορίαν. Την ιδίαν επίδρασιν έχει και ο ελαφρώς πνέων βαρδάρις. Τον έχομεν όμως αντιμέτωπον και μας δυσκολεύει οπωσδήποτε εις τη πορείαν. Αλλ’ είναι τόσον δροσερός και βουίζει τόσον γλυκά, ώστε του συγχωρούμεν την αντίθετον, όπου έχει, φοράν.
Η οδός, αφού κατέλθη το ύψωμα της αγίας Παρασκευής, εγγίζει τους στρατώνας του πυροβολικού και του ιππικού. Είναι πολλά τα οικοδομήματα ταύτα και φαίνονται από μακράν ως ολόκληρος συνοικισμός. Ανηγέρθησαν προ ολίγων ετών κατά γερμανικά υποδείγματα. Είναι και ούτοι έργα του Χαμίτ μαζί με πολλά άλλα στρατιωτικά έργα, τα οποία όμως δεν τον εξιλέωσαν ενώπιον της οργής των Νεοτούρκων.
Προχωρούμεν ολοένα ακμαίοι, με την χαράν, την οποίαν χύνει εις το στήθος της εξοχής η απόλαυσις, φυσά και δυναμώνει ο βαρδάρις, εφ’ όσον προχωρούμεν επί του κατωφερούς, αλλ’ ηρέμα κατωφερούς δρόμου και φθάνομεν εις τα Πλατανάκια. Το όνομά των οφείλουν εις τους πολλούς και πυκνούς πλατάνους, οι οποίοι υψούνται εις τας όχθας χειμάρρου. Σήμερον ο χείμαρρος έχει αρκετόν νερόν. Είναι διαυγέστατον και τα κατάλευκα και λεία χαλίκια της κοίτης του διαφαίνονται κάτω από τα αβαθή νερά του, καθώς και επί της λοιπής, ξηραμμένης σήμερον, κοίτης του, της γεμάτης από άμμον και χαλίκια. Και τα χαλίκια, επί των οποίων βαδίζομεν, γλιστρούν και υποχωρούν εις το βάρος του σώματός μας. Από επάνω μας οι πλάτανοι σκορπίζουν ελαφρώς απειλητικόν σύριγμα, το προερχόμενον από τον επιπίπτοντα επάνω των βαρδάριν. Δυστυχώς των περισσοτέρων οι κλάδοι είναι αστόργως κομμένοι και μόνον οι χονδροί κορμοί των ανέρχονται εις μέγα ύψος, ως κορμοί κυπαρίσσων ευθυτενείς, με φύλλωμα δε πυκνόν και καταπράσινον. Αλλ’ οπωσδήποτε τα Πλατανάκια εν τω μέσω της ξηράς και αδένδρου τριγύρω της Θεσαλονίκης γης παρέχουν περιπόθητον σκιάν, εις την οποίαν με ευγνωμοσύνην καταφεύγει ο οδοιπόρος, δια να αναπαύση τους κοπιασμένους του πόδας, δια να αποσπογγίση τον ιδρώτα του προσώπου του, δια να βρέξη τα στεγνά του χείλη με το δροσερόν νερόν της εκεί πλησίον ρεούσης πηγής.
Στηριζόμενοι εις τους κορμούς γηραιών πλατάνων εγώ και προσφιλέστατός μου συνοδοιπόρος ανταλλάσσομεν τας σκέψεις και τας εντυπώσεις μας, ενώ τα βλέμματά μας πλανώνται εδώ και εκεί επί του εκτεταμένου τριγύρω μας ορίζοντος.
Από την θέσιν μας δε βλέπομεν το βόρειον και βορειοδυτικόν μέρος των τειχών της Θεσσαλονίκης. Είναι καταμαυρισμένα από την πολυκαιρίαν, από του ανωμάλου εδάφους, εντός του οποίου βυθίζονται, μέχρι των υπερυψήλων, υπερηφάνων, επάλξεών των.
Αλλ’ οι στρατώνες του πυροβολικού και του ιππικού, οι οποίοι φαίνονται και αυτοί, είναι κατάλευκοι και καινουργείς. Και υπό την έποψιν ταύτην εμποιούν καταφανή αντίθεσιν προς τα προαιώνια τείχη, τα συμβολίζοντα το παρελθόν της πόλεως. Τουναντίον οι στρατώνες είναι της σημερινής κυριαρχίας τα τρανότατα και τα αδιαφιλονίκητα τεκμήρια.
Η δε χώρα, την οποίαν έχομεν απέναντί μας, σχηματίζεται εις πεδιάδα ανώμαλον και λοφώδη, περιβαλλομένην από όρη και προεκτεινομένην μέχρι του Θερμαϊκού κόλπου. Επί της εκτεταμένης ταύτης γης μόνον αραιοί τινες συνοικισμοί, ανάξιοι λόγου, ανακύπτουν. Η δε ερημία, η μόνωσις και η οικτρά εγκατάλειψις συσφίγγουν την καρδίαν και καθιστούν αραιάν και διακεκομμένην την συνομιλίαν μου μετά του πλησίον μου ισταμένου φίλου. […]






Υ.Γ. Το banner έγινε για τις ανάγκες της κοινής έκθεσης «Η Σταυρούπολη στη λογοτεχνία, Νεότητα», τον Μάιο του 2002. Το κείμενο συμπεριλήφθηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «το κλειδί της ΠΟΛΗΣ», τον Δεκέμβριο του 2005, στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΗΣ, Ι.



Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2007

Μια, ακόμη, περίπτωση clopy right: Λεύκωμα «Φωτογραφίζοντας τους Αμπελόκηπους στα μονοπάτια του χρόνου»

Αγαπητέ Δήμαρχε,

Με θλίψη και πίκρα, λίγες παρατηρήσεις για κάποιες από τις φωτογραφίες της ενότητας «Πρόσφυγες» του λευκώματος που εκδόθηκε από τον Δήμο Αμπελοκήπων το 2005 με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς.

Δεν υπάρχει πουθενά καμία αναφορά στην πηγή των φωτογραφιών και αυτό δεν είναι μόνο δεοντολογικό ολίσθημα αλλά και λάθος ουσίας αφού δεν δίνεται η δυνατότητα για την τεκμηρίωση των όσων ισχυρίζονται οι συγγραφείς του λευκώματος στις λεζάντες που παραθέτουν:

1. Εξώφυλλο, αλλά και την σελίδα 14: Δεν μπορούν οι εικονιζόμενοι να είναι «πρόσφυγες του 1923», αφού η φωτογραφία δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 6/2/1916 σε γαλλική εφημερίδα. Αυτό είναι το λάθος. Το δεοντολογικό ολίσθημα είναι πως στην Ελλάδα για πρώτη φορά δημοσιεύεται στο λεύκωμά μου «Δι’ εγκαταστάσεως 1914», που εξέδωσε το 2001 (και σε δεύτερη έκδοση το 2005) ο Δήμος Σταυρούπολης, στις σελίδες 22 και 23 με ξεκάθαρη αναφορά στην αρχική πηγή της φωτογραφίας.




2. Σελίδα 15, πάνω δεξιά: Η cart postale προέρχεται από το αρχείο του ΚΙΘ (Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης), γράφει για τσιγγάνους στο Ζέιτενλικ και υπάρχει στο βιβλίο μου «Από το Βαρδάρι ως το Δερβένι», εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 1997, στη σελίδα 155. Μικρό το λάθος, εδώ. Στην ίδια σελίδα όμως, κάτω, υπάρχει μια φωτογραφία την οποία έχω δημοσιεύσει χωρίς την λεζάντα της (Ομάδα προσφύγων, Θεσσαλονίκη 1917) στο «Δι’ εγκαταστάσεως 1914», στη σελίδα 32 με αναφορά στον συλλέκτη από τον οποίο την βρήκα. Από πού η σιγουριά πως πρόκειται για «Αμπελόκηπους, 1923»;




3. Σελίδα 17, πάνω: «Προσφυγόπουλα με τα Κυριακάτικά τους» έγραψα γι’ αυτή την φωτογραφία του ΚΙΘ, στο «Από το Βαρδάρι ως το Δερβένι», στη σελίδα 150 ενώ η λεζάντα του ΚΙΘ έγραφε «Χωρικοί την Κυριακή». Την ίδια cart postale δημοσιεύω και στο «Δι’ εγκαταστάσεως 1914», σελ. 79, αυτή την φορά από το αρχείο του Γιάννη Μέγα και τολμώ να προτείνω έμμεσα μια ιδέα για ταύτιση του κτίσματος που φαίνεται στην εικόνα στολισμένο, δημοσιεύοντας ένα κείμενο από το περιοδικό «Γρηγόριος Παλαμάς», του 1919 το οποίο αναφέρεται στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου στο Λεμπέτ. Είναι φωτογραφία της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και όχι του 1923.



4. Σελίδα 18, πάνω: «Επίσκεψη στα παιδιά της υπαίθρου από τους μαγείρους ενός από τα Συντάγματα Πεζικού» γράφει η κάρτα από το αρχείο του Γιάννη Μέγα («Δι’ εγκαταστάσεως 1914», σελ. 48). Και η κάτω φωτογραφία είναι από το ίδιο αρχείο και δημοσιεύεται στο ίδιο λεύκωμα στη σελ. 33.

5. Σελίδα 169, πάνω: Βλ. «Από το Βαρδάρι ως το Δερβένι», σελ. 140.

6. Σελίδα 179, πάνω: Η ίδια φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο «Ενημερωτικό Δελτίο Σταυρούπολης», αρ. 37, Ιούνης-Ιούλης 1986 και προέρχεται από το αρχείο του Στ. Χατζή ο οποίος ήταν ο πρώτος που δημοσίευσε κείμενα και φωτογραφίες για την ομάδα του Παύλου Μελά Κατοχής. Επειδή ο Χατζής δημοσίευσε και σε κάποιες εφημερίδες κείμενά του, δεν μπορώ να γνωρίζω από πού ακριβώς προέρχεται η φωτογραφία του συγκεκριμένου λευκώματος.

Ειλικρινά, ο μόνος σκοπός αυτής της επιστολής, είναι η αγάπη για την έρευνα και η ισχυρή πεποίθηση πως η μνεία της πρωτογενούς πηγής από αυτόν που ανατρέχει σ’ αυτήν, είναι κάτι σαν ένα νεύμα χαιρετισμού και συμπάθειας προς εκείνον που έκανε κάτι καλό για να χρειαστεί κάποιος άλλος να αναπαράγει το έργο του. Επικαλούμαι την προσήλωση των υπευθύνων της έκδοσης στους κανόνες προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας όπως καταγράφονται στην σελίδα 2 του λευκώματος «Φωτογραφίζοντας τους Αμπελόκηπους στα μονοπάτια του χρόνου» και στην ιστοσελίδα του Δήμου Αμπελοκήπων (http://www.ampelokipoi.gr/) και περιμένω κάποιου είδους επανόρθωση.

Σπύρος Λαζαρίδης
Συγγραφέας,
Αντιδήμαρχος Σταυρούπολης

Υ.Γ. Η επιστολή αυτή στάλθηκε με όλους τους τύπους (αρ. πρωτοκόλλου, λογότυπο Δήμου Σταυρούπολης, κτλ), και μάλιστα, όχι μόνο με την ιδιότητα του συγγραφέα αλλά και του (τρομάρα μου) αντιδημάρχου. Όπως καταλαβαίνετε, άκρα του τάφου σιωπή. Όχι πως περιμένω τώρα κάτι. Έτσι για το γαμώτο, αυτή η δημοσίευση.
Υ.Γ.2 Οι βιβλιογραφικές παραπομπές γίνονται στις σελίδες των τυπωμένων λευκωμάτων-βιβλίων, οι οποίες δεν συμπίπτουν με εκείνες της ηλεκτρονικής έκδοσης.


Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2007

Θαύμα, θαύμα! Η (ανέξοδη) έξοδος από τον μεσαίωνα.


Τον διάλογο περιμέναμε από το μπουμπούκι, πλαστική κωλοτούμπα μας έκανε ο δημοσιογράφος Β.Β. Μπράβο, μπράβο και εις άλλα με υγείαν.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 05, 2007

Μα καλά, δεν βγήκε ο δήμαρχος που ήθελε και η Αυγή;


Ο Σάββας Σερασίδης είναι ΠΑΣΟΚ. Τον Σερασίδη όμως τον στήριξε επίσημα, πιο επίσημα δεν γίνεται, ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου. Αναφορά που δεν κάνει η εφημερίδα Αυγή (4.11.2007). Άντε να δούμε πώς θα μιλήσει ο δήμαρχος; Επειδή, όπως φαίνεται καθαρά στο κείμενο της εφημερίδας, εξακολουθούν κάποιοι να χρεώνουν στη Σταυρούπολη την αντίθεσή της στο πρόγραμμα αυτό καθεαυτό και όχι στις παρενέργειές του.

Έχει ο καιρός γυρίσματα Σάββα. Ό,τι χρέωνες σου χρεώνουν και όπως σου απαντούσε ο προηγούμενος θα απαντάς κι εσύ. Για πείσε λοιπόν τον διορισμένο πρόεδρο και τον φωτισμένο δημοσιογράφο ότι δεν είσαι φοβικός και μεσαιωνικών αντιλήψεων άνθρωπος;
Πείσε τους για την αναγκαιότητα διασποράς του προγράμματος που σε άκουσα να το υπερασπίζεσαι μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο, αυτήν την ίδια διασπορά που όταν την υπερασπιζόταν ο προηγούμενος δήμαρχος ήταν κακός και ανεπαρκής.
Περιμένω με αγωνία.

Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2007

Ζωογόνον ύδωρ εν Ηλιολούστω



Ο μόχθος του σκαψίματος, η απειρία της σποράς και η χαρά της συγκομιδής εννοούνται κι ας μη φαίνονται.




Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2007

Η τελευταία εικόνα



Στον περιφερειακό Δήμο της μεγάλης πόλης, διοργανώνεται μια παρατεταμένη γιορτή στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς, με μαθητικές εκδηλώσεις. Σημαντικό τμήμα αυτών των εκδηλώσεων αποτελούν οι θεατρικές παραστάσεις που ανεβαίνουν στην σκηνή του δημοτικού θεάτρου στα μέσα Ιουνίου.
Φέτος η πρεμιέρα συνέπεσε με μια ζεστή βραδιά. Όλη την ημέρα γινόταν ένας αγώνας δρόμου από τους τεχνικούς που ανέλαβαν την συντήρηση των κλιματιστικών μηχανημάτων, ώστε η παράσταση να γίνει σε δροσερό περιβάλλον.
Το γιατί έπρεπε η συντήρηση των μηχανημάτων να γίνει την ημέρα της πρεμιέρας, είναι ένα αυτονόητο ερώτημα, του οποίου η απάντηση χάνεται από γραφείου σε γραφείο του δημοτικού καταστήματος.
Αριθμοί πρωτοκόλλων, εκθέσεις επιτροπών, εισηγήσεις υπηρεσιών, αναζήτηση οικονομικών προσφορών, προθεσμίες συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου. Το κυριότερο: άρση των διαφωνιών όσων εμπλέκονται με τον καθορισμό της διαδικασίας, η οποία θα επιτρέψει στο τέλος στον τεχνίτη που θα δουλέψει, κάποτε να πληρωθεί.
Την συγκεκριμένη ημέρα πάντως ο τεχνίτης δούλεψε πριν ολοκληρωθεί η τυπική διαδικασία και χωρίς να έχει επίγνωση της περιπλοκότητάς της. Την ευθύνη της παρατυπίας ανέλαβε ο νέος αντιδήμαρχος που δεν μπορούσε να διανοηθεί την παράσταση σε συνθήκες καύσωνα.
Την επιπλοκή πάντως δεν την απέφυγε, επειδή την κρίσιμη στιγμή ο διακόπτης αρνήθηκε να θέσει σε λειτουργία το σύστημα και η βραδιά έπρεπε να ξεκινήσει με την αγωνία του αντιδημάρχου για το αν θα προλάβει να έρθει ξανά ο τεχνίτης για να επιληφθεί του προβλήματος το οποίο με την σειρά του έπρεπε να ήταν αντιμετωπίσιμο. Έτσι ο αντιδήμαρχος αντί για πολιτική ομιλία και διθυράμβους είπε την αλήθεια στους θεατές, ζητώντας την υπομονή όλων και προσβλέποντας στην έκπληξη της δροσερής αύρας που ίσως ερχόταν κάποια στιγμή από το πεισματάρικο μηχάνημα.
Πράγματι, με το άνοιγμα της αυλαίας, η αύρα της τεχνολογίας ήρθε.
Η παράσταση ξεκίνησε και έκρυβε μια ευχάριστη έκπληξη, την δεύτερη της βραδιάς. Ο δάσκαλος που ανέλαβε την σκηνοθεσία, κράτησε και το βασικό ρόλο για τον εαυτό του. Στην αρχή, αυτή η διαπίστωση ξένισε τους θεατές. Στην πορεία όμως αποδείχτηκε πως η κίνηση αυτή ήταν μια πολύ σωστή παιδαγωγική κίνηση. Ο δάσκαλος έγινε παιδί με τα παιδιά καθοδηγώντας τα στην θεατρική περιπέτεια.
Η διανομή των ρόλων, οι παρεμβάσεις στο κείμενο, το μπόλιασμα με την επικαιρότητα και η αναφορά ακόμη και σε γεγονότα τοπικής σημασίας, φανέρωναν έναν ταλαντούχο άνθρωπο που αγαπούσε τη δουλειά του. Χρησιμοποίησε με την ίδια αγάπη και φροντίδα παιδιά με κάθε είδους ανατομικές ιδιαιτερότητες.
Είναι σίγουρο πως πρέπει να έδωσε όλη τη χρονιά, καθώς προετοίμαζε το έργο, δύσκολο αγώνα για να καταφέρει τους ηθοποιούς του να ξεπεράσουν ανασφάλειες σχετικές με το πάχος τους, το ύψος τους, την εκφορά του λόγου τους, την κίνησή τους. Φαινόταν καθαρά πως τους προετοίμασε για μια γιορτή κι ένα ξεφάντωμα στο οποίο αφήνεσαι, δεν προσποιείσαι.
Κάποια στιγμή, ένα κοριτσάκι παραπάτησε κι έπεσε, λίγα μόνο λεπτά μετά την είσοδό της στη σκηνή. Ο πόνος που το διαπέρασε φάνηκε στο προσωπάκι του και στα δακρυσμένα ματάκια του. Καλύφθηκε πίσω από τη βαλίτσα που απαιτούσε ο ρόλος του και έψαχνε με το βλέμμα του πίσω από τις κουΐντες.
Ο δάσκαλος ήρθε στη σκηνή, γονάτισε και αγκάλιασε τη μικρή μαθήτρια, αντάλλαξαν κάποιες ατάκες, μέχρι που η ανάσα του κοριτσιού να αποκτήσει σταθερό ρυθμό παρόλο που ο μορφασμός του πόνου δεν το εγκατέλειψε στιγμή. Όλοι αναρωτιόντουσαν για το αν αυτό που έβλεπαν ήταν σκηνή του έργου ή ένα απρόοπτο συμβάν για το οποίο, οι πρωταγωνιστές του, επέλεξαν τον συγκεκριμένο τρόπο να το αντιμετωπίσουν.
Η παράσταση εξελίχθηκε κανονικά, η μαθήτρια έμεινε για περισσότερη από μισή ώρα πάνω στην σκηνή, γεγονός που δίνει μιαν άλλη διάσταση στις αντιδράσεις της την στιγμή του ατυχήματος.
Όταν όλοι στην αίθουσα ηρέμησαν και ξαναμπήκαν στον ρυθμό της παράστασης και μπορούσαν να απελευθερώσουν για λίγα δευτερόλεπτα το βλέμμα τους από το κέντρο της υπερυψωμένης σκηνής, είδαν στην άκρη της, στο ημίφως, μια γυναίκα γαντζωμένη στα σανίδια να κοιτάει με αγωνία τα όσα διαδραματίζονταν κάτω από τους προβολείς. Μάλλον η μάνα του κοριτσιού.
Τέλος καλό όλα καλά. Η παράσταση τελείωσε ομαλά, αν όχι θριαμβευτικά.
Όλοι ήταν χαρούμενοι.

Όλοι εκτός από τον κύριο που καθόταν δίπλα στον αντιδήμαρχο.
Ο κοντούλης αυτός κύριος έφτασε στο θέατρο, ασθμαίνων, λίγο πριν ανέβει στο βήμα ο αντιδήμαρχος. Κατευθύνθηκε στην πρώτη σειρά των καθισμάτων. Του αντιδημάρχου του φάνηκε πως ο νεοφερμένος τον κοίταξε αυστηρά.
Το συνδύασε με την εμφάνισή του και δεν έδωσε περισσότερη σημασία. Εμφάνιση ψευδομαχαλόμαγκα με σαφείς αναφορές στην μόδα των ξενυχτάδικων. Λευκή πανταλόνα μέχρι πριν τον αστράγαλο, παπουτσάκι χωρίς κάλτσα, ή κάλτσα που δεν προεξέχει του παπουτσιού, μαύρο πουκάμισο ανοιχτό χαμηλά προβάλλοντας ένα άτριχο στήθος. Λεπτός χωρίς περιττά κιλά, προφανώς για να του κάθονται τα ρούχα της βιτρίνας. Τσίχλα στο στόμα.
Με το που κάθισε, γύρισε προς τα πίσω, στην τρίτη σειρά των καθισμάτων και μίλησε σε κάποια. Σύζυγο; Φίλη;
Μάλλον φίλη αν κρίνει κανείς απ’ την στιχομυθία που αντάλλαξαν.
- Μόλις που πρόλαβα. Δεν είμαστε όλοι δημόσιοι υπάλληλοι, είπε ο μαγκάκος.
- Και πού να ’ξερες ότι είμαι και με δύο ημέρες ρεπό, απάντησε η άλλη.
Σε όλη την διάρκεια της παράστασης, κοντά στο δίωρο, δεν έκανε με κανένα τρόπο αισθητή την παρουσία του. Έμοιαζε να ’ναι αφοσιωμένος στο έργο ή χαμένος στις σκέψεις του.
Με το φινάλε όμως και καθώς τα παιδιά χαιρετούσαν το κοινό και αγκαλιάζονταν με το δάσκαλό τους απολαμβάνοντας έναν θρίαμβο που εκφράζονταν με ολόθερμα χειροκροτήματα από την πλατεία, έδειξε κάτι περίεργα σημάδια ανησυχίας και του αντιδημάρχου του φάνηκε πως τον άκουσε να ψελλίζει ένα όνομα.
Ο μαγκάκος γύρισε έντρομος προς τη φίλη του.
- Δάσκαλος είναι; Δηλαδή κάνει μάθημα στα παιδιά μας; Αυτός, κάνει μάθημα στα παιδιά μας; Πώς τον λένε; Μήπως τον λένε Κούλη;
Καταιγιστικά, αγχώδη ερωτήματα, χωρίς να περιμένει απάντηση. Η οποία όμως, δυστυχώς γι’ αυτόν, ήρθε.
- Ευσταθίου. Κυριάκος Ευσταθίου.
- Ώχ! Κυριάκος. Δηλαδή Κούλης. Κυριακούλης, Κούλης. Αυτός είναι. Το χαϊδευτικό του, στη νύχτα, είναι Κούλης.
Και σώπασε κάτωχρος.
Περίμενε σε αναμμένα κάρβουνα να τελειώσει ο αντιδήμαρχος την απονομή κάποιων αναμνηστικών στα παιδιά. Αμέσως μετά, με αγριεμένο βλέμμα, έκανε νόημα σ’ ένα αγοράκι να κατέβει από τη σκηνή.
O αντιδήμαρχος άκουσε ολόκληρη τη στιχομυθία. Και φυσικά, μετά το πρώτο ξάφνιασμα, αρκετά ισχυρό στ’ αλήθεια, θεώρησε απίθανο το ενδεχόμενο που υπαινίχτηκε τόσο καθαρά ο μαγκάκος.
Όχι επειδή δεν θα μπορούσε ο δάσκαλος να έχει διπλή ζωή, αλλά επειδή δεν μπορούσε να χωνέψει, ο αντιδήμαρχος, πως ο διπλανός δεν κατάλαβε τίποτε επί δύο ώρες, ενώ ο δάσκαλος στην σκηνή, έκανε του κόσμου τις κινήσεις και τις γκριμάτσες, μιλούσε σε όλες τις διαβαθμίσεις της έντασης και της χροιάς της φωνής του˙ χαρούμενα και λυπημένα, με οργή αλλά και με έκπληξη, απειλητικά μα και ταπεινά.
Τι ήταν αυτό, το τόσο καθοριστικό, που έπεισε τον μαχαλόμαγκα πως ο δάσκαλος δεν είναι μόνο δάσκαλος;
Αυτή η απορία λειτουργούσε καθησυχαστικά στον αντιδήμαρχο, κάνοντάς τον ολοένα και περισσότερο να πιστεύει πως ο τσίφτης της γειτονιάς, με τις νυχτερινές γνωριμίες, έπεφτε έξω. Σίγουρα έκανε λάθος. Και όσο για το όνομα, μάλλον σύμπτωση. Εξ’ άλλου δεν είναι απαραίτητο το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο κάποιου να προκύπτει με λογικό τρόπο από το κύριο όνομα, ειδικά όταν υπάρχει κάτι μεμπτό να καλυφθεί. Για να μην πούμε ότι το Κούλης θα μπορούσε να βγαίνει κι από το … Αλέκος, κι από το …

Κι όσο, ο αντιδήμαρχος δεν έβρισκε με ευκολία, ονόματα που να δίνουν σαν χαϊδευτικό το Κούλης, τόσο συνειδητοποιούσε πως το αγκάθι είχε χωθεί για τα καλά στο δάχτυλό του κι όσο το σκάλιζε για να το βγάλει τόσο πιο πολύ τον ενοχλούσε.
Η εξαίσια εικόνα της απολαυστικής παράστασης θόλωσε από το μελάνι της ασπρόμαυρης σουπιάς, κι όπως είναι γνωστό η τελευταία εικόνα είναι αυτή που μένει.


Υ.Γ. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Η φωτογραφία είναι της Erika Lujano

Κυριακή, Οκτωβρίου 21, 2007

Παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό έγιναν εκλογές στην συνοικία που μεγάλωνε δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο. Δεν ήταν πρώτη φορά που γίνονταν εκλογές σ’ αυτόν τον τόπο. Ήταν όμως σημαδιακές. Ήταν εκλογές που ήρθαν μετά από μεγάλες καταστροφές. Μετά την εφτάχρονη δικτατορία και την θητεία του πρώτου δημάρχου του νεοσύστατου δήμου, ήρθε η πλημμύρα του χείμαρρου και ο μεγάλος σεισμός που συντάραξε την μεγάλη πόλη δίπλα στην θάλασσα. Σ’ εκείνες τις εκλογές έγινε και ο αρραβώνας του μαθητή από την διπλανή συνοικία, με τα παλιά χώματα. Έβαζε σημάδι την διάρκεια μιας σοκολάτας για να φτάσει από την μια συνοικία στην άλλη. Ακόμα έρχεται. Κάθε φορά και μ’ άλλο τρόπο. Κάθε φορά και μ’ άλλο σημάδι.

Η χούντα έπεσε. Η νέα εποχή ονομάστηκε μεταπολίτευση. Η συνοικία δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο έγινε δήμος. Πρώτος δήμαρχος εκλέχτηκε ένας από τους πρώτους πρόσφυγες που έφτασαν πριν εξήντα χρόνια σ’ αυτόν τον τόπο. Άνθρωπος του Θεού και της εκκλησίας. Δεν μπόρεσε να διαχειριστεί τις καταστροφές. Χυμήξανε πάνω του οι αριστεροί και οι προοδευτικοί να τον φάνε. Τον φάγανε. Δεν είχε τύχη.

Προστάτης του, ένας υπουργός της δεξιάς που κυβερνούσε τότε, μ’ αφράτα μάγουλα και κούφιες υποσχέσεις. Κι αυτός δεν πρόκοψε στην πολιτική. Δεν ξανακούστηκε από τότε. Είχε ήδη ένα βιβλίο στο ενεργητικό του πριν υπουργοποιηθεί, συνέχισε να γράφει και μετά την εμπλοκή του στην πολιτική. Με προσευχές και μυθιστορήματα δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στα συνθήματα και στον αγώνα.

Ένας πρόσφυγας της Μικρασιατικής Καταστροφής, με θητεία στα ξερονήσια και αγαπητός σε όλους, μάζεψε γύρω του συντρόφους και φίλους και πήρε την δημαρχία. Την κράτησε για τρεις θητείες. Έδωσε μάχη με τις λάσπες και την κέρδισε. Το πρόσωπο της συνοικίας άρχισε να αλλάζει.


Στα χρόνια των καταστροφών τελειώνει ο μαθητής το γυμνάσιο και περνάει στο πανεπιστήμιο. Την πλημμύρα την νιώθει σαν περιπέτεια και όχι σαν τραγωδία. Επέστρεφε από το μάθημά του, με το λεωφορείο, για το πατρικό του στην γειτονική συνοικία. Δεν φάνηκε το λεωφορείο που συνήθως τον εξυπηρετούσε. Ο καιρός είχε χαλάσει από το πρωί. Η δική του γραμμή δεν λειτουργούσε. Μα κι αυτή που χρησιμοποίησε δεν τον πήγε στον προορισμό του. Ο δρόμος για την γειτονική συνοικία διασταυρώνονταν με τον χείμαρρο, σε κάποιο σημείο, στην πορεία του προς την θάλασσα. Αυτό το σημείο ήταν αδιάβατο. Κατέβηκε από το λεωφορείο. Από ένα υπερυψωμένο γεφυράκι πέρασε απέναντι για να βρεθεί αντιμέτωπος με τα ορμητικά νερά ενός ποταμού που ξεφύτρωσε από το πουθενά. Δεν υπήρχε πια δρόμος από εκεί και πέρα. Μόνο το φουσκωμένο ποτάμι που το διέσχισε κατά το μήκος του όπως έβλεπε να κάνουν στις ταινίες οι κυνηγημένοι για να χάσουν την μυρωδιά τους τα σκυλιά. Έφτασε μούσκεμα στο σπίτι του.

Την επόμενη μέρα διαδόθηκαν τα νέα για τα νοικοκυριά και τις ζωές που παρέσυραν τα θολωμένα νερά του βρωμοπόταμου. Μ’ αυτήν την καταστροφή μπήκε ο χείμαρρος στο σημάδι, όπως πριν από αυτόν είχε μπει η τούμπα των εκτελέσεων.

Του την είχε φυλαγμένη ο εξόριστος πρόσφυγας. Με το κλείσιμό του σαν κεντρικό του σύνθημα και υπόσχεση, κέρδισε τις εκλογές, δύο χρόνια μετά την πλημμύρα. Δεν τα κατάφερε σε τρεις θητείες αλλά άνοιξε τον δρόμο για τον επόμενο.

Τώρα τα νερά του χείμαρρου, στο μεγαλύτερο μήκος του, κινούνται υπόγεια μέσα σε μια τσιμεντένια σαρκοφάγο, υποταγμένα μέχρι νεωτέρας.


Στο πανεπιστήμιο δεν μπορεί να ριζώσει. Δεν του αρέσουν οι παρέες που διαρκούν μια σχολική χρονιά και στήνονται για να μοιράζεται το νοίκι. Θέλει κάτι πιο μόνιμο και ζεστό. Ψάχνει αφορμές και φεύγει. Έναν μόνο δρόμο ξέρει. Μιας σοκολάτας δρόμος. Τον περπατάει από τότε. Ξαναγυρνάει στη συνοικία όπου έβγαλε το γυμνάσιο.

Υπάρχουν παρέες και στέκια που του ταιριάζουν. Στα χρόνια του σεισμού είχε ήδη αναπτύξει δράση στον σύλλογο που έστησαν κάποια ανήσυχα παιδιά που δεν βολεύονταν με τα κατηχητικά και τους προσκόπους. Ο ξεσπιτωμός των ανθρώπων, πέντε μήνες πριν τις δημοτικές εκλογές, ήταν μια ευκαιρία που δεν μπορούσαν να χάσουν οι μπαρουτοκαπνισμένοι σύντροφοι του εξόριστου πρόσφυγα. Κι ο μαθητής, φοιτητής πια, μαζί τους.

Ξαμολιούνται στις αλάνες με τις σκηνές και στήνουν επιτροπές σεισμοπαθών. Οργανώνει κι αυτός τον πόνο των ανθρώπων σε πολιτική διαμαρτυρία. Βλέπει την αδυναμία του παλιού δημάρχου να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και βοηθάει, με όλη του την ψυχή, το άστρο του νέου δημάρχου να ανατείλει.








Γεμίζει με ζωγραφιές του, τους δρόμους της πόλης και στηλιτεύει τον ανήμπορο πολιτικό. Βοηθάει τον νέο˙ τον πρόσφυγα της δεύτερης προσφυγιάς˙ τον κυνηγημένο για τις ιδέες του˙ τον εξόριστο από την χούντα. Αφήνει τα δικά του ίχνη στα αρχαία χώματα. Κερδίζουν. Ερωτεύεται. Κάνει φίλους. Μεγαλώνει.


Ο καιρός τα φέρνει έτσι και ο μαθητής του μοναδικού γυμνασίου των δυτικών συνοικιών της μεγάλης πόλης, ο γητεμένος από την συνοικία της οποίας δεν καταλάβαινε το όνομα, κάνει οικογένεια με γυναίκα από την παλιά του γειτονιά.

Έτσι έρχεται τώρα κι αυτός. Με την οικογένειά του, όπως έκαναν και οι πρώτοι που έχτισαν δίπλα στον δρόμο. Στήνει σπιτικό σε μια πολυκατοικία που χτίστηκε πάνω σε κάποιο από τα θαλάματα, δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο, κοντά στο σημείο όπου βρίσκονταν η βρύση με την μαρμάρινη γούρνα, απέναντι από το ίδρυμα που στεγάζει τους ανθρώπους με τα ταραγμένα μυαλά. Ο αρραβώνας του με την προσφυγική συνοικία εξελίχτηκε σε γάμο.

Αρχίζει να την γνωρίζει καλύτερα. Νιώθει πως της χρωστάει κάτι. Απαντήσεις ίσως σε ερωτήματα που κανείς δεν έθετε. Ανακαλύπτει το κανάλι. Τις ζωγραφιές με τους αγρότες και τους αγγέλους. Τα μυστικά που κρύβουν οι τούμπες στις άκρες του δρόμου. Μαγεύεται από το μυστηριώδες όνομα. Ψάχνει. Παλεύει ανάμεσα στα ξωτικά και τους ανθρώπους. Δεν μπορεί να διαλέξει. Αυτούς τους βλέπει κάθε μέρα. Στεναχωριέται και τυραννιέται μαζί τους. Εκείνα τον λυτρώνουν όταν ταράζεται η ψυχή του. Γράφει. Ωριμάζει η σχέση του μαζί της. Γεύεται το σώμα της και της δίνει την ψυχή του. Θέλει να γίνει η λαλιά της. Να δώσει ήχο στα άλαλα χώματά της. Μπλέκει με την πολιτική. Συνεχίζει να γράφει. Ιστορίες απ’ τα χώματα.



Υ.Γ. Το διήγημα αυτό -το τελευταίο- ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Τα -ο Θεός να τα κάνει- σκίτσα είναι του λάσπυ και ήταν μέρος του -νικηφόρου- προεκλογικού αγώνα για το Δήμο Σταυρούπολης, του Χρήστου Τσακίρη εναντίον του Βαγγέλη Μωραϊτόπουλου, το 1978˙ φύγανε και οι δύο πια. Στη μνήμη τους λοιπόν, παρόλες τις πολιτικές μας διαφορές και με τους δύο.

Τρίτη, Οκτωβρίου 16, 2007

Μια λέσχη που θάλλει


Έκθεση φωτογραφίας στη Σταυρούπολη από νέους φωτογράφους που παρακολούθησαν σεμινάρια στη Φωτογραφική Λέσχη Όψεις τη χρονιά που πέρασε. Συγχαρητήρια στον Τριαντάφυλλο Κουρούκλα που το πάλεψε και στον Άνθιμο Καλπατζίδη που μαζί του επέλεξαν τις φωτογραφίες της έκθεσης.
Η λέσχη Όψεις καταφέρνει και μένει ζωντανή, ανανεώνεται και θάλλει γιατί έχει κίνητρο ισχυρό: τα μέλη της αγαπούν πολύ αυτό που κάνουν.
Το ότι ο Δήμος Σταυρούπολης συνδράμει είναι μονόδρομος γι’ αυτόν. Πάντως τον διαβαίνει κι αυτό είναι κάτι. Η είδηση υπάρχει στο site του και αυτό είναι, επίσης, ευχάριστο.
Το τσαλίμι χαίρεται ιδιαιτέρως.

Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2007

Τα ξωτικά του καναλιού

Ήταν ένας από τους πολλούς τροφίμους του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου. Η μέρα του άρχιζε μ’ έναν μικρό περίπατο από την πύλη του ιδρύματος μέχρι το περίπτερο στο μακρόστενο παρκάκι. Αγόραζε ένα μικρό κουτάκι με μπύρα και ένα τσιγάρο. Τον συμπαθούσε η περιπτερού και τού ’δινε χύμα τσιγάρα κι ας είχε καταργηθεί αυτή η συνήθεια εδώ και δεκαετίες.
Η αντίστροφη πορεία δεν ήταν ποτέ περίπατος. Ο βηματισμός του γινόταν νευρικός και η όψη του γινότανε ξανά αλλόκοτη, όπως ταιριάζει σ’ ένα ταραγμένο μυαλό. Όλη του η έγνοια πια η μπύρα, το τσιγάρο και το μικρό πεζούλι έξω από τον τοίχο του Ψυχιατρείου.




Το πεζούλι σχηματιζόταν από τον πυθμένα και το ένα τοίχωμα του υδραγωγού που έφερνε στην μεγάλη πόλη νερό για πολλά χρόνια. Αυτός δεν το χάρηκε το νερό του αγωγού. Φώλιαζε στο βαθούλωμα του πυθμένα, άνοιγε την μπύρα του, απολάμβανε το τσιγάρο του και άφηνε τη ματιά του να καρφωθεί μπροστά. Ακριβώς μπροστά. Όμως για το νερό ήξερε.

Ή καλύτερα, είχε ακούσει.

Η θέα μπροστά του ήταν η κεντρική λεωφόρος. Ο πανάρχαιος δρόμος. Γεμάτος αυτοκίνητα και βουητό. Μετά το δρόμο η ματιά του σκάλωνε σε δύο μεγάλα κτίρια, για περίπτερο που, σχεδόν, ακοόρτες τοα κάγκελζες και πολυκατασυτήν την ν χόγή ξέρει.

Ούτε πως στριμώχνονταν στα ίδια κάγκελα οι παλιότεροι τρόφιμοι του ιδρύματος και ζητούσαν τσιγάρα από τους διαβάτες, ούτε πως φούσκωσε ο χείμαρρος και πήρε στο διάβα του νοικοκυριά και ζωές μη μπορώντας ν’ ανεχτεί τα χαμόσπιτα που λέρωναν, ύστερα από χιλιάδες χρόνια ζωής του, τις όχθες του.
Αυτά δεν τα ήξερε.

Άκουγε τις ιστορίες, εκεί που καθότανε και έπινε την μπύρα του και κάπνιζε το μοναδικό της ημέρας τσιγάρο, ακουμπώντας το κεφάλι του στα φύλλα του κισσού που τύλιγε το πεζούλι έξω από τον τοο μακρόστενο παρκάκι και δεν αγοράζει την μπύρα και το τσιγάρο του από το περίπτερο που, σχεδόν, ακουμπάει στα κάγκελα τολό.

Γινότανε ένα με τα ξωτικά του καναλιού που μιλούσαν, μιλούσαν και του σαγήνευαν το ταραγμένο του μυαλό.

Ένα ζευγάρι διηγιότανε την ιστορία του χείμαρρου και των τεσσάρων αδερφών του˙ τα ποτάμια που κυλούσαν στα δυτικά της πολιτείας.
Ένας ποιητής τραγουδούσε για τη νεκρή γυναίκα του που την θάψανε στο απερίφραχτο κοιμητήρι δίπλα στο κανάλι.
Ο φύλακας ενός άλλου, μεγάλου και ονομαστού νεκροταφείου μιλούσε κι αυτός για ένα ζευγάρι που ζωγράφιζε αγγέλους και αγίους στο μνημείο για τους στρατιώτες που θάφτηκαν εκεί.
Ένα αγόρι εξιστορούσε μια περιπέτεια που ξεκίνησε από μια αφισοκόλληση και κατέληξε σε κυνηγητό από την αστυνομία και μια ατελείωτη πτώση, από την άσφαλτο του δρόμου, στα βρώμικα νερά του χείμαρρου που κυλούσαν σε βάθος αρκετών μέτρων σ’ εκείνο το σημείο.
Ένας άνδρας μιλούσε για την εκκλησία στην οποία βαφτίστηκε κι αυτός και τ’ άλλα παιδιά των προσφύγων, με καημό και πίκρα αφού την έβλεπε να ξεπέφτει σ’ ένα θλιβερό καφενείο˙ το παλιό κτίσμα στέγαζε τώρα έναν σύλλογο τάχα μου εκπολιτιστικό, μάλλον αθλητικό, αλλά κυρίως καφενείο.

Πολλές ιστορίες. Τον γαλήνευαν κι ας μην καταλάβαινε. Ποιοι στρατιώτες; Τι γύρευαν εκεί; Πως μπλεκότανε έτσι τα ζευγάρια, οι ποιητές, οι φύλακες, οι πρόσφυγες, η αστυνομία;


Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το Πάσχα του 2002. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Η φωτογραφία είναι του Γιώργου Κατσάγγελου, από το λεύκωμα που εξέδωσε το ΨΝΘ (2001) «Σιωπή».

Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2007

Οι φύλακες

Το μεγάλο περιχαρακωμένο στρατόπεδο στήθηκε δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο για τις ανάγκες του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου. Φιλοξενούσε τις αποθήκες ανεφοδιασμού του συμμαχικού στρατού και μεγάλες νοσοκομειακές μονάδες. Η περιοχή γύρω από το Ιεροσπουδαστήριο που ίδρυσαν οι καθολικοί της πόλης τον περασμένο αιώνα διαμορφώθηκε κατάλληλα και απέκτησε νέα κτίρια για να υποδεχθεί τους πληγωμένους στρατιώτες. Δεν κατάφερναν όλοι να επιζήσουν. Πολλοί έχαναν την μάχη με το θάνατο. Έπρεπε κάπου να θαφτούν. Δεν ήταν μόνο το μεγάλο κτίριο που ανάγκασε τους ξένους να στήσουν εκεί τα νοσοκομεία τους.



Πολύ κοντά υπήρχε το νεκροταφείο της καθολικής κοινότητας που ζούσε στην μεγάλη πόλη από τα πολύ παλιά χρόνια. Καθολικοί ήταν και πολλοί από τους ξένους στρατιώτες. Οι πρώτοι τάφοι ανοίχτηκαν έξω από τον περίβολο του παλιότερου νεκροταφείου. Πλήθαιναν όσο περνούσε ο καιρός. Κι άλλο κοιμητήριο ξεφύτρωνε δίπλα στον δρόμο που ένωνε την μεγάλη πόλη με όλον τον κόσμο. Ένα κοιμητήριο, στημένο πρόχειρα για όλον τον κόσμο. Θάβονταν μαζί με τους συμμάχους και όσοι από τους εχθρούς πέθαιναν αιχμάλωτοι σ’ εκείνα τα χώματα. Κάτω από το χώμα όλοι έχουν την ίδια τύχη.

Ο πόλεμος τελείωσε. Τα κράτη, οι άνθρωποι, μετρούν τις πληγές τους και θρηνούν τους νεκρούς τους. Η ελληνική γη διατέθηκε στις ξένες κυβερνήσεις για να οργανώσουν όπως επιθυμούν τον χώρο όπου αναπαύονται τα θύματα του πολέμου. Και ο χώρος διαμορφώθηκε και, τώρα πια, μοιάζει με κήπο. Τον επισκέπτονται πολλοί άνθρωποι και τον βρίσκουν πάντα περιποιημένο. Στην κεντρική του είσοδο δεσπόζει ένα επιβλητικό μνημείο και δίπλα του, χαμένο κάτω από τα δέντρα, το σπίτι του φύλακα. Το κεντρικό αυτό τμήμα των συμμαχικών κοιμητηρίων ανήκει στον ορθόδοξο γειτονικό βαλκανικό λαό. Άγγελοι και άγιοι φτιαγμένοι από ελληνικά χέρια το φυλάνε. Αγήνορας λεγόταν αυτός που τους σχεδίασε και Ελένη εκείνη που τους έστησε ψηφίδα την ψηφίδα ψηλά στο μνημείο.

Δέκα χρόνια κράτησαν οι ετοιμασίες. Αρχιτέκτονες, γλύπτες, χωροτάκτες ακόμα και κηπουροί δούλευαν στα σχέδια. Δούλευαν στα γραφεία τους κοιτώντας χάρτες και τραβώντας γραμμές. Όλοι αυτοί όμως περίμεναν πρώτα να τελειώσει η αναγνώριση. Η αναγνώριση. Κοιμητήριο χωρίς τάφους, δεν γίνεται. Τάφοι χωρίς νεκρούς, δεν γίνεται. Θαμμένοι χωρίς σταυρό στο μνήμα τους, δεν γίνεται. Σταυρός χωρίς όνομα, δεν γίνεται. Αυτό το γνώριζαν καλά οι κυβερνήτες του γειτονικού λαού και έδωσαν την εντολή.

–Να ξεθαφτούν και να αναγνωριστούν οι προχειροθαμμένοι. Οι νέοι τάφοι θα φιλοξενήσουν στρατιώτες με όνομα και συγγενείς˙ όχι πτώματα ανώνυμα.

Ο ηλικιωμένος στρατιώτης που επέζησε του μεγάλου πολέμου δεν φανταζόταν πως αυτός ήταν ο εκλεκτός. Αυτός και οι απόγονοί του δεν θα τελείωναν ποτέ με τον πόλεμο. Σ’ αυτούς ανατέθηκε η αναγνώριση των πτωμάτων και η φροντίδα των νεκρών. Αυτοί ανακάτεψαν τα χώματα, πήραν στην αγκαλιά τους τα κόκαλα, τους έδωσαν πίσω τα ονόματά τους και τα έβαλαν σε νέους τάφους με την βαριά υπόσχεση να μην τους αφήσουν να χορταριάσουν ποτέ. Αυτοί ήταν που άκουγαν τις ιστορίες απ’ τα χώματα, τις έκαναν μαρμάρινους σταυρούς και τους κρατούσαν πάντα καθαρούς για τους προσκυνητές. Κάθε σταυρός σ’ αυτό το κοιμητήρι και μια αγκαλιά κόκαλα. Κάθε αγκαλιά και μια ιστορία. Ιστορίες πολέμου, ιστορίες αγάπης, τραγούδια, μοιρολόγια, γέλια, κλάματα γίνονται φύλλα και πέφτουν από τα δέντρα στο χώμα και τα μαζεύουν ευλαβικά οι φύλακες. Εδώ και τρεις γενιές. Κάθε γενιά και ένας φύλακας.

Λεωφορεία φέρνουν επισκέπτες στην μεγάλη πόλη τα Σαββατοκύριακα. Ο κεντρικός δρόμος της πόλης και τα εμπορικά που στήθηκαν στην δυτική της είσοδο κάνουν χρυσές δουλειές με τους γείτονες. Κάθε φορά που μια αναταραχή ξεσπάει στα Βαλκάνια οι πρώτοι που σταυροκοπιούνται είναι οι έμποροι κι οι μαγαζάτορες αυτού του δρόμου. Μα ποτέ το ταξίδι των γειτόνων δεν τελειώνει στα μαγαζιά και στην αγορά. Για πάρα πολλούς συνεχίζεται προς τα βορειοδυτικά της πόλης. Κατά μήκος του πανάρχαιου δρόμου. Στα κοιμητήρια του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου. Τότε είναι που κάποια ονόματα, χαραγμένα σε μαρμάρινους σταυρούς φωτίζονται, αποκτούν αισθήσεις και γεύονται όλη τη μυρωδιά και την φρεσκάδα των λουλουδιών που αφήνουν οι επισκέπτες τρυφερά στους τάφους. Οι επισκέπτες που κρατάνε το νήμα που τους συνδέει με το παρελθόν. Τα χρώματα και τα είδη των λουλουδιών˙ το άρωμα και η ποσότητά τους. Τα ίχνη στο χώμα˙ από πασούμια, τακούνια, σκαρπίνια, πάνινα. Οι στάχτες από τα τσιγάρα. Όλα διηγούνται ιστορίες. Βουβά, σιωπηλά. Με κατάνυξη. Ιστορίες που αφορούν άλλους. Ο χρόνος που πέρασε είναι πολύς. Αυτοί που υπέφεραν από το θάνατο του στρατιώτη δεν ζούνε πια. Η συντριβή η δική τους, έγινε ευλάβεια στα παιδιά τους. Η μνήμη δένεται με την συνήθεια. Φωτίζονται τα ονόματα στα μάρμαρα όπως φωτίζονταν το πρόσωπο του πρώτου φύλακα κάθε φορά που κατάφερνε να συνταιριάξει όνομα και κόκαλα˙ σταυρό και ιστορία. Τότε οι ιστορίες βγαίνανε από τα χώματα. Σε ταυτότητες, σημειώματα, φωτογραφίες, ταμπακέρες, ρούχα, σταυρουδάκια και χαϊμαλιά. Τώρα οι ιστορίες ακουμπάνε στα χώματα. Σαν λουλούδια, σαν χνάρια, σαν στάχτες. Γι’ αυτό ο φύλακας αφήνει τον τάφο να γιορτάσει λίγες μέρες. Έπειτα παίρνει τα άνθη και τα αποθέτει στο μνημείο. Σκουπίζει τα χώματα. Τα ονόματα γίνονται πάλι σκαλίσματα στην πέτρα. Οι σταυροί γίνονται πάλι όλοι ίδιοι, ταξινομημένοι, απρόσωποι, άσπροι, μάρμαρο.

Μα το φως τους δεν χάνεται. Δίνει λάμψη στις ψηφίδες που έστρωσε με γνώση και τέχνη το ζευγάρι από την πρωτεύουσα και λάμπουν οι άγιοι και οι άγγελοι στα συμμαχικά κοιμητήρια πλάι στον πανάρχαιο δρόμο.







Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το καλοκαίρι του 2003. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Η πρώτη φωτογραφία (Άγγλοι πενθούντες σε κηδεία Σέρβου στο Ζέιτενλικ) είναι από το περιοδικό The Graphic, 12.2.1916 από το αρχείο του ΑΠΘ και η δεύτερη (Σέρβικο μνημείο στο Ζέιτενλικ) είναι του Γιώργου Αθανασόπουλου.