Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2018

Για τη νουβέλα του Νίκου Τακόλα / Οι 32 ώρες της Θεάς

Η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου οφείλει να είναι μια ευχάριστη ασχολία. Όχι κατ’ ανάγκην εύκολη. Ευχάριστη κι ας είναι και επίπονη. Ας έχει πολλά κλειδιά στο έργο του ο συγγραφέας. Ας έχει σκορπίσει πολλά μονοπάτια πλάι στη λεωφόρο του μύθου του. Στο τέλος της ανάγνωσης πρέπει ο αναγνώστης να νιώσει καλά.

Αυτό, καθόλου, δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας γράφει με το μυαλό στον αναγνώστη. Τότε το παιχνίδι είναι στημένο. Η μαγεία είναι απούσα. Τα συγγραφικά τεχνάσματα είναι κάλπικα. Ο καλός συγγραφέας γράφει με το μυαλό στην ιστορία του και στους ήρωές του με το χέρι του στο ρυθμό της ανάσας του με το βλέμμα του στη λευκή σελίδα, στην άδεια οθόνη. Ο καλός συγγραφέας γεμίζει κενά. Πρωτίστως δικά του. Αυτό μπορεί να το κάνει με πρώτη ύλη από το ορυχείο των εμπειριών του και των συναισθημάτων του. Αποκλειστικά. Μπορεί όμως και να αντλήσει από αλλού. Ένα απύθμενο ορυχείο, με άφθονη πρώτη ύλη είναι η Ιστορία. Ο καλός συγγραφέας ορθώνει το ανάστημά του σε γεγονότα που δεν τα ελέγχει, που έγιναν ερήμην του, που δεν τα γνωρίζει σε όλη την έκτασή τους, στο κάτω κάτω. Και μέσα σ’ αυτά τα γεγονότα, που έγιναν σε κάποιον χώρο, σε κάποια εποχή έρχεται και τοποθετεί την δική του ιστορία, που ακολουθεί τον δικό του ρυθμό και ας κινείται στον χρόνο του γεγονότος που τον στοιχειώνει.

Οι 32 ώρες της Θεάς είναι τίτλος αλλά, στο εξώφυλλο του βιβλίου, συνοδεύεται και από υπότιτλο: Μια ερωτική ιστορία στη Θεσσαλονίκη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο μύθος του συγγραφέα απέκτησε θέμα: ερωτική ιστορία. Το μείζον γεγονός θέτει και τον χρόνο εξέλιξης του μύθου: Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο χώρος προσδιορίζεται με σαφήνεια: Θεσσαλονίκη. Το πρώτο κλειδί του συγγραφέα υπάρχει ήδη στον τίτλο: 32. Οι μυημένοι στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, συνδέουν τον αριθμό με τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και έχουν την απάντηση εύκολη: Η μεγάλη Πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης το 1917 κράτησε 32 ώρες.

Το εξώφυλλο του βιβλίου όμως, εκτός από τίτλο, υπότιτλο, συγγραφέα και εκδότη έχει και μια εικαστική σύνθεση. Σε πρώτο πλάνο, ένα φιλί. Τι άλλο; Ερωτική ιστορία θα ακολουθήσει. Παραλία Θεσσαλονίκης και πολεμικό πλοίο στα νερά της. Τι άλλο; όλοι γνωρίζουν πως η Θεσσαλονίκη πλημμύρισε, από θαλάσσης, με ξένους στρατιώτες της Στρατιάς της Ανατολής. Και στο βάθος η πόλη με κυρίαρχο το έμβλημά της, τον Λευκό Πύργο. Μια πρόχειρη ματιά, τα βρίσκει όλα καλά. Είναι όμως όλα καλά; Υπάρχει εδώ ένα λάθος ή ένα ακόμα κλειδί; Ο Λευκός Πύργος έχασε το περιτείχισμά του το 1911, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άρχισε το 1914 και η Θεσσαλονίκη μπήκε σ’ αυτόν το 1915. Τι κάνουμε λοιπόν; Χρεώνουμε λάθος και προχωράμε να ανοίξουμε το βιβλίο ή το αφήνουμε στην άκρη απογοητευμένοι και άτεγκτοι-σκληροί κριτές;
Αν το βιβλίο ήταν ιστορική πραγματεία θα καταλάβαινα μια απογοήτευση. Είναι όμως νουβέλα. Είναι λογοτεχνία. Είναι ένα παραμύθι, ένα ψέμα. Το ξέρει ο συγγραφέας, το ξέρει ο αναγνώστης. Δεν κοροϊδεύει κανείς κανέναν. Ακόμη και στις μυθιστορηματικές βιογραφίες χωράνε αυθαιρεσίες τον συγγραφέων, αν είναι να νιώθουν καλά με τον εαυτό τους και το ήρωα που επέλεξαν να (ξανα)ζωντανέψουν δίνουν το στίγμα τους. Εδώ ο Κουέντιν Ταραντίνο (Άδωξοι μπάσταρδη, 2009) έβαλε χάπι εντ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σκοτώνοντας τον Χίτλερ μέσα σε έναν κινηματογράφο στο Παρίσι. Στο περιτείχισμα του Λευκού Πύργου θα κολλήσουμε; Βάζω τον Ταραντίνο μπροστά, θεωρώ το περιτείχισμα ως το δεύτερο κλειδί του συγγραφέα, εκείνο που ανοίγει την πόρτα στην ουσία της Θεσσαλονίκης και η οποία είναι το παρελθόν της. Αν λοιπόν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και το πλοίο είναι μεν παρελθόν της πόλης αλλά παρόν της νουβέλας, το περιτείχισμα είναι παρελθόν και για την πόλη και για τη νουβέλα. Αυθαίρετο; Ίσως. Και τι έγινε. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης έδωσε τίτλο σ’ ένα βιβλίο του (Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας, 2008) φράση που αποδίδει στον Γιώργο Μπάτη και που στόλιζε ως επιγραφή το καφενείο του και την οποία βάζει στα χείλη του κεντρικού ήρωά του, του Μάρκο Βαμβακάρη. Ενδιαφέρεται κανείς αν πράγματι υπήρχε τέτοια ταμπέλα  στο καφενείο του Μπάτη και αν πράγματι έλεγε ο Μάρκος Βαμβακάρης το «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας»; Ο Μάρκος του Γιώργου Σκαμπαρδώνη το λέει. Τέλος. Και ανοίγουμε το βιβλίο του Νίκου Τακόλα.

Η πρώτη εικόνα είναι αναμενόμενη. Παρατήρηση της πόλης από τη θάλασσα. Αυτή είναι η εικόνα που γνωρίζουμε όλοι. Μια πόλη απλωμένη στους πρόποδες ενός βουνού. Οι βαρκάρηδες, τιτλοφορείται το πρώτο κείμενο του βιβλίου. Το μέλημά τους δεν είναι η ψαριά αλλά η κατόπτευση της πόλης. Έχουν τον σκοπό τους. Είναι όμως κι ένα κλείσιμο του ματιού του συγγραφέα. Οι βαρκάρηδες της Σαλονίκης, είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο στη βιβλιογραφία της Θεσσαλονίκης. Είναι η ομάδα των Βούλγαρων αναρχικών στις αρχές του εικοστού αιώνα που αναστάτωσε με τις βόμβες της την πόλη. Κι οι βαρκάρηδες του Τακόλα δεν έρχονται για καλό. Ο συγγραφέας τους θέλει προπομπούς του σμήνους των ξένων στρατιωτών που θα κατακλύσει την πόλη στα τέλη του 1915. Σε κάποια φράση, αυτού του πρώτου και εισαγωγικού κειμένου, εμφανίζονται οι τρεις Γάλλοι αρχιστράτηγοι της Στρατιάς της Ανατολής σα να συναποφασίζουν και να συνεδριάζουν γύρω από το ίδιο τραπέζι. Είναι η αχλή γύρω από την πραγματική ιστορία. Συνεχίζεται το  παιχνίδι του εξωφύλλου. Οι τρεις αρχιστράτηγοι εμφανίστηκαν στη Θεσσαλονίκη διαδοχικά, αντικαθιστώντας ο ένας τον άλλον σε διάρκεια τεσσάρων χρόνων 1915-1918. Υπάρχει μία ανάγκη του συγγραφέα και γίνεται αντιληπτή από τις πρώτες αυτές σελίδες. Θέλει να εισάγει στο γραπτό του πληροφορίες και το κάνει αβίαστα. Καταλαβαίνουμε πολύ καλά το πνεύμα της εποχής, μπαίνουμε στο κλίμα της αφήγησής του. Στρωτός λόγος, διανθισμένος με τοπωνύμια και ονόματα-σήματα μιας εποχής και μιας πόλης. Ο ένας εκ των τριών αρχιστρατήγων, το όνομά του για την ακρίβεια, έγινε δρόμος αυτής της πόλης. Τι κι αν ήρθε τελευταίος από τους τρεις. Στη νουβέλα διεκδικεί τη θέση του στις πρώτες σελίδες. Άλλο μας καίει εμάς. Η ερωτική ιστορία που μας υποσχέθηκε το εξώφυλλο.

Το επόμενο κείμενο έχει για τίτλο του ένα γυναικείο όνομα και η λέξη έρωτας μπαίνει στην αρχή του. Σε μια κοσμοπολίτικη, έτσι κι αλλιώς, πόλη ορισμένα ο έρωτας υπάρχει σε όλες τις εκφάνσεις του. Ο έρωτας των ρομαντικών ψυχών και των λεπτών αισθημάτων αλλά και ο έρωτας του αχαλίνωτου πάθους. Ο έρωτας σαν ακριβή αίσθηση αλλά και σαν φτηνή διασκέδαση. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να επιχειρήσει το, εκ πρώτης όψεως, αντιφατικό. Η ηρωίδα του φαίνεται να ανήκει στις ρομαντικές ψυχές δική της είναι η φράση «Το ένστικτό μου λέει ότι ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου είναι κοντά». Παρόλα αυτά όμως κινείται σε χώρους του αγοραίου έρωτα. Το στοίχημα που πρέπει να κερδίσει ο συγγραφέας είναι να διατηρήσει τον χαρακτήρα της ηρωίδας του ρομαντικό όπως τον πρωτοπαρουσίασε και να μας πείσει για την φυσικότητα και άνεση με την οποία κινείται σε χώρους που προδιαθέτουν για μια πιο ωμή και ρεαλιστική απεικόνιση του ερωτικού παιχνιδιού. Ταπεινή μου γνώμη είναι πως, στις επόμενες σελίδες, το κερδίζει αυτό το στοίχημα ο Τακόλας. Οι μορφές που παρελαύνουν σ’ αυτό το δεύτερο κείμενο του βιβλίου διαμορφώνουν το κλίμα της εποχής. Πολυπολιτισμική πόλη, ευρωπαϊκός και βαλκάνιος αέρας, ξένοι στρατιωτικοί και διπλωμάτες, καφέ σαντάν και ξενοδοχεία, Χριστιανοί, Εβραίοι, Μουσουλμάνοι έφταναν και περίσσευαν για να πείσει ο συγγραφέας γι’ αυτά που θέλει να μας μιλήσει. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα, που εμένα προσωπικά με συγκινεί. Αν δείτε τις πολλές καρτ ποστάλ αλλά και τα κινηματογραφημένα στιγμιότυπα που απεικονίζουν σκηνές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Θεσσαλονίκη, στην άκρη του κάδρου, δίπλα στους στρατιώτες θα δείτε και μικρά, ξυπόλητα παιδιά. Είναι τα προσφυγόπουλα του 1914 που έφτασαν στην πόλη πριν τους στρατιώτες του Μεγάλου Πολέμου. Αυτή η προσφυγιά, περνούσε για πολύ καιρό απαρατήρητη. Τη λέξη πρόσφυγας μονοπωλούσε η Μικρασιατική Καταστροφή και το 1922. Ο Τακόλας λοιπόν, στην αρχή ακόμα του βιβλίου του γράφει πως «πρόσφυγες νηστικοί εξαθλιωμένοι εισβάλανε στην πόλη». Τους δίνει πεδίο στον κόσμο που δημιουργεί και σε επόμενα κεφάλαια θα αποδείξει πως αυτό δεν γίνεται τυχαία και χωρίς σχεδιασμό. Οι πρόσφυγες δίνουν το στίγμα τους στη Θεσσαλονίκη από πάντα. Είναι το παρόν (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος), θα είναι το μέλλον (Μικρασιατική Καταστροφή), είναι όμως και το παρελθόν της (για «αποφύγους» τους οποίους υποδέχεται η Θεσσαλονίκη κάνουν λόγο τα κείμενα για τα Θαύματα του Αγίου Δημητρίου από τον έβδομο μετά Χριστόν αιώνα).

Με το τρίτο κείμενο κάνει την εμφάνισή του και ο άλλος πόλος της ερωτικής ιστορίας που μας υποσχέθηκε ο συγγραφέας και δεν μπορεί να είναι άλλος από έναν νεαρό Γάλλο αξιωματικό. Με τον τρόπο που έφτασε ο συγγραφέας στην δέκατη ένατη σελίδα για να μας παρουσιάσει αυτόν τον χαρακτήρα, δεν μπορούσε παρά να τον δημιουργήσει με κάποια στάνταρς. Η ευρωπαϊκή φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης έχει κάτι το γαλλικό σε πάρα πολλά ζητήματα. Πιο πολλοί Γάλλοι στην Καθολική Κοινότητα, πιο πολλοί Γάλλοι στους Λαζαριστές μοναχούς, εφημερίδες στα γαλλικά και, φυσικά, οι Γάλλοι στρατιωτικοί ήταν οι περισσότεροι από κάθε άλλο κράτος στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και με ποιον συνάδελφό του θα συνδεθεί στενά ώστε να ανοίξει τη βεντάλια του ο συγγραφέας και να διεκδικήσουν θέση στην πλοκή νέα πρόσωπα και γεγονότα; Με Άγγλον, φυσικά. Η δεύτερη μεγάλη ομάδα στρατιωτικών της Στρατιάς της Ανατολής. Πόλεμος χωρίς εχθρούς δεν γίνεται, μυθιστόρημα ή νουβέλα χωρίς σκοτεινό ήρωα δεν έχει χάρη, οπότε γνωρίζουμε στο τρίτο αυτό κεφάλαιο τον τρίτο στρατιωτικό που όμως είναι στην πραγματικότητα Γερμανός κατάσκοπος.

Έχουμε προχωρήσει αρκετά στο έργο, καλύψαμε το ένα του τέταρτο. Έχουμε τους κυριότερους χαρακτήρες, δεν μένει παρά να αρχίσει να μας συνεπαίρνει και η πλοκή. Πρέπει να αρχίσουν να γίνονται γεγονότα, πρέπει το παραμύθι να κυλήσει. Πρέπει να ξετυλιχτούν παράλληλες ιστορίες, πρέπει να εισαχθούν νέα πρόσωπα. Αυτήν την ενότητα την ξεκινά ο συγγραφέας καταφεύγοντας στην τεχνική του ημερολογίου. Ένας τρόπος που του επιτρέπει να βυθιστεί περισσότερο στις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων του κι ας αχνοφάνηκαν αυτά ήδη από τις πράξεις και τις κινήσεις τους. Το τέταρτο κείμενο καταλαμβάνεται στο μεγαλύτερο μέρος του από καταγραφή στο ημερολόγιο της ηρωίδας. Πιο μύχιες σκέψεις, πιο άμεση αποκάλυψη στοιχείων του χαρακτήρα της, πιο καθαρή απεικόνιση των δαιμόνων-διλλημάτων της.  Ο συγγραφέας σηκώνει το πέπλο από το πρόσωπο της μυστηριώδους γυναίκας. Το σηκώνει όσο χρειάζεται. Δεν αποκαλύπτει όλα τα μυστικά της. Τα οποία όμως υπάρχουν. Η νουβέλα του Τακόλα δεν έχει μόνο μυστηριώδεις ήρωες έχει και μυστήριο. Στην τεχνική της παράθεσης καταγραφών του ημερολογίου του ο συγγραφέας καταφεύγει και για τον άλλον ήρωά του, τον Γάλλο. Για τους ίδιους λόγους που προσθέτουν επί πλέον χαρακτηριστικά στην ατμόσφαιρα που ήδη δημιούργησε το έργο στον αναγνώστη.

Δεν έχει νόημα να συνεχίσω την γραμμική παρουσίαση των κειμένων-κεφαλαίων της νουβέλας. Συμβαίνουν πολλά από όσα περιμένει κανείς να συμβούν σε μια ερωτική ιστορία? συμβαίνουν πολλά από όσα περιμένει κανείς να συμβούν σε μια ιστορία που εξελίσσεται στη διάρκεια ενός πολέμου. Η ματιά του συγγραφέα δεν μπορεί να παρεκκλίνει από εμβληματικά γεγονότα, όπως η κατάρριψη του θηριώδους αερόπλοιου, του γνωστού Ζέπελιν μπορεί όμως να δεχτεί τα φίλτρα της προσωπικής ιστορίας που διαδραματίζεται εκ παραλλήλου.

Αξίζει να αναφερθούμε στα δευτερεύοντα πρόσωπα που υπάρχουν στο έργο και που η παρουσία τους δεν είναι διακοσμητική αλλά διηθητική. Φιλτράρουν και αυτά τον βασικό μύθο και του προσδίδουν εξώκοσμα χαρακτηριστικά. Οι δύο εξωτικοί υπηρέτες, ο Ινδός με την (τι άλλο;) κόμπρα του και ο Ρώσος με την (έκπληξη) καμήλα του. Και ο Έλληνας ηλεκτρολόγος που με την πονηριά του και την επιτήδεια χρήση της (τότε) τεχνολογίας εξασφάλιζε δωρεάν παροχή υπηρεσιών στους οίκους ανοχής. Καμία ιστορία δεν οδεύει σε ευθεία οδό προς το τέλος της. Κανένας αφηγητής δεν καλπάζει προς το φινάλε του παραμυθιού του. Παίρνει τις ανάσες του, ανάβει το τσιγάρο του, πίνει τον καφέ του, μετράει τα βλέμματα των ακροατών του και συνεχίζει. Δεν είναι απόφθεγμα η νουβέλα. Είναι κουβάρι που ξετυλίγεται και (σε κάποια σημεία) πρέπει και να ξεμπλέκεται? ακόμη κι αν πρέπει (για να ξεπεραστεί ένας κόμπος) να κοπεί η συνέχεια, να υπερπηδηθεί το εμπόδιο και να αποκατασταθεί η συνέχεια.

Το βραβείο του δεύτερου γυναικείου ρόλου, στην νουβέλα «οι 32 ώρες της Θεάς» απονέμεται σε μια ηρωίδα που τιτλοφορεί με το όνομά της το έβδομο κείμενο του έργου και είναι αυτός ο χαρακτήρας που δίνει πόντους επάρκειας στον συγγραφέα και αντίστοιχους πόντους τέρψης στον αναγνώστη. Σε μια κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας, οι υπεύθυνοι του κάστιγκ θα είχαν πολλή δουλειά προκειμένου να επιλέξουν την Σιμόν του Τακόλα.

Το 17ο και τελευταίο κείμενο του έργου αναφέρεται στην πυρκαγιά του ’17. Τυχαίο; Μπορεί, μπορεί και όχι. Εξάλλου ο συγγραφέας δεν έχει αρίθμηση στα κεφάλαιά του, ούτε κατάλογο περιεχομένων για να είναι εύκολο το μέτρημα. Δεν έγκειται εκεί όμως η πρωτοτυπία του. Η κορύφωση της νουβέλας έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός καλού λογοτεχνικού έργου. Η εικόνα που βλέπεις, να είναι πάντα κάτι παραπάνω από αυτό που βλέπεις. Τα γεγονότα που εξελίσσονται να είναι πάντα κάτι παραπάνω από αυτό που, εκείνη την ώρα, συμβαίνει.
Υπαινίχθηκα από την αρχή ακόμα πως στο εξώφυλλο μπορεί κάποιος να δει ένα λάθος αλλά μπορεί και να δει μιαν άλλη προσέγγιση της Ιστορίας μέσω μιας αυθαιρεσίας. Κι αν δεν κάνει η λογοτεχνία αυθαιρεσίες, ποιος θα κάνει; Η Πυρκαγιά του Αυγούστου του 1917 στη Θεσσαλονίκη έβαλε με πολλούς τρόπους νέες συνθήκες στην πόλη. Άλλαξε όψη και το κέντρο της και τα περίχωρά της. Στο κέντρο άλλαξαν ακόμη και οι ιδιοκτησίες, στα περίχωρα παγιώθηκε μια οικιστική τακτική που άρχισε από το 1914 και τους τότε πρόσφυγες και συνεχίστηκε το 1922 με τους επόμενους πρόσφυγες. Πώς όμως να μιλήσει κανείς για τη Μεγάλη Πυρκαγιά και να μπορέσει να αποφύγει τις κοινοτυπίες και τα κλισέ;. Όταν διηγείται μάλιστα (μην το ξεχνάμε αυτό) μια ερωτική ιστορία σε μια πόλη με βαθύ και σκοτεινό (κάποιες φορές) παρελθόν; Εδώ υπάρχει το καλύτερο εύρημα του συγγραφέα. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το κεντρικό δίδυμο της νουβέλας (ναι, είναι μαζί και είναι ερωτευμένοι και ευτυχισμένοι) και, κυρίως, ο τόπος που συμβαίνει αυτό είναι εκπληκτικός. Και αυτά που ακολουθούν. Δεν είναι σωστό, νομίζω, με το βιβλίο ακόμη εκτός βιβλιοπωλείων να αποκαλύπτονται τα μυστικά του και τα όμορφά του. Μπορώ όμως να πω πως αν η Θεσσαλονίκη έχει βυζαντινό παρελθόν, εδώ, στο 17ο κεφάλαιο, υπονοείται με σαφήνεια και επάρκεια. Αν αυτό το βυζαντινό παρελθόν της (και όχι μόνο) δίνει και υπερβατικά στοιχεία στην Ιστορία της και στους θρύλους που την σκέπουν, εδώ στο τέλος της νουβέλας υπάρχουν δείγματά τους. Και αν μπορεί ένας άνθρωπος να υπερβεί το σχήμα του και να γίνει σύμβολο Εποχής και Τόπου, η Αυγερινή του Νίκου Τακόλα, εδώ στο φινάλε της ιστορίας της, το πετυχαίνει.

Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 2018






Δευτέρα, Νοεμβρίου 05, 2018

Τα βιβλία μου, οι δαίμονές μου

1986
 Γλυκιές σφαιρούλες απ' τ' όμορφό σου όπλο, ποιήματα, Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσα­λο­νίκη, 1986. (Κυκλοφόρησε στις 24.3.1986).
1987
Η μοτοσυκλέτα στην ελληνική λογοτεχνία,
μελέτη, Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλο­νίκη, 1987. (Κυ­κλοφόρησε στις 2.4.1987).
1991
Λαίμαργο βλέμμα,
ποιήματα, Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1990. (Κυκλοφό­ρησε στις 14.1.1991).
1993
Λεμπέτ,
μελέτη, έκδοση της Άλλης Πλευράς, Θεσσαλονίκη, 1993. (Κυκλοφόρησε στις 5.10.1993).
1996
Από το Βαρδάρι ως το Δερβένι,
ιστορική καταγραφή μέχρι το 1920, μελέτη, εκδ. Ζή­τρος, Θεσ­σαλονίκη, 1997. ISBN: 960-7760-05-0. (Κυκλοφόρησε στις 24.12.1996).
1998
Η μοτοσυκλέτα στην ελληνική λογοτεχνία, β΄ έκδ.,
μελέτη, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλο­νίκη, 1998. ISBN: 960-7760-32-8. (Κυκλοφόρησε στις 10.12.1998).
2001
Δι' εγκαταστάσεως 1914,
λεύκωμα, έκδοση του Δήμου Σταυρούπολης, Θεσσαλονίκη, 2001. ISBN: 960-86925-0-4. (Κυκλοφόρησε στις 18.05.2001). 2006
Δι' εγκαταστάσεως 1914, 2η έκδοση, λεύκωμα,  έκδοση του Δήμου Σταυρούπολης, Θεσσαλονίκη, 2005. ISBN: 960-86925-5-5. (Κυκλοφόρησε στις 20.03.2006).
2001
Ο Σταύρακας ηγάπησεν,
θέατρο, έκδοση του Δήμου Ευόσμου, Θεσσαλονίκη, Νοέμ­βριος 2001. Στο έντυπο επισυνάπτεται και το CD με τα τραγούδια της παράστασης. (Κυκλο­φόρησε 24 Νοεμβρίου 2001).
2002
Μέρες ποδοσφαίρου,
μελέτη, έκδοση του Δήμου Σταυρούπολης, Θεσσαλο­νίκη, 2002. ISBN: 960-86925-3-9. (Κυκλοφόρησε 10 Μαΐου 2002).
2002
Βιβλία Σταυρουπολιτών,
λεύκωμα, έκδοση του Δήμου Σταυρούπολης, Θεσσα­λονίκη, 2002. ISBN: 960-86925-2-0. (Κυκλοφόρησε 14 Μαΐου 2002).
2002
Ξορκίζοντας το κακό,
λεύκωμα, έκδοση του Δήμου Σταυρούπολης, Θεσσαλο­νίκη, 2002. ISBN: 960-86925-1-2. (Κυκλοφόρησε 15 Μαΐου 2002).
2005
Το Κλειδί της ΠΟΛΗΣ, ετήσια έκδοση του περ. ΠΟΛΗ, Δεκέμβριος 2005: Ανθολόγιο Σταυρούπολης, Ι. Λογοτεχνική ανθολογία, έρευνα.
2006
Το Κλειδί της ΠΟΛΗΣ, ετήσια έκδοση του περ. ΠΟΛΗ, Δεκέμβριος 2006: Σκοτεινά γιορτάζει, ποίημα.
2008
Ενδοσκεληδόν,
ανθολογία έργων της ελληνικής λογοτεχνίας με ήρωες μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές, ανθολογία, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 2007. ISBN: 978-960-463-005-9. (Κυκλοφόρησε 28-3-2008).
2012
Η μοναξιά του Ζέιτενλικ,
η μακραίωνη κυοφορία των δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1920, μελέτη, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 2012. ISBN: 978-960-463-123-0. (Κυκλοφόρησε 25-8-2012).
2012
ελαιώνας/zeitenlik,
Ιεροσπουδαστήριο Μονής Λαζαριστών, το 2012 πίσω από το 1912 ως το 1859, κείμενο σε τρεις γλώσσες (ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά), Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 2012. (Κυκλοφόρησε 5-10-2012).
2012
ελαιώνας/zeitenlik,
 Ιεροσπουδαστήριο Μονής Λαζαριστών, το 2012 πίσω από το 1912 ως το 1859, κατάλογος έκθεσης, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 2012. (Κυκλοφόρησε 5-10-2012).
2013
Ίχνη όζας,
διηγήματα, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, Μάιος 2013. ISBN: 978-960-463-246-6. (Κυκλοφόρησε 4-5-2013).
2014
Στα ίχνη του κόκκινου Κανάκη,
μελέτη, έκδοση του ΚΙΑΘ – Κέντρο Ιστορίας Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 2014. ISBN: 978-960-99908-1-3. (Κυκλοφόρησε 28-2-2014).
2016
Εκείθεν της Αγίας Παρασκευής,
το τοπίο της δυτικής υπαίθρου της Θεσσαλονίκης (1914-1919), μελέτη, εκδ. UNIVERSITY STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη, 2016. ISBN: 978-960-12-2250-9. (Κυκλοφόρησε 28 Ιανουαρίου 2016).
2017

Μελάφτσα, Ηλιόλουστο: μνήμη πρώτων, βιβλίο 1, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 2017. ISBN: 978-618-83338-1-9. (Κυκλοφόρησε 21 Σεπτεμβρίου 2017).
2017

Οι καθολικοί δυτικά, στο συλλογικό Οι Φράγκοι της Σαλονίκης, εκδ. Κέντρο Ιστορίας Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 2017. ISBN: 978-960-99908-2-0. (Κυκλοφόρησε 20 Δεκεμβρίου 2017).

Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2018

Μια, αδημοσίευτη, συνέντευξη

Το email ήταν ευγενικό και διατύπωνε τις εξής ερωτήσεις:


1. Λίγα λόγια για την παράσταση.
2. Μερικά πράγματα για εσάς. Βιογραφικά στοιχεία, πως ασχοληθήκατε με το θέατρο, σε ποιο εργασιακό χώρο είστε κλπ. 
2+Αν για εσάς γίνεται σε ερασιτεχνικό ή επαγγελματικό επίπεδο, τις δυσκολίες και την αποδοχή των παραστάσεων από τον κόσμο.
3. Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι να σκηνοθετείτε μη επαγγελματίες ηθοποιούς, δηλαδή θέλω να μου πείτε πως είναι οι εκπαιδευτικοί ως ηθοποιοί και πως το βιώνετε όλοι μαζί αυτό το εγχείρημα, στις πρόβες αλλά και στην παράσταση. (το κλίμα, το άγχος, τα λάθη που γίνονται κλπ)


Η απάντηση ήταν, σχετικά, αναλυτική και, λίγο χύμα, για να δώσει στη δημοσιογράφο το πεδίο να συνθέσει το κείμενό της κατά τα γούστα της:


Η συνεργασία
Στις 28 Σεπτεμβρίου ξεκίνησαν οι παραστάσεις της θεατρικού έργου με τίτλο “Νυχτοφαγιές” του Σπύρου Λαζαρίδη που είναι παραγωγή της Ε΄ ΕΛΜΕ Θ. Οι παραστάσεις δίνονται στην αίθουσα θεάτρου του Κέντρου Πολιτισμού “Χρήστος Τσακίρης” του Δήμου Παύλου Μελά και είναι αφιερωμένες σε δυο ομάδες συνανθρώπων μας που η ζωή τους σημαδεύτηκε για πάντα , τους πυρόπληκτους της Ανατολικής Αττικής και τους πρόσφυγες. Το νέο έργο «Νυχτοφαγιές», αποτελεί συνέχεια της συνεργασίας της Ε΄ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης με τη θεατρική ομάδα που δραστηριοποιείται στις Δυτικές Συνοικίες της Θεσσαλονίκης. Το 2014 παρουσιάστηκε το έργο “Καντίνα”/”Canteen”/Can(teen), αφιερωμένο στους συναδέλφους που τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας-απόλυσης, και το 2016 “Πες το ψέματα”, αφιερωμένο στους πρόσφυγες.
Φωτο: Σπύρος Λαζαρίδης
Το έργο
Μια γυναίκα ζει με μνήμες και φροντίζει αδέσποτα σκυλιά. Ούτε η πρώτη είναι ούτε η τελευταία. Προσοχή όμως. Τα σκυλιά τριγυρίζουν στο, άδειο από στρατιώτες, εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο Παύλου Μελά. Η γυναίκα αποφεύγει σαν το διάολο το λιβάνι να τ’ αποκαλεί με ανθρώπινα ονόματα. Έχει τους λόγους της. Δεν της είναι άγνωστα τα χώματα που πατά. Σ’ αυτά μπουσούλησε ως βρέφος. Αυτή ήταν το πρώτο παιδάκι που γεννήθηκε σ’ εκείνο το κολαστήριο που ήταν το Παύλου Μελά στον καιρό της Ναζιστικής Κατοχής. Αυτή και τα χώματα ξέρουν. Ξέρουν γιατί τα χορτάρια εκεί δεν φυτρώνουν ούτε και ξεραίνονται σαν όλα τα χορτάρια του κόσμου. Ξέρουν τι ήταν τα θρεφτάρια του στρατοπέδου και τι ήταν οι νυχτοφαγιές. Ξέρουν τι ήταν ο πιστολισμός στο πίσω μέρος του κρανίου και τι είναι να συνηθίζεις τον καθημερινό θάνατο του διπλανού ανθρώπου που, κατά τύχη, δεν είσαι εσύ. Ξέρουν βέβαια και τη λαχτάρα για ζωή, ξέρουν για τα ερωτικά ραβασάκια των μελλοθάνατων που ανταλλάσσονταν ανάμεσα στα αγκαθωτά σύρματα που χώριζαν άντρες και γυναίκες, Έλληνες και Σέρβους ή Ιταλούς. Ξέρουν όμως και άλλα. Ξέρουν γιατί η Συννεφιασμένη Κυριακή στοιχειώνει τα όνειρα ενός κρατούμενου και παιδεύει έναν υπάλληλο του στρατοπέδου. Ξέρουν πως Εβραίοι έφυγαν και από το στρατόπεδο αυτό για το ταξίδι του χαμού τους. Ξέρουν πως έφυγαν ξοπίσω τους κι άλλοι κι άλλοι, που δεν γνώρισαν τα κρεματόρια και το Ολοκαύτωμα, γνώρισαν όμως τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης στη Γερμανία. Ξέρουν γιατί έπαιζαν ποδόσφαιρο τα παιδιά της γειτονιάς δίπλα στην Τούμπα των εκτελέσεων. Ξέρουν πόσοι ακριβώς ήταν εκείνοι οι τελευταίοι του στρατοπέδου που παρέλασαν ρακένδυτοι και γιόρτασαν με όλη τη Θεσσαλονίκη την Απελευθέρωση.
Στο θεατρικό έργο Νυχτοφαγιές ενσωματώνονται λέξεις και γεγονότα όπως τα διηγήθηκαν ή τα έγραψαν οι ίδιοι οι κρατούμενοι. Εξ άλλου λέξη κρατούμενου αυτού του στρατοπέδου είναι και ο τίτλος του έργου˙ κρατούμενου ο οποίος έζησε και την εμπειρία του εγκλεισμού του στην αποθήκη ψυχών απ’ όπου προμηθεύονταν τα θύματα για τα αντίποινά τους οι Γερμανοί, αλλά και την εμπειρία της αποστολής του στη Γερμανία απ’ όπου ευτυχώς επέστρεψε ζωντανός. Η μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη γαντζώνεται από μια συγκυρία, που μπορεί και να μην είναι σκέτη συγκυρία και σύμπτωση, και μπολιάζει με τη δύναμή της το έργο. Εκτός από λόγια των κρατουμένων, στο έργο εισάγονται και φράσεις ενός λογοτέχνη της Θεσσαλονίκης που έγραψε για το στρατόπεδο, τους κρατούμενούς του, αλλά και για τους άλλους, που με τα διάφορα κατοπινά Σχέδια Μάρσαλ, εξασφάλισαν χρυσά κουτάλια, πιρούνια και μαχαίρια για τον εαυτό τους και χρυσές αλυσίδες για τους ηττημένους, εκείνους που παρέλασαν ρακένδυτοι από το Στρατόπεδο προς το Διοικητήριο τη μέρα της Απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τη Φασιστική Γερμανική Κατοχή.
Φωτο: Ευθύμης Μουρατίδης
Ο συγγραφέας 

Σπύρος Λαζαρίδης

Γεννήθηκε το 1958 στο Ηλιόλουστο του Κιλκίς και από το 1967 μένει στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε το Φυσικό τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής  του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης και εργάζεται ως καθηγη­τής στη Μέση Εκπαίδευση. Συ­νεργάστηκε με ποιήματα, δοκίμια και μελέτες με τα περιοδικά: «Διαγώνιος», «Οδός Πανός», «Εντευκτήριο», «Τραμ», «Η λέξη», «2 τροχοί», «Θεσσαλονικέων πόλις», «Ο δημότης», «Δυτικώς», «Τάμαριξ», «ΠΟΛΗ».
Ποιήματά του ανθολογήθηκαν στη σειρά «Φωνές» των εκδόσεων Πρόσπερος, στο «Κατάλυμα νέων ποιητών της Θεσσαλονίκης 1980-1989» των εκδόσεων Μπιλιέτο, στο ιταλικό περιοδικό «Private», N. 24, Bologna, Italia, χειμώνας 2002-03 και στην ανθολογία «A century of Greek poetry 1900-2000», Cosmos Publishing, River Vale, New Jersey, 2004.
Έκανε την έρευνα και είχε την επιμέλεια πολλών εκθέσεων ιστορικού ενδιαφέροντος.
Θεατρικά του έργα ανέβηκαν από ερασιτεχνικά σχήματα σε σκηνές της Δυτικής Θεσσαλονίκης από το 2001.
Τελευταίο λογοτεχνικό βιβλίο του: Ίχνη όζας, διηγήματα, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2013.
Τελευταίο βιβλίο του: Εκείθεν της Αγίας Παρασκευής, το τοπίο της δυτικής υπαίθρου της Θεσσαλονίκης (1914-1919), εκδόσεις University Studio Press, 2016.
Συμμετοχή: Οι καθολικοί δυτικά, στο συλλογικό Οι Φράγκοι της Σαλονίκης, εκδ. Κέντρο Ιστορίας Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 2017. 

Φωτο: Ευρώπη Κεσσίδου

Η εμπλοκή μου με το θέατρο ξεκίνησε το 2001, όταν έπρεπε να βρω ένα διήγημα με θέμα τη μοτοσυκλέτα, να το δώσω σ’ έναν καραγκιοζοπαίχτη κι αυτός να το κάνει θέατρο σκιών∙ αυτή ήταν η παραγγελία από τους διοργανωτές μιας σειράς εκδηλώσεων με θέμα τη Μοτοσυκλέτα και την Τέχνη. Προτίμησα να γράψω μια δική μου ιστορία και να την κάνουμε θεατρικό με κάποιους φίλους. Το κάναμε, παίξαμε στη Δράμα μια αρχική μορφή του το 2001 και σε λίγους μήνες το παρουσιάσαμε ολοκληρωμένο στη Θεσσαλονίκη. Κι άλλοι φίλοι θέλανε να συμμετέχουν σε κάτι τέτοιο, προέκυψε νέο έργο με περισσότερους ρόλους και μετά κι άλλο, για να φτάσουμε μετά από δεκαεφτά χρόνια στις «Νυχτοφαγιές».

Φωτο: Σπύρος Λαζαρίδης

Ερασιτεχνικό ή επαγγελματικό επίπεδο

Με περισσότερα από δυο δεκάδες βιβλία στην καμπούρα μου, δηλώνω ερασιτέχνης συγγραφέας αφού το συγγραφιλίκι δεν είναι το επάγγελμά μου αλλά το μεράκι μου. Όπως ακριβώς στα ιστορικά μου βιβλία ή στις λογοτεχνικές μου μελέτες, θέλω να μην έχω τεχνικά λάθη που να προδίδουν πως σπούδασα θετικές επιστήμες και όχι φιλολογικές, έτσι και στο θέατρο, τα κείμενα που φτάνουν στην ομάδα περνάνε μεγάλο διάστημα απομόνωσης στο συρτάρι και στο μυαλό μου. Οι περισσότεροι από τους συνεργάτες μου στην ομάδα, ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Συνεργαζόμαστε και με επαγγελματίες που μας τιμούν με τη φιλία τους, όπως η Αυγή Προγκίδη στην κίνηση και τη χορογραφία, αλλά οι υπόλοιποι είμαστε ερασιτέχνες που αποζητούν την επαγγελματική τελειότητα. Με τις «Νυχτοφαγιές», μας βγήκε η ψυχή, ώστε να αποφύγουμε το συγκαταβατικό χαμόγελο του θεατή και την καταραμένη φράση: «για ερασιτέχνες καλοί είστε». Θέλουμε οι παραστάσεις μας να είναι όπως οι καλές διαιτησίες: να μην πρωταγωνιστούν τα λάθη των συντελεστών, αλλά να αναδεικνύεται η πνοή του έργου.
 Η σκηνοθεσία είναι άλλο πράγμα. Εδώ είναι απαραίτητη η ακαδημαϊκή γνώση ή έστω η μεγάλη εμπειρία. Το τολμώ μόνο για έργα που μπορώ να τα υποστηρίξω σε κάθε λέξη τους. Όταν γνωρίζω πώς θέλω να ακούσω τη λέξη μου και να δω την εικόνα μου, θα φέρω τον κόσμο πάνω κάτω για να τα καταφέρω με τους φίλους-ηθοποιούς. Υπάρχει συναισθηματική επαφή και αμοιβαία εκτίμηση. Δεν διακυβεύεται καμία καριέρα, αλλά υπηρετείται ένας νταλγκάς. Τα υπόλοιπα, έρχονται. Η εξέλιξη των παλαιότερων μελών της ομάδας, επιβεβαιώνει το «μη μάταιο» της προσπάθειας, αφού τα "υπόλοιπα" αποδείχτηκαν και καλά.
Η πραγματική δυσκολία μιας ερασιτεχνικής θεατρικής ομάδας είναι αυτή που αφορά στο ζήτημα της στέγης και της οικονομικής αυτάρκειας των παραγωγών της. Μέχρι στιγμής, τα καταφέρνουμε. Οι φιλόξενες αίθουσες των σχολείων της Δυτικής Θεσσαλονίκης είναι στέγη μας, οι δήμοι (παλαιότερα) και η Ε’ ΕΛΜΕ τα τελευταία χρόνια, αλλά και το πείσμα μας (υπήρξε παραγωγή μας, που επιβάρυνε οικονομικά μόνο τα μέλη της ομάδας), μας επιτρέπουν να σχεδιάζουμε τις παραστάσεις μας χωρίς εκπτώσεις στην αισθητική μας και να αποδίδουμε τα έσοδα σε κοινωνικούς σκοπούς, και αυτό γίνεται από την πρώτη παράσταση του 2001 μέχρι σήμερα.

Φωτο: Ευθύμης Μουρατίδης
Συντελεστές
Κείμενο, στίχοι τραγουδιών, σκηνοθεσία: Σπύρος Λαζαρίδης
Μουσική: Βασίλης Μπάνος
Κίνηση, χορογραφία: Αυγή Προγκίδη
Σκηνικά: Τάσος Τσιάχτας
Κατασκευή σκηνικών: Σταύρος Τσαλαμπούνης
Κουστούμια: Σταυρούλα Μαμούτου
Φωτισμοί, μακιγιάζ: Ολυμπία Λαζαρίδου
Ηθοποιοί: Παναγιώτης Αλευρίδης, Γιάννης Αναβελάνος, Γιώργος Γκάτσος, Δήμητρα Γοργορή, Στάθης Δρίζης, Δήμητρα Θωμά, Βίκη Κίτσιου, Ολυμπία Κύκλη, Γιώργος Λαδόπουλος, Μαίρη Λυμπεριάδου, Σταυρούλα Μαμούτου, Πέπη Μισαηλίδου, Βάσω Μπούρη, Φωτεινή Παπαδοπούλου, Σοφία Παπαθανασίου, Άννα Ρογδάκη, Τάσος Σαμαράς, Σταύρος Τσαλαμπούνης, Σταυρούλα Τσέλιου
Θέατρο Σκιών: Οδυσσέας Κανλής
Σχεδιασμός, κατασκευή φιγουρών: Μιχάλης Μυλωνάς



Το δημοσίευμα που, τελικά, έγινε ήταν σε φύλλο μιας Κυριακής, λίγων λέξεων και με παραπλανητικό τίτλο. Δεν θέλω να το θυμάμαι. Μέρες μετά, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τη δημοσιογράφο με το οποίο μου ζητούσε συγγνώμη. Προς τιμήν της.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 12, 2018

Νυχτοφαγιές από την Ε΄ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης


Ε΄ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης
προξένου Κορομηλά 51
ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ “ΝΥΧΤΟΦΑΓΙΕΣ” ΣΤΙΣ 28 και 29/9, 5,6,12,13/10 ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ
Στις 28 Σεπτεμβρίου ξεκινούν οι παραστάσεις της θεατρικού έργου με τίτλο “Νυχτοφαγιές” του Σπύρου Λαζαρίδη που είναι παραγωγή της Ε΄ ΕΛΜΕ Θ. Οι παραστάσεις θα γίνουν στην αίθουσα θεάτρου του Κέντρου Πολιτισμού Χρήστος Τσακίρης του Δήμου Παύλου Μελά. Για να παρακολουθήσετε την παράσταση, αναγκαία είναι η κράτηση θέσης στα τηλέφωνα: 6932460835 και 6976158744.
Οι παραστάσεις είναι αφιερωμένες σε δυο ομάδες συνανθρώπων μας που η ζωή τους σημαδεύτηκε για πάντα , τους πυρόπληκτους της Ανατολικής Αττικής και τους πρόσφυγες. Αποτελεί συνέχεια της συνεργασίας με τη θεατρική ομάδα που δραστηριοποιείται στα Δυτικά της Θεσσαλονίκης. Το 2014 παρουσιάστηκε το έργο “Καντίνα”/”Canteen”/Can(teen), αφιερωμένο στους συναδέλφους που τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας-απόλυσης, και το 2016 η επιθεώρηση “Πες το ψέματα”, αφιερωμένη στους πρόσφυγες.
Ως εκπαιδευτικοί και πολίτες παίρνουμε θέση απέναντι σε ό,τι μας πονάει, αναζητούμε τις αιτίες και τους υπεύθυνους, συγχρόνως όμως, εκφράζουμε έμπρακτα την αλληλεγγύη μας. Με απόφαση του Δ.Σ. της ΕΛΜΕ κυκλοφορoύν κουπόνια ενίσχυσης των πέντε (5) ευρώ. 

Το έργο
Μια γυναίκα ζει με μνήμες και φροντίζει αδέσποτα σκυλιά. Ούτε η πρώτη είναι ούτε η τελευταία. Προσοχή όμως. Τα σκυλιά τριγυρίζουν στο, άδειο από στρατιώτες, εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο Παύλου Μελά. Η γυναίκα αποφεύγει σαν το διάολο το λιβάνι να τ’ αποκαλεί με ανθρώπινα ονόματα. Έχει τους λόγους της. Δεν της είναι άγνωστα τα χώματα που πατά. Σ’ αυτά μπουσούλησε ως βρέφος. Αυτή ήταν το πρώτο παιδάκι που γεννήθηκε σ’ εκείνο το κολαστήριο που ήταν το Παύλου Μελά στον καιρό της Ναζιστικής Κατοχής. Αυτή και τα χώματα ξέρουν. Ξέρουν γιατί τα χορτάρια εκεί δεν φυτρώνουν ούτε και ξεραίνονται σαν όλα τα χορτάρια του κόσμου. Ξέρουν τι ήταν τα θρεφτάρια του στρατοπέδου και τι ήταν οι νυχτοφαγιές. Ξέρουν τι ήταν ο πιστολισμός στο πίσω μέρος του κρανίου και τι είναι να συνηθίζεις τον καθημερινό θάνατο του διπλανού ανθρώπου που, κατά τύχη, δεν είσαι εσύ. Ξέρουν βέβαια και τη λαχτάρα για ζωή, ξέρουν για τα ερωτικά ραβασάκια των μελλοθάνατων που ανταλλάσσονταν ανάμεσα στα αγκαθωτά σύρματα που χώριζαν άντρες και γυναίκες, Έλληνες και Σέρβους ή Ιταλούς. Ξέρουν όμως και άλλα. Ξέρουν γιατί η Συννεφιασμένη Κυριακή στοιχειώνει τα όνειρα ενός κρατούμενου και παιδεύει έναν υπάλληλο του στρατοπέδου. Ξέρουν πως Εβραίοι έφυγαν και από το στρατόπεδο αυτό για το ταξίδι του χαμού τους. Ξέρουν πως έφυγαν ξοπίσω τους κι άλλοι κι άλλοι, που δεν γνώρισαν τα κρεματόρια και το Ολοκαύτωμα, γνώρισαν όμως τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης στη Γερμανία. Ξέρουν γιατί έπαιζαν ποδόσφαιρο τα παιδιά της γειτονιάς δίπλα στην Τούμπα των εκτελέσεων. Ξέρουν πόσοι ακριβώς ήταν εκείνοι οι τελευταίοι του στρατοπέδου που παρέλασαν ρακένδυτοι και γιόρτασαν με όλη τη Θεσσαλονίκη την Απελευθέρωση.
Στο θεατρικό έργο Νυχτοφαγιές ενσωματώνονται λέξεις και γεγονότα όπως τα διηγήθηκαν ή τα έγραψαν οι ίδιοι οι κρατούμενοι. Εξ άλλου λέξη κρατούμενου αυτού του στρατοπέδου είναι και ο τίτλος του έργου˙ κρατούμενου ο οποίος έζησε και την εμπειρία του εγκλεισμού του στην αποθήκη ψυχών απ’ όπου προμηθεύονταν τα θύματα για τα αντίποινά τους οι Γερμανοί, αλλά και την εμπειρία της αποστολής του στη Γερμανία απ’ όπου ευτυχώς επέστρεψε ζωντανός. Η μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη γαντζώνεται από μια συγκυρία, που μπορεί και να μην είναι σκέτη συγκυρία και σύμπτωση, και μπολιάζει με τη δύναμή της το έργο. Εκτός από λόγια των κρατουμένων, στο έργο εισάγονται και φράσεις ενός λογοτέχνη της Θεσσαλονίκης που έγραψε για το στρατόπεδο, τους κρατούμενούς του, αλλά και για τους άλλους, που με τα διάφορα κατοπινά Σχέδια Μάρσαλ, εξασφάλισαν χρυσά κουτάλια, πιρούνια και μαχαίρια για τον εαυτό τους και χρυσές αλυσίδες για τους ηττημένους, εκείνους που παρέλασαν ρακένδυτοι από το Στρατόπεδο προς το Διοικητήριο τη μέρα της Απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τη Φασιστική Γερμανική Κατοχή.

Συντελεστές
Κείμενο, στίχοι τραγουδιών, σκηνοθεσία: Σπύρος Λαζαρίδης
Μουσική: Βασίλης Μπάνος
Κίνηση, χορογραφία: Αυγή Προγκίδη
Σκηνικά: Τάσος Τσιάχτας
Κατασκευή σκηνικών: Σταύρος Τσαλαμπούνης
Κουστούμια: Σταυρούλα Μαμούτου
Φωτισμοί, μακιγιάζ: Ολυμπία Λαζαρίδου
Ηθοποιοί: Παναγιώτης Αλευρίδης, Γιάννης Αναβελάνος, Γιώργος Γκάτσος, Δήμητρα Γοργορή, Στάθης Δρίζης, Δήμητρα Θωμά, Βίκη Κίτσιου, Ολυμπία Κύκλη, Γιώργος Λαδόπουλος, Μαίρη Λυμπεριάδου, Σταυρούλα Μαμούτου, Πέπη Μισαηλίδου, Βάσω Μπούρη, Φωτεινή Παπαδοπούλου, Σοφία Παπαθανασίου, Άννα Ρογδάκη, Τάσος Σαμαράς, Σταύρος Τσαλαμπούνης, Σταυρούλα Τσέλιου
Θέατρο Σκιών: Οδυσσέας Κανλής

Σχεδιασμός, κατασκευή φιγουρών: Μιχάλης Μυλωνάς



Τρίτη, Ιουνίου 26, 2018

Νυχτοφαγιές με την Ε΄ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης



Ε΄ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης 
Προξένου Κορομηλά 51 


Για τη θεατρική παράσταση «Νυχτοφαγιές» 

Η Ε΄ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης συνεχίζει τη συνεργασία της με τη θεατρική ομάδα που δραστηριοποιείται στα δυτικά της Θεσσαλονίκης και ανέβασε, μέχρι τώρα, τα έργα: Καντίνα/Canteen/Can(teen), 2014. Πες το ψέματα,2016. Κόκκινο, 2017. Τα δύο πρώτα ανέβηκαν σε παραγωγή της Ε΄ ΕΛΜΕ και ήταν αφιερωμένα στους συναδέλφους που τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας-απόλυσης (Καντίνα, 2014) και στους πρόσφυγες (Πες το ψέματα, 2016). 

Και το νέο έργο της διευρυμένης πια ομάδας, με τον τίτλο «Νυχτοφαγιές», θα είναι παραγωγή της Ε΄ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης και οι παραστάσεις (28 και 29/9/2018, καθώς και 5,6,12 και 13/10/2018 θα είναι αφιερωμένες στους πρόσφυγες. Οι παραστάσεις θα γίνουν στην αίθουσα θεάτρου του Κέντρου Πολιτισμού Χρήστος Τσακίρης του Δήμου Παύλου Μελά. Θα ακολουθήσουν κι άλλες ανακοινώσεις με λεπτομέρειες για τις κρατήσεις θέσεων. 

Το έργο 

Μια γυναίκα ζει με μνήμες και φροντίζει αδέσποτα σκυλιά. Ούτε η πρώτη είναι, ούτε η τελευταία. Προσοχή όμως. Τα σκυλιά τριγυρίζουν στο άδειο από στρατιώτες, εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο Παύλου Μελά. Η γυναίκα αποφεύγει σαν το διάολο το λιβάνι να τ’ αποκαλεί με ανθρώπινα ονόματα. Έχει τους λόγους της. Δεν της είναι άγνωστα τα χώματα που πατά. Σ’ αυτά μπουσούλησε ως βρέφος. Αυτή ήταν το πρώτο παιδάκι που γεννήθηκε σ’ εκείνο το κολαστήριο που ήταν το Παύλου Μελά στον καιρό της Ναζιστικής Κατοχής. Αυτή και τα χώματα ξέρουν. Ξέρουν γιατί τα χορτάρια εκεί δεν φυτρώνουν ούτε και ξεραίνονται σαν όλα τα χορτάρια του κόσμου. Ξέρουν τι ήταν τα θρεφτάρια του στρατοπέδου και τι ήταν οι νυχτοφαγιές. Ξέρουν τι ήταν ο πιστολισμός στο πίσω μέρος του κρανίου και τι είναι να συνηθίζεις τον καθημερινό θάνατο του διπλανού ανθρώπου που, κατά τύχη, δεν είσαι εσύ. Ξέρουν βέβαια και τη λαχτάρα για ζωή, ξέρουν για τα ερωτικά ραβασάκια των μελλοθάνατων που ανταλλάσσονταν ανάμεσα στα αγκαθωτά σύρματα που χώριζαν άντρες και γυναίκες, Έλληνες και Σέρβους ή Ιταλούς. Ξέρουν όμως και άλλα. Ξέρουν γιατί η Συννεφιασμένη Κυριακή στοιχειώνει τα όνειρα ενός κρατούμενου και παιδεύει έναν υπάλληλο του στρατοπέδου. Ξέρουν πως Εβραίοι έφυγαν και από το στρατόπεδο αυτό για το ταξίδι του χαμού τους. Ξέρουν πως έφυγαν ξοπίσω τους κι άλλοι κι άλλοι, που δεν γνώρισαν τα κρεματόρια και το Ολοκαύτωμα, γνώρισαν όμως τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης στη Γερμανία. Ξέρουν γιατί έπαιζαν ποδόσφαιρο τα παιδιά της γειτονιάς δίπλα στην Τούμπα των εκτελέσεων. Ξέρουν πόσοι ακριβώς ήταν εκείνοι οι τελευταίοι του στρατοπέδου που παρέλασαν ρακένδυτοι και γιόρτασαν με όλη τη Θεσσαλονίκη την Απελευθέρωση. Στο θεατρικό έργο Νυχτοφαγιές ενσωματώνονται λέξεις και γεγονότα όπως τα διηγήθηκαν ή τα έγραψαν οι ίδιοι οι κρατούμενοι. Εξ άλλου λέξη κρατούμενου αυτού του στρατοπέδου είναι και ο τίτλος του έργου˙ κρατούμενου ο οποίος έζησε και την εμπειρία του εγκλεισμού του στην αποθήκη ψυχών απ’ όπου προμηθεύονταν τα θύματα για τα αντίποινά τους οι Γερμανοί, αλλά και την εμπειρία της αποστολής του στη Γερμανία απ’ όπου ευτυχώς επέστρεψε ζωντανός. 

Η μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη γαντζώνεται από μια συγκυρία, που μπορεί και να μην είναι σκέτη συγκυρία και σύμπτωση, και μπολιάζει με τη δύναμή της το έργο. Εκτός από λόγια των κρατουμένων, στο έργο εισάγονται και φράσεις ενός λογοτέχνη της Θεσσαλονίκης που έγραψε για το στρατόπεδο, τους κρατούμενούς του, αλλά και για τους άλλους, που με τα διάφορα κατοπινά Σχέδια Μάρσαλ, εξασφάλισαν χρυσά κουτάλια, πιρούνια και μαχαίρια για τον εαυτό τους και χρυσές αλυσίδες για τους ηττημένους, εκείνους που παρέλασαν ρακένδυτοι από το Στρατόπεδο προς το Διοικητήριο τη μέρα της Απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τη Φασιστική Γερμανική Κατοχή. 

Συντελεστές 

Κείμενο, στίχοι τραγουδιών, σκηνοθεσία: Σπύρος Λαζαρίδης 

Μουσική: Βασίλης Μπάνος 

Κίνηση, χορογραφία: Αυγή Προγκίδη 

Σκηνικά: Τάσος Τσιάχτας 

Κατασκευή σκηνικών: Σταύρος Τσαλαμπούνης 

Κουστούμια: Σταυρούλα Μαμούτου 

Φωτισμοί, μακιγιάζ: Ολυμπία Λαζαρίδου 

Ηθοποιοί: Παναγιώτης Αλευρίδης, Γιάννης Αναβελάνος, Γιώργος Γκάτσος, Δήμητρα 

Γοργορή, Στάθης Δρίζης, Δήμητρα Θωμά, Βίκη Κίτσιου, Ολυμπία Κύκλη, Γιώργος 

Λαδόπουλος, Μαίρη Λυμπεριάδου, Σταυρούλα Μαμούτου, Πέπη Μισαηλίδου, 

Βάσω Μπούρη, Φωτεινή Παπαδοπούλου, Σοφία Παπαθανασίου, Αννα Ρογδάκη, 

Τάσος Σαμαράς, Σταύρος Τσαλαμπούνης, Σταυρούλα Τσέλιου 

Θέατρο Σκιών: Οδυσσέας Κανλής 

Σχεδιασμός, κατασκευή φιγούρας: Μιχάλης Μυλωνάς



Δευτέρα, Μαΐου 14, 2018

Ο Χρήστος Τσουτσουβής στην ελληνική λογοτεχνία

Απόγευμα Κυριακής, 12 Μαΐου 1985. Στην οδό Αμφίκλειας στου Γκύζη, εντοπίζεται απο αστυνομικούς μία πράσινη μοτοσυκλέτα, "Γιαμάχα, εντούρο", κλεμμένη στις 23 Απριλίου από το Γαλάτσι. Ξεκινάει η παρακολούθηση του οχήματος, σε εικοσιτετράωρη βάση. Η απογευματινή βάρδια της Τετάρτης, 15 Μαΐου, αποτελείται από τρεις αστυνομικούς, κλεισμένους σε συμβατικό αυτοκίνητο, στα πενήντα μέτρα από τη μοτοσυκλέτα. Δύο άντρες, γύρω στα τριάντα, πλησιάζουν και ξεκλειδώνουν το λουκέτο της μοτοσυκλέτας ενώ το αυτοκίνητο της αστυνομίας έρχεται δίπλα τους. Δύο από τους αστυνομικούς πετάγονται έξω από το αυτοκίνητο και φωνάζουν προς τους δύο άντρες "ακίνητοι...Αστυνομία", για να δεχτούν πυροβολισμούς από τους ψύχραιμους άνδρες οι οποίοι δεν αιφνιδιάστηκαν. Υπήρξε ανταλλαγή πυροβολισμών από την οποία έμεινε αλώβητος μόνο ο ένας εκ των δύο ανδρών, ο οποίος και διέφυγε. Από τους τρεις αστυνομικούς, ο ένας κατέληξε επί τόπου και οι άλλοι δύο, αργότερα, στο νοσοκομείο. Νεκρός έμεινε και ο ένας από τους δύο άντρες, σε απόσταση εκατό μέτρων από το αρχικό σημείο της συμπλοκής. Ο νεκρός είναι αγνώστων στοιχείων. Δύο μέρες μετά, δημοσιεύεται στις εφημερίδες η φωτογραφία του και μια αγγελία με την οποία καλείται όποιος γνωρίσει τον άνδρα της φωτογραφίας να επικοινωνήσει με την Αστυνομία. Τον αναγνωρίζουν οι οικείοι του με τους οποίους είχε να επικοινωνήσει από το 1981. Χρήστος Τσουτσουβής, ετών 32.

 Ιστορικό λεύκωμα 1985, έκδοση Καθημερινής, 1999, σελ. 96-97

Αστυνομική επιθεώρηση, αρ. 17-18,  Ιούνιος 1985, σελ. 66-67

Ξεκινάει ένας ορυμαγδός δημοσιευμάτων και εκπομπών με απίθανα σενάρια από δημοσιογράφους και άλλους καθώς και κείμενα που υπερασπίζονται τη μνήμη του νεκρού Τσουτσουβή. 

Ο Σπάστης, αρ. 7, Ιούνιος-Οκτώβριος 1985, σελ. 5

Ποιος, λοιπόν, ήταν ο Χρήστος Τσουτσουβής; Την απάντηση έδωσαν, πρώην σύντροφοί του. Η Αστυνομία στις 21 Μαΐου δίνει στη δημοσιότητα τις φωτογραφίες δύο ατόμων που τα αναζητεί ως μέλη της οργάνωσης Αντικρατική Πάλη, η οποία ανέλαβε "την ευθύνη για την εκτέλεση του εισαγγελέα Γ. Θεοφανόπουλου". Ο Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας (ΕΛΑ), στις 23 Μαΐου στέλνει τετρασέλιδη επιστολή σε εφημερίδα και αποκαλύπτει πως ο Τσουτσουβής υπήρξε μέλος του ΕΛΑ από το 1976 έως το 1980 οπότε και αποχώρησε "για να ακολουθήσει τις δικές του ιδιαίτερες επιλογές". Αυτές οι επιλογές τον οδηγούν στην ίδρυση της Αντικρατικής Πάλης.


Ο Σπάστης, αρ. 7, Ιούνιος-Οκτώβριος 1985, σελ. 12

Τα έντυπα του αναρχικού χώρου εξαπολύουν μύδρους κατά του Τύπου για τη στάση του απέναντι στον νεκρό. Μία στάση που οδήγησε της αδελφή του Τσουτσουβή να κάνει μήνυση σε ένα περιοδικό, ακριβώς για προσβολή νεκρού.

Δοκιμή, αρ. 4, Φλεβάρης 1986, σελ. 26

 Δοκιμή, αρ. 7, Ιούλιος 1985, σελ. 3

Μια αμηχανία υπήρχε στα αριστερά περιοδικά, το Αντί και τον Σχολιαστή, τα οποία δεν βρήκαν να γράψουν κάτι ουσιαστικό και κράτησαν, ευδιάκριτες, αποστάσεις με πιο απόμακρο τον Σχολιαστή. Και στα δύο έντυπα, ξεχωριστή περίπτωση υπήρξαν οι σκιτσογράφοι τους που απέδωσαν την πραγματικότητα με εύστοχο τρόπο.


Αντί, αρ. 290, 30 Μαΐου 1985, σελ. 7, 36, 37



Σχολιαστής, αρ. 27, 1 Ιουνίου 1985, σελ. 3, 4, 41

Η σιωπή αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από τους αναγνώστες αυτών των εντύπων που αντέδρασαν με επιστολές. 

Σχολιαστής, αρ. 30, 1 Σεπτεμβρίου 1985, σελ. 31

Σημαίνουσα θέση, στα κείμενα που γράφτηκαν για την υπόθεση, έχει το requiem του Γιώργου Καραμπελιά.
Ακαριαία ήταν και η αντίδραση της λογοτεχνίας. Μέσα στον ίδιο χρόνο με τη συμπλοκή στου Γκύζη, δημοσιεύεται το ποίημα του Δημήτρη Αρμάου, "Ελεγείο, ή Κάθαρση", στο περιοδικό Πολιορκία, αρ. 29, Δεκέμβριος 1985. Το ποίημα, με τον οριστικό του τίτλο, "Ελεγείο: Χ.Δ.Τ.":

Δημήτρης Αρμάος, Βίαιες εντυπώσεις, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 2009

"Γυμνός, και σε περίχυνε η γαλήνη / Των ιδεών που σ' είχαν επιτάξει" και "Θα λάβεις, κι ας φρενιάζουν οι δυνάστες / Το δίκιο σου απ' το μέλλον δίχως όρους". Είναι στίχοι που αποδίδουν με ενάργεια τον μύθο που έντυσε τον νεκρό άντρα και πέρασε έτσι στις μνήμες όσων ένιωθαν την ανάγκη να "επιτάσσονται" απο ιδέες και να αντιστέκονται σε δυνάστες. 

Αναρχία, αρ. 12, Ιούνης 1989, σελ. 16

Στην ίδια λογική με τον Αρμάο κινήθηκε, αρκετά χρόνια αργότερα και ο Ηλίας Λάγιος:

ο χρήστος τσουτσουβής κι ο ιησούς χριστός
στεκόντουσαν σ' ένα αμπελάκι με το σούρουπο

έδειχνε ο τσουτσουβής τους τύπους των σφαιρών

στο στήθος του

και αντεδείκνυεν ο ιησούς έναν τυφλό λεγεωνάριο



πιο πέρα στέκονταν η παναγιά συλλογισμένη

να δη από πού θ' ανάψη το κακό και θα βαρύνη

τ' άδικο
ενώ στο δίπλα της αδάκρυτη η αδελφή του τσουτσουβή
έραβε σάβανα λευκά για την αιωνιότητα

έτσι αναλήφθησαν ο ναζωραίος κι ο τραχύς
στους ουρανούς
περ' απ' τον θάνατο την τάχα μνήμη των ανθρώπων
κι ύφαινε σάβανα λευκά για την αιωνιότητα η παναγιά
κι η αδελφή του τσουτσουβή τραγούδαγε ένα σπασμένο
σκότεινο άστρο

κι είδαν τον χρήστο τσουτσουβή γαμπρό μ' άψογο 
μανικιούρ
κι είδαν γαμπρό παντός τον μαραγκό με μαυρισμένα
νύχια - ξανά 
κι η οβριά η μαρία κι η νότα τσουτσουβή τους λούσαν
και τους μύρωσαν
κι ο κόσμος ύφαινε για μας σάβανο μαύρο την αιωνιότητα


Ηλίας Λάγιος, Προς εγκωμιασμόν μιας αενάου εφηβικής ηλικίας (Legende), 
από τη συλλογή "Μουζικούλες", εκδ. Ερατώ, Αθήνα, Μάιος 1997.

Η εφημερίδα Τα Νέα, το 2008, διατύπωσε ένα κουίζ με βάση το ποίημα αυτό του Λάγιου και το θεατρικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, Ο ήχος του όπλου (1987):

Τα ανοιχτά μάτια του Χρήστου Τσουτσουβή φώτιζαν σαν προβολείς το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη Ο ήχος του όπλου. Τη μορφή του νεκρού της σύγκρουσης με την Αστυνομία στου Γκύζη ζωντάνεψε σε ποίημά του και ένας ταλαντούχος νέος λυρικός, που εμφανίστηκε στα γράμματα και έκλεισε τον κύκλο της ζωής του στην τελευταία 25ετία. Το πένθος μάλιστα φίλων και ομοτέχνων του για τον τραγικό του θάνατο, πριν από τρία χρόνια, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ποιος είναι; 

Για να δώσει την απάντηση:

O Ηλίας Λάγιος (1958- 2005) στο ποίημά του Προς εγκωμιασμόν μιας αενάου εφηβικής ηλικίας (Legende) επιχειρεί έναν πρωτότυπο παραλληλισμό: έδειχνε ο τσουτσουβής τους τύπους των σφαιρών στο στήθος του/ και αντεδείκνυεν ο ιησούς έναν τυφλό λεγεωνάριο. Και παρακάτω συνδέει την παναγιά με την αδάκρυτη αδελφή του τσουτσουβή νότα. 

Η ήρωας του ποιήματος σκιτσάρεται ρεαλιστικά, λέγεται με τ΄ όνομά του και μυθοποιείται· ενώ στο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη η αναφορά γίνεται υπαινικτικά και το διαρκώς παρόν όπλο (περίστροφο) αξιοποιείται δραματουργικά δίνοντας διέξοδο στην υπαρξιακή αγωνία των προσώπων. 

Τα χρόνια που ακολούθησαν τον απροσδόκητο θάνατό του, πολλά και ουσιαστικά γράφτηκαν για τον Ηλία Λάμδα, όπως υπέγραφε συχνά ο ίδιος τα κείμενά του. Τρία καλά περιοδικά αφιέρωσαν τεύχη τους ( Αντί,Μanifesto,Νέο Επίπεδο ) στα οποία με άρθρα και ποιήματα τιμήθηκε η μνήμη του.

Η πεζογραφία κράτησε διαφορετική στάση απέναντι στον Τσουτσουβή και τον θάνατό του. Ενώ οι δύο ποιητές έμειναν σε ό,τι είδαν και ένιωσαν, οι πεζογράφοι προσπάθησαν να αναπλάσουν, να δημιουργήσουν δικούς τους χαρακτήρες. Αξίζει τον κόπο να δει κανείς την προσπάθειά τους.

Νίκος Κάσδαγλης, Το θολάμι, εκδ. Στιγμή, Αθήνα, Νοέμβριος 1987

Το βιβλίο έλαβε καλή κριτική και λίγο έλειψε να γίνει και ταινία. Η δική μου η ματιά ήταν πιο αυστηρή. Δεν μπορούσα να παρακάμψω τις πληροφορίες που γνώριζα και να σταθώ επιεικής απέναντι σε μια ιστορία που έμπαζε, αφού, ενώ είχε ξεκάθαρες αναφορές σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, το διαχειρίστηκε απογυμνώνοντάς το από κάθε ιδεολογικό περιεχόμενο και επενδύοντάς το με διανοητικές κατασκευές που δεν προωθούσαν την πλοκή ή που δεν στόχευαν στο να εμβαθύνουν στους χαρακτήρες, αλλά ήθελαν (και πέτυχαν) να αφήσουν να αιωρούνται υποννοούμενα και μομφές γεμάτες, ωστόσο, ιδεολογική προκατάληψη. Ο ήρωας εδώ, δεν είναι ο νεκρός, αλλά ο, διαφυγών, σύντροφός του, ο οποίος και δίδει την χαριστική βολή στον, μέχρι τότε, τραυματία. Η κριτική που κάθισα και έγραψα για το βιβλίο αυτό, προοριζόταν για ένα λογοτεχνικό περιοδικό που ξεκίνησε τη διαδρομή του από τον Οκτώβριο του 1987, δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Την καταθέτω εδώ, χειρόγραφη (με το μολυβάκι του Ντίνου Χριστιανόπουλου, να διορθώνει):


Τόλης Νικηφόρου, Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2005

Εδώ έχουμε μια πολύ όμορφη έμπνευση από τον συγγραφέα, ο οποίος δημιουργεί έναν χαρακτήρα που οδηγείται στο, ιδιωτικό και ανεξάρτητο από οργανώσεις, αντάρτικο πόλης. Είναι πολύ καλογραμμένο και η αναφορά στη συμπλοκή του Γκύζη γίνεται μέσω της κίνησης της Αστυνομίας να αναρτήσει τη φωτογραφία του νεκρού στον Τύπο και σε μια ομολογία του ίδιου του συγγραφέα, πως η περιγραφή του προσώπου του νεκρού είναι ξεσηκωμένη από την, πραγματική, φωτογραφία του Χρήστου Τσουτσουβή. Εδώ το πρόβλημα είναι άλλο. Ο ήρωας καθιστά σχεδόν συνένοχό του έναν δημοσιογράφο, προς το τέλος του βιβλίου και, σελίδα τη σελίδα, δημιουργείται η αναγνωστική λαχτάρα που περιμένει από αυτόν, τον δευτερεύοντα ήρωα, να αναδεικνύεται σε πρωτεύοντα αφού καλείται να διαχειριστεί μια γνώση που δεν την θέλει, που δεν είναι νόμιμη και δεν την εγκρίνει. Τι θα κάνει; Τίποτα δεν κάνει. Το κάνει ο συγγραφέας. Και αντί, σ' εκείνο το σημείο να αρχίσει το πραγματικό μυθιστόρημα, έρχεται ο βολικός θάνατος του αρχικού ήρωα και βγάζει από το δίλημμα τον δημοσιογράφο και ρίχνει στην απογοήτευση τον αναγνώστη. Το εύκολο και, χολυγουντιανό, happy end, υπονομεύει το χτίσιμο μιας πολύ ενδιαφέρουσας πλοκής.

Οι εκμυστηρεύσεις του αντάρτη πόλης στον κάθε συνομιλητή του των εσώψυχών του και η αποδοχή του όρου "τρομοκράτης" από τον ίδιο, δίνουν και παίρνουν στο επόμενο μυθιστόρημα που θα μας απασχολήσει.

Γιώργος Καρτέρης, Ερωτευμένος τρομοκράτης, εκδ. Μελάνι, Αθήνα, Απρίλιος 2008

Έχω διαβάσει κι άλλα βιβλία του Καρτέρη. Πάντα έμενα με την αίσθηση ότι η λογοτεχνία του υστερεί των προθέσεών του. Το μεν πνεύμα  πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. Κάπως έτσι. Ο συγγραφέας έχει εντρυφήσει στα κείμενα των οργανώσεων αντάρτικου πόλης και τα χρησιμοποιεί, εντάσσοντάς τα στο μυθιστόρημά του. Ο ήρωάς του είναι, και εδώ, ο ζωντανός της συμπλοκής του Γκύζη. Στην πλοκή μπαίνουν διάφοροι χαρακτήρες και συμπλέκονται μεταξύ τους τόσο ασφυκτικά σε μια, φωσκολικής εμμονής, αποθέωση της σύμπτωσης. Όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους από τυχαίες αφορμές αλλά έχουν σημαντικό ρόλο στην υπόθεση. Ο συγγραφέας ανακατεύει στοιχεία από τις γνωστές πια, υποθέσεις οργανώσεων που έχουν διαλευκανθεί και έκλεισε, νομικά, ο φάκελός τους. Κανένα πρόβλημα. Ο στόχος που έβαλε ο συγγραφέας, να εμπλέξει την πολιτική επιλογή του ήρωά του με την σεξουαλικότητά του, από μόνος του δεν είναι κακός. Κάθε άλλο. Ο τρόπος που υπηρετείται, χωλαίνει. Παιδαριώδεις και αμήχανοι διάλογοι. Στη μια σειρά οι λέξεις λέγονται με τ' όνομά τους κι αμέσως μετά μπαίνει λογοκρισία: "Με το ένα χέρι θα κρατούσε το πιστόλι και με τ' άλλο υπολόγιζε να κρατά την ψωλή του. Θα ήταν η πρώτη φορά που θα έκανε έρωτα με το πιστόλι στο χέρι. Είχε κάποια αγωνία, δεν ήξερε αν μπορούσε να τα καταφέρει, φοβόταν μήπως την κρίσιμη στιγμή, πάνω στο αποκορύφωμα της σεξουαλικής πράξης, παρασυρόταν και έκλεινε τα μάτια του από ηδονή" (σελ. 344). Μετά την ψωλή, λάμπουν διά της απουσίας τους οι λέξεις γαμήσι, γκαύλα και ο βιασμός υποβιβάζεται σε σεξουαλική πράξη! Αυτός που τα κάνει αυτά είναι ακροδεξιός και χαφιές, δεν είναι ο ερωτευμένος τρομοκράτης αλλά κι εκείνος δεν πάει πίσω. Τον ρωτάει η ερωτευμένη μαζί του: "Τι έπαθες; Πολύ κλονισμένος μου φαίνεσαι για τρομοκράτης. Σε πειράζει να σε λέω τρομοκράτη; Άσχετα τι πιστεύω, αν είσαι τρομοκράτης ή όχι, αυτή η λέξη βοηθάει την επικοινωνία μας, είναι η λέξη κλειδί. Αν θέλεις τη βάζω σε εισαγωγικά". Και ο αντάρτης πόλης, ο ιδεολόγος που αφαιρεί ζωές επειδή υπηρετεί ιδέες, απαντά: "Μην μπαίνεις στον κόπο, δε με πειράζει, λέγε με όπως θες" (σελ. 334). Ο κόπος είναι τα εισαγωγικά! Θα μπορούσα, σχεδόν σε κάθε σελίδα, να διατυπώσω αρνητικά σχόλια για όσα διαβάζω εκεί, αλλά δεν νομίζω πως έχει σημασία. Όλοι οι ήρωές του έχουν λόγο ύπαρξης, όλοι όμως απαιτούσαν άλλη συγγραφική ετοιμότητα και ικανότητα. Αν κάνει κανείς μια περίληψη του έργου και περιγράψει με αδρά χαρακτηριστικά τους πρωταγωνιστές, τότε θα προκύψει ένα ελκυστικό κείμενο που θα σε ωθήσει στο βιβλιοπωλείο για να αγοράσεις το βιβλίο. Όταν το ανοίξεις όμως αρχίζει η πτήση σε διαδοχικά κενά αέρος και το ταξίδι γίνεται, αναγνωστική περιπέτεια. Υπάρχουν, πάντως, μόνο θετικές κριτικές στο διαδίκτυο.

Αθηνά Τσάκαλου, Οι λεηλάτες του μεσημεριού, οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα, 2018

Η Αθηνά Τσάκαλου υιοθετεί μια εκμηστηρευτική, ποιητική γραφή. Μεταδίδει συναισθήματα και δείχνει, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, πως ξέρει πού θα οδηγήσει το κείμενό της. Στήνει μια οικογενειακή ιστορία με επίκεντρο την απουσία και την επανεμφάνιση του πατέρα, τη σχέση του αδελφού με την αδελφή και χρησιμοποιεί εικόνες και διαλόγους που γραπώνουν τον αναγνώστη και τον κρατάνε αφοσιωμένο στον μύθο που εξελίσσεται. Μέχρι του σημείου που αποφασίζει η συγγραφέας να ρίξει στο παιχνίδι τη μεταφυσική. Είναι επιλογή της, υπηρετείται με συνέπεια, έχει όμως μια παρενέργεια. Αναγκάζει τον αναγνώστη, το έκανε τουλάχιστον με μένα, να αρχίζει να πνίγει τα επιφωνήματα ενθουσιασμού που γεννιούνται από όμορφες αράδες του κειμένου για να περιμένει το τέλος και τότε να κάνει τον απολογισμό. Η προσωπική μου εμπειρία είναι πως δεν τελείωσα το βιβλίο με τον ίδιο βαθμό αποδοχής που το άρχισα. Κι εδώ, ο ήρωας είναι ο νεκρός της συμπλοκής του Γκύζη, η οποία πια γίνεται συμπλοκή της Αστυνομίας με ομάδα αναρχικών, τα φώτα όμως πέφτουν στην αδελφή κυρίως και στη μάννα. Η μάννα στο βιβλίο της Τσάκαλου είναι μια εξαίσια λογοτεχνική φιγούρα, με πάθη και καρτερία, με σοφία και δύναμη. Η αδελφή είναι αυτή που αναζητά απαντήσεις. Και πριν τον θάνατο του αδελφού της και μετά, για τις επιλογές του, για τον δρόμο του.

Είναι, με απόσταση, το καλύτερο από τα μυθιστορήματα που παρουσιάζονται εδώ, χωρίς λεκτικά ατοπήματα και άσκοπους εντυπωσιασμούς (όπως υπάρχουν αυτά στον Καρτέρη), με σεβασμό και αληθινή απορία για επιλογές άλλων τις οποίες δεν καταλαβαίνει (καμία σχέση με τον Κάσδαγλη που δεν διστάζει να δώσει σάρκα και οντότητα σε κάτι άγνωστό του κι ας προσεγγίζει έτσι, το έργο του, το συγκαλυμμένο μανιφέστο κι όχι την ατόφια λογοτεχνία). Ένα είδος κενού που ένιωσα με τον Νικηφόρου, το ένιωσα κι εδώ, όταν διαπίστωσα (και στα δύο έργα) πως άλλους δρόμους τραβάμε, εγώ ως αναγνώστης κι αυτοί ως συγγραφείς. Η πλοκή που στήνουν και οι δύο με ωθεί προς μια ταύτιση με τις λέξεις και την αύρα του έργου τους, αλλά η λύση που δίνουν μου αφήνει την αίσθηση του ανεκπλήρωτου.


Κλείνοντας, περισσότερο κι από τις πληροφορίες για το παρελθόν του Τσουτσουβή, για τις πολιτικές του θέσεις και πράξεις, για την επαναστατική βία και το ηθικό ή όχι των φόνων που προκαλεί, για τη σχέση του με τους συντρόφους του, εκείνο που έφυγε και αποστασιοποιήθηκε από αυτόν και ταξιδεύει με ορμή προς την Ιστορία και την Τέχνη είναι η φωτογραφία με τα ορθάνοιχτα μάτια και το χυμώδες πρόσωπό του. Ένα ολοζώντανο πρόσωπο που οδηγεί εκείνον ή εκείνην που θα το ατενίσει σε μονοπάτια της ψυχής κι όχι του νου, μακριά από ιδεολογικές προκαταλήψεις και με διάθεση να ορθώσει ένα μεγάλο ερωτηματικό. Αυτό επιβαλλει η φωτογραφία του νεκρού Χρήστου Τσουτσουβή. Την ερώτηση. Την αναζήτηση. Την αμφιβολία. Όχι την σιγουριά κι ας έδρασε με απόλυτη σιγουριά και ψυχραιμία τις τελευταίες του στιγμές. Η αποδοχή ή η απόρριψη κάποιου δεν είναι η λύση. Κι από αυτήν την άποψη η Τσάκαλου αποδεικνύεται η καλύτερη από τους συγγραφείς που τον κοίταξε κατάματα: "Κάτι έπεσε πάνω μου, όχι δεν ήταν τα φύλλα των δέντρων, κάτι άλλο βαρύ και κρύο, κι ακούμπησαν τα γένια σου στο πρόσωπό μου. Όλοι οι φόβοι τελειώνουν κάποτε και μένει μόνο η απόγνωση. Σε είδα στις οθόνες των τηλεοράσεων στο δελτίο των έξι. Τα μάτια σου ορθάνοιχτα και το στόμα ελαφρά ανοιγμένο. Τα μάτια σου...".