Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2006

Μπα, πέρασαν κιόλας είκοσι χρόνια;

Από τα χρόνια του στρατού μπήκε η ιδέα και μετά το απολυτήριο άρχισε το συστηματικό γράψιμο (1984-1986). Τον Φεβρουάριο του 1987 τυπώθηκε.
Η μοτοσυκλέτα στην ελληνική λογοτεχνία. Μια μελέτη.
Μετά από έντεκα χρόνια βγήκε σε δεύτερη έκδοση, εμπλουτισμένη μεν, κρατώντας τα ίδια χρονολογικά όρια έρευνας της πρώτης έκδοσης δε: μέχρι και το 1985.
Καλά ήταν. Πολλοί άνθρωποι την πρόσεξαν, κάποιοι έγραψαν κιόλας δυο κουβέντες και για την πρώτη και για τη δεύτερη έκδοση. Κοτζάμ σαλόνι στα ΝΕΑ από τον, αείμνηστο, Σταματίου ευτύχησε να δει. (Αυτό μην το ανοίγετε τώρα, είναι λίγο μεγάλο. Στο τέλος ανοίξτε το. Σαν κερασάκι στην τούρτα).
Το ψάξιμο δεν σταμάτησε ποτέ και τα βιβλία ή τα περιοδικά που είχαν σε κάποια σελίδα τους και τη λέξη ακόμα μοτοσυκλέτα στοιβάζονταν στα ράφια της βιβλιοθήκης μου.
Και όχι μόνον αυτό. Κάποια κείμενα ξέφευγαν από την ιδιότητα του κειμένου που αναφέρεται σε μοτοσυκλέτες ή μοτοσυκλετιστές και αναδεικνύονταν σε όμορφα κείμενα με μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές.

Και τι τα κάνει κανείς τα όμορφα κείμενα;
Τα βγάζει στο μεϊντάνι να τα διαβάσουν κι άλλοι ταιριασμένα σε μια θεματική ανθολογία, πλάι σε άλλα, όμοια και αντίθετα, μεγάλων και λιγότερο μεγάλων (σε ηλικία και όχι μόνο), γνωστών και λιγότερο γνωστών (στην πιάτσα του βιβλίου και των αναγνωστών της
λογοτεχνίας) συγγραφέων.

Αυτό έγινε και η διαδικασία φτάνει στο τέλος της. Αφού τελείωσε η επιλογή των κειμένων, έπρεπε ν’ ακολουθήσει και η ενημέρωση των συγγραφέων. Αναζήτηση διευθύνσεων και τηλεφώνων (γεια σου internet με τα ωραία σου) και μετά αλληλογραφία, η οποία ακόμα είναι σε εξέλιξη. Σχεδόν όλοι, όσοι εντοπίστηκαν (υπάρχουν, λίγοι ευτυχώς, συγγραφείς τους οποίους ακόμη δεν μπόρεσα να βρω) ανταποκρίθηκαν θετικά με συγκινητική, για μένα, προθυμία. Η ανθολογία είναι έτοιμη να φύγει από το συρτάρι του γραφείου μου και να πάρει την άγουσα για τις εκδόσεις Ζήτρος κι από εκεί (αν όλα πάνε καλά) να γίνει βιβλίο, είκοσι χρόνια μετά το πρώτο της αδερφάκι. Δεν είναι αυτό που βλέπετε το εξώφυλλο. Δεν είναι δική μου δουλειά, όπως καταλαβαίνετε. Εγώ έπαιξα λίγο στο Photoshop για να δείξω στον Άη-Βασίλη τι θέλω (ανάμεσα σε άλλα, που δεν τα λέω εδώ) να μου φέρει το 2007 και κλείνω το 2006 μ’ αυτήν την ανάρτηση στο διαδίκτυο και όχι με άλλη που είχα κατά νου για πολιτική και δημοτικές εκλογές και άλλες «παρασπονδίες» μου.
Καλή χρονιά!

Τρίτη, Δεκεμβρίου 05, 2006

graffiti σ’ εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο φυτοφαρμάκων


ΔΙΑΝΑ, off
graffiti σ’ εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο φυτοφαρμάκων

Αυτό το τέλος μοιάζει μ’ αρχή
η ανάσα κοφτή το χρώμα με ήχους,
σε τοίχους γυμνούς, σε τούβλα κοινά

οσμές πυρπολούνε με άχτι τα νεύρα
χέρια χορεύουνε ολόκληρες νύχτες
παλμοί, αλαλαγμοί, παρέες και φίλοι
κενά της ζωής, άδεια βαρέλια
χαμόγελα τοξικά
χαρακιές για φορτία,
για μέρες που απομένουν,
για στολίδια που βαραίνουν


σωλήνες, φλέβες βρωμερές
από τσιμέντα βγαίνουν και χάσκουν

γέρνουν στο πουθενά
βρύσες που ξέχασαν να στάζουν
στεγνές
σιωπηρές
τρομερές
πληγές

ναι, χρώματα που μιλάνε
και δάση και τρένα και σηματοδότες
και γυναίκες και βλέμματα και αριθμοί
και φως και οργή


ποια μάνα;
ποιος φίλος;

ποιοι είναι αυτοί;
πούθε βαστούνε και τι θε να πούνε;

μιλάνε τα λόγια, μιλάνε τα μάτια,
μα τα πινέλα, κυρίως, τα σπρέυ τα ρημάδια
αφήνουν τις ουσίες να τρυπάνε το χώμα
σημάδια σε σώματα, μελάνια στο αίμα

κανείς δεν περίμενε
το άδειο κουφάρι τις νύχτες ν’ αλλάζει
μ’ ανάσες τοξικές, σκοτεινά να γιορτάζει


ποια λόγια;
ποια χάδια;
ποια αγόρια,
ποια κορίτσια
τυλίξαν τα χνώτα τους με θείο κι αφιόνι;

ποια μάτια περίμεναν πως θα ’ρχονταν να δούνε;
ποια χείλη θα άνοιγαν κουβέντα να πούνε;

δε βάφουν πλατείες και δρόμους με πλήθος
βάφουνε χάσιμο, τρέλα και χτύπο στο στήθος

κρυμμένες εικόνες
δοκίμια, ασκήσεις

μαντήλια στη μύτη
κολλύρια στο μάτι
διαβάτη κόπιασε
κοίτα και φύγε

ποιοι ήταν;
πού πήγαν;
πότε θα ’ρθούνε;

ρώτα τα χρώματα
μπορεί να σου πούνε


Υ.Γ. Οι κινητοποιήσεις πολιτών και Τοπικής Αυτοδιοίκησης έφε­ραν, μετά από δεκαετίες, ένα πρώτο αποτέλεσμα.
Το τελευταίο φορτίο των εγκαταλελειμμένων φυτοφαρμάκων του πρώην εργοστασίου ΔΙΑΝΑ, το οποίο βρίσκεται στα όρια του Δήμου Ευκαρπίας αλλά το φορτώθηκε πολιτικά και περιβαλλοντικά ο Δήμος Σταυρούπολης, έφυγε τον Οκτώβριο του 2006.
Η έντονη οσμή που παραμένει στο χώρο, υπενθυμίζει στον καθένα πως μένουν να γίνουν πολλά ακόμη σε πολιτικό επίπεδο, ώστε η ΔΙΑΝΑ να μείνει μόνο σαν ανάμνηση.
Το ερειπωμένο εργοστάσιο όμως, για όποιον αντέξει να το περπατήσει, φανερώνει και μιαν άγνωστη πτυχή του.
Κάποιοι, (Μετρώντας τις δυνάμεις τους; Μη βρίσκοντας αλλού ελεύθερες επιφάνειες; Θέλοντας κάτι άλλο;), επιδόθηκαν στην τέχνη του graffiti στους μολυσμένους τοίχους.
Αυτήν την ομορφιά οσμίστηκε και αναδεικνύει το δεύτερο Κλειδί της Πόλης
γράφει στο εισαγωγικό του σημείωμα το ετήσιο τεύχος του ΚΛΕΙΔΙΟΥ που συνοδεύει το τελευταίο τεύχος του τριμηνιαίου περιοδικού του Δήμου Σταυρούπολης, την ΠΟΛΗ για να εισάγει στο θέμα του, τα graffiti στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο φυτοφαρμάκων ΔΙΑΝΑ, τον εφιάλτη της δυτικής Θεσσαλονίκης για πολλά χρόνια. Το τσαλίμι, ηθικός και ένας εκ των φυσικών αυτουργών αυτής της έκδοσης, αναλαμβάνει την ευθύνη του δια της παρούσης αναρτήσεως στο διαδίκτυο και προτείνει στους Σταυρουπολίτες, κυρίως, να αναζητήσουν το καλλιτεχνικό αυτό ΚΛΕΙΔΙ που διατίθεται δωρεάν σε 2000 μόνο αντίτυπα.


Σάββατο, Δεκεμβρίου 02, 2006

Όταν η τέχνη έχει κέφια και την φροντίζουν μερακλήδες

Εδώ και πολύ καιρό, μετά από πολλές παραστάσεις διαφόρων θιάσων, μια μικρή συλλογή λέξεων γυρόφερνε στο μυαλό μου και περιέγραφε τα συναισθήματα και τη γνώμη μου για ό,τι είδα και υπέμεινα: σπατάλη, ψεύτικο, δήθεν, επηρμένο, μη χειρότερα και πάει λέγοντας. Όταν έβλεπα να γίνονται επιλογές που δεν τις καταλάβαινα και διάβαζα για μεγάλα και τρανά έργα και εμπνευσμένες σκηνοθεσίες, όλο και πιο συχνά σκεφτόμουν το παραμύθι και το βασιλιά που ήταν γυμνός ο φουκαράς κι όλοι καμώνονταν πως κάτι έβλεπαν.
Όχι όμως χθες.
Παρόλο που η ανακοίνωση του θέματος του έργου δεν μ’ ενθουσίαζε «καταπιεσμένη σύζυγος δια του εραστού σκοτώνει το σατράπη σύζυγο και καταλήγει στην ηλεκτρική καρέκλα» ένα στοιχείο μ’ έκανε να θέλω να τη δώ. 28 ηθοποιοί σ’ ένα έργο το οποίο πιο πολύ θα έφερνε σε μονόλογο κάποιου πικραμένου. Τι ακριβώς θα έκαναν όλοι αυτοί πάνω στη σκηνή υπηρετώντας ένα κοινό θέμα; Πληροφορίες από τεχνικούς του θεάτρου έλεγαν πως γίνεται χαμός στην τεράστια σκηνή της ΕΜΣ και ότι είναι πολύ δύσκολο τεχνικά το έργο. Επί πλέον στοιχεία: Άγνωστη σε μένα σκηνοθέτις και πρωταγωνίστρια.
Πήγα στην πρεμιέρα και όταν βγήκα έψαχνα σε τέτοιες λέξεις να βρω τι θα ταίριαζε σ’ αυτό που είδα: συγκλονιστικό, συναρπαστικό, εμπνευσμένο. Με λίγα λόγια μια επιλογή εύστοχη για μια κρατική σκηνή: και η επιλογή του έργου και η επιλογή των συνεργατών.
Επί τέλους και μια παράσταση με υπαινικτικό λόγο και εικόνα, με απαγορευμένη την άσκοπη τσιρίδα, το τρεχαλητό πάνω στη σκηνή και το ξεκατίνιασμα με τα δήθεν προοδευτικά ξεγυμνώματα των - νεαρών - κοριτσιών και αγοριών από κουλτουριάρηδες σκηνοθέτες.
Δεν ξέρω τι θα γραφτεί, δεν ξέρω πόσοι θα πάνε να δούνε την παράσταση αλλά όποιος δεν δει αυτήν την Μαρίνα Ψάλτη να παίζει θέατρο κάτι θα έχει χάσει και όποιος δεν δει τι βάζει να γίνεται, σε μια γκαρσονιέρα από έναν τυχοδιώκτη εραστή και μια - στερημένη χαράς- παντρεμένη γυναίκα, η σκηνοθέτιδα Νικαίτη Κοντούρη θα έχει στερηθεί της ευκαιρίας να απολαύσει τρυφερότητα, αισθαντικότητα, μεστή υποκριτική και αληθινή- θεατρική μα και ανθρώπινη- αξιοπρέπεια.

Όλα ήταν άψογα μα η αναφορά εδώ στα σκηνικά και στη μουσική και στο δυναμικό του ΚΘΒΕ θα ξέφευγε της λογικής της ημερολογιακής καταγραφής και θα το έπαιζε κριτική. Όχι. Καταγράφω αυτά που θέλω πολύ να θυμάμαι. Όταν η τέχνη έχει κέφια και την φροντίζουν μερακλήδες γίνονται πράγματα που θέλεις να τα θυμάσαι.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2006

Άλλων τσαλίμια που τα ζηλεύω / 4

Η «ντιζέζ» του Σάκη Σερέφα είναι ένα βιβλίο που μοσχοβολάει κέφι και ταλέντο.
Ο συγγραφέας στήνει ένα τρελό χορό με λέξεις που άλλες τις λέει κι άλλες τις κρύβει, με ανθρώπους που τους προικίζει με σουσούμια και γινάτια , με μια γλώσσα που αφηγείται και γητεύει.
Ένα τσαλίμι αλλιώτικο από τ’ άλλα, μια έντυπη δεξιοτεχνία, μαστοριά συγγραφική και δροσιά σχεδιαστική.
Μια αληθινή ιστορία, βγαλμένη μέσα από τη ζωή. Μια αληθινήζωή, βγαλμένη μέσα από τη συγγραφή.
Από τα λίγα βιβλία που ξεπερνούν το θέμα τους και αναδεικνύουν τη γραφή αυτή καθεαυτή, ντιζέζα μερακλού και καταφερτζού.

11/12/2006, προσθήκη εκ των υστέρων, αφού η τεχνολογία το επιτρέπει: Αλέξης Σταμάτης

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

Το πλαστικό μπουκάλι




Ο γλύπτης έστηνε στο πεζοδρόμιο, μπροστά από την γαλακτοβιομηχανία, το τεράστιο γύψινο μπουκάλι, ομοίωμα του πλαστικού μπουκαλιού στο οποίο συσκευάζονταν το παστεριωμένο γάλα.
Το θρυλικό εκείνο μπουκάλι που γλίτωσε τις νοικοκυρές από το βραχνά της επιστροφής αλλά και λιγόστεψε τις δουλειές των πλανόδιων γαλατάδων. Συνόδευε τις πρωινές τυρόπιτες και με τις δύο ποικιλίες του. Άσπρο και κακάο.
Οι μαθητές που κατευθύνονταν προς το μοναδικό γυμνάσιο των δυτικών συνοικιών, είχαν δει τον γλύπτη να εργάζεται σ’ εκείνο το γύψινο ομοίωμα που ήταν το πρώτο γλυπτό σε δημόσια θέα στη συνοικία. Οι ίδιοι μαθητές πρόλαβαν και την αποκαθήλωση.
Το πλαστικό βλάπτει σοβαρά την υγεία και η εταιρία διάλεξε μια χάρτινη συσκευασία σ’ ένα μακρόστενο σχήμα. Δεν χρειάζονταν πια γλύπτης. Ο τεχνίτης που τον αντικατέστησε κατέστρεφε τις λευκές καμπύλες και έστηνε στη θέση τους το επίπεδο σχήμα με το κόκκινο χρώμα. Το πλαστικό που έφυγε από την συσκευασία μπήκε στο νέο κατασκεύασμα και του έδινε τη δυνατότητα να φωτίζεται από το εσωτερικό του. Ένα γλυπτό έφυγε, μια φωτεινή διαφήμιση ήρθε.
Σειρά να φύγει τελείως από την περιοχή είχε πια η ίδια η γαλακτοβιομηχανία. Το πλαστικό ομοίωμα της χάρτινης συσκευασίας ρήμαξε εγκαταλελειμμένο και έμεινε μόνο η τσιμεντένια βάση του. Όλο το κτιριακό συγκρότημα ήταν πια ένα θλιβερό κουφάρι που κρατούσε φυλακισμένη πολύτιμη γη. Μεγαλόσχημες εταιρίες, τράπεζες και επιτήδειοι εργολάβοι πολιορκούσαν το δήμαρχο για να μπορέσουν να πατήσουν πόδι στο πιο γωνιακό μαγαζί της συνοικίας. Μιας συνοικίας που γέμισε με κόσμο αλλά δεν αξιώθηκε να τον κρατήσει στα μικρά καταστήματά της˙ τον έβλεπε να ξοδεύει τα χρήματά του στο κέντρο της πόλης. Μια αγορά. Να τι της έλειπε. Μ’ αυτήν την πρόταση γλύκαιναν τ’ αυτιά του δημάρχου οι καλοθελητές.



Τα βιβλία που γράφτηκαν για τους καταυλισμούς των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής δεν κάνουν λόγο για τον καταυλισμό που στήθηκε πάνω στα παλιά θαλάματα και διατήρησε το όνομα που είχε η περιοχή από τους προηγούμενους πρόσφυγες. Δεν ήταν μικρός ο καταυλισμός. Μόνο που οι πρόσφυγες αυτοί, δήλωσαν όλοι αστοί και δεν τους διανεμήθηκε αγροτική γη για εκμετάλλευση. Οι λίγοι Καυκάσιοι που ήρθαν αρχικά μαζί τους και τους θέρισε η ελονοσία και οι πυρετοί, τράβηξαν την ανηφόρα και έστησαν τα νοικοκυριά τους στο παλιό τσιφλίκι. Αυτοί δηλώθηκαν αγρότες και απέκτησαν χωράφια. Η μόνη από τις συνοικίες της δυτικής πλευράς της μεγάλης πόλης που δεν διαθέτει ελεύθερους χώρους για να χτίσουν οι δήμαρχοι σχολεία και πάρκα, είναι η συνοικία που σημαδεύεται από τον πανάρχαιο δρόμο και τον, ακόμα παλιότερο, χείμαρρο. Νεκροταφεία, στρατόπεδο, ψυχιατρείο, γηροκομείο, καπνομάγαζα, ακόμα και βιομηχανίες, είναι φυτεμένα στο κέντρο της και της στερούν ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη αγοράς. Η λύση θα έρθει, όταν φύγουν κάποια από αυτά. Το μεγάλο φιλέτο είναι το στρατόπεδο, αλλά και το κοψίδι που θα αφήσει πίσω της η γαλακτοβιομηχανία, καλό είναι. Όταν λοιπόν τα χρέη της γαλακτοβιομηχανίας θέριεψαν, η τράπεζα που είχε δώσει τα δάνεια, την έβγαλε στο σφυρί. Όποιος όμως και να αγόραζε την γη, έπρεπε να βρει την άκρη και με το δημοτικό συμβούλιο, για να κτίσει ό,τι ήθελε αυτός και όχι ό,τι προγραμμάτιζε εκείνο. Κι εκείνο, περισσότερο για να κρατάει τους τύπους παρά επειδή κάτι γνώριζε, προγραμμάτιζε.

Οι δουλειές του δήμου είχαν πια μεγαλώσει. Διέθετε γραφεία που διαχειρίζονταν μεγάλα κονδύλια, απέκτησαν επαφή με πρώην τραπεζίτες που ιδιώτευαν και ενεργούσαν για λογαριασμό επιχειρηματιών που έμεναν στο παρασκήνιο, έφερναν μασημένη τροφή στο δημοτικό συμβούλιο: να ψηφίσει ή να μην ψηφίσει την πρόταση της υπηρεσίας, την πρόταση που υποστηρίζεται από το τάδε μελετητικό γραφείο και που θα συναντήσει έντονο επιχειρηματικό ενδιαφέρον γιατί είναι εμπνευσμένη και διατυπώθηκε σύμφωνα με όλους τους κανόνες της δημοκρατίας.

Ήταν κι αυτός πρόσφυγας τρίτης γενιάς. Μόλις απέκτησε το δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές, το άσκησε. Και βγήκε. Ο παλιός δήμαρχος, αυτός που έκανε στην εξορία και που απάλλαξε τη συνοικία από τις λάσπες, μετά από τρεις θητείες, παρέδωσε την εξουσία σε άλλον. Τρεις θητείες συμπλήρωνε κι αυτός με την τελευταία του εκλογή. Ο παλιός δήμαρχος το πήρε προσωπικά και διεκδίκησε ξανά το αξίωμα, αλλά απέτυχε. Είναι τώρα δημοτικός σύμβουλος. Μαζί του είχε κατέβει στις εκλογές και ο νεαρός που εκλέχτηκε για πρώτη φορά, με την πρώτη απόπειρά του. Το απέδωσε στην καταγωγή του και στις καλές σπουδές του. Μπορεί να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα πως αν δεν είσαι εργολάβος, γιατρός ή δικηγόρος δεν μπορείς να εκλεγείς δήμαρχος ή βουλευτής, αλλά δημοτικός σύμβουλος μπορείς. Αυτό έδειξαν οι προηγούμενες δημοτικές εκλογές. Τον παρότρυνε και ο πατέρας του να βάλει υποψηφιότητα. Κοινοτικός σύμβουλος υπήρξε ο παππούς και για την εργατικότητά του, έχουν να λένε όλοι στην συνοικία. Ο νεαρός δημοτικός σύμβουλος περίμενε με μεγάλη αγωνία τη συνεδρίαση, στην οποία θα συζητιόταν η έγκριση της πρώτης μελέτης, για την αξιοποίηση της γης που άφηνε πίσω της η γαλακτοβιομηχανία.
Συμμαθητής του συμμετείχε στην ομάδα που συνέταξε τη μελέτη. Στα ίδια χώματα, δίπλα στο ρέμα, πίσω από την βιομηχανία που φεύγει, παίζανε μικροί. Είχανε φίλους που μένανε στα αυθαίρετα σπίτια που χτίσανε οι πατεράδες τους μέσα στο ρέμα και οι τοίχοι τους ακουμπούσαν στα ντουβάρια της βιομηχανίας. Στεκόντουσαν απέναντι στο δρόμο και βλέπανε τον γλύπτη να στήνει το γύψινο ομοίωμα και θαυμάζανε την τέχνη του. Από τότε έβαλαν και οι δύο τους το γάλα στην καθημερινή τους διατροφή. Με δέος περνούσαν μπροστά από την σιδερένια πόρτα που σφράγιζε τα Εβραίικα μνήματα, απέναντι ακριβώς από την γαλακτοβιομηχανία˙ άκουγαν τα γαβγίσματα του τρομερού λυκόσκυλου από τη μέσα μεριά της πόρτας˙ τέντωναν το λαιμό τους για να δουν στο εσωτερικό του κοιμητηρίου, στο σημείο που ο περίβολος χαμήλωνε λίγο˙ περνούσαν το δρόμο και αγόραζαν από ένα μικρό κακάο στο πρατήριο δίπλα στην πύλη και συνέχιζαν το περπάτημα για το γυμνάσιο.

Δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η πρόταση τους προειδοποιούσε πως δεν είχαν το δικαίωμα να στερήσουν από τη συνοικία τους την ευκαιρία να φιλοξενήσει ένα πολυτελές συγκρότημα πολυκινηματογράφων. Έρευνες έδειξαν πως το ενδιαφέρον σοβαρών επιχειρηματιών του χώρου στρέφεται προς τα δυτικά της πόλης. Θα έδιναν και στο δήμο κάποια διαμερίσματα. Δεν έκαναν καμία αναφορά στο τι θα γίνουν τα αυθαίρετα, επειδή εκείνο το πρόβλημα είναι πολύ σύνθετο και θα ήταν προτιμότερο να αποτελέσει αντικείμενο άλλης μελέτης. Τα κοιμητήρια που θα γειτόνευαν με τους σινεμάδες, ούτε που τα πρόσεξαν. Έπρεπε να κινηθεί ο δήμος δραστήρια και γρήγορα για να μη χάσει την ευκαιρία. Το δημοτικό συμβούλιο έπρεπε να ψηφίσει θετικά και να προχωρήσει στην ανάθεση του δεύτερου σταδίου της μελέτης, στο ίδιο φυσικά γραφείο. Ψήφισε αρνητικά και ένιωσε πως μεγάλωσε απότομα, αν και, μετά το συμμαθητή του. Τελείως διαφορετικά πράγματα περίμενε ν’ ακούσει. Γι’ αυτό άλλωστε δεν επεδίωξε να συναντήσει νωρίτερα το φίλο του και να συζητήσουν. Ήθελε να δει ποιος από τους δυο τους θα ξεπερνούσε τον άλλον σε ευρηματικότητα. Τώρα ξέρει.

Από εκείνη τη συνεδρίαση και μετά, ο πρόσφυγας τρίτης γενιάς, κάθε φορά που περπατάει σε χώμα, ρίχνει με δύναμη από καμιά σκαφτή κλωτσιά. Έχει την κρυφή κι ανομολόγητη ελπίδα, να ξεθάψει κάποτε ένα θαμμένο πλαστικό μπουκάλι που, δεν μπορεί, κάποιο στοργικό χώμα θα το σκέπασε και περιμένει με υπομονή την τρυφερή κλωτσιά για να ξαναβγεί στο φως. Όσο υπάρχει ακόμα χώμα σ’ αυτήν την πλευρά της πόλης.

Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), από το Μάρτιο 2001 έως το Σεπτέμβριο 2003.
Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά.

Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006

Μιραμπέλ



Πριν τέσσερα χρόνια (7/9/2002), για τις ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης, μεταποίησα ένα όμορφο διήγημα (Ρενέ Αβιλές Φαβίλα, Η Μιραμπέλ, διήγημα, μετάφραση Τερέσα Καστινέιρα, περ. Χάρτης, αρ. 24, Αθήνα, Μάιος 1987) σε μπαλάντα. Η παράσταση ανέβηκε μία και μοναδική φορά, η μπαλάντα τραγουδήθηκε πολύ όμορφα. Η εικόνα που λάμπει στην οθόνη, ξεσηκώθηκε από την εφημερίδα Καθημερινή (11/8/2002) από κείμενο για μία έκθεση, χωρίς αναφορά στον καλλιτέχνη δυστυχώς και κοσμούσε την πρόσκληση για την παράσταση. Τίτλος της παράστασης, στίχος της Κικής Δημουλά: Σκύβοντας, ουρανό ατένιζα. Θέμα της και υλικό της, κείμενα που μιλάνε για γυναίκες. Μια από τις γυναίκες, η άτυχη Μιραμπέλ.
Γίνονται στα blogs αφιερώσεις; Αν γίνονται, τότε αφιερωμένο στη magica

Ι
Ήτανε μάγισσα, το ήξερα καλά
ας πέθαινε, μα ήθελα γερό χαρτί να έχω
ήταν κακότροπο παιδί του Σατανά
κι εγώ το νόμο του Θεού καλά κατέχω.

Με τράβηξε η σπάνιά της ομορφιά
με βύθισε στον έρωτά της με απάτη
έριχνε σκόνη στον καφέ για σιγουριά
και στο λαιμό για φυλαχτό είχε ’να μάτι.
Δεν έφαγα της Μιραμπέλ το φαγητό
ανθρώπων κόκαλα και βάτραχων το αίμα
και αν υπέκυψα στον πόθο τον ερωτικό
οι ουσίες φταίγανε και το κακόβουλο το πνεύμα.

Είδα ταινίες με βρικόλακες στοιχειά
σπούδασα τρόμο στων βιβλίων το χαρτί,
βρήκα απάντηση, σωστή όσο καμιά:
στα μάγια, όπλα, ο σταυρός και το σπαθί.

ΙΙ
Έπρεπε κάποτε με όλα να τελειώσω
ήθελα μόνο την κατάλληλη στιγμή
έβρεχε κι ήξερα πως πρέπει να σκοτώσω
παντού βασίλευε μια νεκρική σιωπή.
Γύρω στις δώδεκα έκανα πως κοιμόμουν
ήρθε μ’ ακούμπησε και είπε τ’ όνομά μου
δεν της απάντησα και όπως το φοβόμουν
αποτραβήχτηκε αργά από σιμά μου.
Απ’ την κουζίνα ήρθανε οι μυρωδιές
η Μιραμπέλ πάνω στη χύτρα ανταριασμένη
με μάτια κόκκινα και με διαολοπροσευχές
ετοίμαζε φαρμάκια η κολασμένη.
Στα χρόνια μας δεν γίνεται να δικαστεί
και ούτε να καεί σαν μάγισσα μεσ’ στην πλατεία
εμένα έστειλε ο Θεός για δικαστή
να καθαρίσω απ’ τη βρωμιά την κοινωνία.
Κουράγιο μάζεψα και, ναι τ’ ομολογώ
ο φόβος πέτρωνε το νου και την καρδιά μου
πήρα το όπλο το βαρύ και το παλιό
και το εγύρισα προς την διαόλισσά μου.
Να πεθάνεις εις το όνομα του Θεού
φώναξα, πέθανε πια κακούργο τέρας
κι άδειασα πάνω της φυσίγγια κυνηγιού
κι άδειασα πάνω της τον ήλιο της ημέρας.
Το μόνο που άκουσα ήτανε μια κραυγή
κι όλα σταμάτησαν γύρω μου να κινούνται
περίμενα μ’ όλη μου την υπομονή
αερικά να ’ρθουν και φλόγες να αιωρούνται.
Τίποτε δεν συνέβηκε ποτέ
η μάγισσά μου ήταν ένα πτώμα
κι όταν με βρήκαν αστυνόμοι, δικασταί
στην ίδια στάση ήμουν και περίμενα ακόμα.

ΙΙΙ
Δεν ήταν μάγισσα, το έμαθα αργά
στην αίθουσα, το έμαθα, ενός δικαστηρίου
για μένα σπούδαζε της γεύσης μυστικά
απ’ τις σελίδες του Τσελεμεντέ κι ενός βοτανικού εγχειριδίου.

Η τιμωρία μου δεν είναι η φυλακή
αλλά της Μιραμπέλ η άγια ομορφιά της
ακούγεται την νύχτα η κακή μου η φωνή
να θέλει μάγια να ζεστάνουν και πάλι όπως πρώτα την καρδιά της.
Στον άλλο κόσμο σκέφτομαι αν θα την βρω,
κι αν θα την βρω εάν θα μ’ έχει συγχωρέσει
μα αμφιβάλλω, καταλαβαίνετε θαρρώ
η επιστήμη σ’ άλλον κόσμο δεν έχει μέχρι σήμερα πιστέψει.

Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006

Άλλων τσαλίμια που τα ζηλεύω / 3



Η απεργία των εκπαιδευτικών μπαίνει σε άλλη φάση.
Ο διάλογος τώρα έχει σα θέμα την αναπλήρωση των χαμένων ωρών, κυρίως για τους μαθητές των Δημοτικών Σχολείων.
Ο Ανδρέας Πετρουλάκης μ’ αυτό το σκίτσο δίνει ένα μάθημα οξυδέρκειας και πολιτικού σχολιασμού με χιούμορ και ευστοχία που δεν αφήνει περιθώρια για κανενός είδους εξυπνάδα. Υψηλού επιπέδου τέχνη κάτω από το βραχνά του καθημερινού σκιτσαρίσματος, τη γκιλοτίνα της ρουτίνας. Όταν το ταλέντο υπάρχει, όσο κι αν το ξοδεύεις, βρίσκει τρόπο και σκάει μύτη σαν ένα λαμπερό χαμόγελο που καταυγάζει τη μιζέρια.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2006

Αντέχουν τα λουλούδια εκλογές;

Τη μπουκαμβίλια στα δεξιά του γραφείου μου, την αγόρασα την Παρασκευή πριν την πρώτη Κυριακή των Δημοτικών Εκλογών από τη λαϊκή αγορά, που γίνεται κάτω ακριβώς από το παράθυρό μου.
Αν πήγαιναν καλά τα πράγματα, θα της αγόραζα μια γυάλινη γλάστρα για να βλέπω τις ρίζες της να μεγαλώνουν…

Δημοτικές εκλογές 2006, Δήμος Σταυρούπολης, 5929 έγκυρα ψηφοδέλτια στην παράταξή μου από ένα σύνολο 16877 έγκυρων ψηφοδελτίων. Αυτοί που ψήφισαν ήταν 18645 ενώ μπορούσαν να ψηφίσουν 23124. Έλαβα 124 σταυρούς σύμφωνα με την ανακοίνωση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ισοψηφώ με μία συνυποψήφιά μου στην 33η θέση του ψηφοδελτίου μας σε σύνολο 41 θέσεων.

Πώς τα πήγα;

124:5929=0,02091415078428065441052454039467
Από τους 100 που ψήφισαν την παράταξη οι 98 δεν θέλανε να χαλαλίσουνε ούτε έναν από τους δύο σταυρούς που είχαν δικαίωμα.

124:(5929Χ2)= 0,010457075392140327205262270197335
Αυτή η διαίρεση δεν λέει και πολλά πράγματα ή τα λέει όλα.
Από τους 100 σταυρούς που θα μπορούσαν να πάνε στην παράταξη μόνο ένας θα βρισκόταν μπροστά από το όνομά μου.

Τι θέλανε να μου πούνε όλοι αυτοί οι δημότες της πόλης μου οι οποίοι επέλεξαν την παράταξη στην οποία κι εγώ ανήκα;

Στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές είχα εκλεγεί με 176 σταυρούς.
Τότε (Τετάρτη 9.10.2002, bar Λεμπέτ), σε ένα προεκλογικό πάρτυ φίλων διάβασα ένα κείμενο για τους αριθμούς που είχαν σημαδέψει μέχρι τότε τη ζωή μου:

1970. Τρία χρόνια στη Θεσσαλονίκη και γυμνάσιο. Στ΄ Γυμνάσιο Αρρένων. Η διαδρομή από τον Εύοσμο στη Σταυρούπολη, ήταν μετρημένη με μία ΙΟΝ αμυγδάλου, η οποία με κρατούσε παρέα, ακριβώς μέχρι την εξώπορτα του σχολείου. Ακόμη δεν μπορούσε να μ’ ενδιαφέρει η συνοικία. Έβλεπα το μεγάλο δρόμο, την οδό Λαγκαδά και καταλάβαινα. Πού αλλού να στηθεί σχολείο που να έχει μαθητές από το Δενδροπόταμο, την Επτάλοφο, την Ξηροκρήνη, τον Εύοσμο, το Κορδελιό, την Ηλιούπολη, τη Σταυρούπολη, την Πολίχνη, τη Νεάπολη, την Ευκαρπία, το Ωραιόκαστρο και τη Λητή; Τριάντα δύο χρόνια από τότε.
1976.Τα χρόνια του γυμνασίου τελειώνουν. Έξι ολόκληρα χρόνια στο ίδιο σχολείο, που εν τω μεταξύ έπαψε να είναι το μοναδικό των δυτικών συνοικιών. Εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο, βιογραφικό στην Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας αλλά τέλεια αδυναμία να καταφέρω να ταιριάξω με τους μετανάστες φοιτητές και τα χούγια τους. Γνωριμία εξ αιτίας της αδερφής μου με τον Πανσπουδαστικό σύλλογο Σταυρούπολης, κομματική μεταγραφή από το Πανεπιστήμιο και η πολιτική μου σταδιοδρομία ξεκινούσε στην ίδια συνοικία όπου έβγαλα το εξατάξιο γυμνάσιο και με δραστηριότητες που από τότε με σημαδεύουν. Μέχρι σήμερα. Εικοσιέξι χρόνια.
1978.Έντονη φοιτητική ζωή, με γκαλερί, κινηματογράφους, Alle house και τα υποχρεωτικά εργαστήρια. Η χρονιά πήγαινε με τα τέσσερα, ήρθε κι ο σεισμός και την αποτελείωσε. Φαινόταν πια καθαρά πως θα έκανα το Φυσικό, Ιατρική: έξι χρόνια. Δεν με πείραζε όμως. Ανακάλυπτα έναν κόσμο που με ενθουσίαζε. Τα χρόνια στον Πανσπουδαστικό ήταν από τα πιο παραγωγικά. Την προηγούμενη χρονιά είχα δώσει την μάχη μου μ’ αυτούς που θεωρούσα παλιά φρουρά και που τους κατηγορούσα πως πρόσεχαν περισσότερο το κόμμα τους παρά το σύλλογο. Οι εκλογές του 1977 ήταν η αφορμή να φανεί μια αντιπολίτευση που δεν είχε σχέση με ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ. Στο στόχαστρό μου ήταν και ο γαμπρός μου ο Αλεξιάδης με την αδερφή μου και ο Αναστασιάδης με την Βούλα και τον Σερασίδη, οι οποίοι απάρτιζαν τότε το ΔΣ. Την είχα κερδίσει εκείνη τη μάχη. Έτσι, το 1978 ήμουν πια έτοιμος να βοηθήσω περισσότερο τον πολιτικό μου χώρο. Ο Χρήστος Τσακίρης διεκδικούσε τη δημαρχία και τάχθηκα στο πλευρό του. Έγραφα τα πανώ και στόλιζα με γελοιογραφίες μου το εκλογικό του κέντρο. Τα καταφέραμε. Βγήκε δήμαρχος. Πέρασαν εικοσιτέσσερα χρόνια από τότε.
1981.Η ρετσινιά του διανοούμενου και του κουλτουριάρη αμαύρωνε την κομματική μου εικόνα. Οι διάφοροι επίδοξοι καθοδηγητές μου επέμεναν να μου μεταφέρουν τη νέα κομματική γραμμή κι εγώ, μαζί με τον Τσιπίδη τότε και λίγο πριν με τον Φωτιάδη τον Ρούλη και μ’ άλλους κάναμε τα δικά μας. Ο σύλλογος τα πήγαινε καλά, αλλά η σχέση με το κόμμα όλο και στράβωνε. Το δεκαεφτά τα εκατό, σαν εκλογικός στόχος, μου έκοβε τα πόδια. Ένιωθα προδότης που δεν πίστευα πως μπορούσε το ΚΚΕ να μπει στη δεύτερη κατανομή. Η παρουσία μου στο σύλλογο μ’ έκανε να γνωρίσω και κάποια πράγματα από την ίδια τη συνοικία. Γνώρισα τους παππούδες της Εθνικής αντίστασης και αγράμματους που μάθαιναν ανάγνωση στα γραφεία με τον Ριζοσπάστη. Από τις καλύτερές μου στιγμές ήταν οι μάχες με την αστυνομία για να μπορέσουν οι αγωνιστές να παρελάσουν με τα λάβαρα της Εθνικής Αντίστασης. Έγινε η αλλαγή με τον Ανδρέα Παπανδρέου και αντέδρασα όσο μπορούσα στο πρώτο του φιρμάνι που έλεγε πως οι κατά τόπους δήμαρχοι θα καταθέτουν στο εξής στεφάνια εκ μέρους των αγωνιστών. Δεν το χωρούσε το μυαλό μου. Μπορεί να συγχώρεσα τον Τσακίρη που το 1979 δεν επέτρεψε στο σύλλογο να κάνει εκδήλωση για την ειρήνη με Bob Dylan και Joan Baez μαζί με Σαββόπουλο και Λεοντή, αλλά δεν πίστευα πως θα συμμετείχε στο περίφημο moratorium. Την προηγούμενη ακριβώς χρόνια ένας αγωνιστής της Αντίστασης, σε διπλανή συνοικία, υπέκυψε πάνω στα επεισόδια με την αστυνομία. Κι άντε εμείς είχαμε αριστερό δήμαρχο. Ποιος θα εκπροσωπούσε ποιον σε άλλους δήμους; Το πράγμα όμως χειροτέρεψε όταν κατάλαβα πως το ΚΚΕ που δεν αντέδρασε στον Ανδρέα, δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του με τους μικρούς. Δεν επιτρεπόταν λοιπόν στο ΚΚΕ εσωτερικού και στο Ρήγα Φεραίο να καταθέσουν στεφάνι επειδή το κόμμα αυτό δεν εκπροσωπούνταν στη βουλή. Κι οι Ρηγάδες είχαν τη φαεινή ιδέα να δώσουν το στεφάνι τους σ’ έναν παππού, που δεν τον ήξερα αλλά άκουγα πως υπήρξε Μακρονησιώτης κι άντεξε χωρίς να κάνει δήλωση. Δεν μ’ ενδιέφερε και δεν μ’ ενδιαφέρει ακόμα τι ακριβώς έκανε παλιά αυτός ο άνθρωπος. Εκείνη τη στιγμή τα μάτια μου έβλεπαν μιαν απαίσια πράξη: σκύβω το κεφάλι στον μεγάλο και τρίβω την μούρη του μικρού. Όταν λοιπόν ήρθε η σειρά του παππού, η πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου διέταξε την μπάντα (τρομάρα μας, λόγω πολιτιστικής πολιτικής διαθέταμε και μπάντα), να παίξει τον εθνικό ύμνο κηρύσσοντας το τέλος της γιορτής. Ο παππούς έμεινε μετέωρος και σαστισμένος. Ακόμα καμαρώνω από τότε που, μαζί με τον αδελφικό μου φίλο και σύντροφο στην ΚΝΕ, κάναμε χωρίς να το πολυσκεφτούμε ένα βήμα μπροστά χειροκροτώντας με δύναμη τον παππού ο οποίος αναθάρρησε, κατέθεσε το στεφάνι του κι εμείς υπογράψαμε την κομματική μας καταδίκη. 1981. Εικοσιτέσσερα χρόνια από τότε.
1982.Παραβρέθηκα στη συνέλευση που με διέγραψε. Ετοίμαζα μια εκδήλωση με φίλους μου, με δικά μας τραγούδια και ποιήματα και μουσικές και ταινίες super 8. Μας κυνήγησαν. Όλες οι κόβες της Θεσσαλονίκης είχαν τα κείμενά μας και απαγόρευαν στους συλλόγους που ελέγχανε να μας βοηθήσουν. Βρέθηκε το Μουσικό Εργαστήρι Ευόσμου και στέγασε την προσπάθειά μας. Νιώθαμε νικητές. Το Νοέμβρη παίρνω το πτυχίο μου και πηγαίνω φαντάρος. Τα Χριστούγεννα τυπώνεται το τεύχος της Διαγωνίου με τα πρώτα μου ποιήματα. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ξεκίνησε το περιοδικό αυτό την χρονιά που γεννήθηκα, το 1958. Ένιωθα πως δεν μου αξίζει το κυνηγητό του ΚΚΕ. Ήμουν όμως αποφασισμένος να μην σταματήσω να κάνω ό,τι έκανα. Είκοσι χρόνια από τότε.
1989.Επτά χρόνια στη μεγάλη οικογένεια της ανένταχτης αριστεράς. Με συγγραφικό έργο που μεγάλωνε. Κι έρχεται το μεγάλο νέο. Τα βρίσκει ο Φλωράκης με τον Κύρκο. Η αριστερά ενώνεται. Για μένα, Κοσκωτάς και Παπανδρέου και παραγραφή και συνεργασία με Μητσοτάκη ήταν και παραμένουν λεπτομέρειες. Το μεγάλο γεγονός ήταν πως η Αριστερά ξαναμπαίνει στην πολιτική σκηνή και τραβάει τα φώτα πάνω της. Οι πρωταγωνιστές δεν άντεξαν. Ο Ανδρέας ξανά νίκησε, το ΚΚΕ ξανά τραβήχτηκε στο καβούκι του κι εγώ έμεινα από τότε να βλέπω με τη λάμψη του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, όταν προοδευτικά όλοι εγκατέλειπαν το σκάφος. Μένω ακόμη. Δεκατρία χρόνια από τότε.
1990.Το ΠΑΣΟΚ βγήκε στην αντεπίθεση. Επίσημα συνεργάστηκε με τον Τσακίρη και ανεπίσημα σηκώνει ψηλά το άστρο του Σπύρου Μπαρούτα. Είμαι λίγο μακριά από την πολιτική. Μ’ ενδιαφέρουν πολύ τα βιβλία μου και οι δημοσιεύσεις, αλλά έχω το σαράκι. Γίνεται η αλλαγή σε όλες σχεδόν τις δυτικές συνοικίες. Πέφτουν κάστρα. Πόσο ακόμα θα είμαι στην απέξω. Συμμετέχω σε κάποια προσπάθεια να στηθεί μια κίνηση πολιτών στον Εύοσμο και βρισκόμαστε σε καλό σχετικά δρόμο. Κολλάμε μόνο στο δυσκίνητο των πολλών ατόμων και την διστακτικότητα των παιδιών του ΚΚΕ να μπουν με ορμή στο παιχνίδι. Τότε με βρίσκουν δυο παλικάρια από Ηλιούπολη και η πρότασή τους μ’ ενθουσιάζει. Όχι μεγάλες κινήσεις και σχήματα. Αστική μη κερδοσκοπική Εταιρεία, εκπομπές σε ραδιόφωνο, ακτίνα δράσης οι δυτικές όλες, θέματα πολιτικής και τέχνης. Η Άλλη Πλευρά είναι γεγονός. Μια από τις καλύτερές μου στιγμές. Σαν αστείο λέγαμε μεταξύ μας πως ό,τι σχεδιάζουμε θα το περιλάβουν στα προγράμματά τους οι επόμενοι υποψήφιοι δήμαρχοι. Κι έτσι έγινε. Μονή Λαζαριστών, επανάχρηση βιομηχανικών κελυφών και καπνομάγαζα, τοπική ιστορία και άλλα πολλά. Δεν αντέξαμε πολύ. Ο Δήμος που κατά τη μεταπολίτευση προσπαθούσε να τονώσει τους μαζικούς φορείς και τα σωματεία τώρα τα απορρόφησε όλα. Στην περίπτωση της Άλλης Πλευράς, το τέλος ήρθε από την οργανική συμμετοχή μελών της, πρώτα στους εκλογικούς συνδυασμούς και κατόπιν στον ίδιο το Δήμο. Δώδεκα χρόνια από τότε.
1994.Για πρώτη φορά υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος. Οι συνεργάτες του Τσακίρη στο ψηφοδέλτιο της Δημοτικής Κίνησης για τη Σταυρούπολη και ο ίδιος ο Τσακίρης στη θέση του Πιλάτου. Αρνείται να πάρει θέση υπέρ κάποιου συνδυασμού, αφού φυσικά το ΚΚΕ κατεβάζει κι αυτό δικό του ψηφοδέλτιο. Βγάζουμε δύο συμβούλους και το 10% δεν είναι και πολύ άσχημο. Αυτό προσπαθώ να υπερασπιστώ εγώ μέσα στην παράταξη, αλλά κάποιοι άλλοι θεωρούσαν πως ηττηθήκαμε επειδή δεν πήραμε το δήμο. Το γεγονός πως ο Μπαρούτας τα κατάφερνε και πως το ΠΑΣΟΚ ακουμπούσε το 50% στη Σταυρούπολη, ούτε που το λογάριαζαν. Πριν οκτώ χρόνια.
1996.Ξέχασα να σας πω πως από το 1988 είμαι παντρεμένος κι από το 1993 διορισμένος με πρώτη οργανική στο Σουφλί. Το 1996 λοιπόν αποφασίζω να εγκατασταθώ στη Σταυρούπολη και ακούγοντάς το ο Μπάμπης ο Λαζαρίδης με φέρνει σ’ επαφή με τον Σπύρο Μπαρούτα ο οποίος πουλάει το σπίτι του. Να μην τα πολυλογούμε, είμαι πια οικογενειάρχης και κάτοικος Σταυρούπολης. Έχω έτοιμο το μεγάλο μου βιβλίο. Χριστούγεννα βγαίνει κι ας γράφει πάνω 1997 για ευνόητους λόγους.
1998.Η πολιτική είναι άτιμο πράγμα. Αλλιώς το έλεγε η μάννα μου αλλά δεν πειράζει. Ξανά δημοτικές. Δεν μπορεί ένα αριστερό ψηφοδέλτιο να κερδίσει τον δήμο όσο ασχολείται με την ενδοαριστερή φαγωμάρα και διάσπαση. Είμαι οπαδός της συνεργασίας με την παράταξη του Σπύρου Μπαρούτα και βρίσκομαι μ’ ένα μαγικό τρόπο να ηγούμαι ψηφοδελτίου που κατεβαίνει αυτόνομα και με τους μισούς που θέλανε αυτόνομη κάθοδο να λακίζουν και να πηγαίνουν με τον Μπαρούτα. Πήγα στο σπίτι του με τρία κορίτσια όπως κι αυτός. Κατέβηκα για δήμαρχος όπως κι αυτός. Με λέγανε Σπύρο όπως κι αυτόνα. Εκεί σταματάνε οι ομοιότητες. Αυτός βγήκε δήμαρχος κι έκανε και το γιο κι εγώ ξαναγύρισα στα βιβλία. Πριν τέσσερα χρόνια.
2000.Δεν μ’ αφήνουνε ν’ αγιάσω. Ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου, αμέσως μετά τις δημοτικές εκλογές του 1998 μου ζητάει ευθέως να στηρίξω τους πρώην συντρόφους μου και να γίνουμε πάλι φίλοι όπως παλιά. ΣΥΝ και ΠΑΣΟΚ μια αγκαλιά. Αρνούμαι. Μετά από δύο χρόνια μπαίνει στη ζωή μου ο Διαμαντής. Ελπίζω να μου βγει σε καλό γιατί ακόμα μέσα στη ζωή μου είναι. Μου προτείνει λοιπόν να κάνω κάτι για την ιστορία της Σταυρούπολης και μου υπόσχεται πως η πρότασή του δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική μου θέση. Δεν τον πιστεύω αλλά δέχομαι. Το Ιστορικό Αρχείο ξεκινάει την πορεία του. Μπορεί ο Διαμαντής να μην το συνέδεε με κάτι άλλο (που αμφιβάλλω) αλλά ο δήμαρχος και κάποιοι άλλοι σίγουρα το συνέδεαν. Γι’ αυτό και μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η δραστηριότητα ένιωθα περίπου σαν παράνομος κι ενώ είναι από τις πιο σημαντικές δουλειές μου, δεν μπόρεσα να τη χαρώ όπως θα ήθελα. Πριν δύο μόλις χρόνια.
2002.Τελείωσαν όλα πια. Και παρατάξεις με συντρόφους και μεγάλα λόγια. Οι μάχες δίνονται για να πετύχεις κάτι που το πιστεύεις πολύ. Καμιά φορά κι ένας φτάνει. Δεν θέλω κανενός είδους ομοφωνία. Γι’ αυτό είμαι στην Σύγχρονη πόλη. Επειδή διαφωνώ με κάποιους, επειδή συμφωνώ με άλλους κι επειδή ενθουσιάζομαι με λίγες πλευρές πολλών. Δεν είναι πάντα όλοι οι καλοί από την πλευρά μας και οι κακοί από τους αντίπαλους. Καλοί και κακοί υπάρχουν παντού. Τα καθαρά σχήματα οδηγούν στο περιθώριο ή στον ολοκληρωτισμό. Ο καιρός που υπάκουα στο απόφθεγμα πως ο χειρότερος κνίτης είναι καλύτερος κι από τον καλύτερο πασόκο και ρημάξαμε τον Πανσπουδαστικό πέρασε πια. Σήμερα μπορώ να μιλάω με όλους. Αντίπαλο θα κάνω κάποιον όταν χρειαστεί. Όχι επειδή ανήκει σε άλλο κόμμα.

Κάποτε, ίσως συνεχίσω να προσθέτω αριθμούς και λέξεις σ’ αυτό το κείμενο.
Τώρα το διαβάζω και μελαγχολώ:
124:(5929Χ2)= 0,010457075392140327205262270197335

Η μπουκαμβίλια μοιάζει ν’ αποστρέφεται το φως με το σώμα της. Όλα τ’ άνθη της είναι ριγμένα, μα τα έχω εκεί. Θα συνεχίζω να την ποτίζω αλλά γυάλινη γλάστρα δε νομίζω πως θα της αγοράσω. Εκτός κι αν…

Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006

Φθινοπωρινή ενδοσκόπηση

Αποτυχίες μπορούν να συμβούν απρόσμενα και αναπάντεχα.
Ίσως πάλι, όχι και τόσο αναπάντεχα. Ό,τι σπείρεις, λένε, θα θερίσεις.
Μερικά πράγματα όμως στέκονται πάνω και πέρα από τις συγκυρίες και τα γεγονότα.
Είναι τα αντικείμενα, οι μουσικές και τα βιβλία που τρύπωσαν, σε ανύποπτο χρόνο, στο μυαλό και, ευτυχώς, τίποτα δεν τα αποκλείει από το να ξανατρυπώσουν.



Ευχαριστώ τον νεαρό που τύλιγε το σύρμα κι έφτιαξε τη μοτοσυκλέτα της εικόνας για να την έχω στο γραφείο μου και την καρδιά μου.



Ευχαριστώ τον Bruce Springsteen που με συντρόφεψε, μαζί με άλλους πολλούς, στις δεκαετίες του 1970 και του1980 όταν ανακάλυπτα δίσκους στα υπόγεια του κέντρου της Θεσσαλονίκης, πριν πλακώσουν οι λογικές των supermarkets και στην αγορά της μουσικής. Απόγευμα Σαββάτου, βρέχει, αύριο Κυριακή του δεύτερου γύρου των δημοτικών εκλογών, δεν έχω εκλεγεί μα η παράταξή μου διεκδικεί τη νίκη, η μεγάλη μου κόρη ετοιμάζεται να πάει να τραγουδήσει ροκ μουσική που γράφουν και παίζουν παιδιά στην ηλικία της και την ακούνε, μεταξύ άλλων και απομεινάρια του δικού μας καιρού στα κλαμπάκια του κέντρου που επιμένουν στα live και στα νειάτα, κι εγώ θέλοντας από κάπου να πιαστώ βρήκα τον Bruce κι αντί να κοπανήσω κανένα ποτό, κοπανάω τα πλήκτρα.



Ευχαριστώ τον Νίκο Κουνενή που μ’ έκανε να χαρώ το διάβασμα μετά από πολύ καιρό, ειδικά όμως σήμερα και χθές, πριν από την δεύτερη Κυριακή των δημοτικών εκλογών, που τρελαίνει κόσμο και κοσμάκη και κατάφερε να απελευθερώσει φαντάσματα που ξόρκιζα για πολλά χρόνια και νόμιζα, ο αφελής, πως τα κατάφερα.

Δεν είναι που δεν βρίσκω
λέξεις να σε τραγουδήσω.

Είναι που δεν σ’ αρέσουν
τα τραγούδια.

Έγραφα κάποτε σ’ ένα βιβλίο μου που είχε για τίτλο του ένα στίχο, άλλου συντρόφου της εφηβείας μου, του Tom Waits.

Κυριακή, Οκτωβρίου 01, 2006

Ο πολιτισμός των εκδηλώσεων και η γύμνια των δηλώσεων



Ένα τέλος στον «διάλογο» περί πολιτισμού.
Μην το ξεφτιλίσουμε τελείως.
Η απάντηση στο αίνιγμα με τις «εικόνες που λάμπουν».

Μία συγγνώμη στον Ντίνο Παπασπύρου για την «εμπλοκή» του σ’ αυτές τις συζητήσεις.
Με την άδειά του, δημοσιεύω το κείμενο που διάβασε την Παρασκευή 10 Μαΐου 2002 στα εγκαίνια των δύο εκθέσεων του Ιστορικού αρχείου Σταυρούπολης «Η Σταυρούπολη στη λογοτεχνία» και «Νεότητα».

Η προσπάθεια να στραφεί το ενδιαφέρον των καλλιτεχνών της Θεσσαλονίκης και προς τα δυτικά είναι ειλικρινής και, όπως ελπίζω να φαίνεται εκ των υστέρων, δεν γίνεται για να εξαργυρωθεί σε κανένα χρηματιστήριο. Ο Νίκος Νικολαΐδης με ξυλογραφίες και ο Ντίνος Παπασπύρου με ζωγραφική ανταποκρίθηκαν στην πρώτη απόπειρα. Πρέπει να υπάρξει συνέχεια επειδή προέκυψαν όμορφα πράγματα.
Από εκείνον ή εκείνη που θα θελήσει, εκείνον ή εκείνη που θα μπορέσει επειδή θα γνωρίζει κι επειδή θα τον ή την εκτιμούν εκείνοι στους οποίους θα απευθυνθεί. Τέλος.

Ντίνος Παπασπύρου
Λίγα λόγια για την έκθεση «Σταυρούπολη 2002»

Πέρσι τον Ιούνιο με πήρε τηλέφωνο ο Σπύρος Λαζαρίδης, και με ξάφνιασε λέγοντάς μου: «Θέλω να ζωγραφίσεις Σταυρούπολη». Λέω με ξάφνιασε διότι ξέρει πολύ καλά ότι, για να αποδώσω κάτι ζωγραφικά, πρέπει να το έχω βιώσει.

Θα μου επιτρέψετε εδώ μία παρένθεση: Συχνά πολλοί φορείς διοργανώνουν ομαδικές θεματικές εκθέσεις και καλούν τους εικαστικούς καλλιτέχνες, ζωγράφους και γλύπτες, να αποδώσουν το θέμα σε περιορισμένο περιθώριο χρόνου και πολλές φορές σε περιορισμένες διαστάσεις. Κατά την γνώμη μου, αν οι καλλιτέχνες έχουν σε ανύποπτο χρόνο αποδώσει το ζητούμενο θέμα, έχει καλώς. Αν όμως καθίσουν επί τούτου, με περιορισμό χρόνου και διαστάσεων να το αποδώσουν, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι θετικό. Ο εικαστικός καλλιτέχνης δεν είναι εργαλείο. Αν δεν βιώσει, ή δεν αφήσει την φαντασία του να περιπλανηθεί δεν είναι δυνατό να εμπνευσθεί ώστε να μπορέσει να βγάλει προς τα έξω με το έργο του τον εσωτερικό του κόσμο. Διότι, όταν βλέπουμε ένα εικαστικό έργο, δεν πρέπει να στεκόμαστε μόνο στην εικονικότητα, αλλά να μας δίνει αυτό τη δυνατότητα να διεισδύσουμε στην ψυχή του καλλιτέχνη. Κλείνει η παρένθεση.

Με το τηλεφώνημά του όμως ο Σπύρος με προβλημάτισε. Είχα κάποια σχέση με τη Σταυρούπολη; Κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν διαπίστωσα ότι η σχέση μου μαζί της ήταν διαχρονική, με ενδιάμεσα μεγάλα διαλείμματα.

1914: Η οικογένεια του παππού μου, από τη μητέρα μου, Νικόλαου Κουτρουμάνη, πρόσφυγες από το Τσανάκ-Καλέ, εγκαθίστανται στα τσαντίρια που στήθηκαν στις αλάνες του Λεμπέτ. Τελικά όμως δεν έμειναν οριστικά στην Σταυρούπολη αλλά κατηφόρισαν στην κάτω πόλη και βρήκαν καταφύγιο σε ένα ημιυπόγειο στην οδό Αετοράχης. Στην περιοχή αυτή στέριωσε και απλώθηκε η οικογένεια.

-2-

1947-1950: Επισκεπτόμαστε επανειλημμένα με την μητέρα μου, με μια χριστιανική οργάνωση, το ψυχιατρείο Λεμπέτ, που τότε ήταν θαρρώ και πτωχοκομείο. ΄Εχω ακόμη στην μνήμη μου τις εξαθλιωμένες σιλουέτες των τροφίμων που, απλώνοντας τα χέρια από τα κάγκελα της αυλής, παρακάλαγαν για ένα κομμάτι ψωμί, ένα γλυκό, ένα τσιγάρο.

1960-1961: Υπηρετώ τη στρατιωτική μου θητεία στα τεθωρακισμένα (μαυροσκούφης) της 20ής Τεθωρακισμένης Μεραρχίας στο στρατηγείο που στεγάζονταν στο στρατόπεδο Γ΄Σ.Σ., στο κτίριο όπου σήμερα στεγάζεται το Πολεμικό Μουσείο. Όμως πολλές μονάδες της Μεραρχίας ήταν εγκατεστημένες στο Στρατόπεδο Καρατάσου και για τον λόγο αυτό βρέθηκα πολλές φορές στην περιοχή. Θυμάμαι μάλιστα μια εντυπωσιακή πολεμική άσκηση-επίδειξη που κάναμε, με πραγματικά πυρά, στους πίσω λόφους του Στρατοπέδου.

1991: Κάνω με επιτυχία την 5η μου ατομική έκθεση ζωγραφικής στο βιβλιοπωλείο «Υπόγειο» του Γιάννη Αλεξιάδη. Είχα τότε την ευκαιρία να γνωρίσω πολλούς αξιόλογους ανθρώπους της Σταυρούπολης και να δεθώ φιλικά μαζί τους, ιδιαίτερα με τον Σπύρο Λαζαρίδη και τον Γιάννη Αλεξιάδη.

Μετά λίγες μέρες τηλεφωνώ στον Σπύρο να συναντηθούμε και να με ξεναγήσει στη Σταυρούπολη σε μέρη που δεν είχα δει. ΄Ετσι, ένα ζεστό απόγευμα, στα τέλη Ιουνίου, ξεκινήσαμε, αρχίζοντας από την Τούμπα του Λεμπέτ. Καταϊδρωμένοι φτάσαμε επάνω, αλλά πραγματικά άξιζε τον κόπο. Θαυμάσια πανοραμική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Μετά το αρχαίο υδραγωγείο, το οποίο ευτυχώς σώθηκε από την μπουλντόζα μετά από προσπάθειες ανθρώπων που θέλουν να κρατήσουν την ιστορία της περιοχής. Ακολούθησε το στρατόπεδο Π.Μελά. Ο Σπύρος μου έδειξε το τζαμί, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσα, με προσανατολισμό τη Μέκκα.

-3-

΄Ηθελα όμως να ρίξω μία δεύτερη πιο λεπτομερή ματιά σε όλα αυτά. Αγγάρεψα λοιπόν, μετά από μέρες, ένα φίλο με αυτοκίνητο (εγώ δεν οδηγώ) να με ξαναπάει. Αυτή τη φορά πήρα μαζί μπλοκ, μολύβι και φωτογραφική μηχανή. Η δεύτερη περιήγηση κράτησε κανένα τετράωρο και την ευχαριστήθηκα πάλι.

Μόλις εμφανίσθηκαν οι φωτογραφίες, άρχισε το ζωγράφισμα σε συνδυασμό με ό,τι είχα σχεδιάσει στο μπλοκ. Βγήκαν δυο τρεις ζωγραφιές που με ικανοποιούσαν, αλλά ήθελα να έχω και τη γνώμη του Σπύρου. Τις φωτογράφισα και του τις έστειλα. Η απάντηση: «Πολύ καλές, προχώρα. Πόσες θα κάνεις;». Τελικά βγήκαν αυτές οι δέκα που βλέπετε.
Παράλληλα, βρίσκοντας μια παλιά πολύ μικρή φωτογραφία της οικογένειας του παππού μου, προφανώς από βιβλιάριο σίτισης όταν ήρθαν ως πρόσφυγες, και από το θέμα της έκανα τον πίνακα που τον βάφτισα «Πρόσφυγες», δεδομένου ότι αναφέρεται σε κάτι διαχρονικό. Πρόσφυγες υπήρχαν και τότε και αργότερα αλλά και σήμερα.

Ευχαριστώ.

Άλλων τσαλίμια που τα ζηλεύω / 2


Δεν γνωρίζω ποιος το έγραψε, δεν γνωρίζω αν είναι προϊόν μετάφρασης. Εξάλλου δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Το γραπτό ζηλεύω, επειδή είναι έξυπνα διαμορφωμένο κι επειδή για να βγει έτσι, κάποιος ζορίστηκε πολύ πάνω από το λευκό χαρτί.
Ανάμεσα σε άπειρα λόγια και πομπώδεις εκφράσεις σε τυπωμένες φράσεις, λάμπουν κάποτε, υλικά από ίδιες απλές λέξεις, σαν έντυπα διαμάντια.
Η μαγεία της γραφής αποκαλύπτει την ομορφιά της και μέσα από τέτοια κείμενα.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2006

Προεκλογικός διάλογος ή ανώνυμες εξυπναδίτσες;



Έλαβα ένα e-mail από άγνωστο αποστολέα που το διαπερνάει ένα υφάκι, μάλλον, ειρωνικό. Θέμα του το post «οι εκλογές βλάπτουν ...όσους δεν σκέπτονται». Απάντησα αλλά νομίζω πως αυτός, έστω κι αυτός, ο διάλογος πρέπει να γίνεται δημόσια. Σεβόμενος την επιλογή του αποστολέα να μην φανούν στην οθόνη τα όσα λέει, αφού δεν επέλεξε το δρόμο των comments στο post, δημοσιεύω μόνο την απάντησή μου για έναν και μόνο λόγο: Τα λεκτικά ταπώματα με τις πονηρές ατάκες είναι κι αυτά δεκτά όταν ο πολιτικός διάλογος δεν εξαντλείται σ’ αυτά. Κι όποιος θέλει καταλαβαίνει.

Η απάντηση:
Το να είσαι, φανατικά, αρνητική /ός είναι μια διχαστική επιλογή η οποία δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία και το διάλογο.
Η ειρωνεία, όταν δεν συνοδεύεται από ευφυΐα και ικανή αίσθηση του χιούμορ, καταντάει μια ασχήμια που αμαυρώνει και την καλύτερη των προθέσεων.
Λέγομαι Σπύρος Λαζαρίδης όπως, σίγουρα, γνωρίζετε.

Στη φωτογραφία η Φύτη μια χελωνίτσα με παιχνιδιάρικο χαμόγελο.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 17, 2006

Το νου σου στο παιδί!



Νέα πρόσωπα πίσω από τα κάγκελα του Ψυχιατρείου. Δεν εκλιπαρούν όπως τα παλιά με τα ταραγμένα μυαλά για ένα τσιγάρο. Αυτοί θέλουν χρήματα. Ο έμπορας πουλάει την ηρωίνη μόνο με μετρητά. Βρίσκονται εδώ επειδή εδώ εγκαταστάθηκε η μονάδα που χορηγεί ένα υποκατάστατο της ηρωίνης. Αυτόν τον τρόπο βρήκε το κράτος για να βοηθήσει τους εξαρτημένους από τα ναρκωτικά. Τον ίδιο ακριβώς τρόπο εκμεταλλεύτηκαν οι έμποροι για να αυξήσουν τον τζίρο τους. Οι ίδιοι που έπαιρναν το υποκατάστατο αγόραζαν και την ηρωίνη. Κοντά σ’ αυτούς και πολλοί άλλοι.
Το στέκι ήταν προσοδοφόρο. Πάνω στον δρόμο, τον πανάρχαιο δρόμο από τον οποίο έφταναν και τα καλά και τα άσχημα για την πόλη, μέσα στις γειτονιές με τις παρόδους, ώστε καμία αστυνόμευση να μην είναι επαρκής, γινόταν ένα αλισβερίσι που μύριζε απόγνωση, απληστία και θάνατο. Από το πρωί μέχρι το βράδυ τους βλέπει κανείς να ξεχύνονται ανάμεσα στα αυτοκίνητα, μ’ ένα τσιγάρο να κρέμεται μόνιμα από τα χείλη τους και να είναι πάντοτε βιαστικοί. Τρεκλίζουν, παραπατάνε, το βλέμμα τους είναι θολό και ψάχνει επίμονα γύρω, μέχρι να βάλουν το τυλιγμένο χαρτάκι με την δόση στην τσέπη. Τρέχουν τότε δυο-δυο ή και περισσότεροι στα φαρμακεία. Αδειάζουν το νερό από την αμπούλα και την χρησιμοποιούν σαν σκεύος. Εκεί μέσα διαλύουν την άσπρη σκόνη και την σπρώχνουν στις φλέβες τους, σφίγγοντας τα χέρια τους με τα πόδια, κουλουριασμένοι, στο δρόμο, στις εισόδους πολυκατοικιών, στα παγκάκια.

Οι περίοικοι ανησυχούν. Οι έμποροι είναι αδίστακτοι. Μάθαιναν τα έργα τους από τα δελτία ειδήσεων, τώρα τα βλέπουν να γίνονται έξω από την πόρτα τους. Δεν ελπίζουν σε τίποτα. Οι πολιτικοί της κεντρικής εξουσίας δεν προτείνουν καμία λύση. Αλληθωρίζουν ύποπτα. Σαν κάτι να θέλουν να προφυλάξουν. Επικαλούνται την κοινωνική αλληλεγγύη για τα παιδιά που συμμετέχουν στο πρόγραμμα και κλείνουν τα μάτια στο παραμάγαζο που στήθηκε στην πλάτη αυτών των παιδιών. Από κοντά και οι εφημερίδες. Κοινωνική ευαισθησία αναζητούν κι αυτές την ώρα που κάποιες καρδιές χτυπούν έντονα από ανησυχία για την ζούγκλα που θεριεύει έξω από την πόρτα τους και κάποιες τσέπες ζεσταίνουν τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα που μαζεύονται με αμείωτο ρυθμό.

Η πολυκατοικία του βρίσκεται απέναντι από το Ψυχιατρείο. Ήταν οικοπεδούχος. Η Πρόνοια μοίρασε τα οικόπεδα σ’ αυτούς που έφυγαν από τα θαλάματα. Το έδωσε αντιπαροχή και βολεύτηκε με τρία διαμερίσματα. Για τον γιο, την κόρη και τον εαυτό του με την κυρά. Έτσι τα κανόνισε με τον εργολάβο μόνο που ο γιος δεν μπήκε ποτέ στο διαμέρισμα. Τον βρήκε ο ίδιος, στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, στην μικρή αποθηκούλα με τους μετρητές της ύδρευσης. Τον έψαχνε ώρες. Ήταν καθισμένος στο τσιμέντο και είχε την σύριγγα καρφωμένη στο λαιμό. Δεν έβρισκε αλλού φλέβα.
Είχε τυραννιστεί μαζί του. Μια με το καλό, μια με το άγριο. Μέχρι και χαφιές έγινε. Τον κατέδωσε στην αστυνομία, μήπως και τον μαζέψουν από τους δρόμους. Έστω και στη φυλακή. Ίσως τον έβαζαν σε κανένα πρόγραμμα αποτοξίνωσης. Χειρότερα. Η κατάσταση γινότανε ανεξέλεγκτη. Άρχισε να ανοίγει και μαγαζιά στη γειτονιά τις νύχτες για να βγάλει τα χρήματα της δόσης του. Σπλάχνο του ήταν και το έβλεπε να καταστρέφει και να καταστρέφεται. Τον έθαψε και δεν κύλησε δάκρυ στο μάγουλό του. Όταν τελείωσε η πολυκατοικία και μπήκανε μέσα, κράτησε το ένα διαμέρισμα κλειστό. Ούτε μπήκε να το δει όταν του το παρέδιδε ο εργολάβος. Το καθάρισαν η κυρά και η κόρη και του έδωσαν τα κλειδιά. Τα έχει στο πορτοφόλι του αντί για φωτογραφία.

Τα χρόνια πέρασαν. Γέρασε. Δεν βγαίνει πια έξω. Κοιτάζει από το παράθυρο. Ο δρόμος και το Ψυχιατρείο είναι ακριβώς μπροστά του. Τους βλέπει. Τους έχει σταμπάρει όλους. Μελετάει τις κινήσεις τους, τα ρούχα τους, το βάδισμά τους, τις παρέες τους. Προσπαθεί να καταλάβει τι παίρνει ο καθένας, τι ράτσα είναι, ποιοι είναι οι έμποροι. Βλέπει τα παιδάκια από τις παλιές εργατικές πολυκατοικίες να περνούν ανάμεσά τους το πρωί για να πάνε στο σχολείο χωρίς να συνοδεύονται από τους γονείς τους και αναρωτιέται πότε θα γίνει το κακό.

Ένα μεσημέρι η εγγονή του τού έφερε ένα φύλλο χαρτί. Ο δήμαρχος και κάποιοι σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων καλούσαν τον κόσμο σε συγκέντρωση για να διαμαρτυρηθούν και να ζητήσουν να φύγει από την γειτονιά τους η μονάδα με το υποκατάστατο. Την ήξερε την συνέχεια. Ο δήμαρχος, ο ίδιος που συμφώνησε να στηθεί εκεί η μονάδα, θα έμπαινε μπροστάρης στον αγώνα για να καθαρίσει η περιοχή. Οι εφημερίδες θα τον κατηγορούσαν για ρατσισμό. Οι υπουργοί και οι διευθυντάδες καριέρας θα έκαναν λόγο για τα άρρωστα παιδιά που θεραπεύονται και θα ζητούσαν κι άλλες μονάδες.
Ήξερε πως δεν θα γίνει τίποτα.
Έσκυψε το κεφάλι και κατέβηκε στο διαμέρισμα της κόρης του.
Εκείνη του άνοιξε και τον κοιτούσε ανήσυχη.
Ήταν μέλος στο σύλλογο Γονέων και μία από τους διοργανωτές της συγκέντρωσης και δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα το ’παιρνε ο παππούς όταν το μάθαινε. Ο παππούς όμως παρέμενε αμίλητος. Αυτό την τρόμαζε. Το σκοτεινό βλέμμα του έκρυβε κάτι σοβαρό. Με αργές κινήσεις, κάνοντάς την να καρφώνει το βλέμμα της στο χέρι του και στην πορεία του, έβγαλε το πορτοφόλι του, το άνοιξε, πήρε τα κλειδιά του αδειανού διαμερίσματος και της τα έδωσε.
-Το νου σου στο παιδί, είπε μονάχα.

Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), από το Μάρτιο 2001 έως το Σεπτέμβριο 2003. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά.
Οι φωτογραφίες είναι από την εφημερίδα "Καθημερινή", 3-6-2001 η πρώτη και 28-1-2001 η δεύτερη.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 16, 2006

Οι εκλογές βλάπτουν ...όσους δεν σκέπτονται

Στο προεκλογικό παιχνίδι για τις Δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου, στον περιφερειακό δήμο της ιστορικής πόλης του βορρά, της πάλαι ποτέ συμβασιλεύουσας και νυν συμπρωτεύουσας, μπήκε και το διαδίκτυο.

Παρατάξεις και υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι εκτοξεύουν στα τυφλά βαρυσήμαντες απόψεις, ανέξοδες φλυαρίες και μπόλικη υπεροψία.
Δεν βαριέσαι, αυτό είναι το τίμημα της ελεύθερης επικοινωνίας.

Επειδή όμως με πήρε και μένα η μπάλλα, μιας και ως αντιδήμαρχος πολιτισμού έκανα κάτι πράγματα και κατηγορήθηκα ότι έχω μικρή σχέση με τον πολιτισμό, μετά από πολλή περισυλλογή σκέφτηκα αντί απάντησης στους νεόκοπους φωστήρες να κάνω κι εγώ ένα παιχνιδάκι και να βάλω δια του διαδικτύου ένα αίνιγμα:

Τι ακριβώς είναι οι δύο εικόνες που λάμπουν στην οθόνη;

Ο διάλογος για τον έρμο τον πολιτισμό, όπως φυσικά και κάθε σοβαρός διάλογος για κάθε σοβαρό θέμα προϋποθέτει το αυτονόητο: Γνώση του αντικειμένου και ευπρέπεια στο λόγο, αλλιώς ευτελίζεται σε απλή μπουρδολογία κι ας διατυμπανίζεται σαν στόχος το καλό της πόλης και της δημοκρατίας αυτοπροσώπως.

Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2006

Συμβαίνουν ύποπτα πράγματα ή είναι ιδέα μου;

Επίθεση "σχολίων" με παραπομπές σε πορνοsites.
Ένα ροζ κενό στο link και στο αντίστοιχο post της Mirandolina. Μήπως δεν πρέπει να γράφουμε άσχημα πράγματα για κάποιους;

Κυριακή, Ιουλίου 16, 2006

Σάββατο, Ιουλίου 15, 2006

Η εξαίσια Σούλα δεν είναι πια εδώ!

1984, Αθήνα, η Σούλα, η εξαίσια Σούλα, μια YAMAHA, XS 400, είναι πια δικιά μου.
Την φέρνω στη Θεσσαλονίκη και μεγαλώνουμε μαζί. Η Σούλα γερνάει, εγώ το βλέπω το κακό να έρχεται και γράφω ένα ποίημα, αδημοσίευτο σε χαρτί, το 1991.
XS 400

Οι αλλαγές στα σπλάχνα σου
φτάνουν μεταλλικές στ’ αυτιά μου.
Άκαμπτος γίνεται ο ήχος σου,
καμιά υγρασία πια δεν σ’ ανακουφίζει.
Γερνάς αμείλικτα
κι είσαι μοτοσυκλέτα δυστυχώς,
παλιοσίδερο θα καταντήσεις,
προδομένη,
πνιγμένη στις δικαιολογίες μου
και στις υπεκφυγές.
( 29.12.1991)
Η Σούλα, από το φθινόπωρο του 2005, είναι μόνο σώμα. Τα χαρτιά της, η πινακίδα της είναι σε κάποια ντουλάπια της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών, το σώμα της όμως είναι μαζί μου, θα παλιώσει το σίδερο μα δε θα πεταχτεί ποτέ. Λέω!
Εφτά φορές έπεσα μαζί της. Σχεδόν κάθε 7000 χλμ αρχής γενομένης το 1984 έξω από ένα βενζινάδικο στην Αθήνα. Όλες αναίμακτες και συναρπαστικές.
Την πρόδωσα μόνο μια φορά. Και τα κατάφερα να πέσω από σταματημένη μοτοσυκλέτα και να πάω χειρουργείο.
Καλά μ' έκανε.

Το διήγημα που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΥΤΙΚΩΣ της Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 2001 (τεύχος αρ. 21):

Η εκδίκηση είναι πιάτο που σερβίρεται κρύο

Από την μικρή παιδική ηλικία, στο ημιορεινό χωριό του Κιλκίς με τους γεωργούς κατοίκους και τους μετανάστες στη Γερμανία, είχε διαμορφωθεί σε επιθυμία μου, η απόκτηση ποδηλάτου. Δεν μπορώ να θυμηθώ την αφορμή κι ούτε έχει σημασία. Σημασία έχει πως εκείνη η επιθυμία εξελίχθηκε σε απαίτηση, μετά την υπόσχεση κάποιου θείου μετανάστη πως θα μου στείλει το πολυπόθητο δίτροχο. Η θέση της πλατείας του χωριού επέτρεπε την ορατότητα στο δημόσιο δρόμο που το συνέδεε με το Κιλκίς. Εκεί λοιπόν περίμενα τα δρομολόγια του ΚΤΕΛ κι ήμουν σίγουρος πως ο εισπράκτορας κάποια στιγμή θα κατέβαζε και το ποδήλατο για την αφεντιά μου. Δεν το κατέβασε ποτέ.
Η παιδική ηλικία συνεχίσθηκε στη Θεσσαλονίκη και το απωθημένο επέμενε να με δαιμονίζει. Η πόλη, ακόμη και στη δεκαετία του εξήντα, διέθετε δρόμους με τροχοφόρα και κυκλοφορία και κάθε σκέψη για οικογενειακή συνδρομή στην αγορά ποδηλάτου, καταπνιγόταν πριν καν διατυπωθεί. Κάποια μέτρα πάνω στη σέλα, τα είχα ήδη κάνει στην αυλή του δημοτικού σχολείου με δανεικό ποδήλατο, κι όταν ένοιωσα πως στέκομαι στις δύο ρόδες, προχώρησα στο επόμενο βήμα. Στα ενοικιαζόμενα ποδήλατα. Με τρομερή αγωνία, τις πρώτες ημέρες, έσπρωχνα το ποδήλατο μακριά από το μαγαζί και το καβαλούσα εκεί, μη θέλοντας να επιτρέψω στον ποδηλατά να καταλάβει πως ήμουν ατζαμής. Η βόλτα εξαντλούνταν σε μικρές διαδρομές ανάμεσα στις εργατικές πολυκατοικίες της γειτονικής συνοικίας, μακριά από βλέμματα γνωστών και, κυρίως, συγγενών. Η παιδική ηλικία και η σχέση μου με το ποδήλατο ολοκληρώθηκε με μία καταστροφή. Ήμουν πια σίγουρος πως ξέρω να οδηγώ και έπρεπε να γευτώ τους καρπούς αυτής της γνώσης. Στη γειτονιά υπήρχε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο με αυλή τσιμεντένια, περιτριγυρισμένη με τοίχο. Μία τέλεια πίστα, την οποία συχνά αξιοποιούσε η τρελοπαρέα. Όταν λοιπόν πείστηκα πως μπορώ να κάνω την κυκλική διαδρομή οδηγώντας χωρίς χέρια, επιχείρησα και το κάτι παραπάνω. Δανείστηκα ένα ολοκαίνουριο ποδήλατο ενός φίλου, πήρα από το σπίτι και το ψωμοτύρι καθώς κι ένα τσαμπί σταφύλι και ξεκίνησα μόνος την βόλτα στο εργοστάσιο, πάνω στο ποδήλατο με τα χέρια γεμάτα. Έτρωγα το ψωμοτύρι, τσιμπολογούσα το σταφύλι και οδηγούσα. Ανώτερος κι από Ρωμαίο σε συμπόσιο. Η πρώτη στροφή βγήκε χωρίς πρόβλημα ακριβώς για να τσακιστώ πάνω στη σιδερένια πόρτα του εργοστασίου, στη δεύτερη στροφή. Σκόρπισαν ψωμιά, τυριά και σταφύλια, μάτωσαν γόνατα και στράβωσε, τσαλακώθηκε για την ακρίβεια, το τιμόνι. Τα δίτροχα τελείωσαν για μένα για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια.

Στο στρατό πήγα με αρκετά χρόνια αναβολή και με τρεις αποτυχημένες προσπάθειες στο ενεργητικό μου για απόκτηση διπλώματος οδήγησης αυτοκινήτου. Η ειδικότητα που μου έλαχε ήταν αυτή του σμηνία αστυνομικού. Αερονόμος στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα και κλάμα στις τουαλέτες, που θα γινόμουν κάτι σαν τους εσατζήδες που βασάνιζαν τον κόσμο στα χρόνια της χούντας. Δίπλα μου χτυπιόταν κι ένας συνάδελφος που είχε βάλλει μέσον για αερονόμος και δεν έγινε. Τούφαγα εγώ την θέση! Κι όχι μόνον εγώ. Για λόγους πολιτικών, και όχι μόνον, σκοπιμοτήτων εκείνη την χρονιά το γραφείο ασφαλείας του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας κατάφερε και, υπογείως, διάλεξε όλους τους πτυχιούχους που δεν έγιναν δόκιμοι και τους έκανε αερονόμους. Είχε τους λόγους του να το κάνει, αλλά το νόστιμο βρισκόταν αλλού. Η βασική εκπαίδευση του σμηνία αερονόμου περιείχε μαθήματα οδήγησης αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας. Βρέθηκα λοιπόν να οδηγώ μια Norton 750 κυβικά από το Ελληνικό στο Σούνιο και να δηλώνω με αυταρέσκεια μοτοσυκλετιστής. Έβλεπα βέβαια τις ολόλαμπρες Suzuki που είχε η αερονομία για τις παρελάσεις και για κάποιες ειδικές αποστολές και ζήλευα που δεν είχα έρθει στο στρατό γνωρίζοντας την τέχνη της οδήγησης μοτοσυκλέτας, αλλά συμβιβαζόμουν και με τις εκπαιδευτικές βόλτες.
Είχε πια φουντώσει η παλιά παιδική επιθυμία για δίτροχο. Όχι πια ποδήλατο, αλλά μοτοσυκλέτα. Ξεκίνησα με μια μικρή βεσπούλα για να συνηθίσω τους δρόμους της Αθήνας και να καταφέρω να δουλεύω τον συμπλέκτη. Νόμιζα πως αυτό ήταν το κυριότερο που έπρεπε να μάθω. Για ένα χρόνο πήγαινα Πεντάγωνο-Πλατεία Αμερικής με την πράσινη βεσπούλα κι ένιωθα μοτοσυκλετιστής. Χωρίς καμία επαφή με το σπίτι, αγόρασα, με τα χρήματα που είχα στην άκρη για το φροντιστήριο που θα άνοιγα μετά τον στρατό, μια μοτοσυκλέτα 400 κυβικών και καμαρωτός- καμαρωτός την έφερα, οδηγώντας την φυσικά, στη Θεσσαλονίκη και ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω ό,τι ήταν να αντιμετωπίσω. Τα αντιμετώπισα όλα και με την Yamaha μου, την Σούλα μου, είμαστε ήδη δεκαεφτά χρόνια αχώριστοι.
Θυμάμαι και γιατί πήρα αυτήν και όχι το μοντέλο που μου υποδείκνυε φίλος, δεινός μοτοσυκλετιστής: ήταν κοντοκάπουλη. Είχε και έχει ακόμα, φαρδύ και χαμηλό ρεζερβουάρ κι έμοιαζε με γυναίκα που μπορούσα να βρω στο δρόμο δίπλα από το σπίτι μου κι όχι με μοντέλο των περιοδικών. XSούλα, Σούλα. Η εξαίσια Σούλα. Γήινη και καθημερινή, αγαπησιάρα και σεβνταλού. Γέλαγα για ώρα, όταν μούδειξε κάποιος τον ψευτοεντούρο-γίγαντα που έβγαλε η BMW και μου είπε πως ήταν η Μάριόν του, τρομάρα του!
Πέρασα πολλά με την μοτοσυκλέτα μου και την αγαπώ ακόμα. Αλλά όπως κάθε αγάπη που σέβεται τον εαυτό της έτσι κι αυτή δοκιμάστηκε από τον δαίμονα. Ο δαίμονας είχε την μορφή ενός μοντέλου της BMW και η πρόκληση ξεκίνησε από την εποχή που βρίσκονταν ακόμη στη φάση των σχεδίων. Δεν υπήρχε ακόμη στην αγορά! Ήταν η Κ100-RS αυτή που είχα επιλέξει ως διάδοχο της Σούλας. Όταν κάποτε θα αποκτούσα τα χρήματα κι όταν με το καλό θα έβγαινε στην παραγωγή θα την αποκτούσα. Δεν την απέκτησα. Αν στα εικοσιπέντε μου θυσίασα τα χρήματα του φροντιστηρίου, στα τριάντα πέντε μου και πέρα έπρεπε να θυσιάσω την ωριμότητά μου. Αν και ήταν σε όλους γνωστό πως τα πρώτα μου δύο εκατομμύρια είχαν ονοματεπώνυμο: Κ100-RS και τίτλο ευγενείας: BMW, εντούτοις έγιναν προκαταβολή για αγορά κατοικίας και έξοδα φακέλου για δάνειο από τράπεζα. Έλεγα πως Κ100 θα αγοράσω όταν η BMW την βγάλει σε παπάκι, νομίζοντας πως τα παπάκια θα είναι πάντοτε φθηνά και ξεμπέρδευα. Είχα πια οικογένεια, αυτοκίνητο και την Σούλα μου γερασμένη μα ετοιμοπόλεμη. Είχα τελειώσει με την Γερμανίδα. Έλεγα.

Αύγουστος 2001, Δράμα, ανοικτό θεατράκι Αγίας Βαρβάρας, μεσάνυχτα Σαββάτου, γενική πρόβα.
Βρισκόμαστε προσκαλεσμένοι της Λέσχης μοτοσυκλετιστών ο Πήγασος και θα τους παρουσιάσουμε ένα θεατρικό μας έργο που έχει στην πλοκή του μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές. Το έργο απαιτεί μοτοσυκλέτα στην σκηνή. Ο συγγραφέας ήθελε κλασσική Triumph, οι πρώτες πρόβες έγιναν με κάποιο ψευτοεντουράκι της Suzuki και τελικά, εκείνο το μοιραίο βράδυ, μας φέρνουν μια Κ100- RS μαύρη και λαχταριστή και την στήνουμε στην σκηνή. Ο τεχνικός ζητάει την μοτοσυκλέτα σε διαφορετικό σημείο από εκείνο όπου αρχικά την είχαμε στήσει και βέβαια υπήρχε το άτομο που θα έπιανε στοργικά και με γνώση το τιμόνι, θα την έσπρωχνε γλυκά προς τα εμπρός, θα την έστηνε στο σωστό μέρος και θα συνέχιζε να την τρώει με τα μάτια του. Εγώ ήμουν αυτός που θα κουμαντάριζα την μοτοσυκλέτα που ήθελα και δεν απόκτησα ποτέ. Όμως δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Με το που της πιέζω λίγο το τιμόνι, αυτή γλιστράει γλυκά από το όρθιο σταντ κι αρχίζει όλο νάζι να γέρνει από την αντίθετη πλευρά από εκείνην που βρισκόμουν εγώ. Χαμογελάω, θέλει παιχνίδια σκέφτηκα και σφίγγω λίγο περισσότερο τα χέρια μου στο τιμόνι, σίγουρος πως θα την συγκρατήσω. Βλέπω με μια μικρή ανησυχία την Κ100 να μου φεύγει, γέρνω πάνω της, τίποτε, η Γερμανίδα μου γυρίζει την πλάτη, πηγαίνει για πτώση, δεν μπορώ πια να την συγκρατήσω, δεν αφήνω το τιμόνι και πηδάω ψηλά για να μην πέσω πάνω της και την πληγώσω, το τιμόνι με τραβάει προς τα κάτω, το σώμα μου περνάει πάνω από την μοτοσυκλέτα, όχι όπως ονειρευόμουνα χρόνια ολόκληρα, δεν την έχω ανάμεσα στα σκέλια μου, η πλάτη μου βλέπει την σέλα της, τα πόδια μου βρίσκονται εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται το κεφάλι μου, ήρθανε τα πάνω κάτω, πέφτει η BMW, σκάω κι εγώ με τον ώμο στο μάρμαρο και γεύομαι τον πρώτο μου σοβαρό τραυματισμό στα είκοσι χρόνια που οδηγώ μοτοσυκλέτα. Εξάρθρωση ώμου, μια ώρα χειρουργείο, δυο καρφιά για δύο μήνες να συγκρατούν τα κόκαλα μην σκορπίσουν και μιαν απορία: Ήταν κούραση, ήταν η κρυφή κατάρα της Σούλας που τη πρόδιδα με την επιθυμία μου ή ήταν η εκδίκηση της ψυχρής Γερμανίδας που δεν προσπάθησα να την αποκτήσω; Ποιος να ξέρει;


Αυτό το τενεκεδένιο παιχνίδι, με την τρυφερή λάμψη στις καμπύλες του θα κοσμεί την πρώτη σελίδα του www.tsalimi.gr, του δικτυακού τόπου που θα είναι έτοιμος σε λίγες ημέρες και θα φιλοξενήσει την περιπέτειά μου στη λογοτεχνία και στην τέχνη, όπου η Σούλα, αποτύπωσε το χνάρι της ανεξίτηλα.

2006. Το πρώτο από τα καλοκαίρια που δεν θα είμαι στους δρόμους μαζί της.

Σάββατο, Ιουλίου 08, 2006

Χειμερινοί κολυμβητές, για γούρι!


Πριν δεκαπέντε χρόνια, στήθηκε ένα τριήμερο εκδηλώσεων, μέσα και γύρω από το ερειπωμένο κουφάρι της Μονής Λαζαριστών, στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης.
Ο δηλωμένος σκοπός ήταν η διάσωση και αξιοποίηση του ιστορικού κτιρίου.
Το τριήμερο κατέληξε σε μια συναυλία των Χειμερινών Κολυμβητών η οποία ήταν μαγευτική. Για πρώτη φορά οι Θεσσαλονικείς περπάτησαν στην αυλή της Μονής και την συνέδεσαν με πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Τώρα είναι γνωστό πια το Φεστιβάλ της Μονής Λαζαριστών και όλα όσα φιλοξενούνται και στεγάζονται στον χώρο.


Φέτος, το ίδιο συγκρότημα, εμφανίζεται σε έναν άλλο χώρο, που επίσης διεκδικείται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, το Στρατόπεδο Παύλου Μελά.
Η ζωή μπορεί να κάνει κύκλους και να είναι ο επόμενος καλύτερος και ομορφότερος από τον προηγούμενο.

Υ.Γ. 1
Αυτό το post κανονικά είχε ημερομηνία"Παρασκευή 30 Ιουνίου 2006". Κατάφερα όμως και μπέρδεψα τόσο τα πράγματα, που το τοποθετώ εδώ, πριν κάνω μεγαλύτερη ζημιά. Γιατί άραγε δεν μπορώ να βάλω ξανά ή άλλη φωτογραφία σε παλιότερο post;

Υ.Γ. 2

Μιας και μπερδεύτηκαν τόσο γλυκά οι ημερομηνίες και επειδή η συναυλία έχει ήδη γίνει, ας δημοσιεύσω και τα λίγα λόγια που άκουσαν σαν καλησπέρα οι 400 περίπου θεατές, το βράδυ της 6ης Ιουλίου, από το τσαλίμι, με την επίσημη ιδιότητά του, του αντιδημάρχου πολιτισμού Σταυρούπολης:

Βρισκόμαστε μέσα στο στρατόπεδο Παύλου Μελά. Είναι Πέμπτη 6 Ιουλίου του 2006.
Βρισκόμαστε εδώ για να παρακολουθήσουμε μια συναυλία, ενός καλού ελληνικού σχήματος, οργανωμένη από το Γραφείο Πολιτισμού ενός Δήμου των Δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια των καλοκαιρινών πολιτιστικών του εκδηλώσεων.
Γι’ αυτό βρισκόμαστε εδώ, δεν είναι όμως καθόλου τόσο απλά και συνηθισμένα τα πράγματα.
Τα κτίρια που βρίσκονται πίσω μου, χαρακτηρίζονται το 1910 ως «νεόδμητα», κουβαλάνε δηλαδή στα ντουβάρια τους έναν ολόκληρο αιώνα.
Από το πεύκο πίσω μου, καθώς ξεκινήσαμε να στήνουμε την εξέδρα, πέταξε ένα πουλί με
έντονο χρώμα. Τσαλαπετεινός είπα, μέσα μου, γιατί τόσα χρόνια δίπλα στο τσιμέντο, ξέχασα. Το μεσημέρι ξεκίνησαν τα τζιτζίκια. Εδώ, στο κέντρο της πόλης, υπάρχει ακόμα ελεύθερη, καθάρια φύση.

Το στρατόπεδο Παύλου Μελά θα το συναντήσετε σε λίγα βιβλία ιστορικά και σε ακόμα λιγότερα λογοτεχνικά. Θα το συναντήσετε και σε διηγήσεις που φέρνουν δάκρυα στα μάτια. Συνδέθηκε με καθεστώτα κατοχής και ανελευθερίας κι ας έχει το όνομα ενός μαχητή της
Ελευθερίας. Το 1910 ο γυμνασιάρχης του ελληνικού γυμνασίου, πήρε τους μαθητές
του, διέσχισε την πόλη και τους πήγε στη Λητή. Λίγο πριν το Δερβένι, έστρεψε το βλέμμα του πίσω και είδε τα κατάλευκα, νεόδμητα κτίρια του στρατοπέδου του οθωμανικού πυροβολικού και πίσω τα μαυρισμένα τείχη της πόλης και τον κυρίεψε εθνική θλίψη.
Ο ποιητής, δεκαετίες μετά, καταγράφοντας την φασιστική κατοχή, χαρακτηρίζει τον τόπο «Μαύρο», «Θλιβερό». Με το νερό του σάπιο, να μην καθρεφτίζει ουρανό.

Όλα αυτά όμως είναι πια ΙΣΤΟΡΙΑ. Και για έναν τόπο, το να έχει ιστορία, είναι ευλογία.
Αυτός ο χώρος, το στρατόπεδο Παύλου Μελά, έχει βαρύ ιστορικό φορτίο, έχει κτίρια με αναγνωρισμένη αρχιτεκτονική αξία, έχει χώμα απάτητο και ήρθε η ώρα να δώσει ανάσα και χαρά στην πόλη που το φιλοξενεί.

Το καλό ελληνικό σχήμα που θα δώσει συναυλία απόψε, είναι οι Χειμερινοί Κολυμβητές. Είναι το ίδιο σχήμα, που δεκαπέντε, ακριβώς δεκαπέντε, χρόνια πριν φέραμε να τραγουδήσει πρώτο, σ’ έναν χώρο που έμοιαζε πολύ μ’ αυτόν εδώ, την αυλή της Μονής Λαζαριστών. 4 Ιουλίου του 1991. Και πάλι φορτηγά του Δήμου Σταυρούπολης, ξεμπάζωναν μιαν άγρια αυλή, και πολίτες της Θεσσαλονίκης ανεκάλυπταν ένα υποβλητικό σκηνικό για πολιτιστικές εκδηλώσεις.


Το Γραφείο Πολιτισμού που οργάνωσε τον κύκλο εκδηλώσεων στον οποίο εντάσσεται και η
συναυλία των Χειμερινών Κολυμβητών είναι φυσικά το Γραφείο Πολιτισμού του Δήμου
Σταυρούπολης, ο οποίος, εδώ και δεκαετίες, σε μεγάλα ζητήματα χαράσσει πολιτική πόλης. Πολιτιστικό Κέντρο των Δυτικών Συνοικιών έβαζε σαν στόχο στη δεκαετία του 1980 για την Μονή Λαζαριστών ο αείμνηστος Χρήστος Τσακίρης. Το «Δυτικό Τόξο», ο άξονας πρασίνου και πολιτισμού που ξεκινάει από το άλσος των Συκεών και καταλήγει στις εκβολές του Δενδροποτάμου, στη Μενεμένη, διατρέχοντας όλες τις Δυτικές Συνοικίες και με κέντρο βάρους του το στρατόπεδο Παύλου Μελά ήταν η πρόταση του Σπύρου Μπαρούτα στη δεκαετία του 1990. Και στη δεκαετία του 2000, ο Διαμαντής Παπαδόπουλος αναλαμβάνει το βαρύ φορτίο να καταθέσει την πρόταση αξιοποίησης του Στρατοπέδου Παύλου Μελά ώστε να καταστεί το Μητροπολιτικό Πάρκο των Δυτικών Συνοικιών.

«Ζωή στη γειτονιά, ομορφιά στην πόλη», ονομάζεται ο κύκλος εκδηλώσεων του Δήμου Σταυρούπολης και, ναι, ήρθε η ώρα , η Σταυρούπολη αλλά και η Πολίχνη, η Νεάπολη, οι Αμπελόκηποι, η Μενεμένη, ο Εύοσμος, το Ελευθέριο-Κορδελιό και οι Συκιές και ο Άγιος Παύλος και η Τριανδρία και η Θεσσαλονίκη, ακόμη και η Καλαμαριά και όλος ο κόσμος να νιώσει γειτονιά του και σπίτι του, και κυρίως κήπο του αυτό εδώ το Στρατόπεδο, που το ΝΕΡΟ ΤΟΥ ΘΑ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΕΙ ΠΛΕΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ.

Σας ευχαριστώ που είστε εδώ, σας προσκαλώ να μας ακολουθήσετε και στις άλλες γειτονιές μας, μέχρι τον Σεπτέμβριο, τότε που θα ξαναγυρίσουμε εδώ, στον ίδιο χώρο, στο τριήμερο πανηγύρι του Σταυρού, στα μέσα του Σεπτέμβρη για να αποχαιρετίσουμε μαζί το καλοκαίρι.

Καλή διασκέδαση.

Κλέβουν λουλούδια από τα πάρκα!


Ο τίτλος αυτού του κειμένου, είναι από την πρώτη σελίδα της εφημερίδας "Αγγελιοφόρος" της Θεσσαλονίκης (8.7.2006).

Το δημόσιο και το ιδιωτικό. Ποιο έχει μεγαλύτερη αξία και ποιο χρειάζεται την προσοχή μας;
Οι γνώμες μπορεί να διίστανται, η πραγματικότητα όμως είναι αμείλικτη.
Καλή η ομορφιά στο πάρκο του Δήμου, πιο καλή όμως η τριανταφυλιά στον γκαζοτενεκέ στο αυθαίρετο στην Καλλικράτεια ή στην Ασπροβάλτα. Κι ας γκρινιάζει, ο ίδιος που ξεριζώνει τα λουλούδια από το πάρκο της πόλης για να τα μεταφυτέψει στο μπαλκόνι του σπιτιού του ή του εξοχικού του, στα καφενεία για την αδράνεια ή την ανικανότητα του Δήμου να φροντίσει την πόλη του.

Υπάρχει ακόμα μια εικόνα, μια συμπεριφορά, το ίδιο εξοργιστική με την προηγούμενη. Η μαγκιά της σπονδής του μισθού στα στήθη ή τους μηρούς της τραγουδίστριας του λαϊκού σκυλάδικου και η απαξίωση της δωρεάν συναυλίας του καλλιτέχνη που τραγουδάει στην πλατεία ή στον μαγευτικό μνημειακό χώρο που επιλέγεται συνήθως γι' αυτές τις περιπτώσεις, από τον Δήμο που την οργανώνει.

Ποιος φταίει;

Ο άτιμος ο μέσος όρος.
Τι κάνουν οι πολλοί και γιατί να βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα;
Αυτό αναρωτιέται ο Έλληνας που κρύβεται μέσα στα μεγάλα νούμερα των διαφόρων στατιστικών. Αυτά που διαμορφώνουν την πολιτική των εταιρειών, των κομμάτων, των κυβερνήσεων και όλων όσων αναζητούν πελατεία για την πραμάτεια τους.

Λίγοι στίχοι που σκάλωσαν σ' ένα, άπαιχτο για την ώρα, θεατρικό για την άτιμη πλειοψηφία, κατάλληλοι για την περίπτωση που συζητάμε:

ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ

Μία η τράπουλα στην τσόχα, πέντε κάρτες ο καθένας,
με χαρτί είτε με μπλόφα, θα τα πάρει μόνο ένας.

Στο μυαλό σου όλο σκαλώνει η παλιά επιθυμία,
επιτέλους να ξεφύγεις από την πλειοψηφία.


Σεργιανώ με τις ιδέες, σε μπροσούρες και βιβλία
μα δημάρχους, βουλευτές, βγάζουνε τα καφενεία.

Στο μυαλό σου όλο σκαλώνει μια καινούρια ανησυχία,
άλλο πράγμα εσύ ψηφίζεις κι άλλο η πλειοψηφία.


Ένας είναι ο αρχηγός, οι χίλιοι τρέχουν, πολεμάνε.
Μα ένας είναι κι ο προδότης, οι χίλιοι κλαίνε και πονάνε.

Στο μυαλό σου όλο σκαλώνει η παλιά αμφιβολία,
πάντα κάποιου αιχμάλωτη, είναι η πλειοψηφία.


Πώς να κάνω πες μου τώρα την επιλογή του χώρου,
έξω απ’ την στατιστική τους ή στο μπλοκ του μέσου όρου;

Στο μυαλό σου όλο σκαλώνει η παλιά η παροιμία,
μοναχό σε τρώει ο λύκος, κάλλιο στην πλειοψηφία.

Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006

Ζωή στη γειτονιά, ομορφιά στην πόλη



Για δεύτερη χρονιά συνεχίζεται στο Δήμο Σταυρούπολης ο κύκλος των εκδηλώσεων "ζωή στη γειτονιά, ομορφιά στην πόλη".
Μια παρατεταμένη καλοκαιρινή γιορτή, με ελεύθερη είσοδο, με ανοιχτή καρδιά και αβίαστο, ανθρώπινο χαμόγελο.

Τρίτη, Ιουνίου 20, 2006

Του παλαιστή ή του χορευτή;

  

τσαλίμι το, επιδέξια κίνηση παλαιστή˙ τουρκ. çalim

Ετυμολογικό λεξικό της κοινής νεοελληνικής του Νικολάου Ανδριώτη


τσαλίμι το [tsalími] (συνήθ. πληθ.): 1. Οι δεξιοτεχνικές κινήσεις που κάνει ένας χορευτής: Χόρευε με χίλια τσαλίμια. 2. (μτφ., οικ. ) καμώματα, πονηριές: Πολλά τσαλίμια μας κάνει το κορίτσι. □ τσαλιμάκι το ΥΠΟΚΟΡ: Όλο τσαλιμάκια είναι η κοπελιά. [τουρκ. çalim -ι]

Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη)


Του χορευτή ή του παλαιστή; Όχι του ποδοσφαιριστή; Όχι του μοτοσυκλετιστή; Όχι του τραγουδιστή; Όχι του συνεργάτη;
Τσαλίμια δηλαδή, μόνο με το σώμα; Όχι με το σώμα και κάτι ακόμα; Όχι με τη φωνή; Όχι με το βλέμμα; Τη συμπεριφορά; Την πολιτική στάση;

Ο Ανδριώτης διαλέγει παλαιστή. Γιατί να κάνει τσαλίμια ο παλαιστής; Μα για να νικήσει. Το δικό του τσαλίμι είναι για να ξεγελάσει τον αντίπαλο. Παραπλανώ και νικώ. Ποτέ δεν νικούσε πάντα ο δυνατός ή ο γενναίος. Μια μαλαγανιά ήταν απαραίτητη. Του Ανδριώτη το παράδειγμα παρακάμπτει την ανδριά και δείχνει την πονηριά.

Ο Τριανταφυλλίδης διά του Ιδρύματος επιλέγει χορευτή για την κυριολεξία και γυναίκα για την μεταφορά. Ο χορευτής κάνει τσαλίμια προφανώς για να τέρψει το κοινό του. Για να χαρούν όσοι βλέπουν. Ή να τον καμαρώσουν. Το τσαλίμι προσθέτει κάτι παραπάνω στον χορό το οποίο δεν μπορούν να αποδώσουν τα βήματα και τα άλματα ή οι περιστροφές. Καμιά φορά και εδώ μπαίνει το ζήτημα της απάτης. Οι επιπλέον φιγούρες μπορούν να παραπλανήσουν ως προς τις πραγματικές δυνατότητες του σώματος του χορευτή. Ό,τι δεν μπορεί να κάνει η κοιλιά της τσιφτετελούς το αναλαμβάνουν τα χέρια και τα λάγνα της ματόκλαδα. Πάντως ο χορευτής ή η χορεύτρια, γενικά κάνουν τα τσαλίμια τους σαν προέκταση και σαν στολίδι του κυρίως έργου τους, άρα για καλό.
Η κοπελιά και το κορίτσι όμως του Ιδρύματος κάνουν πονηριές και καμώματα. Εδώ θρονιάζεται ο παλαιστής του άλλου λεξικού. Δόλος, απάτη, έστω και χαριτωμένη αφού είναι από κοπελιά και όχι καμιά μέγαιρα ή από έναν μαντράχαλο. Πάντως το ψιλοαντιφεμινιστικό του, το έχει η μεταφορά του δεύτερου λεξικού.

Γιατί όλα αυτά;
Απλώς για να διαχωρίσω την θέση μου. Ούτε παλαιστής, ούτε χορευτής. Θα μου άρεζε το ποδοσφαιριστής. Τα τσαλίμια του Χατζηπαναγή, του Ζιντάν και του Ρολαντίνιο έχουν κάτι και από δύναμη και από χάρη. Έχουν εκείνη την μαγική αύρα που σ’ εμποδίζει να δεις την επί μέρους μαλαγανιά που κρύβει η προσποίηση και σου μένει το χαμόγελο που καρφώνεται στο πρόσωπο μετά την επιτυχία του εγχειρήματος, χωρίς να νοιάζεσαι πια για αναλύσεις και σκοπιμότητες.
Ελιγμοί και δεξιότητες είναι το καρύκευμα που νοστιμίζει το φαγητό και απογειώνει την γεύση.
Χορταίνει όμως κανείς με κύμινο και μπούκοβο;

Η φωτογραφία είναι η http://apriliabikers.gr/html/modules/myalbum/photo.php?lid=443

Σάββατο, Ιουνίου 17, 2006

WE(st thessalo)NIKI FESTIVAL



Θεσσαλονίκη. Σταυρούπολη. Τρεις νύχτες στη Μονή Λαζαριστών, μια γιορτή της μουσικής. 23, 24 και 25 Ιουνίου 2006. Στην καρδιά του Μουντιάλ. Πιτσιρικάδες πιάνουν τις κιθάρες και παίζουν στη Δυτική Θεσσαλονίκη. Σχολές, σχολεία και γκρουπ από προβάδικα στην ονειρική Weniki.

ΓΕΙΡΕ



Βρες ποτάμι, βρες πηγάδι
μαθημένο στις ευχές
πιες και κάνε το σημάδι
να σκορπίσουν οι γητειές.

Μην πετάξεις δαχτυλίδι
έρωτα τσαλακωμένο
γίνεται αμέσως φίδι
και φιλί σε προδομένο.

Γείρε πάνω στο νερό
δες να χάνεται ο πόνος
να τρυπώνει στο βυθό
και να τρεμοσβήνει μόνος.

Ρίξε πέτρα στρογγυλή
που ’χει μάθει να κυλάει
να τον παρακολουθεί
και μαζί του να πονάει.

Λεν πως ζούνε στα νερά
οι ψυχές οι μαγεμένες
δωδεκάφτερα πουλιά
και αγάπες ρημαγμένες.

Στρέφουνε στον ουρανό
ψάχνουνε κλαμένα μάτια
παίρνουν βλέμμα στο βυθό
και το κάνουνε κομμάτια.

Γείρε πάνω στο νερό
γείρε κι άσε το μυαλό σου
χάρισμα στο ξωτικό
ουρανό στον άγγελό σου.