Τετάρτη, Απριλίου 08, 2020

Οι καλές κουβέντες θέλουν κι ένα ποτηράκι στο τραπέζι για να πιάσουν τόπο!



Καταφανή ίχνη όζας

Τσίπουρο
Αύριο βγαίνει το θέμα του νεκροταφείου, Ευγένιε. Είπε ο Άγγελος Χήρας, ο δη­μοσιογράφος από το Φως, καθώς άφηνε το κουκούτσι της ελιάς στην άκρη του λαδόχαρτου που κάλυπτε αντί για τραπεζομάντηλο το κέντρο του ξύλινου τραπε­ζιού. Το ήξερε καλά το θέμα ο Ευγένιος Αργυρίου, ενωμοτάρχης, αστυνομικός σταθμάρχης Νέου Κουκλουτζά. Κόκκαλα, σάπια ρούχα και κρέατα σε αποσύν­θεση ήταν το σκηνικό στο νεκροταφείο του Χαρμάνκιοϊ τις τελευταίες ημέρες. Μια συμμορία τυμβωρύχων αλώνιζε το χώρο και ξεσήκωνε από χρυσά δόντια μέχρι παπούτσια και ρούχα από τους φρεσκοθαμμένους. 
Κατάπιε τη γουλιά από το τσίπουρο και ρώτησε ατάραχος: Θα γράφει και για το χώμα; Γέμισε ξανά το ποτήρι του και κοίταξε το δημοσιογράφο στα μάτια. Φυσικά και θα γράφει για το χώμα. Ολόκληρο βουνό λείπει. Δεν θα το έγραφα; Δεν θα γράφει όμως τίποτε για το πτώμα… 
Είπε κατεβάζοντας τον τόνο της φωνής του ο Άγγελος και γύρισε με το πιρούνι του την αντζούγια μερικές στροφές για να λουστεί καλά στο λαδό­ξυδο. Την έκοψε μετά στα δύο, έσπρωξε την ουρά προς τον σταθμάρχη και σή­κωσε κι αυτός το βλέμμα του και το έστειλε να διασταυρωθεί με το άλλο που τον κάρφωνε εδώ και λίγες στιγμές. 
Τόσα πτώματα εκεί πέρα, για ποιο πτώμα ειδικά δεν θα γράφει; Έκανε τον ανήξερο ο αστυνομικός και τσίμπησε τη μισή αντζού­για. 
Αυτό με το δεξί χέρι όπου οι δάκτυλοι δεν είχον κοπεί όπως του αριστερού και έφερον όνυχας μανικιουρισμένους και με καταφανή ίχνη όζας. Απάντησε στο ίδιο ύφος ο δημοσιογράφος, ξεσηκώνοντας τη φράση κατευθείαν από το δερμα­τόδετο σημειωματάριο που είχε στο τραπέζι, δίπλα από το λαδόχαρτο και ακού­μπησε με νόημα το χέρι του πάνω του. 
Δεν είναι ακόμη τίποτε ανακοινώσιμο, Άγ­γελε, μη βιάζεσαι, θα μου τα τινάξεις όλα στον αέρα. Εσύ μια μικρή αναφορά θα έκαμνες και πήγες και διαλεύκανες το μυστήριο δημοσιεύοντας τις φαντασιώσεις μιας γριάς που έκλαιγε στα λουτρά. Πού τα σκαρφίστηκες όλα αυτά τα φαντα­χτερά, μου λες; Πήρε το αυστηρό του ύφος ο Ευγένιος.

Τα κουτσοπίνανε, αστυνομικός και δημοσιογράφος το απόβραδο της Πέμπτης 27 Σεπτεμβρίου 1934, στο καφενεδάκι δίπλα στον αστυνομικό σταθμό του Νέου Κουκλουτζά. Το συνήθιζε αυτό ο σταθμάρχης με τους δημοσιογράφους της Θεσ­σαλονίκης. Μ’ αυτόν όμως, τον Άγγελο Χήρα, δεν το έκανε μόνο για επαγγελμα­τικό αλισβερίσι. Το γνωστό, στους κύκλους τους, ισοζύγιο: Σου δίνω πληροφορίες και γαργαλιστικές λεπτομέρειες από το αστυνομικό δελτίο, μου δίνεις διά της εφημερίδος συγχαρητήρια για τις επιτυχίες μου, κοτσάρεις και τη φωτογραφία με την επίσημη στολή. Του άρεζε ο τρόπος που έγραφε. Έστηνε ιστορίες που μι­λούσαν στην καρδιά του αναγνώστη. Την άλλαζε την πένα του και άλλοτε στρογ­γύλευε τις λέξεις του σα μιλούσαν για ερωτικά ζητήματα και άλλοτε τις ακόνιζε σα λεπίδες όταν τις εξακόντιζε εναντίον των βενιζελικών και των κομμουνιστών όπως ήταν η γραμμή της εφημερίδας του. Με έναν τρόπο, όμως, πειστικό και εκφραστικό. Σα να τον άκουγες να στα ψιθυρίζει καθώς τιμούσατε τους τσιπου­ρομεζέδες στα καφενεία. Όπως καλή ώρα.

Ο ενωμοτάρχης, λοιπόν, είχε δώσει στο δημοσιογράφο την έκθεση νεκροψίας που συντάξανε δυο αστυνομικοί από τα κεντρικά για μια υπόθεση που βρίσκο­νταν ακόμα σε εξέλιξη. Ο δημοσιογράφος έγραψε ένα κείμενο στο σημειωματά­ριό του και το δημοσίευσε την επομένη στην εφημερίδα. Πρότεινε ένα σωρό λύ­σεις και έκανε πολλές υποθέσεις χωρίς να έχει καμία απολύτως πληροφορία ούτε για την ταυτότητα του θύματος, ούτε για τις συνθήκες του εγκλήματος. Πληροφορίες που δεν τις είχε, άλλωστε, ούτε η αστυνομία. Η υπόθεση πήγε και ήρθε από τη Θεσσαλονίκη στο Χαρμάνκιοϊ κανά δυο φορές μέχρι τελικά να ανα­τεθεί από τα κεντρικά στον Αργυρίου. Κι αυτό επειδή τα περιποιημένα νύχια με τα υπολείμματα όζας παρέπεμπαν σε γυναίκα της πόλης κι όχι του χωριού. Έτσι είχε γράψει κι ο Άγγελος Χήρας ο οποίος μάλιστα έκανε κι ένα βήμα παραπάνω γράφοντας για μια εξαφανισμένη υπηρέτρια ενός αξιωματικού. Τελικά το θέμα αποφασίστηκε να διευθετηθεί με χωροταξικά κριτήρια και η υπόθεση ήρθε στον αστυνομικό σταθμό Νέου Κουκλουτζά και στον σταθμάρχη του, τον Αργυρίου. Κι αυτός από τότε δεν έβγαλε τσιμουδιά για την πρόοδο των ερευνών του. Στα βουβά δούλευε. Κι ο Χήρας από το ολοσέλιδο βρέθηκε στα μονόστηλα σχολιά­κια. Κάτι έπρεπε να γίνει. Οι τυμβωρύχοι ήταν μια καλή αφορμή. Η τσιπουροσυ­νάντηση στήθηκε με αφορμή τους ανοιγμένους τάφους αλλά το κυρίως πιάτο ήταν ο σκεπασμένος και απείραχτος τάφος της γυμνής γυναίκας με τα κομμένα δάχτυλα που βρέθηκε στραγγαλισμένη, κατά τους αστυνομικούς που έκαναν τη νεκροψία, στη ρεματιά πλάι στο δρόμο για το Ντουντουλάρ.

Αξιωματικοί του στρατού ήταν αυτοί που ειδοποίησαν τον Αργυρίου για το μα­κάβριο εύρημά τους. Το θέαμα ήταν αποκρουστικό. Οι στρατιωτικοί που ανακά­λυψαν το πτώμα οδηγήθηκαν προς εκείνο το σημείο του δρόμου από την αφό­ρητη δυσωδία που σκέπαζε την περιοχή. Είδαν το γυμνό γυναικείο σώμα, πε­σμένο μπρούμυτα και με τεντωμένο το αριστερό χέρι από όπου έλλειπαν κάποια δά­κτυλα. Η σήψη ήταν προχωρημένη. Επτά ημέρες άταφο το πτώμα, θύμα στραγ­γαλισμού μία νεαρά γυναίκα 16 έως 17 ετών, αποφάνθηκαν οι αστυνομικοί στη νεκροψία. Κανένα αναγνωρίσιμο ίχνος στο κατεστραμμένο πρόσωπο. Μυστήριο. Μόνα αξιοποιήσιμα ίχνη ήταν τα δάκτυλα που έλλειπαν και τα νύχια που δεν έλ­λειπαν.

Σ’ αυτά τα δύο στοιχεία στηρίχτηκε ο δαιμόνιος Άγγελος Χήρας και έστησε μιαν εκδοχή με πλοκή που θα έκανε πολλές δεσποινίδες να συγκινηθούν. Στο κέντρο της πόλης, μία δεκαεπτάχρονη υπηρέτρια ενός ανώτερου αξιωματικού είχε εξα­φανισθεί. Μια γριά έκλαιγε στα λουτρά της οδού Φράγγων κι έλεγε πως η εξα­φανισμένη και η πεθαμένη είναι το ίδιο πρόσωπο που δεν είναι άλλη από τη μο­ναχοκόρη της. Κι εξηγούσε πως η κόρη της που ήταν αρραβωνιασμένη με έναν εργάτη, αγάπησε έναν αξιωματικό που μπαινόβγαινε στο σπίτι του αφεντικού της και μετά άνοιξε η γη και την κατάπιε. Εξηγούσε μια χαρά και τα κομμένα δά­κτυλα. Από τη μια το δαχτυλίδι και το σημάδι του κι από την άλλη κάτι σπυριά (βασδραβίτσες, έγραψε ο Χήρας) ανάμεσα στα δάκτυλα του αριστερού χεριού. Βρήκε τρόπο και γέμισε τη σελίδα ο δημοσιογράφος. Την επόμενη ημέρα, μη έχοντας υλικό, πρότεινε μεταξύ σοβαρού και αστείου έναν τρόπο για να ανα­γνωρίσουν το πρόσωπο της άτυχης κοπέλας. Εκμαγείο με γύψο πάνω στα σαπι­σμένα κρέατα. Έτσι δούλεψε, έγραψε ο αθεόφοβος, ένας αστυνομικός στη Βιέννη και ανακάλυψε την ταυτότητα ενός θύματος με αλλοιωμένα χαρακτηρι­στικά. Το εκμαγείο έδειξε το πρόσωπο γνωστής καλλιτέχνιδος που είχε εξαφανι­στεί. Φονιάς αποδείχτηκε ο μνηστήρας της. Έκανε και το σχόλιό του για την επάρκεια των ελληνικών καταδιωκτικών αρχών ο Χήρας για το αν έχουν ειδικόν επί της αναπαραστάσεως των χαρακτηριστικών των πτωμάτων. Ατσίδας ο άτιμος στο γράψιμο.

Γι’ αυτό τον ρώτησε για τα χώματα ο Αργυρίου. Σιγά που δεν θα το ανέφερε ο Χήρας. Ήταν το αδύνατο σημείο του αστυνομικού. Καλά με τους αλήτες που άνοιγαν έναν τάφο και έπαιρναν ό,τι έβρισκαν. Εδώ μιλάμε για κανονική εκ­σκαφή κάτω από τη μύτη του. Ούτε στο Γαλλικό ποταμό τέτοια ανάληψη χωμά­των. Χιλιάδες οκάδες χώματος εις βάθος δύο και πλέον μέτρων, πρέπει να αφη­ρέθησαν απ’ εκεί, έλεγε και ξανάλεγε ο Χήρας από τότε που το είδε σκαμμένο το νεκροταφείο. Ποιος ξέρει τι άλλο θα έγραφε την άλλη μέρα το Φως.
Δεν προλαβαίνεις να το αφαιρέσεις; Ρώτησε ο αστυνομικός.
Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Σε δυο ώρες βγαίνουν τα κλισέ, γίνονται οι τσί­γκοι κι αρχίζει η εκτύπωση της εφημερίδας. Το κείμενο δόθηκε στον αρχισυντά­κτη. Είπε ο δημοσιογράφος και ανακάτευε στο πιάτο το λαχανόζουμο.

Το πρώτο λάχανο τουρσί είχε τελειώσει και ο Νώντας ο καφετζής που πήρε ήδη την παραγγελία για δεύτερο, στο βάθος του καφενέ ψαχούλευε σκυμμένος στο πήλινο κιούπι να βρει καμιά τελευταία μερίδα. Ήξερε πως τρελαίνονταν ο κυρ διοικητής για το τουρσί τους και μουρμούριζε για τη γυναίκα του που το ’φερνε από το σπίτι λες και ήτανε μεταλαβιά. Λίγο λίγο. Βάλε χριστιανή μου μπόλικο λά­χανο στο κιούπι, να μη γίνομαι ρεζίλι σε τόσους σπουδαίους ανθρώπους που μας καταδέχονται. Της έλεγε. 
Σιγά να μη μας καταδέχονται, απαντούσε η φαρμακό­γλωσσα Σμυρνιά. Ας μην τους άρεζαν τα τουρσιά και τα μπινελίκια μου και θα σου έλεγα εγώ ποιον καταδέχονται. Το τουρσί δεν είναι για χόρταση. Νοστιμίζει ο στόμας σου ίσα να καταπιείς το τσίπουρο και να δέσει η ξινίλα με το σπίρτο. Για ντερλίκωμα στο Πατσατσίδικο του Λιάκου του Αντερόβραστου. Να βουτάνε και το μπαγιάτικο το ψωμί στο ζουμί με το σκορδοστούμπι, να μπουκώνονται και να μην νιώθουν πότε μασάνε ψωμί και πότε άντερο, πού ’ναι το μπούκοβο και πού ’ναι το σκόρδο, πού το σαρδένι, πού το νταμάρι… και συνέχιζε απτόητη την απα­ρίθμηση των μειονεκτημάτων της λαίμαργης κατάποσης εδεσμάτων, ενώ ο Νώ­ντας, καταλαβαίνοντας το λάθος του, έσκυβε αμίλητος στο κιούπι και συνέχιζε τις ανασκαφές. Βρήκε κάτι φυλλαράκια κολλημένα στα τοιχώματα, να με σχωρ­νάτε λεβέντες μου, πλάκωσε πελατεία το μεσημέρι και τέλεψε το λάχανο, δικαιο­λόγησε τα αδικαιολόγητα. Έχω όμως κάτι κιοφτέδες με πράσινο κρεμμυδάκι από το μπαχτσέ. Με τα χεράκια της τους έπλασε η Γιούλα μου, παίνευε τη σύζυγο στους ξένους ανθρώπους και σερβίριζε τους μεζέδες ακούγοντας πάντα τη συμβουλή της γυναίκας του. Ποτέ καργαρισμένο το τραπέζι μα και ποτέ αδειανό. Με ρέ­γουλα κι άσε τα άλλα πάνω μου. Αυτή ήταν η δική της τακτική του λίγου και κα­λού από κάθε είδος. Το πόσα είδη θα έβγαζε εξαρτιόταν από το πόσο μερακλής θα ήταν ο πελάτης. Δεν έβγαζε κατάλογο η Γιούλα. Μεράκια γιάτρευε.

Ο κεφτές ήταν πράγματι θεσπέσιος. Πέρασε ο αστυνόμος τη γλώσσα του πάνω από τα χείλια του μόλις κατάπιε και είπε: Ούτε αν σου έλεγα πως είναι κι αυτό στοιχείον της ανακρίσεως;
Κόντεψε να του πέσει από το πιρούνι  ο κεφτές του Άγγελου. Στοιχείον της ανα­κρίσεως διά τους ανοιχθέντας τάφους ή δια τον μη ανοιχθέντα; Ρώτησε αλλά ήξερε πολύ καλά την απάντηση.
Άκου Άγγελε. Μ’ αρέσει πολύ η παρέα σου, μ’ αρέσουν και τα γραφτά σου αλλά πιο πολύ μ’ αρέσει η δουλειά μου. Όλα όσα πρωτοσκεφτήκαμε για τη γυναίκα που βρέθηκε στη ρεματιά κι όλα όσα έγραψες δεν έχουν καμία σχέση με την αλήθεια. Θέλω δυο μέρες καιρό και θα τη βρω την άκρη. Είναι μεγάλη η υπόθεση σου λέω. Έχω προχωρήσει αρκετά. Μόλις σιγουρευτώ για τις κινήσεις μου θα ενημερώσω και την υπηρεσία δια τα περαιτέρω και εσένα για το αποκλειστικό σου. Αλλά μέχρι τότε δεν θέλω βαρίδια. Κι αυτό με το χώμα είναι βαρίδιο. Ο Ευ­γένιος Αργυρίου ήταν πολύ σοβαρός όταν έλεγε αυτά τα λόγια. Μόλις τελείωσε την κουβέντα του αναζήτησε το σακουλάκι με τον καπνό του κι έστριψε τσιγάρο. Η πρώτη ρουφηξιά του έγινε σε απόλυτη ησυχία. Ώσπου να ακουστεί το ξεφύ­σημα του καπνού. Καταλαβαίνω. Θα κάνω ότι μπορώ. Αυτά δε λέγονται από το τηλέφωνο. Φεύγω να προλάβω τους τσίγκους. Είπε ο Χήρας και σηκώθηκε. Ο Ευ­γένιος Αργυρίου τεντώθηκε στην καρέκλα του κι άρχισε να προγραμματίζει τις κινήσεις του για την αυριανή ημέρα.



(Το πρώτο κεφάλαιο του διηγήματος "Καταφανή ίχνη όζας" από το βιβλίο "Ίχνη όζας", εκδ. Ζήτρος, 2013)

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2020

Ουδείς αναντικατάστατος

Μαυροφορεμένες,
ακουμπισμένες
στα πεζούλια που
κάποτε αλώνισαν και τα δικά τους παιδιά,
και τώρα τά ‘χουν χάσει·
σε ηλικία μη κατάλληλη
για να ανθίσουν άλλα
και να τους δώσουνε τιμητικά,
το όνομα των πρώτων.

Αν χάσανε
τον άντρα τους,
εξαναγκάστηκαν
διπλή χαρά·
με την ενοχή
πως εκείνες κι όχι αυτός
ήταν άξιες να ζήσουν
όσα ήρθαν.

Σμήνος μαύρα πουλιά,
ελαφριές κι αέρινες,
χωρίς ενοχή
μα και μ’ όλες τις τύψεις
του κόσμου, θα φύγουν.

Ήδη τις περιμένουν.

ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΥΚΛΗ

Σάββατο, Απριλίου 04, 2020

Εγκλεισμός και Ελευθερία

Μία πρωτοβουλία της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης για τις ημέρες του αναγκαστικού εγκλεισμού στα σπίτια μας λόγω του κοροναϊού είναι να δημοσιεύει σχετικά λογοτεχνήματα μελών της.

Έστειλα το ποίημα ΑΠΟΨΗ από τη δεύτερη ποιητική μου συλλογή ΛΑΙΜΑΡΓΟ ΒΛΕΜΜΑ (Εκδόσεις Διαγωνίου, 1990):

Δεν τραγουδάνε πια τις νύχτες οι θλιμμένοι.
Ανοίγουν τα παράθυρα και κοιτάνε ανέκφραστοι
την άδεια λεωφόρο.
Κι όταν φανεί από μακριά ο δυνατός προβολέας,
αφήνονται στο μουγκρητό της μηχανής και
καρφώνουν το βλέμμα στη μέση του μοτοσυκλετιστή˙
εκεί που τυλίγονται αμήχανα τα χέρια του συνεπιβάτη.

Ένα ακόμα ποίημα αυτής της συλλογής (άτιτλο) αναφέρεται στην ατμόσφαιρα του δωματίου και την εξαγνιστική διαμεσολάβηση της μνήμης:

Όταν το μικρό δωμάτιο
φλογίζεται ξαφνικά
από ένα σύννεφο μνήμης
τότε εγώ μεγαλώνω
καλύπτω το χώρο
και γεύομαι τη θέρμη
που ασύστολα εκπέμπεις.

Από τον κοινωνικό απομονωτισμό και την απεγνωσμένη διάθεση για επαφή του πρώτου ποιήματος στον ερωτικό αντίστοιχο και την καταφυγή στη μνήμη.

Όταν τα έγραφα αυτά δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η ποντιακή (τουλάχιστον) λαϊκή μούσα είχε (ήδη) ενώσει τα δύο αυτά ποιήματά μου σ' ένα εκπληκτικό δίστιχο, μέρος ενός ερωτικού τραγουδιού:

το κιφάλι μ' σο μαξιλάρ'
ο νους ιμ εν 'σο δρόμον

Το κεφάλι μου στο μαξιλάρι και ο νους μου στον δρόμο. Ό,τι ακριβώς ζούμε τώρα και ό,τι ξόρκιζαν τα δυο μου ποιήματα˙ έξω είναι η ζωή, με τους άλλους!

Ο Χρύσανθος το αποδίδει σπαρακτικά!