Δευτέρα, Μαΐου 14, 2018

Ο Χρήστος Τσουτσουβής στην ελληνική λογοτεχνία

Απόγευμα Κυριακής, 12 Μαΐου 1985. Στην οδό Αμφίκλειας στου Γκύζη, εντοπίζεται απο αστυνομικούς μία πράσινη μοτοσυκλέτα, "Γιαμάχα, εντούρο", κλεμμένη στις 23 Απριλίου από το Γαλάτσι. Ξεκινάει η παρακολούθηση του οχήματος, σε εικοσιτετράωρη βάση. Η απογευματινή βάρδια της Τετάρτης, 15 Μαΐου, αποτελείται από τρεις αστυνομικούς, κλεισμένους σε συμβατικό αυτοκίνητο, στα πενήντα μέτρα από τη μοτοσυκλέτα. Δύο άντρες, γύρω στα τριάντα, πλησιάζουν και ξεκλειδώνουν το λουκέτο της μοτοσυκλέτας ενώ το αυτοκίνητο της αστυνομίας έρχεται δίπλα τους. Δύο από τους αστυνομικούς πετάγονται έξω από το αυτοκίνητο και φωνάζουν προς τους δύο άντρες "ακίνητοι...Αστυνομία", για να δεχτούν πυροβολισμούς από τους ψύχραιμους άνδρες οι οποίοι δεν αιφνιδιάστηκαν. Υπήρξε ανταλλαγή πυροβολισμών από την οποία έμεινε αλώβητος μόνο ο ένας εκ των δύο ανδρών, ο οποίος και διέφυγε. Από τους τρεις αστυνομικούς, ο ένας κατέληξε επί τόπου και οι άλλοι δύο, αργότερα, στο νοσοκομείο. Νεκρός έμεινε και ο ένας από τους δύο άντρες, σε απόσταση εκατό μέτρων από το αρχικό σημείο της συμπλοκής. Ο νεκρός είναι αγνώστων στοιχείων. Δύο μέρες μετά, δημοσιεύεται στις εφημερίδες η φωτογραφία του και μια αγγελία με την οποία καλείται όποιος γνωρίσει τον άνδρα της φωτογραφίας να επικοινωνήσει με την Αστυνομία. Τον αναγνωρίζουν οι οικείοι του με τους οποίους είχε να επικοινωνήσει από το 1981. Χρήστος Τσουτσουβής, ετών 32.

 Ιστορικό λεύκωμα 1985, έκδοση Καθημερινής, 1999, σελ. 96-97

Αστυνομική επιθεώρηση, αρ. 17-18,  Ιούνιος 1985, σελ. 66-67

Ξεκινάει ένας ορυμαγδός δημοσιευμάτων και εκπομπών με απίθανα σενάρια από δημοσιογράφους και άλλους καθώς και κείμενα που υπερασπίζονται τη μνήμη του νεκρού Τσουτσουβή. 

Ο Σπάστης, αρ. 7, Ιούνιος-Οκτώβριος 1985, σελ. 5

Ποιος, λοιπόν, ήταν ο Χρήστος Τσουτσουβής; Την απάντηση έδωσαν, πρώην σύντροφοί του. Η Αστυνομία στις 21 Μαΐου δίνει στη δημοσιότητα τις φωτογραφίες δύο ατόμων που τα αναζητεί ως μέλη της οργάνωσης Αντικρατική Πάλη, η οποία ανέλαβε "την ευθύνη για την εκτέλεση του εισαγγελέα Γ. Θεοφανόπουλου". Ο Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας (ΕΛΑ), στις 23 Μαΐου στέλνει τετρασέλιδη επιστολή σε εφημερίδα και αποκαλύπτει πως ο Τσουτσουβής υπήρξε μέλος του ΕΛΑ από το 1976 έως το 1980 οπότε και αποχώρησε "για να ακολουθήσει τις δικές του ιδιαίτερες επιλογές". Αυτές οι επιλογές τον οδηγούν στην ίδρυση της Αντικρατικής Πάλης.


Ο Σπάστης, αρ. 7, Ιούνιος-Οκτώβριος 1985, σελ. 12

Τα έντυπα του αναρχικού χώρου εξαπολύουν μύδρους κατά του Τύπου για τη στάση του απέναντι στον νεκρό. Μία στάση που οδήγησε της αδελφή του Τσουτσουβή να κάνει μήνυση σε ένα περιοδικό, ακριβώς για προσβολή νεκρού.

Δοκιμή, αρ. 4, Φλεβάρης 1986, σελ. 26

 Δοκιμή, αρ. 7, Ιούλιος 1985, σελ. 3

Μια αμηχανία υπήρχε στα αριστερά περιοδικά, το Αντί και τον Σχολιαστή, τα οποία δεν βρήκαν να γράψουν κάτι ουσιαστικό και κράτησαν, ευδιάκριτες, αποστάσεις με πιο απόμακρο τον Σχολιαστή. Και στα δύο έντυπα, ξεχωριστή περίπτωση υπήρξαν οι σκιτσογράφοι τους που απέδωσαν την πραγματικότητα με εύστοχο τρόπο.


Αντί, αρ. 290, 30 Μαΐου 1985, σελ. 7, 36, 37



Σχολιαστής, αρ. 27, 1 Ιουνίου 1985, σελ. 3, 4, 41

Η σιωπή αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από τους αναγνώστες αυτών των εντύπων που αντέδρασαν με επιστολές. 

Σχολιαστής, αρ. 30, 1 Σεπτεμβρίου 1985, σελ. 31

Σημαίνουσα θέση, στα κείμενα που γράφτηκαν για την υπόθεση, έχει το requiem του Γιώργου Καραμπελιά.
Ακαριαία ήταν και η αντίδραση της λογοτεχνίας. Μέσα στον ίδιο χρόνο με τη συμπλοκή στου Γκύζη, δημοσιεύεται το ποίημα του Δημήτρη Αρμάου, "Ελεγείο, ή Κάθαρση", στο περιοδικό Πολιορκία, αρ. 29, Δεκέμβριος 1985. Το ποίημα, με τον οριστικό του τίτλο, "Ελεγείο: Χ.Δ.Τ.":

Δημήτρης Αρμάος, Βίαιες εντυπώσεις, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 2009

"Γυμνός, και σε περίχυνε η γαλήνη / Των ιδεών που σ' είχαν επιτάξει" και "Θα λάβεις, κι ας φρενιάζουν οι δυνάστες / Το δίκιο σου απ' το μέλλον δίχως όρους". Είναι στίχοι που αποδίδουν με ενάργεια τον μύθο που έντυσε τον νεκρό άντρα και πέρασε έτσι στις μνήμες όσων ένιωθαν την ανάγκη να "επιτάσσονται" απο ιδέες και να αντιστέκονται σε δυνάστες. 

Αναρχία, αρ. 12, Ιούνης 1989, σελ. 16

Στην ίδια λογική με τον Αρμάο κινήθηκε, αρκετά χρόνια αργότερα και ο Ηλίας Λάγιος:

ο χρήστος τσουτσουβής κι ο ιησούς χριστός
στεκόντουσαν σ' ένα αμπελάκι με το σούρουπο

έδειχνε ο τσουτσουβής τους τύπους των σφαιρών

στο στήθος του

και αντεδείκνυεν ο ιησούς έναν τυφλό λεγεωνάριο



πιο πέρα στέκονταν η παναγιά συλλογισμένη

να δη από πού θ' ανάψη το κακό και θα βαρύνη

τ' άδικο
ενώ στο δίπλα της αδάκρυτη η αδελφή του τσουτσουβή
έραβε σάβανα λευκά για την αιωνιότητα

έτσι αναλήφθησαν ο ναζωραίος κι ο τραχύς
στους ουρανούς
περ' απ' τον θάνατο την τάχα μνήμη των ανθρώπων
κι ύφαινε σάβανα λευκά για την αιωνιότητα η παναγιά
κι η αδελφή του τσουτσουβή τραγούδαγε ένα σπασμένο
σκότεινο άστρο

κι είδαν τον χρήστο τσουτσουβή γαμπρό μ' άψογο 
μανικιούρ
κι είδαν γαμπρό παντός τον μαραγκό με μαυρισμένα
νύχια - ξανά 
κι η οβριά η μαρία κι η νότα τσουτσουβή τους λούσαν
και τους μύρωσαν
κι ο κόσμος ύφαινε για μας σάβανο μαύρο την αιωνιότητα


Ηλίας Λάγιος, Προς εγκωμιασμόν μιας αενάου εφηβικής ηλικίας (Legende), 
από τη συλλογή "Μουζικούλες", εκδ. Ερατώ, Αθήνα, Μάιος 1997.

Η εφημερίδα Τα Νέα, το 2008, διατύπωσε ένα κουίζ με βάση το ποίημα αυτό του Λάγιου και το θεατρικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, Ο ήχος του όπλου (1987):

Τα ανοιχτά μάτια του Χρήστου Τσουτσουβή φώτιζαν σαν προβολείς το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη Ο ήχος του όπλου. Τη μορφή του νεκρού της σύγκρουσης με την Αστυνομία στου Γκύζη ζωντάνεψε σε ποίημά του και ένας ταλαντούχος νέος λυρικός, που εμφανίστηκε στα γράμματα και έκλεισε τον κύκλο της ζωής του στην τελευταία 25ετία. Το πένθος μάλιστα φίλων και ομοτέχνων του για τον τραγικό του θάνατο, πριν από τρία χρόνια, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ποιος είναι; 

Για να δώσει την απάντηση:

O Ηλίας Λάγιος (1958- 2005) στο ποίημά του Προς εγκωμιασμόν μιας αενάου εφηβικής ηλικίας (Legende) επιχειρεί έναν πρωτότυπο παραλληλισμό: έδειχνε ο τσουτσουβής τους τύπους των σφαιρών στο στήθος του/ και αντεδείκνυεν ο ιησούς έναν τυφλό λεγεωνάριο. Και παρακάτω συνδέει την παναγιά με την αδάκρυτη αδελφή του τσουτσουβή νότα. 

Η ήρωας του ποιήματος σκιτσάρεται ρεαλιστικά, λέγεται με τ΄ όνομά του και μυθοποιείται· ενώ στο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη η αναφορά γίνεται υπαινικτικά και το διαρκώς παρόν όπλο (περίστροφο) αξιοποιείται δραματουργικά δίνοντας διέξοδο στην υπαρξιακή αγωνία των προσώπων. 

Τα χρόνια που ακολούθησαν τον απροσδόκητο θάνατό του, πολλά και ουσιαστικά γράφτηκαν για τον Ηλία Λάμδα, όπως υπέγραφε συχνά ο ίδιος τα κείμενά του. Τρία καλά περιοδικά αφιέρωσαν τεύχη τους ( Αντί,Μanifesto,Νέο Επίπεδο ) στα οποία με άρθρα και ποιήματα τιμήθηκε η μνήμη του.

Η πεζογραφία κράτησε διαφορετική στάση απέναντι στον Τσουτσουβή και τον θάνατό του. Ενώ οι δύο ποιητές έμειναν σε ό,τι είδαν και ένιωσαν, οι πεζογράφοι προσπάθησαν να αναπλάσουν, να δημιουργήσουν δικούς τους χαρακτήρες. Αξίζει τον κόπο να δει κανείς την προσπάθειά τους.

Νίκος Κάσδαγλης, Το θολάμι, εκδ. Στιγμή, Αθήνα, Νοέμβριος 1987

Το βιβλίο έλαβε καλή κριτική και λίγο έλειψε να γίνει και ταινία. Η δική μου η ματιά ήταν πιο αυστηρή. Δεν μπορούσα να παρακάμψω τις πληροφορίες που γνώριζα και να σταθώ επιεικής απέναντι σε μια ιστορία που έμπαζε, αφού, ενώ είχε ξεκάθαρες αναφορές σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, το διαχειρίστηκε απογυμνώνοντάς το από κάθε ιδεολογικό περιεχόμενο και επενδύοντάς το με διανοητικές κατασκευές που δεν προωθούσαν την πλοκή ή που δεν στόχευαν στο να εμβαθύνουν στους χαρακτήρες, αλλά ήθελαν (και πέτυχαν) να αφήσουν να αιωρούνται υποννοούμενα και μομφές γεμάτες, ωστόσο, ιδεολογική προκατάληψη. Ο ήρωας εδώ, δεν είναι ο νεκρός, αλλά ο, διαφυγών, σύντροφός του, ο οποίος και δίδει την χαριστική βολή στον, μέχρι τότε, τραυματία. Η κριτική που κάθισα και έγραψα για το βιβλίο αυτό, προοριζόταν για ένα λογοτεχνικό περιοδικό που ξεκίνησε τη διαδρομή του από τον Οκτώβριο του 1987, δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Την καταθέτω εδώ, χειρόγραφη (με το μολυβάκι του Ντίνου Χριστιανόπουλου, να διορθώνει):


Τόλης Νικηφόρου, Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2005

Εδώ έχουμε μια πολύ όμορφη έμπνευση από τον συγγραφέα, ο οποίος δημιουργεί έναν χαρακτήρα που οδηγείται στο, ιδιωτικό και ανεξάρτητο από οργανώσεις, αντάρτικο πόλης. Είναι πολύ καλογραμμένο και η αναφορά στη συμπλοκή του Γκύζη γίνεται μέσω της κίνησης της Αστυνομίας να αναρτήσει τη φωτογραφία του νεκρού στον Τύπο και σε μια ομολογία του ίδιου του συγγραφέα, πως η περιγραφή του προσώπου του νεκρού είναι ξεσηκωμένη από την, πραγματική, φωτογραφία του Χρήστου Τσουτσουβή. Εδώ το πρόβλημα είναι άλλο. Ο ήρωας καθιστά σχεδόν συνένοχό του έναν δημοσιογράφο, προς το τέλος του βιβλίου και, σελίδα τη σελίδα, δημιουργείται η αναγνωστική λαχτάρα που περιμένει από αυτόν, τον δευτερεύοντα ήρωα, να αναδεικνύεται σε πρωτεύοντα αφού καλείται να διαχειριστεί μια γνώση που δεν την θέλει, που δεν είναι νόμιμη και δεν την εγκρίνει. Τι θα κάνει; Τίποτα δεν κάνει. Το κάνει ο συγγραφέας. Και αντί, σ' εκείνο το σημείο να αρχίσει το πραγματικό μυθιστόρημα, έρχεται ο βολικός θάνατος του αρχικού ήρωα και βγάζει από το δίλημμα τον δημοσιογράφο και ρίχνει στην απογοήτευση τον αναγνώστη. Το εύκολο και, χολυγουντιανό, happy end, υπονομεύει το χτίσιμο μιας πολύ ενδιαφέρουσας πλοκής.

Οι εκμυστηρεύσεις του αντάρτη πόλης στον κάθε συνομιλητή του των εσώψυχών του και η αποδοχή του όρου "τρομοκράτης" από τον ίδιο, δίνουν και παίρνουν στο επόμενο μυθιστόρημα που θα μας απασχολήσει.

Γιώργος Καρτέρης, Ερωτευμένος τρομοκράτης, εκδ. Μελάνι, Αθήνα, Απρίλιος 2008

Έχω διαβάσει κι άλλα βιβλία του Καρτέρη. Πάντα έμενα με την αίσθηση ότι η λογοτεχνία του υστερεί των προθέσεών του. Το μεν πνεύμα  πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. Κάπως έτσι. Ο συγγραφέας έχει εντρυφήσει στα κείμενα των οργανώσεων αντάρτικου πόλης και τα χρησιμοποιεί, εντάσσοντάς τα στο μυθιστόρημά του. Ο ήρωάς του είναι, και εδώ, ο ζωντανός της συμπλοκής του Γκύζη. Στην πλοκή μπαίνουν διάφοροι χαρακτήρες και συμπλέκονται μεταξύ τους τόσο ασφυκτικά σε μια, φωσκολικής εμμονής, αποθέωση της σύμπτωσης. Όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους από τυχαίες αφορμές αλλά έχουν σημαντικό ρόλο στην υπόθεση. Ο συγγραφέας ανακατεύει στοιχεία από τις γνωστές πια, υποθέσεις οργανώσεων που έχουν διαλευκανθεί και έκλεισε, νομικά, ο φάκελός τους. Κανένα πρόβλημα. Ο στόχος που έβαλε ο συγγραφέας, να εμπλέξει την πολιτική επιλογή του ήρωά του με την σεξουαλικότητά του, από μόνος του δεν είναι κακός. Κάθε άλλο. Ο τρόπος που υπηρετείται, χωλαίνει. Παιδαριώδεις και αμήχανοι διάλογοι. Στη μια σειρά οι λέξεις λέγονται με τ' όνομά τους κι αμέσως μετά μπαίνει λογοκρισία: "Με το ένα χέρι θα κρατούσε το πιστόλι και με τ' άλλο υπολόγιζε να κρατά την ψωλή του. Θα ήταν η πρώτη φορά που θα έκανε έρωτα με το πιστόλι στο χέρι. Είχε κάποια αγωνία, δεν ήξερε αν μπορούσε να τα καταφέρει, φοβόταν μήπως την κρίσιμη στιγμή, πάνω στο αποκορύφωμα της σεξουαλικής πράξης, παρασυρόταν και έκλεινε τα μάτια του από ηδονή" (σελ. 344). Μετά την ψωλή, λάμπουν διά της απουσίας τους οι λέξεις γαμήσι, γκαύλα και ο βιασμός υποβιβάζεται σε σεξουαλική πράξη! Αυτός που τα κάνει αυτά είναι ακροδεξιός και χαφιές, δεν είναι ο ερωτευμένος τρομοκράτης αλλά κι εκείνος δεν πάει πίσω. Τον ρωτάει η ερωτευμένη μαζί του: "Τι έπαθες; Πολύ κλονισμένος μου φαίνεσαι για τρομοκράτης. Σε πειράζει να σε λέω τρομοκράτη; Άσχετα τι πιστεύω, αν είσαι τρομοκράτης ή όχι, αυτή η λέξη βοηθάει την επικοινωνία μας, είναι η λέξη κλειδί. Αν θέλεις τη βάζω σε εισαγωγικά". Και ο αντάρτης πόλης, ο ιδεολόγος που αφαιρεί ζωές επειδή υπηρετεί ιδέες, απαντά: "Μην μπαίνεις στον κόπο, δε με πειράζει, λέγε με όπως θες" (σελ. 334). Ο κόπος είναι τα εισαγωγικά! Θα μπορούσα, σχεδόν σε κάθε σελίδα, να διατυπώσω αρνητικά σχόλια για όσα διαβάζω εκεί, αλλά δεν νομίζω πως έχει σημασία. Όλοι οι ήρωές του έχουν λόγο ύπαρξης, όλοι όμως απαιτούσαν άλλη συγγραφική ετοιμότητα και ικανότητα. Αν κάνει κανείς μια περίληψη του έργου και περιγράψει με αδρά χαρακτηριστικά τους πρωταγωνιστές, τότε θα προκύψει ένα ελκυστικό κείμενο που θα σε ωθήσει στο βιβλιοπωλείο για να αγοράσεις το βιβλίο. Όταν το ανοίξεις όμως αρχίζει η πτήση σε διαδοχικά κενά αέρος και το ταξίδι γίνεται, αναγνωστική περιπέτεια. Υπάρχουν, πάντως, μόνο θετικές κριτικές στο διαδίκτυο.

Αθηνά Τσάκαλου, Οι λεηλάτες του μεσημεριού, οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα, 2018

Η Αθηνά Τσάκαλου υιοθετεί μια εκμηστηρευτική, ποιητική γραφή. Μεταδίδει συναισθήματα και δείχνει, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, πως ξέρει πού θα οδηγήσει το κείμενό της. Στήνει μια οικογενειακή ιστορία με επίκεντρο την απουσία και την επανεμφάνιση του πατέρα, τη σχέση του αδελφού με την αδελφή και χρησιμοποιεί εικόνες και διαλόγους που γραπώνουν τον αναγνώστη και τον κρατάνε αφοσιωμένο στον μύθο που εξελίσσεται. Μέχρι του σημείου που αποφασίζει η συγγραφέας να ρίξει στο παιχνίδι τη μεταφυσική. Είναι επιλογή της, υπηρετείται με συνέπεια, έχει όμως μια παρενέργεια. Αναγκάζει τον αναγνώστη, το έκανε τουλάχιστον με μένα, να αρχίζει να πνίγει τα επιφωνήματα ενθουσιασμού που γεννιούνται από όμορφες αράδες του κειμένου για να περιμένει το τέλος και τότε να κάνει τον απολογισμό. Η προσωπική μου εμπειρία είναι πως δεν τελείωσα το βιβλίο με τον ίδιο βαθμό αποδοχής που το άρχισα. Κι εδώ, ο ήρωας είναι ο νεκρός της συμπλοκής του Γκύζη, η οποία πια γίνεται συμπλοκή της Αστυνομίας με ομάδα αναρχικών, τα φώτα όμως πέφτουν στην αδελφή κυρίως και στη μάννα. Η μάννα στο βιβλίο της Τσάκαλου είναι μια εξαίσια λογοτεχνική φιγούρα, με πάθη και καρτερία, με σοφία και δύναμη. Η αδελφή είναι αυτή που αναζητά απαντήσεις. Και πριν τον θάνατο του αδελφού της και μετά, για τις επιλογές του, για τον δρόμο του.

Είναι, με απόσταση, το καλύτερο από τα μυθιστορήματα που παρουσιάζονται εδώ, χωρίς λεκτικά ατοπήματα και άσκοπους εντυπωσιασμούς (όπως υπάρχουν αυτά στον Καρτέρη), με σεβασμό και αληθινή απορία για επιλογές άλλων τις οποίες δεν καταλαβαίνει (καμία σχέση με τον Κάσδαγλη που δεν διστάζει να δώσει σάρκα και οντότητα σε κάτι άγνωστό του κι ας προσεγγίζει έτσι, το έργο του, το συγκαλυμμένο μανιφέστο κι όχι την ατόφια λογοτεχνία). Ένα είδος κενού που ένιωσα με τον Νικηφόρου, το ένιωσα κι εδώ, όταν διαπίστωσα (και στα δύο έργα) πως άλλους δρόμους τραβάμε, εγώ ως αναγνώστης κι αυτοί ως συγγραφείς. Η πλοκή που στήνουν και οι δύο με ωθεί προς μια ταύτιση με τις λέξεις και την αύρα του έργου τους, αλλά η λύση που δίνουν μου αφήνει την αίσθηση του ανεκπλήρωτου.


Κλείνοντας, περισσότερο κι από τις πληροφορίες για το παρελθόν του Τσουτσουβή, για τις πολιτικές του θέσεις και πράξεις, για την επαναστατική βία και το ηθικό ή όχι των φόνων που προκαλεί, για τη σχέση του με τους συντρόφους του, εκείνο που έφυγε και αποστασιοποιήθηκε από αυτόν και ταξιδεύει με ορμή προς την Ιστορία και την Τέχνη είναι η φωτογραφία με τα ορθάνοιχτα μάτια και το χυμώδες πρόσωπό του. Ένα ολοζώντανο πρόσωπο που οδηγεί εκείνον ή εκείνην που θα το ατενίσει σε μονοπάτια της ψυχής κι όχι του νου, μακριά από ιδεολογικές προκαταλήψεις και με διάθεση να ορθώσει ένα μεγάλο ερωτηματικό. Αυτό επιβαλλει η φωτογραφία του νεκρού Χρήστου Τσουτσουβή. Την ερώτηση. Την αναζήτηση. Την αμφιβολία. Όχι την σιγουριά κι ας έδρασε με απόλυτη σιγουριά και ψυχραιμία τις τελευταίες του στιγμές. Η αποδοχή ή η απόρριψη κάποιου δεν είναι η λύση. Κι από αυτήν την άποψη η Τσάκαλου αποδεικνύεται η καλύτερη από τους συγγραφείς που τον κοίταξε κατάματα: "Κάτι έπεσε πάνω μου, όχι δεν ήταν τα φύλλα των δέντρων, κάτι άλλο βαρύ και κρύο, κι ακούμπησαν τα γένια σου στο πρόσωπό μου. Όλοι οι φόβοι τελειώνουν κάποτε και μένει μόνο η απόγνωση. Σε είδα στις οθόνες των τηλεοράσεων στο δελτίο των έξι. Τα μάτια σου ορθάνοιχτα και το στόμα ελαφρά ανοιγμένο. Τα μάτια σου...".

Πέμπτη, Μαΐου 10, 2018

Τα ιστορικά γεγονότα δεν τα φέρνει ο πελαργός.


Ήδη από την Πρωτομαγιά, ο Μάης του '36 της Θεσσαλονίκης βγήκε στο προσκήνιο. Εφημερίδες και ιστοσελίδες βγήκαν με αφιερώματα. Κυρίαρχη φιγούρα, η μάνα του νεκρού Τούση, ο Επιτάφιος του Ρίτσου και του Θεοδωράκη, λιγότερο του Τάσσου.



Η κηδεία των θυμάτων του Μάη του '36, έγινε την Κυριακή 10 Μαΐου και εξελίχθηκε σε παλλαϊκή συγκέντρωση, υπήρξε πάθος και οργή και υπήρξαν και ομιλητές. Το ΚΚΕ το εκπροσώπησε ο Χρήστος Κανάκης. Εκλεγμένος κοινοτάρχης Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, εξορισμένος από το 1935 στον Άι Στράτη (με Γληνό και Βάρναλη στην ομάδα συμβίωσης όπου ο ίδιος ήταν γραμματέας), παρών στα γεγονότα της Θεσσαλονίκης. Θεωρήθηκε πρωτεργάτης αυτών των γεγονότων και εξορίζεται εκ νέου στον Άι Στράτη και χάνει το προνόμιο της επανόδου του στη θέση του προέδρου της Κοινότητας, όταν επανέρχονται όλοι οι διωχθέντες, το 1935, αιρετοί της Αυτοδιοίκησης.


Μάης 1936 
(από το βιβλίο "Στα ίχνη του κόκκινου Κανάκη")

Τα γεγονότα του Μάη του ’36 στη Θεσσαλονίκη είναι κάτι σαν την πυρκαγιά του 1917. Πασίγνωστα ως προς το μέγεθός τους και την ακτινοβολία τους και άγνωστα στις λεπτομέρειές τους. Οι καπνεργάτες αυτή τη φορά είναι στο προσκήνιο και η απεργία τους πνίγεται στο αίμα. Συγκλονιστική είναι η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση να κλαίει πάνω στο πτώμα του παιδιού της που τοποθετήθηκε πάνω σε μια πόρτα καταμεσίς του δρόμου και το ποίημα με το οποίο εξέφρασε ο Γιάννης Ρίτσος την συγκίνηση που σκόρπισε σε πάρα πολλούς ανθρώπους η κατάληξη της βάρβαρης καταστολής. Το τελευταίο δάκρυ κύλισε με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και τις ξυλογραφίες του Τάσσου Αλεβίζου, πολύ αργότερα.  Έχουν γραφτεί πολλά για τον Μάιο αυτόν και καλά. Δεν έχω να προσθέσω απολύτως τίποτε. Εγώ τα ίχνη ενός ανθρώπου αναζητώ και τα βρίσκω πάντα μέσα στον κουρνιαχτό των μεγάλων γεγονότων. Ο Τσιρμιράκης κάνει λόγο για την παρουσία του Χρήστου Κανάκη στα γεγονότα του Μάη. Σε όλα τα άλλα βιβλία που διάβασα, το όνομα Κανάκης δεν αναφέρονταν, ήταν όμως εκεί. Το 1936, χωρίς να ξέρουμε πότε ακριβώς επέστρεψε από τον Άη Στράτη, βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Είναι ο ομιλητής στην κηδεία των θυμάτων, την Κυριακή 10 Μαΐου 1936, εκ μέρους του Κομμουνιστικού Κόμματος. Και είναι από τους πρώτους που συλλαμβάνονται, σχεδόν ένα μήνα μετά, ως πρωταίτιοι των γεγονότων και εκτοπίζονται. Ξανά στο καράβι, το Κίμων αυτή τη φορά, για τον Άη Στράτη ο Χρήστος Κανάκης. Θα ασχοληθώ λίγο με τις ημερομηνίες για να δούμε το άσχημο παιχνίδι της τύχης και της συγκυρίας. Επειδή αυτό που του συμβαίνει του Κανάκη το 1936 θα του ξανασυμβεί, τηρουμένων των αναλογιών, το 1957.
Μετά τις 20 Μαΐου 1936 το θέμα της επαναφοράς των αιρετών της Αυτοδιοίκησης παίρνει το δρόμο του στη Βουλή. Στις 29 Μαΐου ψηφίζεται στην Επιτροπή Νομοθετικής Εξουσιοδότησης της Βουλής το νομοσχέδιο για την επαναφορά των δημοτικών αρχόντων.
Στις 5 Ιουνίου συλλαμβάνεται από την Ασφάλεια ο «Χρήστος Κανάκης, πρώην πρόεδρος κοινότητος» κατά τη Μακεδονία. Ο Ριζοσπάστης προσθέτει την πληροφορία πως οι συλληφθέντες προορίζονται για εκτόπιση. Στην επόμενη ανταπόκρισή του από τη Θεσσαλονίκη ο Ριζοσπάστης αναφέρει πως ήδη οι συλληφθέντες επιβιβάστηκαν στο ατμόπλοιο Κίμων, ούτε εικοσιτετράωρο από τη σύλληψή τους, με προορισμό τον Άη Στράτη όπου θα παραμείνουν για ένα χρόνο. «Απολυθείς σιδηροδρομικός» είναι ο τίτλος που διαδέχεται τον «πρώην πρόεδρο κοινότητας Επταλόφου» για τον Χρήστο Κανάκη. Στην επιτροπή ασφαλείας που επιμελήθηκε τα ανωτέρω ήταν και ο διοικητής της χωροφυλακής συνταγματάρχης  (Γ;) Ντάκος ο οποίος επιβεβαίωσε πως «οι παραπάνω ανέπτυξαν δράση και ανεδείχθησαν πρωταίτιοι και δημιουργοί στην προπαρασκευή μιας τρομοκρατικής ατμόσφαιρας και στην οργάνωση τρομοκρατικής ομάδας στις 10 και 11 του Μάη». 



Οι συλληφθέντες έμειναν τρεις μέρες στην απομόνωση πριν τους επιβιβάσουν με το ζόρι στο πλοίο επειδή αρνούνταν θέλοντας να τους επιτραπεί επίσκεψη των συγγενών τους. Με γράμμα που στέλνουν «από το βαπόρι» καταγγέλλουν την σύλληψη και τον εκτοπισμό τους και εφιστούν την προσοχή του λαού «στο γεγονός ότι ενώ ο αρχιδολοφόνος Ντάκος κι οι άλλοι υπεύθυνοι των δολοφονιών της 9 του Μάη μένουν ατιμώρητοι, η κυβέρνηση στέλνει στην εξορία για το παλλαϊκό συναγερμό της 10 του Μάη». Στις 8 Ιουνίου η Εφημερίδα των Βαλκανίων ενημερώνει πως καθυστερεί μεν η δημοσίευση του διατάγματος για την επαναφορά των αιρετών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όμως ο Υπουργός των Εσωτερικών με τηλεγραφική εγκύκλιό του προς τους νομάρχες τους διατάζει να ειδοποιήσουν τους ενδιαφερόμενους να είναι έτοιμοι για την ανάληψη των καθηκόντων τους. Την ίδια μέρα ο Ριζοσπάστης πληροφορεί ότι οι εκτοπισμένοι βρίσκονται στον Βόλο και παρήγγειλαν, μέσω του ανταποκριτή του, να τους επισκεφθούν «η Ομοσπονδία των Σιδηροδρομικών, η Ομοσπονδία Ηλεχτρισμού και η Εργατική Βοήθεια Ελλάδος». Την επόμενη μέρα βρίσκονται στον Πειραιά στο Τμήμα Μεταγωγών και ακολούθως στη Ζέα όπου τους περίμενε το «ατμόπλοιο Αρδένα που πάει για τον Άη Στράτη» και μαζί, πολλοί εργάτες για «να αποχαιρετήσουν τους αγωνιστές τους» και αντιπρόσωποι σωματείων και Ομοσπονδιών που τους ενίσχυσαν οικονομικά. Στο ογκούμενο κύμα διαμαρτυριών η κυβέρνηση ουσιαστικά μένει αδιάφορη. Ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Νικόλαος Τσίπουρας αρνείται πως η εκτόπιση έχει σχέση με τα γεγονότα του Μάη και ο Ριζοσπάστης δίνει στη δημοσιότητα το πρακτικό της Επιτροπής Δημοσίας Ασφαλείας Νομού Θεσσαλονίκης το οποίο τον διαψεύδει. 
Το ΦΕΚ τελικά δημοσιεύτηκε. Από τις 11 Ιουνίου επανέρχονται στις θέσεις τους οι παυθέντες το 1935 δήμαρχοι και κοινοτάρχες στην Αθήνα και αλλού αλλά στη Θεσσαλονίκη υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση. Οι εφημερίδες δημοσιεύουν πανομοιότυπα ρεπορτάζ για το ποιοι επανέρχονται και ποιοι ορκίζονται. Στους Αμπελόκηπους λοιπόν επανέρχονται: «Χρ. Αρβανίτης πλειοψηφών σύμβουλος, Δ. Χ”Διαμαντής, Π. Χ”Παναγιώτου, Δ. Αναστασιάδης, Α. Χρόνης, Ε. Τσουκαλάς, Εμ. Τσιριμιδάκης, Γ. Σκουπακίδης, Χ. Κανάκης (όστις εξετοπίσθη και πάλιν), Δ. Θωμαΐδης, Κ. Κασάμπαλης και Δ. Παπαϊωάννου». Άφησα τα ονόματα με τα λάθη της εφημερίδας. Ορκίστηκε λοιπόν ο Αρβανίτης και όχι ο Κανάκης. Έτσι εξηγείται και η παρουσία του Θ. Αδαμίδη στα πρακτικά του 1936 της κοινότητας των Αμπελοκήπων. Πήρε τη θέση του εξόριστου Κανάκη.
Ένα (μικρό) θέμα υπάρχει σχετικά με τους «κόκκινους συμβούλους» που έγραφε το 1934 ο Ριζοσπάστης. Και τότε έπρεπε στη θέση του Αδαμίδη να ήταν ο Κασάμπαλης που πήρε περισσότερους ψήφους, αλλά ίσως να ήταν και απλό λάθος στην καταγραφή των ονομάτων. Μια πιο εξειδικευμένη έρευνα για τα διοικητικά όλων των νέων κοινοτήτων στα πρώτα τους χρόνια νομίζω πως επιβάλλεται, έτσι κι αλλιώς!
Ο Κανάκης λοιπόν είναι ζήτημα αν πρόλαβε να πατήσει το πόδι του στο χώμα του Άη Στράτη την ώρα που το κοινοτικό συμβούλιο Αμπελοκήπων επανέρχονταν στα καθήκοντά του. Στο πρακτικό παράδοσης της Κοινότητας από τον Π. Βαφειάδη στον Χ. Αρβανίτη δεν γίνεται καμία αναφορά στον Χ. Κανάκη.
Πόσο έμεινε αυτή τη φορά στον Άη Στράτη ο Κανάκης; Πού τον βρήκε η Κατοχή; Άγνωστο. Υπάρχουν φήμες αλλά δεν υπάρχουν τεκμήρια. Η απελευθέρωση πάντως τον βρίσκει, πού νομίζετε; Στον Άη Στράτη, φυσικά.





Πρόλογος συγγραφέα

Γιατί άραγε «Στα ίχνη του κόκκινου Κανάκη»;

Στα ίχνη λοιπόν επειδή είναι ελάχιστες οι αναφορές στον Χρήστο Κανάκη στη βιβλιογραφία της Θεσσαλονίκης και του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματός της. Ο άνθρωπος αυτός, παρόλο που ήταν εκ των πρωταγωνιστών σε κορυφαίες στιγμές της πόλης, δεν μνημονεύεται επαρκώς. Ακόμη κι όταν γράφονται σελίδες επί σελίδων για κάποιο μείζον γεγονός όπως ο «Μάης του 1936» το όνομα του Κανάκη απουσιάζει κι ας ήταν εκεί, εκ των ομιλητών την Κυριακή της κηδείας των θυμάτων και εκ των πρώτων εκτοπισθέντων ως πρωτεργάτης των γεγονότων.
Σελίδες εφημερίδων και πολύτιμα απομνημονεύματα ανθρώπων που ήρθαν σε επαφή με τον Χρήστο Κανάκη είναι τα μονοπάτια που κρύβουν τα ίχνη αυτού του ανθρώπου και είναι εντυπωσιακό πως τα ίχνη αυτά δεν δείχνουν μόνο Κανάκη αλλά δείχνουν τον κοινωνικό αγωνιστή που δεν δίστασε στιγμή να βάλει το χέρι στη φωτιά κι ας κινδύνευε να καεί. Όπως κινδύνευσε, αυτή η ίδια η αγωνιστική του υπόσταση, όταν έγινε μέλος της «παλιάς Κεντρικής Επιτροπής» την οποία ο Νίκος Ζαχαριάδης κατήγγειλε ως δημιούργημα της ασφάλειας και πέρασε όλη τη δοκιμασία της αμφισβήτησης από συντρόφους του και άντεξε και δικαιώθηκε. Δικαίωση που αποτυπώθηκε στα επίσημα βιβλία ιστορίας του κόμματός του, του ΚΚΕ.
Το παρόν βιβλίο είναι, κυριολεκτικά, στημένο λέξη τη λέξη, φράση τη φράση όπως ψάχνει κανείς κάτι πολύτιμο και το βρίσκει κομμάτι κομμάτι, ψηφίδα ψηφίδα.

Και, φυσικά, του κόκκινου Κανάκη. Επειδή, σε καμία πτυχή της πολιτικής του δράσης, δεν άφησε κανένα περιθώριο να του προσαφθεί άλλος προσδιορισμός, από αυτόν της εφημερίδας Ριζοσπάστης από το μακρινό 1934. Την προσήλωσή του στις ιδέες του την πλήρωσε ακριβά. Με την πολυετή εξορία του, με το αίμα των δυο του αγοριών.
Το όνομα Χρήστος Κανάκης ακούγεται ακόμα στη συνοικία όπου διέμενε η οικογένειά του επειδή υπήρξε δραστήριος και παραγωγικός κοινοτάρχης. Όσο κι αν η πρώτη θητεία του ήταν μόλις δεκατρείς μήνες και η δεύτερη δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Δυστυχώς δεν υπάρχουν γραπτές πηγές που να μας οδηγήσουν στο κατ’ εξοχήν αυτοδιοικητικό έργο του. Έργα ασφαλτόστρωσης, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και πόσιμου ύδατος μνημονεύονται από όσους θυμούνται και καταγράφηκαν, έτσι ακριβώς, ως μνήμες. Λείπουν γραπτές αναφορές είτε στον Τύπο, είτε στα αρχεία του Δήμου Αμπελοκήπων-Μενεμένης. Αυτά τα αρχεία, η έλλειψή τους για την ακρίβεια, είναι και ο καημός του ερευνητή. Και τι δεν θα μας έλεγαν τα πρακτικά του 1934-1935 και οι αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου. Δυστυχώς δεν υπάρχουν.

Η «ανυπαρξία» πηγών για το Αυτοδιοικητικό έργο του Χρήστου Κανάκη κάνει να φαίνεται «πληθωρική» η ύπαρξη τεκμηρίων για το Πολιτικό-Κοινωνικό στίγμα του, έτσι ώστε το πορτραίτο του να έχει τις θερμές αποχρώσεις του κόκκινου χρώματος.
Αν στον ερευνητή τα γραπτά, κυρίως, τεκμήρια είναι απαραίτητα εν τούτοις η απουσία τους δεν ακυρώνει το έργο αυτό καθεαυτό. Για ποιον άλλο λόγο, παρά για την εμπιστοσύνη στις αυτοδιοικητικές του ικανότητες, ο λαός των Αμπελοκήπων θα τον εξέλεγε, το 1957 ως δήμαρχό του πλέον αν και ήξερε πως βρίσκεται εξόριστος στον Άη Στράτη; Δεν έκανε ποτέ τη θητεία του αυτή επειδή η κυβέρνηση του το αρνήθηκε. Και το αρνήθηκε επειδή την κυβέρνηση δεν την ενδιέφεραν τα αυτοδιοικητικά κριτήρια του λαού αλλά η πολιτική-κομματική δράση του εκλεγέντα. Επρόκειτο «περί μαχητικωτάτου και λίαν επικινδύνου κομμουνιστού» κατά τον αρμόδιο υπουργό, λες και αυτοί που τον ψήφισαν δεν το ήξεραν. Το «μαχητικώτατος» και το «κομμουνιστής» ήξεραν. Το «επικίνδυνος» δεν ακούμπησε τον λαό όπως φαίνεται από την ζώσα μνήμη, από την αίσθηση των παλιών Αμπελοκηπιωτών που τον μνημονεύουν με νοσταλγία, αποδίδοντάς του τιμή.

ΥΓ
Το βιβλίο διατίθεται δωρεάν σε όποιον και όποιαν το θελήσει. Είτε με μήνυμα στον εκδότη: ΚΙΑΘ
είτε στον συγγραφέα: Σπ. Λαζ.

Πέμπτη, Απριλίου 26, 2018

Ιστορικός περίπατος


















Ξενάγηση σε κτίρια και ταφικά σύνολα κατά μήκος της οδού Λαγκαδά. Απρίλιος 2018. Στο πλαίσιο του Ανοικτού Λαϊκού Πανεπιστημίου του Δήμου Παύλου Μελά

Παρασκευή, Απριλίου 20, 2018

Τρεις ραδιοφωνικές συνεντεύξεις για τρία βιβλία

Στο site όπου συγκεντρώνω τα τεκμήρια της ενασχόλησής μου με τη γραφή (www.tsalimi.gr), προστέθηκαν τρία ηχητικά αρχεία. Τρεις συνεντεύξεις μου στον Γιώργο Καλιεντζίδη και στον ραδιοφωνικό σταθμό 9,58 fm της ΕΡΤ3 από το 2012 έως σήμερα.


Η προϊστορία των δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης ταυτίζεται με τη μοναξιά της μεγάλης περιοχής που λεγόταν Ζέιτενλικ. Η μοναξιά αυτή διαταράσσεται στην αυγή του εικοστού αιώνα. Η πόλη απελευθερώνεται από τους Τούρκους, καταφθάνουν στην περιοχή οι πρόσφυγες του 1914, αμέσως μετά έρχονται το 1915 τα συμμαχικά στρατεύματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η πυρκαγιά του 1917 και οι πυροπαθείς. Η δυτική ύπαιθρος της Θεσσαλονίκης, ξαφνικά γεμίζει κόσμο. Στήνονται οικισμοί οι οποίοι παρά τον προσωρινό χαρακτήρα τους δεν θα ερημώσουν ποτέ. Το 1922 είναι κοντά και παγιώνει μία κατάσταση που άρχισε να διαμορφώνεται από το 1914. Στο βιβλίο τεκμηριώνεται το στήσιμο του πρώτου προσφυγικού οικισμού δυτικά της Θεσσαλονίκης· του οικισμού Λεμπέτ που μετεξελίχτηκε στη σημερινή Σταυρούπολη. Ο τίτλος Η μοναξιά του Ζέιτενλικ είναι απόδοση μιας φράσης του L. Abastado που αναφέρεται στα τελευταία χρόνια ενός εκ των ηγούμενων των Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη, του I. B. Bonnieu.



Από το 1914 και μέχρι το 1919 η, εκτός των τειχών, δυτική Θεσσαλονίκη εγκατέλειψε την ρουτίνα ενός τοπίου που το διέσχιζαν χείμαρροι και ακαλλιέργητα εδάφη. Ήταν μια ευρεία έκταση όπου τα μόνα ανθρώπινα έργα ήταν δυο νεκροταφεία, δυο επιβλητικά κτίρια των καθολικών και ένα στρατόπεδο κτισμένο κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Και στα όρια αυτού του χώρου τα τσιφλίκια Καρά Χουσεΐν, Λεμπέτ, Χαρμάνκιοϊ και το, απροσδιορίστου εδαφικού αντικρίσματος, τοπωνύμιο Ζέιτενλικ.
Το Λεμπέτ και το Ζέιτενλικ είναι δύο λέξεις που απέκτησαν διαφορετικά νοήματα, ανάλογα με το ποιος τα χρησιμοποιούσε.
Ποιοι, πότε και πώς, λοιπόν, έκαναν χρήση αυτών των ονομάτων; Κρυβόταν κάποιου είδους σκοπιμότητα πίσω από την χρήση αυτή; Η περίοδος 1914-1919 είναι πολύ σημαντική από αυτή τη σκοπιά. Τότε γίνεται μια κοσμογονία στην περιοχή, τον απόηχο της οποίας μπορούμε να αφουγκραστούμε, όχι μόνο από επίσημα έγγραφα και βιβλία, αλλά και από τον επίκαιρο (τότε) λόγο των εφημερίδων. Και ο λόγος των εφημερίδων εκείνης της εποχής ήταν κατάφορτος από ιδεολογήματα και πολιτικές σκοπιμότητες από τις οποίες δεν γλίτωναν ούτε τα απλά ονόματα.
Πεδία βολής, χώροι στρατιωτικών ασκήσεων και αγοραπωλησίες κτημάτων στα εξωτερικά όρια του τοπίου μεταξύ των τριών τσιφλικιών ήταν οι χρήσεις του χώρου πριν και λίγο μετά την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.
Η ίδια η Απελευθέρωση επεφύλαξε κι έναν πιο ουσιαστικό ρόλο στο βασικό δρόμο που διέτρεχε αυτό το τοπίο. Επί της οδού των Σερρών έγινε η αναχαίτιση του Βουλγαρικού Στρατού την κρίσιμη ημέρα της εισόδου του Διαδόχου Κωνσταντίνου στην πόλη και στις παρυφές του στήθηκαν οι σκηνές για τους πρώτους πρόσφυγες και Τούρκους αιχμαλώτους.
Σκηνές και πρόσφυγες επανήλθαν στην δυτική πλευρά του δρόμου και τον Απρίλιο του 1914. Τώρα ήταν Έλληνες κυνηγημένοι από Βούλγαρους και Τούρκους. Με αφορμή την εγκατάσταση αυτών των προσφύγων αρχίζει η μετοικεσία, μα και αντιπαλότητα των τοπωνυμίων Λεμπέτ και Ζέιτενλικ. Λεμπέτ επιλέγουν οι πρόσφυγες κι ας είναι μακρύτερα από το Ζέιτενλικ. Γιατί;
Οι επόμενοι προσωρινοί κάτοικοι της ίδιας περιοχής και στις ίδιες συνθήκες με τους πρόσφυγες είναι οι στρατιώτες της Αντάντ του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1915. Στήνονται γύρω από τον οικισμό προσφύγων Λεμπέτ οι Γάλλοι, αλλά ονομάζουν το στρατόπεδό τους camp de Zeitenlik. Στήνονται πιο ανατολικά προς τα υψίπεδα του παλιού τσιφλικιού Λεμπέτ οι Άγγλοι, αλλά ονομάζουν Lebet road τον δρόμο των Σερρών, την σημερινή οδό Λαγκαδά που διασχίζει την καρδιά του Ζέιτενλικ.
Το βιβλίο παρακολουθεί την εμπλοκή του τοπίου και των τοπωνυμίων στα ανθρώπινα έργα. Στρατιώτες και πρόσφυγες συμβιώνουν και αυτό συμπυκνώνεται στην ίδρυση από τους Γάλλους στρατιώτες σχολείου για τα παιδιά των προσφύγων το 1916.
Η πυρκαγιά του 1917 φέρνει νέο κόσμο στην περιοχή και αναδεικνύεται άλλη μια πτυχή της ώσμωσης ξένων και Θεσσαλονικέων με τους καταυλισμούς των πυροπαθών.
Τι απέμεινε στην περιοχή; Κοιμητήρια και οβίδες. Σχολικά μαθητολόγια (1920-1921) όπου αποτυπώνεται το προσφυγικό δράμα. Οι πρόσφυγες του Λεμπέτ έφυγαν το 1919 (όχι όλοι) για να επανέλθουν το 1922. Η προσωρινή εγκατάσταση ήταν τελικά μόνιμη. Μνημεία στη θέση των τάφων για τους συμμάχους. Άλλο ένα κοιμητήριο στο τοπίο. Οβίδες στα χώματα για πολλά χρόνια μετά. Και τα δύο τοπωνύμια που κονταροχτυπήθηκαν πήγαν και τρύπωσαν σ’ ένα κοιμητήριο το ένα κι ένα ίδρυμα το άλλο. Επίσημο όνομα και (λανθασμένο) παρατσούκλι. Συμμαχικά Κοιμητήρια του Ζέιτενλικ και Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Και τα δύο επί της οδού Λαγκαδά, της οδού των Σερρών, του Lebet road.

Μία αναζήτηση προσώπων που θα βρουν τη θέση τους πλάι σε ονόματα. Και αλλιώς: ονοματεπώνυμα, πατρώνυμα μπερδεμένα με ονόματα συζύγων για τις χήρες, λάθη του καταγραφέα αλλά και αυθαιρεσίες στην επιλογή επιθέτου από τον καταγραφόμενο, αναζητούν μάτια και χείλη, ταυτίζονται με ένα βλέμμα και μένουν έτσι στο νου ως ολοκληρωμένη μνήμη. Αυτό είναι το βιβλίο «Μελάφτσα, Ηλιόλουστο: μνήμη πρώτων». Το ταξίδι θα ολοκληρωθεί σε έξι ή επτά μικρούς τόμους και στον καθένα πρόσφυγα που ξεκίνησε από το Φαχρέλ του Καρς και κατέληξε στη Μελάφτσα της Μακεδονίας, θα αντιστοιχηθεί μια οικογένεια, συγγενείς και φίλοι, γεγονότα και καταστάσεις της νέας γης μέχρι που τα ονόματα θα περάσουν σε νέα πρόσωπα, στα εγγόνια των πρώτων.
Μια δεκαετής περιπέτεια με αντικείμενο τον εμπλουτισμό μιας λίστας ονομάτων με φωτογραφίες προσώπων έφτασε στο τέλος της. Καταγράφηκαν οι αρχηγοί οικογενειών που εγκατέλειψαν το φθινόπωρο του 1920 το Φαχρέλ του Καρς και διαμοιράστηκαν σε χωριά της Μακεδονίας. Για όσους από αυτούς έφτασαν στη Μελάφτσα (Ηλιόλουστο) του Κιλκίς τον Μάιο του 1921, αναζητήθηκαν φωτογραφίες. Έτσι συγκροτήθηκε ο πρώτος τόμος της σειράς «Μελάφτσα, Ηλιόλουστο: μνήμη πρώτων». Στους επόμενους τόμους θα δούμε αυτά τα πρόσωπα να πλαισιώνονται από τα άτομα των οικογενειών τους και να συμμετέχουν στις κοινωνικές δραστηριότητες του νέου χωριού τους μέχρι να αποκτήσουν τα πρώτα εγγόνια τους, να αφήσουν τα ονόματά τους παρακαταθήκη. Από κοντά με τους Καυκάσιους του Φαχρέλ, δεκαπέντε μόνο χρόνια αργότερα, έρχονται στο Ηλιόλουστο και κάποιες οικογένειες βλάχων. Μ’ αυτούς θα κλείσει η σειρά. Ένα (ουσιαστικά) βιβλίο που δημιουργήθηκε σελίδα τη σελίδα με υλικό από σεντούκια και κουτιά που είχαν φυλαγμένες φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων. Μην σας τρομάζουν τα πολλά ονόματα μέσα στο βιβλίο, δείτε το κι αλλιώς: αυτό το βιβλίο είναι η εκδίκηση των ανωνύμων της Ιστορίας· οι αριθμοί των στατιστικών αποκτούν όνομα, πρόσωπο, οικογένεια, φίλους, χωριό, κοινότητα που θάλλει παρά τα προβλήματα.

Τετάρτη, Απριλίου 04, 2018

Και διακειμενικότητα έχουμε!



Το ψάρεμα στο διαδίκτυο μου έβγαλε δύο νέα λαβράκια. Το πρώτο είναι ένα ποίημά μου που δεν πολυκυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Eίναι από την πρώτη μου ποιητική συλλογή και ανθολογήθηκε στο περ. private. Το βρήκα σαν tweet:

Το δεύτερο είναι μια ενσωμάτωση του τίτλου αυτής της πρώτης ποιητικής συλλογής σε ένα νέο ποίημα μιας, άγνωστης σε μένα, ποιήτριας (χωρίς κανένα βιβλιογραφικό σχόλιο από μεριάς της):

Ο τίτλος αυτός είχε μπει και σε ένα βιβλίο διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, το "επί ψύλλου κρεμάμενος" (εκδ. Κέδρος, 2003):


Ένας ακόμη στίχος (φράση καλύτερα, αφού δεν προέρχεται από ποίημα αλλά από ένα μικρό δοκίμιο που δημοσίευσα σαν επίμετρο στη μελέτη μου "Η μοτοσυκλέτα στην ελληνική λογοτεχνία"), μπήκε στο μυθιστόρημα "γυναίκα στις δύο και μισή" (εκδ. Νέοι Ορίζοντες, 2006) του Παναγιώτη Γούτα:




Να λοιπόν που τα βιβλία ζουν και η αύρα των αναπνοών τους φτάνει, ενίοτε, στον δημιουργό τους. Τώρα με το ευλογημένο internet, πιο εύκολα!