Παρασκευή, Ιουλίου 28, 2017

Κόκκινο


Τον καιρό της παρανομίας, στο σπίτι μας, το πάτωμα της κουζίνας είχε καταπακτή. Εκεί κρύβαμε τους παράνομους. Βήμα άγνωστο ν’ ακούγαμε έξω από την πόρτα, οι σφυγμοί μας πιάναν τους εκατό. Συνθηματικά λόγια, συνθηματικά χτυπήματα, ως κι ο βήχας μάς μιλούσε. Τα πιο δύσκολα ήταν τα βράδια, τότε που ο ύπνος σου κλέβει τις αισθήσεις, σ’ αφήνει εκτεθειμένο, ανυπεράσπιστο. Μόλις ανοίγαμε τα μάτια μας, γρήγορα γρήγορα να ντυθούμε, μη γίνει καμία έφοδος και μας πετύχουν με τα νυχτικά.
Στους παραέξω αυτό δε φαινότανε. Φροντίζαμε τα λουλούδια, καλημερίζαμε τη γειτόνισσα, μαγειρεύαμε, ράβαμε μια φούστα, ένα παλτό, ζούσαμε σκεπασμένοι με τη φλούδα της καθημερινότητας. Κι ήρθε ο προδότης, έκανε μια έτσι, έχωσε το δάχτυλο μες στη ζωή μας, μας ξεφλούδισε.
(Ολυμπία Σταύρου, Κόκκινο)

Συντελεστές:
Η παράσταση «Κόκκινο» είναι μια παραγωγή της ανώνυμης, ακόμα, θεατρικής ομάδας που παρουσίασε την περίοδο 2016-2017 σε σκηνές της Θεσσαλονίκης του Κιλκίς και της Κατερίνης την επιθεώρηση «πες το ψέματα». Το «κόκκινο» βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο διηγημάτων της Ολυμπίας Σταύρου (University Studio Press, 2017). Η θεατρική διασκευή και η σκηνοθεσία είναι του Σπύρου Λαζαρίδη. Η μουσική του Βασίλη Μπάνου. Η σκηνογραφία του Τάσου Τσιάχτα. Η κατασκευή του σκηνικού  του Σταύρου Τσαλαμπούνη. Τα κουστούμια της Μαρίας Σαμαρά. Οι φωτισμοί και το μακιγιάζ της Ολυμπίας Λαζαρίδου. Την τελική εποπτεία στην κίνηση έχει η Αυγή Προγκίδη. Παίζουν: Γιάννης Αναβελάνος, Δήμητρα Γοργορή, Στάθης Δρίζης, Ιωάννα Καλαϊτζή Μαμούτου, Βίκη Κίτσιου, Ολυμπία Κύκλη, Γιώργος Λαδόπουλος, Μαίρη Λυμπεριάδου, Σταυρούλα Μαμούτου, Νικόλαος Μήτος, Βάσω Μπούρη, Σοφία Παπαθανασίου, Άννα Ρογδάκη, Τάσος Σαμαράς.

Κόκκινο, η παράσταση:
Μια γυναίκα, σ’ ένα δωμάτιο, ζεσταίνει τα πονεμένα πόδια της, σχεδόν εξ επαφής, σε μια ηλεκτρική θερμάστρα και αναμετριέται με την επώδυνη μνήμη. Στην, αθέατη, συνομιλήτριά της η οποία επιμένει να ρωτάει για να μάθει, καταθέτει σπαράγματα της ζωής της που συνθέτουν το πορτραίτο μιας γυναίκας που πέρασε από την απέραντη αγάπη και φροντίδα από τους γονείς της στη μετεμφυλιακή κόλαση της Ελλάδας.
Ένα αγρίμι που έμαθε να αμύνεται και να κρύβεται, αποφάσισε κάποια στιγμή πως ο φόβος δε θα είναι το μέλλον του και αφέθηκε στη γλυκιά λύτρωση του έρωτα.
Μια γυναίκα εξιστορεί προσφυγιά, φυλακή, εκτελέσεις, αγώνα και προδοσία, ελπίδα και απόγνωση, έρωτα και συντροφικότητα, δύναμη και ευαισθησία και πασχίζει να μας εξηγήσει πώς γίνεται να βάζει κάποιος το δάχτυλό του στη ζωή σου και να την ξεφλουδίζει· να βάζει τα χέρια του μεσ’ στον κόρφο σου, φρουτ, να σου αρπάζει χρόνια.
Μια γυναίκα που λάτρεψε ένα γράμμα της αλφαβήτου επειδή σ’ αυτό είδε τη ζωή που δεν έζησε· μια γυναίκα που δεν αποδέχτηκε ποτέ τη λέξη «απεβίωσε» για κάποιον που «τον εκτέλεσαν». 

Σημείωμα σκηνοθέτη:

Η σκηνοθεσία είναι στραμμένη στο σώμα και στον λόγο επειδή είναι αυτά που φέρουν τα σημάδια του εγκλεισμού. Η ψυχή μπορεί να μένει αδούλωτη και υπεράνω φθοράς. Το διαλαλούν δημοτικά κι επώνυμα έπη. Το σώμα και ο λόγος είναι άλλου παπά ευαγγέλια. Δεν προσπερνούν τον εγκλεισμό αγέρωχα. Φέρουν τα σημάδια του. Στο Κόκκινο, το σώμα συστρέφεται για να αυξήσει το χώρο που το περικλείει, για να εκτοξευθεί προς την ελπίδα που το συντηρεί, για να κρύψει τη φθορά που το κυριεύει. Ο λόγος σπάει, γίνεται ρυθμικός, και φορές φορές γίνεται μελωδικός και επικός. Η αβίαστη, κελαρυστή λαλιά παραπέμπει σε ελευθερία και η φυλακή στριμώχνει αυτήν την ελευθερία στα όνειρα και στις μνήμες. Η έγκλειστη ανάσα, είναι ο λόγος του Κόκκινου.



Έξω δυσκολεύτηκα πολύ. Φτώχεια; Όλη μας η περιουσία καμένη και λεηλατημένη. Να ξεκινάς από το μηδέν του μηδενός. Κυνηγητά; Να μη σ’ αφήνουν να στεριώσεις σε μια δουλειά. Χώρια η τρομοκρατία. Κάθε τόσο η Ασφάλεια, ντάκα ντούκα χτυπούσε την πόρτα μου. Αλλά εγώ πείσμωσα. Πώς βάζουν στ’ άλογα τις παρωπίδες; Να καλυτερέψω τη ζωή μου. Να κερδίσω τα χαμένα. Τρέχοντας ζούσα. Τι; Επειδή αυτοί μας δίκαζαν δέκα φορές σε θάνατο, είχαμε μήπως και δέκα ζωές;
(Ολυμπία Σταύρου, Κόκκινο)


Σάββατο, Ιουλίου 08, 2017

Το βάθος της μνήμης









Δεν είναι που η στέγη εγκατέλειψε το σώμα που τη στήριζε,
δεν είναι που το κενό σημαδεύει την πόλη,

είναι που τα χρόνια αιωρούνται εκεί γύρω
είναι που η γεωμετρία της φθοράς σημαδεμένη από ψηλά
γίνεται ήχος και φως.

Είναι πως το βλέμμα πρέπει να πετάξει
για να αγγίξει το βάθος της μνήμης.

Φωτογραφίες του Γιώργου Ηλιόπουλου, 
στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, 
πριν την ανάπλαση,
Ιούλιος 2017.


Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017

Η αδυναμία του γραφιά να νικήσει τον θάνατο





Ένα βιντεάκι για ένα μου ποίημα, με δύο διαφορετικές παρουσιάσεις του. Από εμένα τον ίδιο στην Λογοτεχνική σκηνή 2014 του Γιώργου Κορδομενίδη και από φίλους και συνεργάτες στην συγκινητική, για μένα, βραδιά του Μαΐου του 2017 στο ARTE του Ευόσμου.

Τετάρτη, Μαΐου 24, 2017

Η Μίραμπελ η δική μας και η Mirabel των άλλων!

 Πριν δεκαπέντε χρόνια (7/9/2002), για τις ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης, μεταποίησα ένα όμορφο διήγημα (Ρενέ Αβιλές Φαβίλα, Η Μιραμπέλ, διήγημα, μετάφραση Τερέσα Καστινέιρα, περ. Χάρτης, αρ. 24, Αθήνα, Μάιος 1987) σε μπαλάντα. Η παράσταση ανέβηκε μία και μοναδική φορά, η μπαλάντα τραγουδήθηκε πολύ όμορφα σε μουσική του Μπάμπη Κουρκούδιαλου.




 Πριν ένα χρόνο, η Μίραμπελ ξαναμπήκε στη ζωή μου και στην επιθεώρηση "πες το ψέματα".  Η Αυγή Προγκίδη έστησε την χορογραφία, ο Στάθης Κοκοβίδης και η Ολυμπία Κύκλη κινήθηκαν πίσω από το πανί, ο Βασίλης Μπάνος έπαιξε κιθάρα και ο Τάσος Σαμαράς τραγούδησε. Οι φωτισμοί έγιναν από την Ολυμπία Λαζαρίδου. Οι στίχοι παρέμειναν όπως τους πρωτοέγραψα, το ίδιο και η μουσική του Μπάμπη. Οι παραστάσεις του "πες το ψέματα" δόθηκαν σε Θεσσαλονίκη, Κιλκίς και Κατερίνη από τον Σεπτέμβριο 2016 μέχρι τον Μάιο 2017.






Από μια γενική πρόβα και μια homemade ηχογράφηση μονταρίστηκε ένα βίντεο:



Ι
Ήτανε μάγισσα, το ήξερα καλά
ας πέθαινε, μα ήθελα γερό χαρτί να έχω
ήταν κακότροπο παιδί του Σατανά
κι εγώ το νόμο του Θεού καλά κατέχω.

Με τράβηξε η σπάνιά της ομορφιά
με βύθισε στον έρωτά της με απάτη
έριχνε σκόνη στον καφέ για σιγουριά
και στο λαιμό για φυλαχτό είχε ’να μάτι.

Δεν έφαγα της Μιραμπέλ το φαγητό
ανθρώπων κόκαλα και βάτραχων το αίμα
και αν υπέκυψα στον πόθο τον ερωτικό
οι ουσίες φταίγανε και το κακόβουλο το πνεύμα.

Είδα ταινίες με βρικόλακες στοιχειά
σπούδασα τρόμο στων βιβλίων το χαρτί,
βρήκα απάντηση, σωστή όσο καμιά:
στα μάγια, όπλα, ο σταυρός και το σπαθί.

ΙΙ
Έπρεπε κάποτε με όλα να τελειώσω
ήθελα μόνο την κατάλληλη στιγμή
έβρεχε κι ήξερα πως πρέπει να σκοτώσω
παντού βασίλευε μια νεκρική σιωπή.
                   Γύρω στις δώδεκα έκανα πως κοιμόμουν
                   ήρθε μ’ ακούμπησε και είπε τ’ όνομά μου
                   δεν της απάντησα και όπως το φοβόμουν
                   αποτραβήχτηκε αργά από σιμά μου.
Απ’ την κουζίνα ήρθανε οι μυρωδιές
η Μιραμπέλ πάνω στη χύτρα ανταριασμένη
με μάτια κόκκινα και με διαολοπροσευχές
ετοίμαζε φαρμάκια η κολασμένη.
                  Στα χρόνια μας δεν γίνεται να δικαστεί
                  και ούτε να καεί σαν μάγισσα μεσ’ στην πλατεία
                  εμένα έστειλε ο Θεός για δικαστή
                  να καθαρίσω απ’ τη βρωμιά την κοινωνία.
Κουράγιο μάζεψα και, ναι τ’ ομολογώ
ο φόβος πέτρωνε το νου και την καρδιά μου
πήρα το όπλο το βαρύ και το παλιό
και το εγύρισα προς την διαόλισσά μου.
                 Να πεθάνεις εις το όνομα του Θεού
                 φώναξα, πέθανε πια κακούργο τέρας
                 κι άδειασα πάνω της φυσίγγια κυνηγιού
                 κι άδειασα πάνω της τον ήλιο της ημέρας.
Το μόνο που άκουσα ήτανε μια κραυγή
κι όλα σταμάτησαν γύρω μου να κινούνται
περίμενα μ’ όλη μου την υπομονή
αερικά να ’ρθουν και φλόγες να αιωρούνται.
                Τίποτε δεν συνέβηκε ποτέ
                 η μάγισσά μου ήταν ένα πτώμα
                 κι όταν με βρήκαν αστυνόμοι, δικασταί
                 στην ίδια στάση ήμουν και περίμενα ακόμα.

ΙΙΙ
Δεν ήταν μάγισσα, το έμαθα αργά
στην αίθουσα, το έμαθα, ενός δικαστηρίου
για μένα σπούδαζε της γεύσης μυστικά
απ’ τις σελίδες του Τσελεμεντέ κι ενός βοτανικού εγχειριδίου.

Η τιμωρία μου δεν είναι η φυλακή
αλλά της Μιραμπέλ η άγια ομορφιά της
ακούγεται την νύχτα η κακή μου η φωνή
να θέλει μάγια να ζεστάνουν και πάλι όπως πρώτα την καρδιά της.

Στον άλλο κόσμο σκέφτομαι αν θα την βρω,
κι αν θα την βρω εάν θα μ’ έχει συγχωρέσει
μα αμφιβάλλω, καταλαβαίνετε θαρρώ
η επιστήμη σ’ άλλον κόσμο δεν έχει μέχρι σήμερα πιστέψει.



Αυτή είναι μια κινηματογραφική εκδοχή της Μίραμπελ με την μουσικότητα της ισπανικής γλώσσας των λατινοαμερικάνων.

Κυριακή, Απριλίου 30, 2017

Μάιος στο ARTE





Μάιος στο ARTE
2/5-30/5: ζωγραφική / Τοπία στη Δορκάδα / Πηνελόπη Αλεξιάδου
16/5: λογοτεχνία / 35 χρόνια, διαγωνίως / Σπύρος Λαζαρίδης
23/5: θέατρο / πες το ψέματα
(ώρα έναρξης εκδηλώσεων: 8μμ,
επισκεψιμότητα έκθεσης: όλην την ημέρα)

Τσιπουράδικο, μεζεδοπωλείο: ARTE έτσι κι αλλιώς
Παύλου Μελά 20, πεζόδρομος Ευόσμου

2/5-30/5: Τοπία στη Δορκάδα / Πηνελόπη Αλεξιάδου
Η Πηνελόπη Αλεξιάδου, μικρό παιδί ακόμα, αποφάσισε πως το χρώμα θα μπει στη ζωή της και θα μείνει. Έδωσε από την πρώτη στιγμή την προσοχή που της άξιζε στη μαθητεία. Έστω και εξ αποστάσεως. Δι’ αλληλογραφίας. Και χρόνια πολλά μετά, αφού δημιούργησε τις συνθήκες που θα επιτρέψουν στα πινέλα της να βουτηχτούν στα λάδια και στις τέμπερες, έκρινε πως ήρθε η ώρα. Η Αλεξιάδου δε ζωγραφίζει ό,τι βλέπει. Δεν είναι η ζωγράφος που το έργο της θα απεικονίσει ως τεκμήριο την πραγματικότητα. Τα «τοπία στη Δορκάδα» είναι ο τρόπος που η καλλιτέχνις εισπνέει τη φύση που την περιβάλλει. Αυτή η ζωογόνος εισπνοή είναι η ζωγραφική της.
16/5: 35 χρόνια, διαγωνίως / Σπύρος Λαζαρίδης
Τα πρώτα ποιήματα (έτσι τα ονόμασε τότε) δεν άντεξαν το φορτίο που εναπόθεσε πάνω τους ο, όψιμος, έφηβος. Λύγισαν, χάθηκαν. Έμεινε όμως η σθεναρή προτροπή του ανθρώπου που τα διάβασε πρώτος: «Αυτά πέταξέ τα. Μην σταματήσεις όμως να γράφεις». Το πρώτο του δώρο, από άτομο εκτός της οικογένειάς του, ήταν το φρεσκοτυπωμένο δεκαεξασέλιδο από το τεύχος με αριθμό 10 του 1982 της «Διαγωνίου» όπου υπήρχαν τέσσερα ποιήματά του. Από τότε, τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια, ακολούθησαν κι άλλα ποιήματα σε περιοδικά και βιβλία. Στο τέλος αυτής της περιόδου ξεπρόβαλαν και κάποια διηγήματα. Στο ενδιάμεσο υπήρξε συνεπής στην αρχική προτροπή, «γράφε»: φιλολογικές μελέτες, ιστορικά δοκίμια, λευκώματα, επιμέλεια εκθέσεων, θέατρο, τραγούδια. Έτσι έγινε σώμα η λογοτεχνία του Σπύρου Λαζαρίδη. Διαγωνίως.
23/5: πες το ψέματα
Ο πυρήνας που ευθύνεται για το «πες το ψέματα» ξεκίνησε να κάνει θέατρο το 2001. Οι πραστάσεις «ο Σταύρακας ηγάπησεν» το 2001, «ο δρόμος» το 2008 και η «καντίνα/canteen/can(teen)» το 2014 είναι το παρελθόν του «πες το ψέματα» (2016). H πρώτη, ολιγομελής, παρέα φίλων του Σταύρακα εξελίχθηκε στην πολυπληθή θεατρική ομάδα του Δρόμου και απέκτησε και όνομα: Σκηνή, δυτικά. Το όνομα δεν ευδοκίμησε, αλλά νέο έργο ανέβηκε. Η Καντίνα. Η, τωρινή παρέα, είναι κι αυτή σε αναζήτηση ονόματος. Ελπίζει όμως να μείνει όπως ξεκίνησε: μια φιλική παρέα που βγάζει στο σανίδι μεράκι και γνώση με μόνη προσδοκία, να βλέπουν τα χαΐρια της άλλοι φίλοι κι άλλες φίλες. Τωρινοί ή μελλοντικοί.

Κυριακή, Απριλίου 02, 2017

Ο Σπύρος Λαζαρίδης "κατοικεί" στο Λεμπέτ, Ζέιτελινκ, Καράισιν…

      
  Το χωριό Ηλιόλουστο του Κιλκίς, ένα χωριό ποντίων και η Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης μεγάλωσαν ένα παιδί περίεργο, που όλα τα κοιτούσε, τα παρατηρούσε, τα αποθησαύριζε. Ο χώρος, ο χρόνος, η πολιτική και οι λέξεις είναι τα σημεία που κινήθηκε, που ανέπτυξε τις τεχνολογίες της ζωής του. Λογοτεχνία-έρευνα, πολιτική.
    Η ιστορία είναι παντού, κάθε πέτρα, κάθε πουρνάρι κρατά τα μυστικά του, από κάτω ξεπηδά το παρελθόν και η ιστορικότητα του. Και ένα μικρό παιδί κατεβαίνει από το χωριό του στη Θεσσαλονίκη βλέπει τον εαυτό του σε ένα καθρέπτη, καθώς μπαίνει σε ένα κτίριο, κάτι του θυμίζει δεν τον αναγνωρίζει. Αυτό το περιστατικό ίσως είναι το σημείο εκκίνησης, η έναρξη ενός βίου κατά τον οποίο προσπαθεί να συγκροτηθεί ως υποκείμενο, ιδωμένος από μέσα και απ’ έξω.
    Μεγαλώνοντας μαζί με την πολιτική του δράση, χαράζει, διαμορφώνει, τακτοποιεί το χώρο γύρω του. Ψάχνει, μελετά, γράφει για τις συνοικίες της Δυτικής Θεσσαλονίκης, που είναι αόρατες, αποσιωπημένες, υποτιμημένες. Με τεκμήρια και πηγές επισημαίνει την ιστορικότητα της περιοχής, αφηγείται τις ιστορίες των κατοίκων. Λεμπέτ, Ζέιτελινκ, Καράισιν, στρατοπέδου Παύλου Μελά, Συμμαχικά κοιμητήρια, είναι τα μνημεία της κοινωνικής ιστορίας της Δυτικής Θεσσαλονίκης, του διαφεύγοντος βλέμματος της επίσημης ιστορίας. Το δημόσιο και το ιδιωτικό που η ιστορία των θεσμών, των μαχών, παραμερίζει, παρότι διαπερνά το χώρο και το ανθρώπινο τοπίο.
       Ο Σπύρος Λαζαρίδης δεν είναι ένας διανοούμενος αλλά ένας φυσιοδίφης, ένας δρων ιστορικός "ένας συμμετέχων παρατηρητής", όρος του Eric Hobsbawm, ο οποίος υποστηρίζει ότι "η  συνύφανση της ζωής του ανθρώπου με την εποχή του και η παρατήρηση των δύο συμβάλλουν να διαμορφωθεί η ιστορική ανάλυση".  Είναι η  ιστοριογραφία, αποδεσμευμένη από την κληρονομική θεσμική ιστορική σκέψη, ενός ζωντανού παρελθόντος με την κατάκτηση μιας νέας οπτικής προς ένα ανοιχτό μέλλον.
       Ο Σπύρος Λαζαρίδης δίνει υπόσταση σε μνημεία που προσπερνούμε, φωτίζει το άγνωστο τοπίο, αναδεικνύει την απόκλιση από την πρότυπη καταγραφή, προβάλλει την περιθωριακότατα ενός προσφυγικού πληθυσμού τον οποίο επανατοποθετεί , ως ιστορικό υποκείμενο στο επίκεντρο. Αυτή η ανθρωπιστική προσέγγιση της ιστορίας απέναντι στην αιτιοκρατία των δομών εστιάζει στο βίωμα "όχι των επιφανών,  αλλά των ανωνύμων, των ηττημένων, των αποκλεισμένων" (Ελένη Βαρίκα με αλλαγές). Και όλα αυτά παρακάμπτοντας τις πειθαρχίες της επιστήμης  χωρίς να κάνει "ιστορία ιστορία", αλλά κάτι σαν περιηγητής του χρόνου και του τόπου.
       Ετοιμάζει εκθέσεις μαζεύοντας το υλικό του από τα σκουπίδια, από τις φωτογραφίες, όπου  το αντίκρισμα του φακού , οι στάσεις των σωμάτων, τα ρούχα , τα αντικείμενα, το φόντο της φωτογράφισης, οι κοινωνικές συνευρέσεις , τα σημειώματα που γλύτωσαν από το χρόνο, γίνονται τα  εργαλεία ανάλυσης και σύνθεσης της ιστορίας  χωριού του. Δεν μένει εκεί, το ζωντανό παρελθόν συναντιέται με το ανοιχτό παρόν και αποδίδεται με τις φωτογραφίες γάμων των νέων οικογενειών που δημιουργήθηκαν από τους επιγόνους των οικιστών του χωριού.  Δίνεται με τραγούδια και χορούς κλείνοντας μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εκθέσεις που έχω δει και άσε τους "περί γραμμάτου" εικαστικούς επιμελητές, να αναζητούν νέους τρόπους παρουσίασης του εκθεσιακού υλικού.
       Τελειώνοντας πάμε από την αρχή, με το βιβλίο "Ιχνη όζας" (διηγήματα), στα σημάδια στους τοίχους του στρατοπέδου Παύλου Μελά, στα βρύα στην αυλή, στο τζαμί στον περίβολο, στις ανωφέρειες και στις κατωφέρειες του περιβάλλοντα χώρου, στο μουρμούρισμα των εγκλείστων, στις προσευχές των εκτελεσθέντων. Όλα μαρτυρούν και ο Σπύρος απλώνει το βλέμμα του, γράφει, διασώζει, μεταπλάθει, αναβιώνει, με μόνα υλικά τις λέξεις που διαθέτουν μια αδύναμη μα και ισχυρή μαγεία. Η γραφή τότε γίνεται κοινωνικοπολιτισμική δράση.

Λένα Παπαδοπούλου