Παρασκευή, Απριλίου 20, 2018

Τρεις ραδιοφωνικές συνεντεύξεις για τρία βιβλία

Στο site όπου συγκεντρώνω τα τεκμήρια της ενασχόλησής μου με τη γραφή (www.tsalimi.gr), προστέθηκαν τρία ηχητικά αρχεία. Τρεις συνεντεύξεις μου στον Γιώργο Καλιεντζίδη και στον ραδιοφωνικό σταθμό 9,58 fm της ΕΡΤ3 από το 2012 έως σήμερα.


Η προϊστορία των δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης ταυτίζεται με τη μοναξιά της μεγάλης περιοχής που λεγόταν Ζέιτενλικ. Η μοναξιά αυτή διαταράσσεται στην αυγή του εικοστού αιώνα. Η πόλη απελευθερώνεται από τους Τούρκους, καταφθάνουν στην περιοχή οι πρόσφυγες του 1914, αμέσως μετά έρχονται το 1915 τα συμμαχικά στρατεύματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η πυρκαγιά του 1917 και οι πυροπαθείς. Η δυτική ύπαιθρος της Θεσσαλονίκης, ξαφνικά γεμίζει κόσμο. Στήνονται οικισμοί οι οποίοι παρά τον προσωρινό χαρακτήρα τους δεν θα ερημώσουν ποτέ. Το 1922 είναι κοντά και παγιώνει μία κατάσταση που άρχισε να διαμορφώνεται από το 1914. Στο βιβλίο τεκμηριώνεται το στήσιμο του πρώτου προσφυγικού οικισμού δυτικά της Θεσσαλονίκης· του οικισμού Λεμπέτ που μετεξελίχτηκε στη σημερινή Σταυρούπολη. Ο τίτλος Η μοναξιά του Ζέιτενλικ είναι απόδοση μιας φράσης του L. Abastado που αναφέρεται στα τελευταία χρόνια ενός εκ των ηγούμενων των Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη, του I. B. Bonnieu.



Από το 1914 και μέχρι το 1919 η, εκτός των τειχών, δυτική Θεσσαλονίκη εγκατέλειψε την ρουτίνα ενός τοπίου που το διέσχιζαν χείμαρροι και ακαλλιέργητα εδάφη. Ήταν μια ευρεία έκταση όπου τα μόνα ανθρώπινα έργα ήταν δυο νεκροταφεία, δυο επιβλητικά κτίρια των καθολικών και ένα στρατόπεδο κτισμένο κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Και στα όρια αυτού του χώρου τα τσιφλίκια Καρά Χουσεΐν, Λεμπέτ, Χαρμάνκιοϊ και το, απροσδιορίστου εδαφικού αντικρίσματος, τοπωνύμιο Ζέιτενλικ.
Το Λεμπέτ και το Ζέιτενλικ είναι δύο λέξεις που απέκτησαν διαφορετικά νοήματα, ανάλογα με το ποιος τα χρησιμοποιούσε.
Ποιοι, πότε και πώς, λοιπόν, έκαναν χρήση αυτών των ονομάτων; Κρυβόταν κάποιου είδους σκοπιμότητα πίσω από την χρήση αυτή; Η περίοδος 1914-1919 είναι πολύ σημαντική από αυτή τη σκοπιά. Τότε γίνεται μια κοσμογονία στην περιοχή, τον απόηχο της οποίας μπορούμε να αφουγκραστούμε, όχι μόνο από επίσημα έγγραφα και βιβλία, αλλά και από τον επίκαιρο (τότε) λόγο των εφημερίδων. Και ο λόγος των εφημερίδων εκείνης της εποχής ήταν κατάφορτος από ιδεολογήματα και πολιτικές σκοπιμότητες από τις οποίες δεν γλίτωναν ούτε τα απλά ονόματα.
Πεδία βολής, χώροι στρατιωτικών ασκήσεων και αγοραπωλησίες κτημάτων στα εξωτερικά όρια του τοπίου μεταξύ των τριών τσιφλικιών ήταν οι χρήσεις του χώρου πριν και λίγο μετά την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.
Η ίδια η Απελευθέρωση επεφύλαξε κι έναν πιο ουσιαστικό ρόλο στο βασικό δρόμο που διέτρεχε αυτό το τοπίο. Επί της οδού των Σερρών έγινε η αναχαίτιση του Βουλγαρικού Στρατού την κρίσιμη ημέρα της εισόδου του Βασιλέα Κωνσταντίνου στην πόλη και στις παρυφές του στήθηκαν οι σκηνές για τους πρώτους πρόσφυγες και Τούρκους αιχμαλώτους.
Σκηνές και πρόσφυγες επανήλθαν στην δυτική πλευρά του δρόμου και τον Απρίλιο του 1914. Τώρα ήταν Έλληνες κυνηγημένοι από Βούλγαρους και Τούρκους. Με αφορμή την εγκατάσταση αυτών των προσφύγων αρχίζει η μετοικεσία, μα και αντιπαλότητα των τοπωνυμίων Λεμπέτ και Ζέιτενλικ. Λεμπέτ επιλέγουν οι πρόσφυγες κι ας είναι μακρύτερα από το Ζέιτενλικ. Γιατί;
Οι επόμενοι προσωρινοί κάτοικοι της ίδιας περιοχής και στις ίδιες συνθήκες με τους πρόσφυγες είναι οι στρατιώτες της Αντάντ του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1915. Στήνονται γύρω από τον οικισμό προσφύγων Λεμπέτ οι Γάλλοι, αλλά ονομάζουν το στρατόπεδό τους camp de Zeitenlik. Στήνονται πιο ανατολικά προς τα υψίπεδα του παλιού τσιφλικιού Λεμπέτ οι Άγγλοι, αλλά ονομάζουν Lebet road τον δρόμο των Σερρών, την σημερινή οδό Λαγκαδά που διασχίζει την καρδιά του Ζέιτενλικ.
Το βιβλίο παρακολουθεί την εμπλοκή του τοπίου και των τοπωνυμίων στα ανθρώπινα έργα. Στρατιώτες και πρόσφυγες συμβιώνουν και αυτό συμπυκνώνεται στην ίδρυση από τους Γάλλους στρατιώτες σχολείου για τα παιδιά των προσφύγων το 1916.
Η πυρκαγιά του 1917 φέρνει νέο κόσμο στην περιοχή και αναδεικνύεται άλλη μια πτυχή της ώσμωσης ξένων και Θεσσαλονικέων με τους καταυλισμούς των πυροπαθών.
Τι απέμεινε στην περιοχή; Κοιμητήρια και οβίδες. Σχολικά μαθητολόγια (1920-1921) όπου αποτυπώνεται το προσφυγικό δράμα. Οι πρόσφυγες του Λεμπέτ έφυγαν το 1919 (όχι όλοι) για να επανέλθουν το 1922. Η προσωρινή εγκατάσταση ήταν τελικά μόνιμη. Μνημεία στη θέση των τάφων για τους συμμάχους. Άλλο ένα κοιμητήριο στο τοπίο. Οβίδες στα χώματα για πολλά χρόνια μετά. Και τα δύο τοπωνύμια που κονταροχτυπήθηκαν πήγαν και τρύπωσαν σ’ ένα κοιμητήριο το ένα κι ένα ίδρυμα το άλλο. Επίσημο όνομα και (λανθασμένο) παρατσούκλι. Συμμαχικά Κοιμητήρια του Ζέιτενλικ και Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Και τα δύο επί της οδού Λαγκαδά, της οδού των Σερρών, του Lebet road.

Μία αναζήτηση προσώπων που θα βρουν τη θέση τους πλάι σε ονόματα. Και αλλιώς: ονοματεπώνυμα, πατρώνυμα μπερδεμένα με ονόματα συζύγων για τις χήρες, λάθη του καταγραφέα αλλά και αυθαιρεσίες στην επιλογή επιθέτου από τον καταγραφόμενο, αναζητούν μάτια και χείλη, ταυτίζονται με ένα βλέμμα και μένουν έτσι στο νου ως ολοκληρωμένη μνήμη. Αυτό είναι το βιβλίο «Μελάφτσα, Ηλιόλουστο: μνήμη πρώτων». Το ταξίδι θα ολοκληρωθεί σε έξι ή επτά μικρούς τόμους και στον καθένα πρόσφυγα που ξεκίνησε από το Φαχρέλ του Καρς και κατέληξε στη Μελάφτσα της Μακεδονίας, θα αντιστοιχηθεί μια οικογένεια, συγγενείς και φίλοι, γεγονότα και καταστάσεις της νέας γης μέχρι που τα ονόματα θα περάσουν σε νέα πρόσωπα, στα εγγόνια των πρώτων.
Μια δεκαετής περιπέτεια με αντικείμενο τον εμπλουτισμό μιας λίστας ονομάτων με φωτογραφίες προσώπων έφτασε στο τέλος της. Καταγράφηκαν οι αρχηγοί οικογενειών που εγκατέλειψαν το φθινόπωρο του 1920 το Φαχρέλ του Καρς και διαμοιράστηκαν σε χωριά της Μακεδονίας. Για όσους από αυτούς έφτασαν στη Μελάφτσα (Ηλιόλουστο) του Κιλκίς τον Μάιο του 1921, αναζητήθηκαν φωτογραφίες. Έτσι συγκροτήθηκε ο πρώτος τόμος της σειράς «Μελάφτσα, Ηλιόλουστο: μνήμη πρώτων». Στους επόμενους τόμους θα δούμε αυτά τα πρόσωπα να πλαισιώνονται από τα άτομα των οικογενειών τους και να συμμετέχουν στις κοινωνικές δραστηριότητες του νέου χωριού τους μέχρι να αποκτήσουν τα πρώτα εγγόνια τους, να αφήσουν τα ονόματά τους παρακαταθήκη. Από κοντά με τους Καυκάσιους του Φαχρέλ, δεκαπέντε μόνο χρόνια αργότερα, έρχονται στο Ηλιόλουστο και κάποιες οικογένειες βλάχων. Μ’ αυτούς θα κλείσει η σειρά. Ένα (ουσιαστικά) βιβλίο που δημιουργήθηκε σελίδα τη σελίδα με υλικό από σεντούκια και κουτιά που είχαν φυλαγμένες φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων. Μην σας τρομάζουν τα πολλά ονόματα μέσα στο βιβλίο, δείτε το κι αλλιώς: αυτό το βιβλίο είναι η εκδίκηση των ανωνύμων της Ιστορίας· οι αριθμοί των στατιστικών αποκτούν όνομα, πρόσωπο, οικογένεια, φίλους, χωριό, κοινότητα που θάλλει παρά τα προβλήματα.

Τετάρτη, Απριλίου 04, 2018

Και διακειμενικότητα έχουμε!



Το ψάρεμα στο διαδίκτυο μου έβγαλε δύο νέα λαβράκια. Το πρώτο είναι ένα ποίημά μου που δεν πολυκυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Eίναι από την πρώτη μου ποιητική συλλογή και ανθολογήθηκε στο περ. private. Το βρήκα σαν tweet:

Το δεύτερο είναι μια ενσωμάτωση του τίτλου αυτής της πρώτης ποιητικής συλλογής σε ένα νέο ποίημα μιας, άγνωστης σε μένα, ποιήτριας (χωρίς κανένα βιβλιογραφικό σχόλιο από μεριάς της):

Ο τίτλος αυτός είχε μπει και σε ένα βιβλίο διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, το "επί ψύλλου κρεμάμενος" (εκδ. Κέδρος, 2003):


Ένας ακόμη στίχος (φράση καλύτερα, αφού δεν προέρχεται από ποίημα αλλά από ένα μικρό δοκίμιο που δημοσίευσα σαν επίμετρο στη μελέτη μου "Η μοτοσυκλέτα στην ελληνική λογοτεχνία"), μπήκε στο μυθιστόρημα "γυναίκα στις δύο και μισή" (εκδ. Νέοι Ορίζοντες, 2006) του Παναγιώτη Γούτα:




Να λοιπόν που τα βιβλία ζουν και η αύρα των αναπνοών τους φτάνει, ενίοτε, στον δημιουργό τους. Τώρα με το ευλογημένο internet, πιο εύκολα!

Κυριακή, Φεβρουαρίου 11, 2018

Είναι ή δεν είναι Θεσσαλονίκη και στρατόπεδο Παύλου Μελά;

Μια carte postale κάνει την εμφάνισή της, τον Απρίλιο του 2015, στην ιστοσελίδα της Sabah με τον υπότιτλο: Osmanlı Süvari Askerleri / 1890'lar. To site δεν κάνει καμιά προσπάθεια ταυτοποίησης. Οθωμανοί ιππείς γύρω στο 1890!


Στην ίδια την εικόνα όμως (η οποία είναι εμφανώς κομμένη αριστερά) γράφονται τα εξής: (Sa)lut de Constantinople και Les supérieurs se rendant au Selamnik. Χαιρετισμός, λοιπόν, από την Κωνσταντινούπολη και ανώτεροι αξιωματικοί του ιππικού που ετοιμάζονται να πάνε στη Θεσσαλονίκη. Selamnik γράφει αλλά δεχόμαστε πως ήθελε να γράψει Selanik. 

Ενάμισυ χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του 2016, μια άλλη κόπια της ίδιας κάρτας εμφανίζεται στα wikimedia commons


Τώρα η Κωνσταντινούπολη έγινε Ανατολή και η δεύτερη λεζάντα έμεινε ίδια, όπως ίδια έμεινε και η πόλη: Selamnik. Αυτό που κερδίζουμε είναι πως η εικόνα τυπώθηκε πριν το 1908, αφού ταχυδρομήθηκε για το Πάσχα της ίδιας χρονιάς!
Ο χρήστης που την ανέβασε δηλώνει πως πρόκειται για το σημερινό στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, χωρίς καμία τεκμηρίωση. Δεν ξέρω πόσο αξιόπιστος είναι. Ο ίδιος πάντως ανεβάζει, την ίδια μέρα και τη Μονή Καλογραιών με το τζαμί του στρατοπέδου Πάυλου Μελά να φαίνεται στο βάθος. 


Η φωτογραφία αυτή ανήκει στο αρχείο του Γιάννη Μέγα και πρωτοδημοσιεύτηκε στο βιβλίο μου Λεμπέτ το 1993. Έκτοτε μπήκε και σε άλλα βιβλία μου ενώ την είδα να κυκλοφορεί και στο διαδίκτυο σε σελίδες για τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο και σε σελίδες για την τοπική ιστορία της Θεσσαλονίκης. Η Βουλγάρικη Βικιπαίδεια που την αναδημοσιεύει παραπέμπει στο άρθρο τής, αείμνηστης, Κύας Τζήμου, η οποία όμως παρέπεμπε στο βιβλίο μου Η μοναξιά του Ζέιτενλικ. Θα επανέλθω σ΄αυτήν την φωτογραφία πιο κάτω. Εδώ να σημειώσω πως κακώς αναφέρεται το συγκεκριμένο τζαμί ως τζαμί του Λεμπέτ. Η λέξη Λεμπέτ χρησιμοποιήθηκε για την συγκεκριμένη περιοχή μετά το 1914 και το τζαμί είχε κατασκευαστεί αρκετά χρόνια πριν. Το τζαμί αυτό φωτίστηκε από τη νεώτερη έρευνα και απέκτησε κτήτορα και όνομα και σελίδα στο facebook

Τον Μάρτιο του 2017, μια σελίδα δημοπρασιών, δημοσιεύει το αντικείμενο 1061: 

Lot No: 1061 » Kartpostal, 
KARTPOSTAL-Osmanlı Askeri Kart Atlı Süvariler



Είναι η ίδια με την κόπια που ανέβασε η Sabah, μόνο που εδώ είναι ολόκληρη και έχει διαφορετική λεζάντα, πάλι όμως σχετική με το Οθωμανικό ιππικό. Λείπει η χρονολογική σήμανση.

Μισό χρόνο μετά, Σεπτέμβριο του 2017, δημοσιεύεται και τρίτη κόπια, με γραμματόσημο, σφραγίδα και παλαιοοθωμανική γραφή στο κάτω μέρος, μόνο που τώρα αυτός που τη δημοσιεύει γράφει πως εικονίζονται οι στρατώνες Σελαμιγιέ της Κωνσταντινούπολης.


Σ΄αυτούς τους στρατώνες παραπέμπει και το Google αν αναζητήσει κανείς παρόμοιες εικόνες. Οι στρατώνες αυτοί όμως έχουν τρεις σειρές παραθύρων, άρα, μάλλον δεν εικονίζονται στην επίμαχη carte postale. Όπως και το στρατόπεδο Παύλου Μελά, φαίνεται να απκλείεται, αν συγκρίνει κανείς τα μήκη του κτιρίου. Αυτό που φαίνεται στην κάρτα και αυτό που βλέπουμε περπατώντας την οδό Λαγκαδά.




Δυστυχώς δεν έχουμε φωτογραφίες των μακρόστενων κτιρίων του στρατοπέδου Παύλου Μελά σε εποχές κοντινές στον χρόνο κατασκευής τους. Η πιο παλιά που γνωρίζω είναι του 1923, ανήκει στο αρχείο του Βασίλη Πανταζόπουλου και είναι στερεοσκοπική. Ασπρόμαυρη εκδοχή της ενέταξα σε ένα διήγημά μου και τη δημοσίευσα στο περιοδικό του ΚΙΑΘ και αργότερα στο βιβλίο μου Ίχνη όζας. 


Δυστυχώς δεν είναι πανοραμική, όλου του κτιρίου. Μπορούμε λοιπόν να συγκρίνουμε την carte postale των αρχών του αιώνα με τη σύγχρονη εικόνα του κτιρίου; Μεσολαβούν πολλά χρόνια. Η περίπτωση του κτιρίου των Αδελφών του Ελέους που δημοσιεύτηκε λίγο πιο πάνω μας διδάσκει πως οι εικονες έχουν τα δικά τους μυστικά. Στο νέο βιβλίο, στο οποίο συμμετέχω, Οι Φράγκοι της Σαλονίκης, εστιάζω σε ένα σημείο του κτιρίου, που σήμερα είναι κατεδαφισμένο, και ανακαλύπτω ένα τεκμήριο, απίθανο! Μια χρονολογία. Η έρευνά μου έλεγε πως οι Αδελφές του Ελέους έκτισαν πρώτα, το 1862 ένα μικρό διώροφο κτίριο.


Αργότερα και σε διαφορετικό σημείο έκτισαν ένα μεγαλύτερο, πριν το 1890.

Κανείς δεν πρόσεξε πως η φωτογραφία του 1917 και αυτή εδώ δεν είναι ίδιες κι ας δείχνουν ττο ίδιο κτίριο. Για την ακρίβεια, η φωτό του 1917 δείχνει το ίδιο κτίριο μ' αυτήν εδώ, με την προσθήκη δύο πλαϊνών τμημάτων, τα οποία προστέθηκαν το 1907-1908. Ο αριθμός 1907 λοιπόν υπήρχε στη μετόπη του κατεδαφισμένου κτιρίου και υπάρχει κρυμμένος στα pixels των μικρών αναλύσεων

Κι αν στο κτίριο των Αδελφών του Ελέους προστέθηκαν πτέρυγες και μεγάλωσε, στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά πρέπει να ισχύσει το αντίστροφο σενάριο για να αποδεχθούμε την οθωμανική κάρτα ως κάρτα που απεικονίζει κτίριο του στρατοπέδου Παύλου Μελά: πρέπει να γκρεμίστηκε μεγάλο μέρος της βορεινής πλευράς του εικονιζόμενου κτιρίου. Μπορεί και να έγινε αυτό αφού εκείνο το κομμάτι του κτιρίου έκρυβε τη Μέκκα από το τζαμί που χτίστηκε αργότερα και πιο δυτικά, 25 μέτρα από τη σημερινή του θέση! Έγινε όμως; Να που μια απλή καρτούλα μπορεί να γεννήσει ένα ολόκληρο ερευνητικό πεδίο!


Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2018

Το στρατόπεδο Παύλου Μελά σε carte postale εποχής!

Η παλαιότερη απεικόνιση των κτιρίων του στρατοπέδου Παύλου Μελά, βρίσκεται από το 2016 αναρτημένη στο διαδίκτυο! Μοιάζει να είναι αληθινό. Καιρός να επιστρατευτούν οι διαθέσιμες εικόνες για σύγκριση και ταυτοποίηση.

  Ottoman Military Camp Later Pavlos Melas Military Camp

Description
English: Ottoman Military Camp Later Pavlos Melas Military Camp
Datebefore 1908
SourceScanned Ottoman postcard
AuthorUnknownwikidata:Q4233718


https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Ottoman_Military_Camp_Later_Pavlos_Melas_Military_Camp.jpg


 



Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2018

Ο Τσιτσάνης του στρατοπέδου Παύλου Μελά




 Από το τριμηνιαίο περιοδικό του Δήμου Σταυρούπολης ΠΟΛΗ, αρ. 1, Απρίλιος 2005:

Στις 4 Φεβρουαρίου 2005 ήταν προγραμματισμένη η πρεμιέρα του θεατρικού έργου «Ουζερί Τσιτσάνης» στο θέατρο της Μονής Λαζαριστών (Σκηνή Σωκράτης Καραντινός) από το ΚΘΒΕ. Το έργο ξεκίνησε όμως στις 16 Φεβρουαρίου 2005 και έκανε την επίσημη έναρξή του στις 25 Φεβρουαρίου 2005 εξ αιτίας των απεργιακών κινητοποιήσεων των ηθοποιών του ΚΘΒΕ.
Η παράσταση στηρίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και σκηνοθετείται από τον Σωτήρη Χατζάκη.

Δεν γνωρίζω τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκε αυτή η συγκεκριμένη σκηνή του ΚΘΒΕ και όχι κάποια άλλη για να ανέ­βει αυτό το έργο. Είναι όμως μια ευτυχής συγκυρία για να κα­ταγραφεί μία ακόμη πληροφορία, η οποία ίσως βοηθήσει τον ερευνητή που θα επιχειρήσει να καταγράψει όλα όσα αφορούν στην παρουσία του Βασίλη Τσιτσάνη στην Θεσσαλονίκη, στην περίοδο της Κατοχής.
Η σκηνή στην οποία ανέβηκε το έργο βρίσκεται στην περιοχή Τερψιθέα της Σταυρούπολης, στην οδό Κολοκοτρώνη, αρ. 25-27. Η οδός Κολοκοτρώνη ίσως είναι η πρώτη επώνυμη οδός της Σταυρούπολης τουλάχιστον από το 1935 οπότε και εφαρ­μόζεται το πρώτο Σχέδιο Πόλης στην περιοχή. Στην οδό Κολο­κοτρώνη, αρ. 33, την περίοδο της Κατοχής, έμενε ο Δημήτριος Τσιτσάνης του Φωτίου ή Δημητρίου και της Φωτεινής που γεν­νήθηκε το 1904 στα Τρίκαλα και ήτανε δημόσιος υπάλληλος και έγγαμος (βλ. Σπύρος Λαζαρίδης: «Μέρες ποδοσφαίρου», έκδο­ση του Δήμου Σταυρούπολης στα πλαίσια του Ιστορικού του Αρχείου, Θεσσαλονίκη, 2002). Οι εγγραφές του πρώτου δημο­τολογίου Σταυρούπολης γίνονται από τον Μάιο του 1940 ενώ για τον Τσιτσάνη ημερομηνία εγγραφής φαίνεται η 21.9.1945, πιθανή ημερομηνία μεταδημότευσης και όχι εγκατάστασης στην περιοχή.

Στην ιστοσελίδα του ΚΘΒΕ σχετικά με την υπόθεση του έργου γράφονται τα εξής:
«Θεσσαλονίκη, πρώτο τρίμηνο του '43. Κατοχή, Αντίσταση, εβραϊκά γκέτο. Κατασκοπεία, ένας κυνηγημένος έρωτας, ΕΑΜ, ταγματασφαλίτες, μουλωχτοί σκοτωμοί, πείνα, εξωφρενικά γλέντια. Μάχη του Στάλινγκραντ, κρίσιμη καμπή του πολέμου. Από τον παλιό σταθμό Θεσσαλονίκης ξεκινούν τα πρώτα τρένα για το Άουσβιτς. Το Ουζερί Τσιτσάνης - Παύλου Μελά 22, δου­λεύει στο κέντρο της κατεχόμενης πόλης, στο μάτι του κυκλώ­να. Κι ο Βασίλης Τσιτσάνης, 28 χρονών τότε, μέσα σ' όλον αυ­τό τον εφιάλτη, ίσως και εξαιτίας του, συνθέτει τα καλύτερα τραγούδια του. Γράφει: "Όποιος γεννιέται μερακλής, δεν ξέρει τι να κάνει"».

Θα μπορούσαν όμως να γράφονται τα παρακάτω: 
«Θεσσαλονίκη, φθινόπωρο του '43. Κατοχή, Αντίσταση, εβραϊκά γκέτο. Κατασκοπεία, ένας κυνηγημένος έρωτας, ΕΑΜ, ταγματα­σφαλίτες, μουλωχτοί σκοτωμοί, πείνα, εξωφρενικά γλέντια. Μάχη του Στάλινγκραντ, κρίσιμη καμπή του πολέμου. Από τον παλιό σταθμό Θεσσαλονίκης ξεκινούν τα πρώτα τρένα για το Άουσβιτς. Το στρατόπεδο Παύλου Μελά, στην άκρη της κατεχόμενης πόλης, είναι στο μάτι του κυκλώνα. Κι ο Δημήτρης Τσι­τσάνης, 39 χρονών τότε, μέσα σ' όλον αυτό τον εφιάλτη, ίσως και εξαιτίας του, βοηθάει τους μελλοθάνατους και είναι έφορος μιας θρυλικής ποδοσφαιρικής ομάδας. Ένας άλλος Τσιτσάνης, ο Βασίλης, την ίδια εποχή, στην ίδια πόλη γράφει: "Όποιος γεν­νιέται μερακλής, δεν ξέρει τι να κάνει"». 

Το κοινωνικό πορτραίτο του Δημήτρη Τσιτσάνη σκιαγραφείται με τα λόγια ενός ομήρου του στρατοπέδου Παύλος Μελάς, του Λεωνίδα Γιασημακόπουλου ο οποίος κρατούσε ημερολόγιο από τον Απρίλιο του 1943 μέχρι την απελευθέρωση, 21 Οκτω­βρίου 1944. Το ημερολόγιο αυτό δημοσιεύτηκε από τον Γιώρ­γο Καφταντζή σε δύο τόμους (το 1999 ο α' και το 2001 ο β') από τις εκδόσεις «Παρατηρητής». Γράφει λοιπόν ο Καφταντζής στον πρόλογό του για το στρατόπεδο Παύλου Μελά:
 «Από το εφιαλτικό αυτό στρατόπεδο, ανεξάντλητη δεξαμενή αίματος, όπου φυλάκιζαν εκτός από τους Γερμανούς και οι Πουλικοί, Δαγκουλαίοι, Ταγματασφαλίτες, Κούκοι, κ.ά. ακόμα και οι Βούλγαροι (25.6.1944) χωρίς διάκριση νέους, γέρους, παιδιά, έγκυες, αρρώστους, αναπήρους, ελάχιστοι δραπέτευ­σαν και μερικοί αυτοκτόνησαν.
Αξίζει να μνημονευτεί η τέλεση στο στρατόπεδο αγώνων πά­λης και θεατρικών παραστάσεων, ιδιαίτερα η περίπτωση δύο κρατούμενων Γιουγκοσλάβων, ενός ηθοποιού και ενός φοιτη­τή θεολογίας, οι οποίοι με συνοδεία πεταλάδων και γερμανικό αυτοκίνητο πήραν από το Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης κο­στούμια, περούκες και άλλα χρειαζούμενα και ανέβασαν θεα­τρικό έργο. Η ίδρυση επίσης ποδοσφαιρικής ομάδας με την επωνυμία "Παύλος Μελάς' η οποία έπαιζε με Γερμανούς, με αιχμαλώτους, Ιταλούς, Σέρβους, αλλά και με ομάδες της Θεσ­σαλονίκης, στο απέναντι απ' το στρατόπεδο γήπεδο»

Στην καταγραφή της Πέμπτης 10.6.43 του ημερολογίου του Γιασημακόπουλου γίνεται η παρουσίαση του προσωπικού του στρατοπέδου. Ο Τσιτσάνης εδώ (και μόνον εδώ, άρα όπως επισημαίνει και ο Καφταντζής πρόκειται περί λάθους) αναφέρεται σαν Νικόλαος και όχι σαν Δημήτριος και ήταν «διαχειριστής αναρρωτηρίου. Θεσσαλός, 33-34 ετών. Υψηλός, ξανθός, ολί­γον φαλακρός. Προς εμέ εφάνη εξαιρετικά καλός και συμπε-ριεφέρθη ως προς συνάδελφον και φίλον παλαιόν. Σε κάθε αδιαθεσία μου με συνέτρεξε». Καλά λόγια γράφονται για λί­γους από το ελληνικό προσωπικό του στρατοπέδου. Οι περισ­σότεροι φέρονται σκληρά και βάναυσα στους κρατούμενους

Στις καταγραφές του 1944 γίνεται λόγος για τις ποδοσφαιρικές συναντήσεις μεταξύ των ομάδων των αιχμαλώτων και της ομάδας του «Παύλου Μελά». Αυτή η ομάδα είχε στηθεί εκτός στρατοπέδου από παιδιά της Νεάπολης και της Σταυρούπολης και πήρε το όνομά της από το στρατόπεδο (βλ. Σπύρος Λαζαρίδης: «Μέρες ποδοσφαίρου»: 1. Περ. Δημότης, αρ.2, Απρίλιος 1992 και 2. Έκδοση του Δήμου Σταυρούπολης στα πλαίσια του Ιστορικού του Αρχείου, Θεσσαλονίκη, 2002). 
Το στοιχείο που προσθέτει ο Γιασημακόπουλος (καταγραφή Κυριακής 13.8.44) είναι πως ο Τσιτσάνης ήταν μπλεγμένος με την υπόθεση αυτής της ομάδας: «Το βραδάκι παρακολούθησα από μακρυά το ματς της ομάδας Παύλου Μελά με τους Σέρβους αιχμαλώτους, καθ' ό εκέρδισαν οι Παυλομελίται 4 με 1. Έτσι ο Τσιτσάνης που είναι έφορός των θα είναι στις χαρές του». Ο Καφτατζής θεωρεί πως την ομάδα του «Παύλου Μελά» την δημιούργησαν οι Γερμανοί οι οποίοι τοποθέτησαν τον Τσιτσάνη σαν έφορο. Φυσικά ο Καφταντζής στηρίζεται μόνο στο κεί­μενο του ημερολογίου και αγνοεί τις μαρτυρίες κάποιων από τα παιδιά που έπαιζαν στην ομάδα όπως ο Στέργιος Χατζής και ο Ιωάννης Πασσιάς (βλ. Σπύρου Λαζαρίδη ό.π.), όπως επίσης αγνοεί και το γεγονός πως ο Δημήτριος Τσιτσάνης κατοικούσε δίπλα στο στρατόπεδο και ήταν γείτονας με τα παιδιά που έστησαν την ομάδα στο γήπεδο που βρισκόταν κοντά στο σπί­τι του. Στον Χατζή οφείλεται η πληροφορία πως πολλά από τα παιδιά της ομάδας ήταν επονίτες και είχαν στήσει ένα δίκτυο με το οποίο οι Σέρβοι αιχμάλωτοι ρίξανε γέφυρα μέσω των πο­δοσφαιρικών συναντήσεων με την ελληνική εθνική αντίσταση. Ίσως αυτό το νενονός εξηγεί τον μεγάλο βαθμό συναισθημα­τικής σύνδεσης των παιδιών της ομάδας με τους Σέρβους που εκφράστηκε με αλληλογραφία και επισκέψεις μέχρι τα τελευ­ταία χρόνια της ζωής τους, όπως συνέβη με τον Ιωάννη Πασσιά ποδοσφαιριστή του Παύλου Μελά και τον Βιτόικο Γιέρεμιτς ποδοσφαιριστή της ομάδας των Σέρβων αιχμαλώτων.
Δεν γνωρίζω (και δεν νομίζω πως έχει μεγάλη σημασία) αν ο Δημήτρης Τσιτσάνης ήταν συγγενής του Βασίλη και αν γνώρι­ζε ο ένας τον άλλον. Πάντως και μόνον χάριν των συμπτώσε­ων νομίζω πως αυτό το κείμενο έπρεπε να γραφεί. Έτσι, σαν τα αντικείμενα που αφήνουν οι ηθοποιοί στο τέλος της παρά­στασης «Ουζερί Τσιτσάνης, Παύλου Μελά 22» μπροστά στην φωτογραφία του μεγάλου συνθέτη. Τσιτσάνηδες και οι δύο από τα Τρίκαλα. Στην Θεσσαλονίκη και οι δύο γύρω στο 1943. Στο ουζερί στην οδό Παύλου Μελά ο ένας, στο στρατόπεδο Παύλου Μελά ο άλλος. Και η παράσταση για χάρη του ενός, δίπλα στο σπίτι που έμενε ο άλλος. Αν τα ήξεραν αυτά ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και ο Σωτήρης Χατζάκης πιστεύω πως θα έβρισκαν τον τρόπο να μας κλεί­σουν το μάτι για τον άλλον Τσιτσάνη.


Σπύρος Λαζαρίδης
Θεσσαλονίκη 19-3-2005

ΥΓ
Το κείμενο αναδημοσιεύεται ως τεκμήριο του αρχικού εναύσματος για τη συγγραφή του έργου Νυχτοφαγιές το οποίο θα παρουσιαστεί σε μια δημόσια ανάγνωση την Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018.