Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2007

Death proof: Down in Mexico (The Coasters)



Μία μόνο από τις εκπληκτικές σκηνές που έστησε ο Quentin Tarantino. Καραμπινάτος αισθησιασμός κι ούτε ένα βυζί στην οθόνη. Οι μεγάλοι σκηνοθέτες δεν χρειάζονται τίποτε άλλο παρά μια κάμερα και καλούς ηθοποιούς. Τα άλλα είναι για τους μικρομέγαλους.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2007

Ευτυχώς, κάποια πράγματα μας ομορφαίνουν τη ζωή...


Ο σταθμός που παίζει αυτή τη στιγμή στο ραδιόφωνό μου, πληροφορεί τους ακροατές του πως δεν έχει στη διάθεσή του σύνδεση internet κι έτσι μόνο από σταθερό τηλέφωνο μπορεί κανείς να επικοινωνήσει μαζί του.
Μόλις είχα πατήσει το κουμπί που έδινε την εντολή στον scanner να αποτυπώσει την εικόνα που αιωρείται πάνω από αυτές τις γραμμές.
Κάποιος πρέπει να τους μιλήσει για το ταχυδρομείο σκέφτηκα και χαμογέλασα. Βέβαια τότε εξαφανίζεται η αμεσότητα και η ταχύτητα του sms και του τηλεφώνου, χάνεται η αίσθηση του fast food που μονοπωλεί, σχεδόν τις αναζητήσεις και τις επιλογές μας. Πάντα; Όχι! Ευτυχώς!
Είμαι συνδρομητής του λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον από το 1999. Το διαβάζω όμως από το πρώτο του τεύχος και ακόμα νωρίτερα από τους πρόδρομους τίτλους που εξέδιδε η ψυχή του, ο ποιητής Γιάννης Πατίλης και η παρέα του.
Τα τελευταία χρόνια, το Πλανόδιον κάνει δώρο στους συνδρομητές του βιβλία ποίησης και πεζογραφίας που τυπώνουν κάτω από τη στέγη του γνωστοί και άγνωστοι στο λογοτεχνικό χώρο. Όλα τα διακρίνει μια ποιότητα γραφής. Σε όλα είναι ευδιάκριτη η επιμέλεια στην έκδοση. Κυρίως κυκλοφορούν εκτός εμπορίου. Όλα είναι καταδικασμένα, σ’ αυτήν τους τουλάχιστον τη μορφή, να μην γίνουν best sellers.
Και τι έγινε; Διαβάζονται από ανθρώπους που αγαπούν το διάβασμα. Λίγο είναι; Πέρσυ μάλιστα ένα από αυτά (Θεανώ Κοτίνη, Ανίδεοι πάλι, εκδ. Πλανόδιον, 2006) έφτασε να βραβευθεί με το πρώτο βραβείο ποίησης από το περιοδικό Διαβάζω (βλ. περ. Διαβάζω, αρ. 474, Μάιος 2007).
Στο γραμματοκιβώτιό μου, την Παρασκευή ασφυκτιούσαν, εκτός από τους διάφορους λογαριασμούς, δύο παραφουσκωμένοι φάκελοι. Στον έναν από αυτούς βρισκόταν και το βιβλίο της Ευαγγελίας Κόσσυβα, Στήμονες οι ηδυπαθείς. Πουθενά δε φαίνεται να έβγαλε άλλο βιβλίο. Ό,τι έγραφε τα τελευταία δέκα χρόνια (γεν. 1952, Καλαμάτα) τα δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά της Καλαμάτας και των Πατρών.
Θεωρώ πως όταν εκείνοι που γράφουν επειδή έχουν κάτι να πουν, διαθέτουν και την ικανότητα να είναι ευγενείς και να σέβονται, εκτός από τους ήρωές τους, τον αναγνώστη τους και τη γλώσσα που υπηρετούν, τότε αναδεικνύονται σε συγγραφείς που δεν μπορείς να τους προσπεράσεις με μια ανάγνωση.
Επειδή κουράστηκα να διαβάζω νέους και νέες συγγραφείς που βιάζονται να γίνουν «καταραμένοι» και αθυρόστομοι, επειδή η ανθρώπινη δυστυχία είναι ένα πρώτης τάξεως υλικό για να χτίσει κανείς πολυόροφες ιστορίες και να ανέβει στην ταράτσα τους, χωρίς σεμνοτυφίες και ενδοιασμούς και να ανεμίζει αίματα και βλέννες, μύξες και ακατανόμαστα γαμίσια, πόνο και σπέρμα, φθόνο και μίσος, μοβόρους και αδίστακτες, βιβλία σαν αυτό της Κόσσυβα, λάμπουν σαν διαμάντια.
Η ίδια πρώτη ύλη, η ανθρώπινη ανημπόρια και η εγκατάλειψη, περιγράφονται σαν να φροντίζει η συγγραφέας ένα εύθραυστο γυαλικό της γιαγιάς της. Και αλλουνού να ήτανε το γυαλικό, με τον ίδιο τρόπο φαντάζομαι να το φρόντιζε. Η ευγένεια δεν επιλέγει το στόχο της. Απλώνεται και φτάνει μέχρι τα ακροδάχτυλα όσων είναι εκεί κοντά.
Πολύ χαίρομαι που είμαι σε μια τέτοια παρέα, Γιάννη Πατίλη.
Καλή δύναμη!

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2007

Are you talking to me, Δείμε?


[...]Καλά κρίνουμε εκ του ασφαλούς, αλλά όταν έρθει η ώρα κρινόμαστε στην πράξη. Κορώνες κριτικής δέχομαι μόνο από όσους έπραξαν. Όχι από εκείνους που πυροβόλησαν τον αέρα (για σένα είναι τούτο Σπύρο). Γιατί κάποιοι μέσα στη θεωρητικολογία τους μιλούν για σφιχτή διαδικασία. Μάλλον δεν ήταν στην αίθουσα -όταν ο κόσμος που βιώνει το πρόβλημα- ζητούσε λύσεις κι όχι επιστημονικές ημερίδες, όπως ήθελαν κάποιοι να μιλάνε για ώρες. Το αποτέλεσμα; Χρονοδιάγραμμα δράσης και απαιτήσεις ρεαλιστικές και όχι κενές ουτοπίες.

Η ηλίθια και ανέφικτη πρόταση -αν μπορώ να χαρακτηρίσω έτσι μία λογική που ζητά να φύγουν από εδώ και να πάνε αλλού- για Δήμους που θα πάρουν τον ΟΚΑΝΑ, έγινε πράξη στην οποία συγκεντρώθηκαν πάνω από 500 άτομα (στο σύνολο των 3,5 περίπου ωρών που κράτησε η εκδήλωση). Ήταν τόσοι στις διοργανωθείσες συγκεντρώσεις του παρελθόντος; Χωρίς ρατσισμό, αλλά με απαίτησε για αστυνόμευση και έναρξη δράσης ο κόσμος ήθελε και θέλει λύσεις. Λύσεις που οι λαλίστατοι σημερινοί τιμητές ή αρνούνται ή δε θέλησαν (το δεν μπόρεσαν δεν το δέχομαι) α δώσουν. Με προστασία και λύσεις για αρρώστους, αλλά και για την ασφάλεια των κατοίκων. Έπρεπε για κάποιους να κάνουμε ιδεολογική κουβέντα, έπρεπε να συζητήσουμε το ρόλο των ναρκωτικών στον καπιταλιστικό κόσμο. Έλα ντε που ο κόσμος ήθελε προτάσεις και όχι κουβέντες του αέρα. Βγήκε συμπέρασμα, αγαπητέ πρώην αντιδήμαρχε, με ημερομηνίες[...]

Σ’ αυτόν τον καταιγισμό αυθαίρετων συμπερασμάτων, αγαπητέ Δείμε, μένω άφωνος. 280 άτομα,μαζί με τον εξώστη χωράει το θέατρο. Πόσοι έμειναν όταν ανακοινώθηκαν οι ημερομηνίες δράσης; Ξέρεις πόσα τελεσίγραφα έχουν λήξει μέχρι τώρα; Ημερίδα και μάλιστα με κάκιστα σχεδιασμένη εκπροσώπηση εισηγητών εσείς στήσατε. Όλοι οι άλλοι διεκδικούσαν λόγο και εισέπραταν απαξίωση.

Ξαναδιάβασε προσεκτικά το προηγούμενο post μου, δες νηφάλια τι ακριβώς λέω και μην δημιουργείς εντυπώσεις.

Όταν, με τον χειμαρώδη λόγο σου, μου δείξεις ότι δεν αλλοιώνεις τα λόγια και τα έργα μου, αλλά, αφού τα καταλαβαίνεις, τα απορρίπτεις, τότε μπορούμε να συζητήσουμε για το τι έκανε ο καθένας μας και πώς υποστηρίζει τις απόψεις του.


Κυριακή, Νοεμβρίου 25, 2007

Τύπος ή ουσία;




Το κάλεσμα:
άνευρο, απολίτικο, αποϊδεολογικοποιημένο.
Οι εισηγητές:
αδύναμοι στο να αναδείξουν το πρόβλημα και χωρίς διάθεση να αφουγκραστούν εκείνους που το βιώνουν.
Το κοινό:
πήγε να ακούσει λύσεις κι έφαγε κατάμουτρα μια ασφυκτική διαδικασία.
Το πρόβλημα:
κανείς δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να το προσδιορίσει˙ αστυνομικό, κοινωνικό, πολιτικό, ιατρικό;
Η επόμενη μέρα:
το πρόγραμμα θα καταρρεύσει, οι πολιτικοί θα μιλήσουν για δικαιωμένους αγώνες και σε πολλούς θα μείνει η απορία του πόσο ρατσιστές ήταν που δέχτηκαν ανόητους σχεδιασμούς από διορισμένους και αδαείς.

Και μια θλίψη
διάχυτη,
αμείλικτη,
αδυσώπητη,
χειροπιαστή.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 21, 2007

Τρυφερό μάθημα Φυσικής

Κατά την ώρα του μαθήματος Φυσική σε ένα τμήμα γενικής παιδείας της τρίτης λυκείου, μιλώντας για δείκτες διάθλασης και φάσμα του λευκού φωτός, μια μαθήτρια ρωτάει και ο καθηγητής της απαντάει:

- Κύριε, κάτι άσχετο...
- Ορίστε!
- Έχω μυωπία και ξέχασα τα γυαλιά μου. Όμως μόλις δακρύζω, βλέπω καλύτερα. Γιατί;
- Προφανώς το δάκρυ σου λειτουργεί σαν φακός αντικαθιστώντας τα γυαλιά σου.
- Τι καλοοοό!

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2007

Με τις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, ασχολούνται και σοβαροί άνθρωποι


[...]

Θέτω επομένως τα ερώτηματα:

Είναι τυχαία αυτή η απόλυτη έλλειψη ευαισθησίας σε ζητήματα ποιότητας ζωής των κατοίκων της περιοχής που περιβάλλει την οδό Λαγκαδά;

Είναι τυχαία η προτεραιότητα που δόθηκε στους διερχόμενους οδηγούς και όχι στους πολίτες που βιώνουν το χώρο στην καθημερινότητα τους;

Είναι τυχαία η μηδενική αναβάθμιση της ποιότητας του δημόσιου χώρου που περιβάλλει το δρόμο, των πεζοδρομίων και των διασταυρώσεων;

Σημειώνω ότι σε κανένα άλλο σημείο της Θεσσαλονίκης εντός του συμπαγούς αστικού ιστού δεν έχει σχεδιαστεί δρόμος με τόσο ευνοϊκές για το αυτοκίνητο ρυθμίσεις και τόσο μεγάλη έλλειψη προδιαγραφών για την κίνηση του πεζού! Ακόμη και η οδός Εγνατία που διασχίζει τον ανατολικό τομέα έχει νησίδα πρασίνου που επιτρέπει την τμηματική διέλευση πεζών, μεγαλύτερη συχνότητα φωτεινών σηματοδοτών και αισθητά μικρότερες ταχύτητες!

Είναι γνωστή η μεγάλη διαμαρτυρία η οποία έγινε πρόσφατα με την πρόθεση διαπλάτυνσης της παραλιακής λεωφόρου με την κατασκευή της υποθαλάσσιας αρτηρίας η οποία αφορούσε τον αποκλεισμό των πολιτών από την παραλία.

Πόσο έντονη θα έπρεπε να είναι η διαμαρτυρία για το κατασκευασμένο έργο της Λαγκαδά που αποκλείει την επικοινωνία ολόκληρων Δήμων με εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους;

Τελικά στόχος του έργου είναι απλώς η διευκόλυνση των διερχόμενων οδηγών ή παράλληλη αναβάθμιση της πλέον υποβαθμισμένης περιοχής της πόλης;

[...]


Τα ερωτήματα ανήκουν στον Απόστολο Λαγαρία, ο οποίος καταθέτει στο blog του τη γνώση και την ευαισθησία του για τις κοινωνικές διαστάσεις των χωρικών προβλημάτων.

Συστήνω την ανάγνωση των πονημάτων του για τον απλό λόγο, τον οποίο του τον άφησα ως σχόλιο: Όσο θα πληθαίνουν τα αξιόλογα κείμενα που υπερασπίζονται την ποιότητα και ερευνούν τα αίτια των κακών επιλογών των τύποις αρμοδίων, τόσο θα μειώνεται η αυτοπεποίθηση των αδαών όταν «σχεδιάζουν» και αποφασίζουν. Το ελπίζω, δηλαδή.

Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2007

Διαβάζει ο Βενιζέλος blogs;




Ένα ακόμη καλό κείμενο του satanasso. Αναδεικνύει την προχειρότητα με την οποία σχεδιάστηκε η οδός Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης και σφαγιάστηκε η αισθητική και η ιστορική μνήμη. Έργο πολιτισμού η διαπλάτυνση, μην το γελάτε καθόλου.






Για να αποκτήσει και ένα άλλο, γοητευτικό, ενδιαφέρον η βόλτα του satanasso κατά μήκος της οδού Λαγκαδά, αναρτώ, εδώ, ένα banner του Ιστορικού Αρχείου Σταυρούπολης, και το κείμενο που περιέχει, για μια βόλτα στον ίδιο δρόμο, στα 1910, από τον γυμνασιάρχη του ελληνικού γυμνασίου με τους μαθητές του.


[…] Στρέφομεν προς τα δεξιά εκεί, όπου τελειώνει η συνοικία του Βαρδαριού, δια να παρακολουθήσωμεν άλλον δρόμον. Είναι η αμαξιτή, πολυσύχναστος, οδός, η οποία προχωρεί μέχρι των Σερρών. Είναι γεμάτη από πολύ λεπτήν σκόνην. Ο ελαφρώς πνέων βαρδάρις (βορειοδυτικός) την ανασηκώνει. Την ανασηκώνουν και οι πόδες μας, οι οποίοι βυθίζονται εντός αυτής. Τα κάρρα, τα οποία ορμητικά παρελαύνουν, την αναταράσσουν και εκείνα. Δια τούτο σπεύδομεν να αναβώμεν το ταχύτερον το ύψωμα της αγίας Παρασκευής, όπου ευρίσκεται το ένα εκ των δύο νεκροταφείων της ιδικής μας κοινότητος.
Επί του υψώματος σταματώμεν ολίγα λεπτά και ρίπτομεν βλέμματα προς τα τριγύρω. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος από πυκνά, τεράστια, σύννεφα, ανησυχούμεν δε, διότι φοβούμεθα μη βρέξη. Αισθητή είναι και η πρωινή δρόσος, η οποία όμως μας τονώνει τα μέλη και μας εγκαρδιώνει εις την οδοιπορίαν. Την ιδίαν επίδρασιν έχει και ο ελαφρώς πνέων βαρδάρις. Τον έχομεν όμως αντιμέτωπον και μας δυσκολεύει οπωσδήποτε εις τη πορείαν. Αλλ’ είναι τόσον δροσερός και βουίζει τόσον γλυκά, ώστε του συγχωρούμεν την αντίθετον, όπου έχει, φοράν.
Η οδός, αφού κατέλθη το ύψωμα της αγίας Παρασκευής, εγγίζει τους στρατώνας του πυροβολικού και του ιππικού. Είναι πολλά τα οικοδομήματα ταύτα και φαίνονται από μακράν ως ολόκληρος συνοικισμός. Ανηγέρθησαν προ ολίγων ετών κατά γερμανικά υποδείγματα. Είναι και ούτοι έργα του Χαμίτ μαζί με πολλά άλλα στρατιωτικά έργα, τα οποία όμως δεν τον εξιλέωσαν ενώπιον της οργής των Νεοτούρκων.
Προχωρούμεν ολοένα ακμαίοι, με την χαράν, την οποίαν χύνει εις το στήθος της εξοχής η απόλαυσις, φυσά και δυναμώνει ο βαρδάρις, εφ’ όσον προχωρούμεν επί του κατωφερούς, αλλ’ ηρέμα κατωφερούς δρόμου και φθάνομεν εις τα Πλατανάκια. Το όνομά των οφείλουν εις τους πολλούς και πυκνούς πλατάνους, οι οποίοι υψούνται εις τας όχθας χειμάρρου. Σήμερον ο χείμαρρος έχει αρκετόν νερόν. Είναι διαυγέστατον και τα κατάλευκα και λεία χαλίκια της κοίτης του διαφαίνονται κάτω από τα αβαθή νερά του, καθώς και επί της λοιπής, ξηραμμένης σήμερον, κοίτης του, της γεμάτης από άμμον και χαλίκια. Και τα χαλίκια, επί των οποίων βαδίζομεν, γλιστρούν και υποχωρούν εις το βάρος του σώματός μας. Από επάνω μας οι πλάτανοι σκορπίζουν ελαφρώς απειλητικόν σύριγμα, το προερχόμενον από τον επιπίπτοντα επάνω των βαρδάριν. Δυστυχώς των περισσοτέρων οι κλάδοι είναι αστόργως κομμένοι και μόνον οι χονδροί κορμοί των ανέρχονται εις μέγα ύψος, ως κορμοί κυπαρίσσων ευθυτενείς, με φύλλωμα δε πυκνόν και καταπράσινον. Αλλ’ οπωσδήποτε τα Πλατανάκια εν τω μέσω της ξηράς και αδένδρου τριγύρω της Θεσαλονίκης γης παρέχουν περιπόθητον σκιάν, εις την οποίαν με ευγνωμοσύνην καταφεύγει ο οδοιπόρος, δια να αναπαύση τους κοπιασμένους του πόδας, δια να αποσπογγίση τον ιδρώτα του προσώπου του, δια να βρέξη τα στεγνά του χείλη με το δροσερόν νερόν της εκεί πλησίον ρεούσης πηγής.
Στηριζόμενοι εις τους κορμούς γηραιών πλατάνων εγώ και προσφιλέστατός μου συνοδοιπόρος ανταλλάσσομεν τας σκέψεις και τας εντυπώσεις μας, ενώ τα βλέμματά μας πλανώνται εδώ και εκεί επί του εκτεταμένου τριγύρω μας ορίζοντος.
Από την θέσιν μας δε βλέπομεν το βόρειον και βορειοδυτικόν μέρος των τειχών της Θεσσαλονίκης. Είναι καταμαυρισμένα από την πολυκαιρίαν, από του ανωμάλου εδάφους, εντός του οποίου βυθίζονται, μέχρι των υπερυψήλων, υπερηφάνων, επάλξεών των.
Αλλ’ οι στρατώνες του πυροβολικού και του ιππικού, οι οποίοι φαίνονται και αυτοί, είναι κατάλευκοι και καινουργείς. Και υπό την έποψιν ταύτην εμποιούν καταφανή αντίθεσιν προς τα προαιώνια τείχη, τα συμβολίζοντα το παρελθόν της πόλεως. Τουναντίον οι στρατώνες είναι της σημερινής κυριαρχίας τα τρανότατα και τα αδιαφιλονίκητα τεκμήρια.
Η δε χώρα, την οποίαν έχομεν απέναντί μας, σχηματίζεται εις πεδιάδα ανώμαλον και λοφώδη, περιβαλλομένην από όρη και προεκτεινομένην μέχρι του Θερμαϊκού κόλπου. Επί της εκτεταμένης ταύτης γης μόνον αραιοί τινες συνοικισμοί, ανάξιοι λόγου, ανακύπτουν. Η δε ερημία, η μόνωσις και η οικτρά εγκατάλειψις συσφίγγουν την καρδίαν και καθιστούν αραιάν και διακεκομμένην την συνομιλίαν μου μετά του πλησίον μου ισταμένου φίλου. […]






Υ.Γ. Το banner έγινε για τις ανάγκες της κοινής έκθεσης «Η Σταυρούπολη στη λογοτεχνία, Νεότητα», τον Μάιο του 2002. Το κείμενο συμπεριλήφθηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «το κλειδί της ΠΟΛΗΣ», τον Δεκέμβριο του 2005, στο ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΤΑΥΡΟΥΠΟΛΗΣ, Ι.



Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2007

Μια, ακόμη, περίπτωση clopy right: Λεύκωμα «Φωτογραφίζοντας τους Αμπελόκηπους στα μονοπάτια του χρόνου»

Αγαπητέ Δήμαρχε,

Με θλίψη και πίκρα, λίγες παρατηρήσεις για κάποιες από τις φωτογραφίες της ενότητας «Πρόσφυγες» του λευκώματος που εκδόθηκε από τον Δήμο Αμπελοκήπων το 2005 με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς.

Δεν υπάρχει πουθενά καμία αναφορά στην πηγή των φωτογραφιών και αυτό δεν είναι μόνο δεοντολογικό ολίσθημα αλλά και λάθος ουσίας αφού δεν δίνεται η δυνατότητα για την τεκμηρίωση των όσων ισχυρίζονται οι συγγραφείς του λευκώματος στις λεζάντες που παραθέτουν:

1. Εξώφυλλο, αλλά και την σελίδα 14: Δεν μπορούν οι εικονιζόμενοι να είναι «πρόσφυγες του 1923», αφού η φωτογραφία δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 6/2/1916 σε γαλλική εφημερίδα. Αυτό είναι το λάθος. Το δεοντολογικό ολίσθημα είναι πως στην Ελλάδα για πρώτη φορά δημοσιεύεται στο λεύκωμά μου «Δι’ εγκαταστάσεως 1914», που εξέδωσε το 2001 (και σε δεύτερη έκδοση το 2005) ο Δήμος Σταυρούπολης, στις σελίδες 22 και 23 με ξεκάθαρη αναφορά στην αρχική πηγή της φωτογραφίας.




2. Σελίδα 15, πάνω δεξιά: Η cart postale προέρχεται από το αρχείο του ΚΙΘ (Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης), γράφει για τσιγγάνους στο Ζέιτενλικ και υπάρχει στο βιβλίο μου «Από το Βαρδάρι ως το Δερβένι», εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 1997, στη σελίδα 155. Μικρό το λάθος, εδώ. Στην ίδια σελίδα όμως, κάτω, υπάρχει μια φωτογραφία την οποία έχω δημοσιεύσει χωρίς την λεζάντα της (Ομάδα προσφύγων, Θεσσαλονίκη 1917) στο «Δι’ εγκαταστάσεως 1914», στη σελίδα 32 με αναφορά στον συλλέκτη από τον οποίο την βρήκα. Από πού η σιγουριά πως πρόκειται για «Αμπελόκηπους, 1923»;




3. Σελίδα 17, πάνω: «Προσφυγόπουλα με τα Κυριακάτικά τους» έγραψα γι’ αυτή την φωτογραφία του ΚΙΘ, στο «Από το Βαρδάρι ως το Δερβένι», στη σελίδα 150 ενώ η λεζάντα του ΚΙΘ έγραφε «Χωρικοί την Κυριακή». Την ίδια cart postale δημοσιεύω και στο «Δι’ εγκαταστάσεως 1914», σελ. 79, αυτή την φορά από το αρχείο του Γιάννη Μέγα και τολμώ να προτείνω έμμεσα μια ιδέα για ταύτιση του κτίσματος που φαίνεται στην εικόνα στολισμένο, δημοσιεύοντας ένα κείμενο από το περιοδικό «Γρηγόριος Παλαμάς», του 1919 το οποίο αναφέρεται στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου στο Λεμπέτ. Είναι φωτογραφία της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και όχι του 1923.



4. Σελίδα 18, πάνω: «Επίσκεψη στα παιδιά της υπαίθρου από τους μαγείρους ενός από τα Συντάγματα Πεζικού» γράφει η κάρτα από το αρχείο του Γιάννη Μέγα («Δι’ εγκαταστάσεως 1914», σελ. 48). Και η κάτω φωτογραφία είναι από το ίδιο αρχείο και δημοσιεύεται στο ίδιο λεύκωμα στη σελ. 33.

5. Σελίδα 169, πάνω: Βλ. «Από το Βαρδάρι ως το Δερβένι», σελ. 140.

6. Σελίδα 179, πάνω: Η ίδια φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο «Ενημερωτικό Δελτίο Σταυρούπολης», αρ. 37, Ιούνης-Ιούλης 1986 και προέρχεται από το αρχείο του Στ. Χατζή ο οποίος ήταν ο πρώτος που δημοσίευσε κείμενα και φωτογραφίες για την ομάδα του Παύλου Μελά Κατοχής. Επειδή ο Χατζής δημοσίευσε και σε κάποιες εφημερίδες κείμενά του, δεν μπορώ να γνωρίζω από πού ακριβώς προέρχεται η φωτογραφία του συγκεκριμένου λευκώματος.

Ειλικρινά, ο μόνος σκοπός αυτής της επιστολής, είναι η αγάπη για την έρευνα και η ισχυρή πεποίθηση πως η μνεία της πρωτογενούς πηγής από αυτόν που ανατρέχει σ’ αυτήν, είναι κάτι σαν ένα νεύμα χαιρετισμού και συμπάθειας προς εκείνον που έκανε κάτι καλό για να χρειαστεί κάποιος άλλος να αναπαράγει το έργο του. Επικαλούμαι την προσήλωση των υπευθύνων της έκδοσης στους κανόνες προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας όπως καταγράφονται στην σελίδα 2 του λευκώματος «Φωτογραφίζοντας τους Αμπελόκηπους στα μονοπάτια του χρόνου» και στην ιστοσελίδα του Δήμου Αμπελοκήπων (http://www.ampelokipoi.gr/) και περιμένω κάποιου είδους επανόρθωση.

Σπύρος Λαζαρίδης
Συγγραφέας,
Αντιδήμαρχος Σταυρούπολης

Υ.Γ. Η επιστολή αυτή στάλθηκε με όλους τους τύπους (αρ. πρωτοκόλλου, λογότυπο Δήμου Σταυρούπολης, κτλ), και μάλιστα, όχι μόνο με την ιδιότητα του συγγραφέα αλλά και του (τρομάρα μου) αντιδημάρχου. Όπως καταλαβαίνετε, άκρα του τάφου σιωπή. Όχι πως περιμένω τώρα κάτι. Έτσι για το γαμώτο, αυτή η δημοσίευση.
Υ.Γ.2 Οι βιβλιογραφικές παραπομπές γίνονται στις σελίδες των τυπωμένων λευκωμάτων-βιβλίων, οι οποίες δεν συμπίπτουν με εκείνες της ηλεκτρονικής έκδοσης.


Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2007

Θαύμα, θαύμα! Η (ανέξοδη) έξοδος από τον μεσαίωνα.


Τον διάλογο περιμέναμε από το μπουμπούκι, πλαστική κωλοτούμπα μας έκανε ο δημοσιογράφος Β.Β. Μπράβο, μπράβο και εις άλλα με υγείαν.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 05, 2007

Μα καλά, δεν βγήκε ο δήμαρχος που ήθελε και η Αυγή;


Ο Σάββας Σερασίδης είναι ΠΑΣΟΚ. Τον Σερασίδη όμως τον στήριξε επίσημα, πιο επίσημα δεν γίνεται, ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου. Αναφορά που δεν κάνει η εφημερίδα Αυγή (4.11.2007). Άντε να δούμε πώς θα μιλήσει ο δήμαρχος; Επειδή, όπως φαίνεται καθαρά στο κείμενο της εφημερίδας, εξακολουθούν κάποιοι να χρεώνουν στη Σταυρούπολη την αντίθεσή της στο πρόγραμμα αυτό καθεαυτό και όχι στις παρενέργειές του.

Έχει ο καιρός γυρίσματα Σάββα. Ό,τι χρέωνες σου χρεώνουν και όπως σου απαντούσε ο προηγούμενος θα απαντάς κι εσύ. Για πείσε λοιπόν τον διορισμένο πρόεδρο και τον φωτισμένο δημοσιογράφο ότι δεν είσαι φοβικός και μεσαιωνικών αντιλήψεων άνθρωπος;
Πείσε τους για την αναγκαιότητα διασποράς του προγράμματος που σε άκουσα να το υπερασπίζεσαι μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο, αυτήν την ίδια διασπορά που όταν την υπερασπιζόταν ο προηγούμενος δήμαρχος ήταν κακός και ανεπαρκής.
Περιμένω με αγωνία.

Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2007

Ζωογόνον ύδωρ εν Ηλιολούστω



Ο μόχθος του σκαψίματος, η απειρία της σποράς και η χαρά της συγκομιδής εννοούνται κι ας μη φαίνονται.




Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2007

Η τελευταία εικόνα



Στον περιφερειακό Δήμο της μεγάλης πόλης, διοργανώνεται μια παρατεταμένη γιορτή στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς, με μαθητικές εκδηλώσεις. Σημαντικό τμήμα αυτών των εκδηλώσεων αποτελούν οι θεατρικές παραστάσεις που ανεβαίνουν στην σκηνή του δημοτικού θεάτρου στα μέσα Ιουνίου.
Φέτος η πρεμιέρα συνέπεσε με μια ζεστή βραδιά. Όλη την ημέρα γινόταν ένας αγώνας δρόμου από τους τεχνικούς που ανέλαβαν την συντήρηση των κλιματιστικών μηχανημάτων, ώστε η παράσταση να γίνει σε δροσερό περιβάλλον.
Το γιατί έπρεπε η συντήρηση των μηχανημάτων να γίνει την ημέρα της πρεμιέρας, είναι ένα αυτονόητο ερώτημα, του οποίου η απάντηση χάνεται από γραφείου σε γραφείο του δημοτικού καταστήματος.
Αριθμοί πρωτοκόλλων, εκθέσεις επιτροπών, εισηγήσεις υπηρεσιών, αναζήτηση οικονομικών προσφορών, προθεσμίες συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου. Το κυριότερο: άρση των διαφωνιών όσων εμπλέκονται με τον καθορισμό της διαδικασίας, η οποία θα επιτρέψει στο τέλος στον τεχνίτη που θα δουλέψει, κάποτε να πληρωθεί.
Την συγκεκριμένη ημέρα πάντως ο τεχνίτης δούλεψε πριν ολοκληρωθεί η τυπική διαδικασία και χωρίς να έχει επίγνωση της περιπλοκότητάς της. Την ευθύνη της παρατυπίας ανέλαβε ο νέος αντιδήμαρχος που δεν μπορούσε να διανοηθεί την παράσταση σε συνθήκες καύσωνα.
Την επιπλοκή πάντως δεν την απέφυγε, επειδή την κρίσιμη στιγμή ο διακόπτης αρνήθηκε να θέσει σε λειτουργία το σύστημα και η βραδιά έπρεπε να ξεκινήσει με την αγωνία του αντιδημάρχου για το αν θα προλάβει να έρθει ξανά ο τεχνίτης για να επιληφθεί του προβλήματος το οποίο με την σειρά του έπρεπε να ήταν αντιμετωπίσιμο. Έτσι ο αντιδήμαρχος αντί για πολιτική ομιλία και διθυράμβους είπε την αλήθεια στους θεατές, ζητώντας την υπομονή όλων και προσβλέποντας στην έκπληξη της δροσερής αύρας που ίσως ερχόταν κάποια στιγμή από το πεισματάρικο μηχάνημα.
Πράγματι, με το άνοιγμα της αυλαίας, η αύρα της τεχνολογίας ήρθε.
Η παράσταση ξεκίνησε και έκρυβε μια ευχάριστη έκπληξη, την δεύτερη της βραδιάς. Ο δάσκαλος που ανέλαβε την σκηνοθεσία, κράτησε και το βασικό ρόλο για τον εαυτό του. Στην αρχή, αυτή η διαπίστωση ξένισε τους θεατές. Στην πορεία όμως αποδείχτηκε πως η κίνηση αυτή ήταν μια πολύ σωστή παιδαγωγική κίνηση. Ο δάσκαλος έγινε παιδί με τα παιδιά καθοδηγώντας τα στην θεατρική περιπέτεια.
Η διανομή των ρόλων, οι παρεμβάσεις στο κείμενο, το μπόλιασμα με την επικαιρότητα και η αναφορά ακόμη και σε γεγονότα τοπικής σημασίας, φανέρωναν έναν ταλαντούχο άνθρωπο που αγαπούσε τη δουλειά του. Χρησιμοποίησε με την ίδια αγάπη και φροντίδα παιδιά με κάθε είδους ανατομικές ιδιαιτερότητες.
Είναι σίγουρο πως πρέπει να έδωσε όλη τη χρονιά, καθώς προετοίμαζε το έργο, δύσκολο αγώνα για να καταφέρει τους ηθοποιούς του να ξεπεράσουν ανασφάλειες σχετικές με το πάχος τους, το ύψος τους, την εκφορά του λόγου τους, την κίνησή τους. Φαινόταν καθαρά πως τους προετοίμασε για μια γιορτή κι ένα ξεφάντωμα στο οποίο αφήνεσαι, δεν προσποιείσαι.
Κάποια στιγμή, ένα κοριτσάκι παραπάτησε κι έπεσε, λίγα μόνο λεπτά μετά την είσοδό της στη σκηνή. Ο πόνος που το διαπέρασε φάνηκε στο προσωπάκι του και στα δακρυσμένα ματάκια του. Καλύφθηκε πίσω από τη βαλίτσα που απαιτούσε ο ρόλος του και έψαχνε με το βλέμμα του πίσω από τις κουΐντες.
Ο δάσκαλος ήρθε στη σκηνή, γονάτισε και αγκάλιασε τη μικρή μαθήτρια, αντάλλαξαν κάποιες ατάκες, μέχρι που η ανάσα του κοριτσιού να αποκτήσει σταθερό ρυθμό παρόλο που ο μορφασμός του πόνου δεν το εγκατέλειψε στιγμή. Όλοι αναρωτιόντουσαν για το αν αυτό που έβλεπαν ήταν σκηνή του έργου ή ένα απρόοπτο συμβάν για το οποίο, οι πρωταγωνιστές του, επέλεξαν τον συγκεκριμένο τρόπο να το αντιμετωπίσουν.
Η παράσταση εξελίχθηκε κανονικά, η μαθήτρια έμεινε για περισσότερη από μισή ώρα πάνω στην σκηνή, γεγονός που δίνει μιαν άλλη διάσταση στις αντιδράσεις της την στιγμή του ατυχήματος.
Όταν όλοι στην αίθουσα ηρέμησαν και ξαναμπήκαν στον ρυθμό της παράστασης και μπορούσαν να απελευθερώσουν για λίγα δευτερόλεπτα το βλέμμα τους από το κέντρο της υπερυψωμένης σκηνής, είδαν στην άκρη της, στο ημίφως, μια γυναίκα γαντζωμένη στα σανίδια να κοιτάει με αγωνία τα όσα διαδραματίζονταν κάτω από τους προβολείς. Μάλλον η μάνα του κοριτσιού.
Τέλος καλό όλα καλά. Η παράσταση τελείωσε ομαλά, αν όχι θριαμβευτικά.
Όλοι ήταν χαρούμενοι.

Όλοι εκτός από τον κύριο που καθόταν δίπλα στον αντιδήμαρχο.
Ο κοντούλης αυτός κύριος έφτασε στο θέατρο, ασθμαίνων, λίγο πριν ανέβει στο βήμα ο αντιδήμαρχος. Κατευθύνθηκε στην πρώτη σειρά των καθισμάτων. Του αντιδημάρχου του φάνηκε πως ο νεοφερμένος τον κοίταξε αυστηρά.
Το συνδύασε με την εμφάνισή του και δεν έδωσε περισσότερη σημασία. Εμφάνιση ψευδομαχαλόμαγκα με σαφείς αναφορές στην μόδα των ξενυχτάδικων. Λευκή πανταλόνα μέχρι πριν τον αστράγαλο, παπουτσάκι χωρίς κάλτσα, ή κάλτσα που δεν προεξέχει του παπουτσιού, μαύρο πουκάμισο ανοιχτό χαμηλά προβάλλοντας ένα άτριχο στήθος. Λεπτός χωρίς περιττά κιλά, προφανώς για να του κάθονται τα ρούχα της βιτρίνας. Τσίχλα στο στόμα.
Με το που κάθισε, γύρισε προς τα πίσω, στην τρίτη σειρά των καθισμάτων και μίλησε σε κάποια. Σύζυγο; Φίλη;
Μάλλον φίλη αν κρίνει κανείς απ’ την στιχομυθία που αντάλλαξαν.
- Μόλις που πρόλαβα. Δεν είμαστε όλοι δημόσιοι υπάλληλοι, είπε ο μαγκάκος.
- Και πού να ’ξερες ότι είμαι και με δύο ημέρες ρεπό, απάντησε η άλλη.
Σε όλη την διάρκεια της παράστασης, κοντά στο δίωρο, δεν έκανε με κανένα τρόπο αισθητή την παρουσία του. Έμοιαζε να ’ναι αφοσιωμένος στο έργο ή χαμένος στις σκέψεις του.
Με το φινάλε όμως και καθώς τα παιδιά χαιρετούσαν το κοινό και αγκαλιάζονταν με το δάσκαλό τους απολαμβάνοντας έναν θρίαμβο που εκφράζονταν με ολόθερμα χειροκροτήματα από την πλατεία, έδειξε κάτι περίεργα σημάδια ανησυχίας και του αντιδημάρχου του φάνηκε πως τον άκουσε να ψελλίζει ένα όνομα.
Ο μαγκάκος γύρισε έντρομος προς τη φίλη του.
- Δάσκαλος είναι; Δηλαδή κάνει μάθημα στα παιδιά μας; Αυτός, κάνει μάθημα στα παιδιά μας; Πώς τον λένε; Μήπως τον λένε Κούλη;
Καταιγιστικά, αγχώδη ερωτήματα, χωρίς να περιμένει απάντηση. Η οποία όμως, δυστυχώς γι’ αυτόν, ήρθε.
- Ευσταθίου. Κυριάκος Ευσταθίου.
- Ώχ! Κυριάκος. Δηλαδή Κούλης. Κυριακούλης, Κούλης. Αυτός είναι. Το χαϊδευτικό του, στη νύχτα, είναι Κούλης.
Και σώπασε κάτωχρος.
Περίμενε σε αναμμένα κάρβουνα να τελειώσει ο αντιδήμαρχος την απονομή κάποιων αναμνηστικών στα παιδιά. Αμέσως μετά, με αγριεμένο βλέμμα, έκανε νόημα σ’ ένα αγοράκι να κατέβει από τη σκηνή.
O αντιδήμαρχος άκουσε ολόκληρη τη στιχομυθία. Και φυσικά, μετά το πρώτο ξάφνιασμα, αρκετά ισχυρό στ’ αλήθεια, θεώρησε απίθανο το ενδεχόμενο που υπαινίχτηκε τόσο καθαρά ο μαγκάκος.
Όχι επειδή δεν θα μπορούσε ο δάσκαλος να έχει διπλή ζωή, αλλά επειδή δεν μπορούσε να χωνέψει, ο αντιδήμαρχος, πως ο διπλανός δεν κατάλαβε τίποτε επί δύο ώρες, ενώ ο δάσκαλος στην σκηνή, έκανε του κόσμου τις κινήσεις και τις γκριμάτσες, μιλούσε σε όλες τις διαβαθμίσεις της έντασης και της χροιάς της φωνής του˙ χαρούμενα και λυπημένα, με οργή αλλά και με έκπληξη, απειλητικά μα και ταπεινά.
Τι ήταν αυτό, το τόσο καθοριστικό, που έπεισε τον μαχαλόμαγκα πως ο δάσκαλος δεν είναι μόνο δάσκαλος;
Αυτή η απορία λειτουργούσε καθησυχαστικά στον αντιδήμαρχο, κάνοντάς τον ολοένα και περισσότερο να πιστεύει πως ο τσίφτης της γειτονιάς, με τις νυχτερινές γνωριμίες, έπεφτε έξω. Σίγουρα έκανε λάθος. Και όσο για το όνομα, μάλλον σύμπτωση. Εξ’ άλλου δεν είναι απαραίτητο το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο κάποιου να προκύπτει με λογικό τρόπο από το κύριο όνομα, ειδικά όταν υπάρχει κάτι μεμπτό να καλυφθεί. Για να μην πούμε ότι το Κούλης θα μπορούσε να βγαίνει κι από το … Αλέκος, κι από το …

Κι όσο, ο αντιδήμαρχος δεν έβρισκε με ευκολία, ονόματα που να δίνουν σαν χαϊδευτικό το Κούλης, τόσο συνειδητοποιούσε πως το αγκάθι είχε χωθεί για τα καλά στο δάχτυλό του κι όσο το σκάλιζε για να το βγάλει τόσο πιο πολύ τον ενοχλούσε.
Η εξαίσια εικόνα της απολαυστικής παράστασης θόλωσε από το μελάνι της ασπρόμαυρης σουπιάς, κι όπως είναι γνωστό η τελευταία εικόνα είναι αυτή που μένει.


Υ.Γ. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Η φωτογραφία είναι της Erika Lujano

Κυριακή, Οκτωβρίου 21, 2007

Παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό έγιναν εκλογές στην συνοικία που μεγάλωνε δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο. Δεν ήταν πρώτη φορά που γίνονταν εκλογές σ’ αυτόν τον τόπο. Ήταν όμως σημαδιακές. Ήταν εκλογές που ήρθαν μετά από μεγάλες καταστροφές. Μετά την εφτάχρονη δικτατορία και την θητεία του πρώτου δημάρχου του νεοσύστατου δήμου, ήρθε η πλημμύρα του χείμαρρου και ο μεγάλος σεισμός που συντάραξε την μεγάλη πόλη δίπλα στην θάλασσα. Σ’ εκείνες τις εκλογές έγινε και ο αρραβώνας του μαθητή από την διπλανή συνοικία, με τα παλιά χώματα. Έβαζε σημάδι την διάρκεια μιας σοκολάτας για να φτάσει από την μια συνοικία στην άλλη. Ακόμα έρχεται. Κάθε φορά και μ’ άλλο τρόπο. Κάθε φορά και μ’ άλλο σημάδι.

Η χούντα έπεσε. Η νέα εποχή ονομάστηκε μεταπολίτευση. Η συνοικία δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο έγινε δήμος. Πρώτος δήμαρχος εκλέχτηκε ένας από τους πρώτους πρόσφυγες που έφτασαν πριν εξήντα χρόνια σ’ αυτόν τον τόπο. Άνθρωπος του Θεού και της εκκλησίας. Δεν μπόρεσε να διαχειριστεί τις καταστροφές. Χυμήξανε πάνω του οι αριστεροί και οι προοδευτικοί να τον φάνε. Τον φάγανε. Δεν είχε τύχη.

Προστάτης του, ένας υπουργός της δεξιάς που κυβερνούσε τότε, μ’ αφράτα μάγουλα και κούφιες υποσχέσεις. Κι αυτός δεν πρόκοψε στην πολιτική. Δεν ξανακούστηκε από τότε. Είχε ήδη ένα βιβλίο στο ενεργητικό του πριν υπουργοποιηθεί, συνέχισε να γράφει και μετά την εμπλοκή του στην πολιτική. Με προσευχές και μυθιστορήματα δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στα συνθήματα και στον αγώνα.

Ένας πρόσφυγας της Μικρασιατικής Καταστροφής, με θητεία στα ξερονήσια και αγαπητός σε όλους, μάζεψε γύρω του συντρόφους και φίλους και πήρε την δημαρχία. Την κράτησε για τρεις θητείες. Έδωσε μάχη με τις λάσπες και την κέρδισε. Το πρόσωπο της συνοικίας άρχισε να αλλάζει.


Στα χρόνια των καταστροφών τελειώνει ο μαθητής το γυμνάσιο και περνάει στο πανεπιστήμιο. Την πλημμύρα την νιώθει σαν περιπέτεια και όχι σαν τραγωδία. Επέστρεφε από το μάθημά του, με το λεωφορείο, για το πατρικό του στην γειτονική συνοικία. Δεν φάνηκε το λεωφορείο που συνήθως τον εξυπηρετούσε. Ο καιρός είχε χαλάσει από το πρωί. Η δική του γραμμή δεν λειτουργούσε. Μα κι αυτή που χρησιμοποίησε δεν τον πήγε στον προορισμό του. Ο δρόμος για την γειτονική συνοικία διασταυρώνονταν με τον χείμαρρο, σε κάποιο σημείο, στην πορεία του προς την θάλασσα. Αυτό το σημείο ήταν αδιάβατο. Κατέβηκε από το λεωφορείο. Από ένα υπερυψωμένο γεφυράκι πέρασε απέναντι για να βρεθεί αντιμέτωπος με τα ορμητικά νερά ενός ποταμού που ξεφύτρωσε από το πουθενά. Δεν υπήρχε πια δρόμος από εκεί και πέρα. Μόνο το φουσκωμένο ποτάμι που το διέσχισε κατά το μήκος του όπως έβλεπε να κάνουν στις ταινίες οι κυνηγημένοι για να χάσουν την μυρωδιά τους τα σκυλιά. Έφτασε μούσκεμα στο σπίτι του.

Την επόμενη μέρα διαδόθηκαν τα νέα για τα νοικοκυριά και τις ζωές που παρέσυραν τα θολωμένα νερά του βρωμοπόταμου. Μ’ αυτήν την καταστροφή μπήκε ο χείμαρρος στο σημάδι, όπως πριν από αυτόν είχε μπει η τούμπα των εκτελέσεων.

Του την είχε φυλαγμένη ο εξόριστος πρόσφυγας. Με το κλείσιμό του σαν κεντρικό του σύνθημα και υπόσχεση, κέρδισε τις εκλογές, δύο χρόνια μετά την πλημμύρα. Δεν τα κατάφερε σε τρεις θητείες αλλά άνοιξε τον δρόμο για τον επόμενο.

Τώρα τα νερά του χείμαρρου, στο μεγαλύτερο μήκος του, κινούνται υπόγεια μέσα σε μια τσιμεντένια σαρκοφάγο, υποταγμένα μέχρι νεωτέρας.


Στο πανεπιστήμιο δεν μπορεί να ριζώσει. Δεν του αρέσουν οι παρέες που διαρκούν μια σχολική χρονιά και στήνονται για να μοιράζεται το νοίκι. Θέλει κάτι πιο μόνιμο και ζεστό. Ψάχνει αφορμές και φεύγει. Έναν μόνο δρόμο ξέρει. Μιας σοκολάτας δρόμος. Τον περπατάει από τότε. Ξαναγυρνάει στη συνοικία όπου έβγαλε το γυμνάσιο.

Υπάρχουν παρέες και στέκια που του ταιριάζουν. Στα χρόνια του σεισμού είχε ήδη αναπτύξει δράση στον σύλλογο που έστησαν κάποια ανήσυχα παιδιά που δεν βολεύονταν με τα κατηχητικά και τους προσκόπους. Ο ξεσπιτωμός των ανθρώπων, πέντε μήνες πριν τις δημοτικές εκλογές, ήταν μια ευκαιρία που δεν μπορούσαν να χάσουν οι μπαρουτοκαπνισμένοι σύντροφοι του εξόριστου πρόσφυγα. Κι ο μαθητής, φοιτητής πια, μαζί τους.

Ξαμολιούνται στις αλάνες με τις σκηνές και στήνουν επιτροπές σεισμοπαθών. Οργανώνει κι αυτός τον πόνο των ανθρώπων σε πολιτική διαμαρτυρία. Βλέπει την αδυναμία του παλιού δημάρχου να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και βοηθάει, με όλη του την ψυχή, το άστρο του νέου δημάρχου να ανατείλει.








Γεμίζει με ζωγραφιές του, τους δρόμους της πόλης και στηλιτεύει τον ανήμπορο πολιτικό. Βοηθάει τον νέο˙ τον πρόσφυγα της δεύτερης προσφυγιάς˙ τον κυνηγημένο για τις ιδέες του˙ τον εξόριστο από την χούντα. Αφήνει τα δικά του ίχνη στα αρχαία χώματα. Κερδίζουν. Ερωτεύεται. Κάνει φίλους. Μεγαλώνει.


Ο καιρός τα φέρνει έτσι και ο μαθητής του μοναδικού γυμνασίου των δυτικών συνοικιών της μεγάλης πόλης, ο γητεμένος από την συνοικία της οποίας δεν καταλάβαινε το όνομα, κάνει οικογένεια με γυναίκα από την παλιά του γειτονιά.

Έτσι έρχεται τώρα κι αυτός. Με την οικογένειά του, όπως έκαναν και οι πρώτοι που έχτισαν δίπλα στον δρόμο. Στήνει σπιτικό σε μια πολυκατοικία που χτίστηκε πάνω σε κάποιο από τα θαλάματα, δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο, κοντά στο σημείο όπου βρίσκονταν η βρύση με την μαρμάρινη γούρνα, απέναντι από το ίδρυμα που στεγάζει τους ανθρώπους με τα ταραγμένα μυαλά. Ο αρραβώνας του με την προσφυγική συνοικία εξελίχτηκε σε γάμο.

Αρχίζει να την γνωρίζει καλύτερα. Νιώθει πως της χρωστάει κάτι. Απαντήσεις ίσως σε ερωτήματα που κανείς δεν έθετε. Ανακαλύπτει το κανάλι. Τις ζωγραφιές με τους αγρότες και τους αγγέλους. Τα μυστικά που κρύβουν οι τούμπες στις άκρες του δρόμου. Μαγεύεται από το μυστηριώδες όνομα. Ψάχνει. Παλεύει ανάμεσα στα ξωτικά και τους ανθρώπους. Δεν μπορεί να διαλέξει. Αυτούς τους βλέπει κάθε μέρα. Στεναχωριέται και τυραννιέται μαζί τους. Εκείνα τον λυτρώνουν όταν ταράζεται η ψυχή του. Γράφει. Ωριμάζει η σχέση του μαζί της. Γεύεται το σώμα της και της δίνει την ψυχή του. Θέλει να γίνει η λαλιά της. Να δώσει ήχο στα άλαλα χώματά της. Μπλέκει με την πολιτική. Συνεχίζει να γράφει. Ιστορίες απ’ τα χώματα.



Υ.Γ. Το διήγημα αυτό -το τελευταίο- ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Τα -ο Θεός να τα κάνει- σκίτσα είναι του λάσπυ και ήταν μέρος του -νικηφόρου- προεκλογικού αγώνα για το Δήμο Σταυρούπολης, του Χρήστου Τσακίρη εναντίον του Βαγγέλη Μωραϊτόπουλου, το 1978˙ φύγανε και οι δύο πια. Στη μνήμη τους λοιπόν, παρόλες τις πολιτικές μας διαφορές και με τους δύο.

Τρίτη, Οκτωβρίου 16, 2007

Μια λέσχη που θάλλει


Έκθεση φωτογραφίας στη Σταυρούπολη από νέους φωτογράφους που παρακολούθησαν σεμινάρια στη Φωτογραφική Λέσχη Όψεις τη χρονιά που πέρασε. Συγχαρητήρια στον Τριαντάφυλλο Κουρούκλα που το πάλεψε και στον Άνθιμο Καλπατζίδη που μαζί του επέλεξαν τις φωτογραφίες της έκθεσης.
Η λέσχη Όψεις καταφέρνει και μένει ζωντανή, ανανεώνεται και θάλλει γιατί έχει κίνητρο ισχυρό: τα μέλη της αγαπούν πολύ αυτό που κάνουν.
Το ότι ο Δήμος Σταυρούπολης συνδράμει είναι μονόδρομος γι’ αυτόν. Πάντως τον διαβαίνει κι αυτό είναι κάτι. Η είδηση υπάρχει στο site του και αυτό είναι, επίσης, ευχάριστο.
Το τσαλίμι χαίρεται ιδιαιτέρως.

Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2007

Τα ξωτικά του καναλιού

Ήταν ένας από τους πολλούς τροφίμους του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου. Η μέρα του άρχιζε μ’ έναν μικρό περίπατο από την πύλη του ιδρύματος μέχρι το περίπτερο στο μακρόστενο παρκάκι. Αγόραζε ένα μικρό κουτάκι με μπύρα και ένα τσιγάρο. Τον συμπαθούσε η περιπτερού και τού ’δινε χύμα τσιγάρα κι ας είχε καταργηθεί αυτή η συνήθεια εδώ και δεκαετίες.
Η αντίστροφη πορεία δεν ήταν ποτέ περίπατος. Ο βηματισμός του γινόταν νευρικός και η όψη του γινότανε ξανά αλλόκοτη, όπως ταιριάζει σ’ ένα ταραγμένο μυαλό. Όλη του η έγνοια πια η μπύρα, το τσιγάρο και το μικρό πεζούλι έξω από τον τοίχο του Ψυχιατρείου.




Το πεζούλι σχηματιζόταν από τον πυθμένα και το ένα τοίχωμα του υδραγωγού που έφερνε στην μεγάλη πόλη νερό για πολλά χρόνια. Αυτός δεν το χάρηκε το νερό του αγωγού. Φώλιαζε στο βαθούλωμα του πυθμένα, άνοιγε την μπύρα του, απολάμβανε το τσιγάρο του και άφηνε τη ματιά του να καρφωθεί μπροστά. Ακριβώς μπροστά. Όμως για το νερό ήξερε.

Ή καλύτερα, είχε ακούσει.

Η θέα μπροστά του ήταν η κεντρική λεωφόρος. Ο πανάρχαιος δρόμος. Γεμάτος αυτοκίνητα και βουητό. Μετά το δρόμο η ματιά του σκάλωνε σε δύο μεγάλα κτίρια, για περίπτερο που, σχεδόν, ακοόρτες τοα κάγκελζες και πολυκατασυτήν την ν χόγή ξέρει.

Ούτε πως στριμώχνονταν στα ίδια κάγκελα οι παλιότεροι τρόφιμοι του ιδρύματος και ζητούσαν τσιγάρα από τους διαβάτες, ούτε πως φούσκωσε ο χείμαρρος και πήρε στο διάβα του νοικοκυριά και ζωές μη μπορώντας ν’ ανεχτεί τα χαμόσπιτα που λέρωναν, ύστερα από χιλιάδες χρόνια ζωής του, τις όχθες του.
Αυτά δεν τα ήξερε.

Άκουγε τις ιστορίες, εκεί που καθότανε και έπινε την μπύρα του και κάπνιζε το μοναδικό της ημέρας τσιγάρο, ακουμπώντας το κεφάλι του στα φύλλα του κισσού που τύλιγε το πεζούλι έξω από τον τοο μακρόστενο παρκάκι και δεν αγοράζει την μπύρα και το τσιγάρο του από το περίπτερο που, σχεδόν, ακουμπάει στα κάγκελα τολό.

Ένα ζευάρι διηγιότανε την ιστορία του χείμαρρου και των τεσσάρων αδερφών του˙ τα ποτάμια που κυλούσαν στα δυτικά της πολιτείας.
Ένας ποιητής τραγουδούσε για τη νεκρή γυναίκα του που την θάψανε στο απερίφραχτο κοιμητήρι δίπλα στο κανάλι.
Ο φύλακας ενός άλλου, μεγάλου και ονομαστού νεκροταφείου μιλούσε κι αυτός για ένα ζευγάρι που ζωγράφιζε αγγέλους και αγίους στο μνημείο για τους στρατιώτες που θάφτηκαν εκεί.
Ένα αγόρι εξιστορούσε μια περιπέτεια που ξεκίνησε από μια αφισοκόλληση και κατέληξε σε κυνηγητό από την αστυνομία και μιχο του Ψυχιατρείου. Γινότανε ένα με τα ξωτικά του καναλιού που μιλούσαν, μιλούσαν και του σαγήνευαν το ταραγμένο του μυαλό.

Ένα ζευγάρι διηγιότανε την ιστορία του χείμαρρου και των τεσσάρων αδερφών του˙ τα ποτάμια που κυλούσαν στα δυτικά της πολιτείας.
Ένας ποιητής τραγουδούσε για τη νεκρή γυναίκα του που την θάψανε στο απερίφραχτο κοιμητήρι δίπλα στο κανάλι.
Ο φύλακας ενός άλλου, μεγάλου και ονομαστού νεκροταφείου μιλούσε κι αυτός για ένα ζευγάρι που ζωγράφιζε αγγέλους και αγίους στο μνημείο για τους στρατιώτες που θάφτηκαν εκεί.
Ένα αγόρι εξιστορούσε μια περιπέτεια που ξεκίνησε από μια αφισοκόλληση και κατέληξε σε κυνηγητό από την αστυνομία και μια ατελείωτη πτώση, από την άσφαλτο του δρόμου, στα βρώμικα νερά του χείμαρρου που κυλούσαν σε βάθος αρκετών μέτρων σ’ εκείνο το σημείο.
Ένας άνδρας μιλούσε για την εκκλησία στην οποία βαφτίστηκε κι αυτός και τ’ άλλα παιδιά των προσφύγων, με καημό και πίκρα αφού την έβλεπε να ξεπέφτει σ’ ένα θλιβερό καφενείο˙ το παλιό κτίσμα στέγαζε τώρα έναν σύλλογο τάχα μου εκπολιτιστικό, μάλλον αθλητικό, αλλά κυρίως καφενείο.

Πολλές ιστορίες. Τον γαλήνευαν κι ας μην καταλάβαινε. Ποιοι στρατιώτες; Τι γύρευαν εκεί; Πως μπλεκότανε έτσι τα ζευγάρια, οι ποιητές, οι φύλακες, οι πρόσφυγες, η αστυνομία;


Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το Πάσχα του 2002. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Η φωτογραφία είναι του Γιώργου Κατσάγγελου, από το λεύκωμα που εξέδωσε το ΨΝΘ (2001) «Σιωπή».

Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2007

Οι φύλακες

Το μεγάλο περιχαρακωμένο στρατόπεδο στήθηκε δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο για τις ανάγκες του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου. Φιλοξενούσε τις αποθήκες ανεφοδιασμού του συμμαχικού στρατού και μεγάλες νοσοκομειακές μονάδες. Η περιοχή γύρω από το Ιεροσπουδαστήριο που ίδρυσαν οι καθολικοί της πόλης τον περασμένο αιώνα διαμορφώθηκε κατάλληλα και απέκτησε νέα κτίρια για να υποδεχθεί τους πληγωμένους στρατιώτες. Δεν κατάφερναν όλοι να επιζήσουν. Πολλοί έχαναν την μάχη με το θάνατο. Έπρεπε κάπου να θαφτούν. Δεν ήταν μόνο το μεγάλο κτίριο που ανάγκασε τους ξένους να στήσουν εκεί τα νοσοκομεία τους.



Πολύ κοντά υπήρχε το νεκροταφείο της καθολικής κοινότητας που ζούσε στην μεγάλη πόλη από τα πολύ παλιά χρόνια. Καθολικοί ήταν και πολλοί από τους ξένους στρατιώτες. Οι πρώτοι τάφοι ανοίχτηκαν έξω από τον περίβολο του παλιότερου νεκροταφείου. Πλήθαιναν όσο περνούσε ο καιρός. Κι άλλο κοιμητήριο ξεφύτρωνε δίπλα στον δρόμο που ένωνε την μεγάλη πόλη με όλον τον κόσμο. Ένα κοιμητήριο, στημένο πρόχειρα για όλον τον κόσμο. Θάβονταν μαζί με τους συμμάχους και όσοι από τους εχθρούς πέθαιναν αιχμάλωτοι σ’ εκείνα τα χώματα. Κάτω από το χώμα όλοι έχουν την ίδια τύχη.

Ο πόλεμος τελείωσε. Τα κράτη, οι άνθρωποι, μετρούν τις πληγές τους και θρηνούν τους νεκρούς τους. Η ελληνική γη διατέθηκε στις ξένες κυβερνήσεις για να οργανώσουν όπως επιθυμούν τον χώρο όπου αναπαύονται τα θύματα του πολέμου. Και ο χώρος διαμορφώθηκε και, τώρα πια, μοιάζει με κήπο. Τον επισκέπτονται πολλοί άνθρωποι και τον βρίσκουν πάντα περιποιημένο. Στην κεντρική του είσοδο δεσπόζει ένα επιβλητικό μνημείο και δίπλα του, χαμένο κάτω από τα δέντρα, το σπίτι του φύλακα. Το κεντρικό αυτό τμήμα των συμμαχικών κοιμητηρίων ανήκει στον ορθόδοξο γειτονικό βαλκανικό λαό. Άγγελοι και άγιοι φτιαγμένοι από ελληνικά χέρια το φυλάνε. Αγήνορας λεγόταν αυτός που τους σχεδίασε και Ελένη εκείνη που τους έστησε ψηφίδα την ψηφίδα ψηλά στο μνημείο.

Δέκα χρόνια κράτησαν οι ετοιμασίες. Αρχιτέκτονες, γλύπτες, χωροτάκτες ακόμα και κηπουροί δούλευαν στα σχέδια. Δούλευαν στα γραφεία τους κοιτώντας χάρτες και τραβώντας γραμμές. Όλοι αυτοί όμως περίμεναν πρώτα να τελειώσει η αναγνώριση. Η αναγνώριση. Κοιμητήριο χωρίς τάφους, δεν γίνεται. Τάφοι χωρίς νεκρούς, δεν γίνεται. Θαμμένοι χωρίς σταυρό στο μνήμα τους, δεν γίνεται. Σταυρός χωρίς όνομα, δεν γίνεται. Αυτό το γνώριζαν καλά οι κυβερνήτες του γειτονικού λαού και έδωσαν την εντολή.

–Να ξεθαφτούν και να αναγνωριστούν οι προχειροθαμμένοι. Οι νέοι τάφοι θα φιλοξενήσουν στρατιώτες με όνομα και συγγενείς˙ όχι πτώματα ανώνυμα.

Ο ηλικιωμένος στρατιώτης που επέζησε του μεγάλου πολέμου δεν φανταζόταν πως αυτός ήταν ο εκλεκτός. Αυτός και οι απόγονοί του δεν θα τελείωναν ποτέ με τον πόλεμο. Σ’ αυτούς ανατέθηκε η αναγνώριση των πτωμάτων και η φροντίδα των νεκρών. Αυτοί ανακάτεψαν τα χώματα, πήραν στην αγκαλιά τους τα κόκαλα, τους έδωσαν πίσω τα ονόματά τους και τα έβαλαν σε νέους τάφους με την βαριά υπόσχεση να μην τους αφήσουν να χορταριάσουν ποτέ. Αυτοί ήταν που άκουγαν τις ιστορίες απ’ τα χώματα, τις έκαναν μαρμάρινους σταυρούς και τους κρατούσαν πάντα καθαρούς για τους προσκυνητές. Κάθε σταυρός σ’ αυτό το κοιμητήρι και μια αγκαλιά κόκαλα. Κάθε αγκαλιά και μια ιστορία. Ιστορίες πολέμου, ιστορίες αγάπης, τραγούδια, μοιρολόγια, γέλια, κλάματα γίνονται φύλλα και πέφτουν από τα δέντρα στο χώμα και τα μαζεύουν ευλαβικά οι φύλακες. Εδώ και τρεις γενιές. Κάθε γενιά και ένας φύλακας.

Λεωφορεία φέρνουν επισκέπτες στην μεγάλη πόλη τα Σαββατοκύριακα. Ο κεντρικός δρόμος της πόλης και τα εμπορικά που στήθηκαν στην δυτική της είσοδο κάνουν χρυσές δουλειές με τους γείτονες. Κάθε φορά που μια αναταραχή ξεσπάει στα Βαλκάνια οι πρώτοι που σταυροκοπιούνται είναι οι έμποροι κι οι μαγαζάτορες αυτού του δρόμου. Μα ποτέ το ταξίδι των γειτόνων δεν τελειώνει στα μαγαζιά και στην αγορά. Για πάρα πολλούς συνεχίζεται προς τα βορειοδυτικά της πόλης. Κατά μήκος του πανάρχαιου δρόμου. Στα κοιμητήρια του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου. Τότε είναι που κάποια ονόματα, χαραγμένα σε μαρμάρινους σταυρούς φωτίζονται, αποκτούν αισθήσεις και γεύονται όλη τη μυρωδιά και την φρεσκάδα των λουλουδιών που αφήνουν οι επισκέπτες τρυφερά στους τάφους. Οι επισκέπτες που κρατάνε το νήμα που τους συνδέει με το παρελθόν. Τα χρώματα και τα είδη των λουλουδιών˙ το άρωμα και η ποσότητά τους. Τα ίχνη στο χώμα˙ από πασούμια, τακούνια, σκαρπίνια, πάνινα. Οι στάχτες από τα τσιγάρα. Όλα διηγούνται ιστορίες. Βουβά, σιωπηλά. Με κατάνυξη. Ιστορίες που αφορούν άλλους. Ο χρόνος που πέρασε είναι πολύς. Αυτοί που υπέφεραν από το θάνατο του στρατιώτη δεν ζούνε πια. Η συντριβή η δική τους, έγινε ευλάβεια στα παιδιά τους. Η μνήμη δένεται με την συνήθεια. Φωτίζονται τα ονόματα στα μάρμαρα όπως φωτίζονταν το πρόσωπο του πρώτου φύλακα κάθε φορά που κατάφερνε να συνταιριάξει όνομα και κόκαλα˙ σταυρό και ιστορία. Τότε οι ιστορίες βγαίνανε από τα χώματα. Σε ταυτότητες, σημειώματα, φωτογραφίες, ταμπακέρες, ρούχα, σταυρουδάκια και χαϊμαλιά. Τώρα οι ιστορίες ακουμπάνε στα χώματα. Σαν λουλούδια, σαν χνάρια, σαν στάχτες. Γι’ αυτό ο φύλακας αφήνει τον τάφο να γιορτάσει λίγες μέρες. Έπειτα παίρνει τα άνθη και τα αποθέτει στο μνημείο. Σκουπίζει τα χώματα. Τα ονόματα γίνονται πάλι σκαλίσματα στην πέτρα. Οι σταυροί γίνονται πάλι όλοι ίδιοι, ταξινομημένοι, απρόσωποι, άσπροι, μάρμαρο.

Μα το φως τους δεν χάνεται. Δίνει λάμψη στις ψηφίδες που έστρωσε με γνώση και τέχνη το ζευγάρι από την πρωτεύουσα και λάμπουν οι άγιοι και οι άγγελοι στα συμμαχικά κοιμητήρια πλάι στον πανάρχαιο δρόμο.







Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το καλοκαίρι του 2003. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Η πρώτη φωτογραφία (Άγγλοι πενθούντες σε κηδεία Σέρβου στο Ζέιτενλικ) είναι από το περιοδικό The Graphic, 12.2.1916 από το αρχείο του ΑΠΘ και η δεύτερη (Σέρβικο μνημείο στο Ζέιτενλικ) είναι του Γιώργου Αθανασόπουλου.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 19, 2007

Ο Βενιζέλος εβίασε παράφρονα κόρην


Αυτά γίνονταν κάποτε. Τότε που ήταν άγρια τα πράγματα και ο ημερήσιος Τύπος έμπαινε με όλα τα μέσα -θεμιτά και αθέμιτα- στο πολιτικό παιχνίδι. Τώρα δε γίνονται τέτοια. Όσα γράφονται στις εφημερίδες, όσα φαίνονται στην τηλεόραση, όσα ακούγονται στο ραδιόφωνο είναι μόνον όσα, πραγματικά, γίνονται. Την αλήθεια και μόνον την αλήθεια πληροφορείται ο αναγνώστης-πολίτης, ο θεατής-πολίτης, ο ακροατής-πολίτης.
Με τις υγείες μας.

Υ.Γ. Το απόκομμα είναι από την εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Το φως», 14.3.1935, τις ημέρες του Κινήματος των Βενιζελικών.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 17, 2007

Εμπεριστατωμένος μετεκλογικός διάλογος

(Πρωινό Δευτέρας, 17.9.2007, σε συνοικιακό αρτοποιείο)

Πωλήτρια: Καλημέρα, είσαι πολύ όμορφη σήμερα.
Πελάτισσα: Ευχαριστώ πολύ. Δύο πρασσόπιτες.... Τελικά τι έγινε με το ΠΑΣΟΚ; Τον έκανε αυτόν τον δικομματισμό με τον ΣΥΡΙΖΑ;
Πωλήτρια: Πού να ξέρω; Εγώ κοιμήθηκα κατά τις έντεκα. Μπορεί να τον κάνανε αργότερα...

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 06, 2007

Αυτή η χώρα που ζούμε είναι το πιο ανώμαλο ρήμα του κόσμου…



Ήρθε και στάθηκε πάνω απ’ την αστραφτερή Machules. Με νωχελικές κινήσεις πέρασε στα χέρια του ένα ζευγάρι μαύρα γάντια κεντημένα όλο μ’ ασημόκαρφα. Μετά φόρεσε τα γυαλιά του… Κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι.
«Δεν καταλαβαίνω κανέναν», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του και σήκωσε αργά το πόδι του, το ζύγιασε και το τίναξε με δύναμη πάνω στο πεντάλ καθώς τα γαντοφορεμένα χέρια του πέταξαν κι άρπαξαν το στριφτοκέρατο τιμόνι. Μαρσάρισε σκληρά ώσπου ένα σύννεφο σκόνης ξεσηκώθηκε και τον τύλιξε. Μετά, πάντα χωρίς να βιάζεται, καβάλησε τη μοτοσυκλέτα. Κοίταξε δεξιά, αριστερά, κι ύστερα σφίγγοντας τη Machules μες στα σκέλια του, έδωσε όλο το γκάζι κι αναδύθηκε μέσα απ’ το γαλανό σύννεφο της εξάτμισης σαν μαύρος άγγελος εκδικητής, ιππεύοντας τα εκατόν είκοσι βρυχώμενα μίλια της και χύθηκε στην άσφαλτο, χαράζοντας μιαν ασημένια λάμψη μες στ’ απομεσήμερο.
«Θέλεις να μάθεις τη φιλοσοφία μου για τη ζωή; Να λοιπόν», έλεγε, κι έσφιγγε τη γροθιά του κι έφτυνε πάνω της έν’ άσπρο κόμπο σάλιο. Μετά κοιτούσε το συνομιλητή του κατάματα, κουνούσε το κεφάλι του και του σιγομουρμούριζε του κόσμου τα πουστιρλίκια ή πάλι του γύριζε απότομα την πλάτη κι έβγαζε την τσατσάρα του και χτένιζε τα μαλλιά του κι εκεί που ο άλλος δεν το περίμενε ξαναγύριζε και τεντώνοντας το χέρι του μιλούσε αργά και καθαρά με μια αηδία στο στόμα. «Ξύπνα ρε, αυτή η χώρα που ζούμε είναι το πιο ανώμαλο ρήμα του κόσμου… Βούρλο!» Και ξαφνικά του την έδινε για τα καλά και τον έπιανε το τρελό του κι άρχιζε να ουρλιάζει και να κουνάει τα χέρια του. «Ξυπνήστε λιγούρια γιατί θα ’ρθει η μπόμπα και θα μας κάνει όλους χαλκομανίες… Σκατά θα γίνουμε».
…Κι έτσι κάπως ξεφούντωνε κι ησύχαζε κι έσκυβε το κεφάλι κι έπειτα σαν να σκεπτόταν κάτι θλιβερό σούρωνε τα χείλη του κι έσμιγε τα φρύδια χαράζοντας ένα οδυνηρό μορφασμό στο μακρουλό του πρόσωπο. «Έχει γεμίσει ο κόσμος κομπιναδόρους και Κρατικά δάνεια… Πού τα βρίσκουνε ρε; Για πες μου…» Κι όπως ο άλλος τύχαινε πάντα να μην ξέρει, ο Φάνης αναλάμβανε να του λύσει το μυστήριο. Τον κάρφωνε με το δείκτη του χεριού του στο στήθος και σκύβοντας πάνω του μιλούσε ήσυχα, φτύνοντας τις λέξεις μέσ’ απ’ τ’ αλογίσια δόντια του. «Κλέβουν… Αυτός είσαι… Κλέβουν», κι έπειτα βλέποντας ότι άφησε τον άλλον εμβρόντητο, ξανάβγαζε την τσατσάρα του και την περνούσε δυο τρεις φορές μέσ’ απ’ τα κατσαρά μαλλιά του… «Κομπιναδόροι… Είσαι μέσα; Αυτό ’ναι η ζωή!» Κι έσφιγγε τη γροθιά του με μανία κι έφτυνε πάνω. «Κομπίνα, λιγούρι, κι όλα τ’ άλλα είναι προπαγάνδες του κερατά!»
[…]

Ο οργισμένος Βαλκάνιος
Νίκος Νικολαΐδης, 1977


Είχαμε συναντηθεί πριν είκοσι χρόνια. Είχε κυκλοφορήσει η πρώτη έκδοση του βιβλίου μου «Η μοτοσυκλέτα στην ελληνική λογοτεχνία», και ο Νικολαΐδης βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου για την προβολή της ταινίας του «Πρωινή περίπολος». Ένα πρωί στο ξενοδοχείο του, του έδωσα το βιβλίο και με ξενάγησε με σχόλια στις κριτικές των εφημερίδων για την ταινία του που προβλήθηκε το προηγούμενο βράδυ.
Τον αναζήτησα πριν λίγους μήνες για την μετεξέλιξη εκείνου του βιβλίου μου σε ανθολογία κειμένων της ελληνικής λογοτεχνίας με ήρωες μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές. Ανταλλάξαμε e-mail. Συνολικά αναζήτησα περίπου εκατό λογοτέχνες. Οι υπόλοιποι της ανθολογίας είχαν ήδη περάσει στην απέναντι όχθη. Νιώθω ένα βάρος που μεγαλώνει. Ήδη δύο καλοί συγγραφείς και γνωστοί εκ του σύνεγγυς που μου επέτρεψαν να ανθολογήσω κομμάτια τους, έφυγαν από την ζωή, χωρίς να προλάβω να τους ευχαριστήσω με κάποιο αντίτυπο, αφού το βιβλίο βρίσκεται ακόμη στην προ του τυπογραφείου φάση. Προηγήθηκε ο Γιώργος Κάτος και ακολούθησε ο Νίκος Νικολαΐδης. Ο Φάνης του Οργισμένου Βαλκάνιου δεν είναι ένας απλός λογοτεχνικός ήρωας. Είναι ένας συγκλονιστικός χαρακτήρας που αναπνέει δίπλα μας, όπου κι αν βρισκόμαστε.

«Ψάξε και στα Γουρούνια στον Άνεμο» μου είχε πει, «κι εκεί θα βρεις μοτοσυκλέτες». Τις είχα βρει εκείνες τις μοτοσυκλέτες και έλεγα να μην ανθολογήσω από εκεί. Μετά από αυτήν την παρότρυνση όμως το ξαναείδα και έβαλα ένα όμορφο μικρό κομμάτι. Πού να ήξερα ότι αυτό το απόσπασμα θα ήταν ένα κεράκι στον τάφο του, που θα τον υποδεχτεί την Παρασκευή. Έτσι το βλέπω.


[…]
Ήρθε στις τέσσερις, καβάλα σ’ ένα νοικιασμένο Ζακς, απ’ αυτά με τα καρφιά στο πίσω φτερό. Μοιραστήκαμε τη μοναδική σέλα και φύγαμε για το Κεφαλάρι. Στο δρόμο βέβαια έγινε διαδήλωση, γιατί δεν είχανε ξαναδεί κορίτσι πάνω σε μηχανάκι. Μένανε οι μαλάκες με το στόμα ανοιχτό και το χέρι τεντωμένο και μας δείχνανε. Εγώ την είχα αγκαλιάσει απ’ τη μέση κι είχα κολλήσει απάνω της. Το κορμί της λεπτό και μυώδες, κοντράριζε τον άνεμο πάνω απ’ το Χαλάνδρι, που το ’φερνε πιο κοντά στο δικό μου. Το γαλανό πουκαμισάκι της ανέμιζε ξεσηκωμένο πάνω απ’ τη μέση της κι άφηνε να φαίνεται το λεπτό κομπολόι της ραχοκοκαλιάς κι αυτή μύριζε σαν μωρό. Τρέχαμε δίπλα στις ασημένιες αμπολές της Κηφισίας, ανάμεσα απ’ τα κυπαρίσσια και τους ευκαλύπτους˙ κι ο αέρας, όσο ανεβαίναμε, έφερνε μια ευωδιά μελιού και τα μαλλιά της βιτσίζανε το πρόσωπό μου.
[…]


Γουρούνια στον Άνεμο
Νίκος Νικολαΐδης, 1992

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 05, 2007

Ένα κουρέλι που τραγούδησε με οργή


Ο κινηματογραφιστής, σεναριογράφος και συγγραφέας Νίκος Νικολαϊδης έφυγε σήμερα 5/9 σε ηλικία 68 χρόνων. Νοσηλευόταν στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Είχε γεννηθεί στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και σκηνογραφία θεάτρου. Εργάστηκε σε δισκογραφική εταιρεία ιδιαίτερα ως σκηνοθέτης διαφημιστικών, σεναριογράφος και παραγωγός [...] Ήταν από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες και διανοητές της γενιάς του. Ως χαρακτήρας ήταν ευγενής με χιούμορ,εσωστρεφής και μάλλον ευάλωτος. Η κηδεία του θα γίνει το απόγευμα της Παρασκευής από το Νεκροταφείο Κηφισιάς. (Από το site της ΕΡΤ)
Κάνοντας μια βόλτα στις «τροφοδοσίες» πέφτω σε κάτι αμείλικτες παρενθέσεις: (1939-2007) οι οποίες ακολουθούν ένα αγαπημένο όνομα: Νίκος Νικολαΐδης.
Δεν τολμώ να το πιστέψω. Τρέχω στο site της ΕΡΤ. Είναι αλήθεια. Μερικοί άνθρωποι γίνονται με τον τσαμπουκά τους και την ευαισθησία τους, δικοί μας.
Πολύ δικοί μας. Και μας πονάει το φευγιό τους, όσο κι αν το ύμνησαν στη ζωή τους.

Δημοκρατία

Τα παιδιά του προσφυγικού οικισμού, μόλις τελείωναν το δημοτικό σχολείο κοντά στα σπίτια τους, κατέβαιναν στο κέντρο της μεγάλης πόλης για να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Μέχρι που σκόρπισαν τα χώματα της τούμπας όπου γίνονταν οι φριχτές εκτελέσεις και στη θέση της άρχισε να υψώνεται ένα μεγάλο σχολείο. Το γυμνάσιο, που μάζευε στις τάξεις του για τα επόμενα δέκα χρόνια, παιδιά απ’ όλες τις δυτικές συνοικίες της μεγάλης πόλης. Δέκα χρόνια, εφτά από τα οποία, ήταν και πάλι μαύρα. Όχι τώρα από ξένους κατακτητές μα από ντόπιους δικτάτορες.
Η χώρα μπήκε στο γύψο και το νέο σχολείο έπρεπε να συνταιριάξει την ορμή όλων των παιδιών που μεγάλωναν στα δυτικά της μεγάλης πόλης με την ασφυκτική πειθαρχία που ήθελαν να επιβάλλουν οι άνθρωποι με τα σκούρα σακάκια και τα μαύρα γυαλιά.
Οι μαθητές αυτού του σχολείου διέπρεπαν σε όλα. Επιστήμονες, αθλητές, καλλιτέχνες, πολιτικοί βγήκαν από τις αίθουσες με την λαδομπογιά στους τοίχους. Θες γιατί ήταν καλοί μαθητές και δάσκαλοι, θες γιατί ήταν κόσμος πολύς κι όλο και κάποιος πρόκοβε, σημασία έχει πως οι επιτυχίες ήταν συχνές. Πανελλήνια σχολικά πρωταθλήματα, λαμπρά τουρνουά στο γήπεδο με την άσφαλτο και τις τσιμεντένιες κερκίδες κάθε του Αγίου Δημητρίου, πρωτιές στις εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο.
Άτομα από τα δυτικά αυτά χώματα διακρίθηκαν και τα ονόματά τους έγιναν γνωστά σ’ ολόκληρη την χώρα για τα επιτεύγματά τους. Ο γύψος συνέχιζε να κρατάει την χώρα ακίνητη. Όχι όμως τα παιδιά της. Εκείνες οι τσιμεντένιες κερκίδες γέμισαν ένα πρωινό από όλα τ’ αγόρια της Έκτης τάξης που είχαν κουρέψει με την ψιλή μηχανή τα κεφάλια τους και αρνιόντουσαν να μπούνε στις τάξεις τους. Οι αφορμές για το ξέσπασμα αυτό ήταν πολλές μα ο λόγος ήταν ένας. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου και οι αυθαιρεσίες των χουντικών με τα σκούρα κουστούμια και τα μαύρα γυαλιά δεν θα περνούσαν πια τόσο εύκολα. Η σπίθα άναψε. Οι τοπικές εφημερίδες κυκλοφόρησαν την επομένη μ’ ένα θεαματικό πρωτοσέλιδο. Τέλος πια στο εξευτελιστικό μέτρημα του μήκους της τρίχας κάθε πρωί από τον βλοσυρό και αγενή γυμνασιάρχη.
Τα γυμνά κεφάλια των παιδιών του γυμνασίου της προσφυγικής συνοικίας, έδωσαν την θέση τους στα πρωτοσέλιδα, στις μακριές τρίχες των φοιτητών που άρχισαν να συγκεντρώνονται στις σχολές τους και να ζητάνε ελεύθερες εκλογές στους συλλόγους τους. Ο γύψος άρχισε να θρυμματίζεται. Τα τεθωρακισμένα στρατιωτικά οχήματα μπήκαν στα πανεπιστήμια. Νέα ονόματα προστέθηκαν στον μεγάλο κατάλογο των θυμάτων της βίας. Τα τελευταία, εύχονταν όλοι.

Από τον επόμενο κιόλας χρόνο, παράνομα ακόμη αφού πέρασαν πολλά χρόνια για να γίνει εκείνος ο ξεσηκωμός σχολική γιορτή και μέρα μνήμης, τα παιδιά του γυμνασίου άρχισαν να τιμούν την εξέγερση. Την ημέρα που συμπληρωνόταν χρόνος από τα αιματηρά γεγονότα που σήμαναν την αρχή της μεταπολίτευσης, οι μαθητές του γυμνασίου που στήθηκε στη θέση της φριχτής τούμπας των εκτελέσεων, πήραν τον δρόμο που οδηγούσε στο κέντρο της πόλης, τον ίδιο τον πανάρχαιο δρόμο που ένωνε την μεγάλη πολιτεία με όλον τον κόσμο και βουβοί πορεύτηκαν μέχρι το Πολυτεχνείο για ν’ αφήσουν λίγα λουλούδια.
Σ’ αυτήν την πορεία έσκυψε ένας μαθητής και έβγαλε από τα χώματα ένα χαλασμένο μικρό αυτοκινητάκι και το έσφιξε στην χούφτα του. Αργότερα, στο σπίτι του, το έβαψε με τα στρατιωτικά χρώματα της παραλλαγής και το φυλάει ακόμα στο συρτάρι του σαν ένα από τα πιο πολύτιμα προσωπικά του αντικείμενα.

Οι γύρω συνοικίες μεγάλωναν κι αυτές και άρχισαν να κτίζουν τα δικά τους σχολεία. Το γυμνάσιο άρχισε να ξεσκίζει τις σάρκες του. Πρώτα χωρίστηκε στα δύο, μετά χωρίστηκε σε γυμνάσιο και λύκειο, κατόπιν έπαψε να είναι αρρένων και έγινε μικτό, πιο ύστερα έπαψε να αριθμείται με τα σχολεία της μεγάλης πόλης αφού απέκτησε και η συνοικία τον δικό της κατάλογο σχολείων.
Οι θρυλικές αναμετρήσεις των δύο πρώτων κομματιών του, στο βόλεϊ και στα μονόζυγα της αυλής που άρχιζαν μόλις τελείωνε η πρωινή βάρδια του ενός σχολείου και τελείωναν μόλις άρχιζε η απογευματινή βάρδια του άλλου σχολείου, ανήκουν στο παρελθόν. Στο ίδιο παρελθόν που η διαδρομή από την μακρινή γειτονιά του μαθητή της διπλανής συνοικίας μέχρι το γυμνάσιο μετριόταν με τον χρόνο ζωής μιας σοκολάτας αμυγδάλου. Η ιεροτελεστία άρχιζε στο περίπτερο του δημόσιου δρόμου που ένωνε τις δύο συνοικίες, διαρκούσε σε όλον τον ποδαρόδρομο ανάμεσα στα τουρκόσπιτα που βρίσκονταν δίπλα στον χείμαρρο και τελείωνε στην αυλή του σχολείου. Τότε που ένα τελευταίο αμύγδαλο γυρόφερνε ανάμεσα στα δόντια μέχρι να διαβούν τα πόδια το κατώφλι και να πέσει η μοιραία δαγκωνιά που θα σήμαινε την έναρξη μιας ακόμη σχολικής ημέρας.

Ο μαθητής εκείνος που μάζεψε το αυτοκινητάκι και έγλειφε την σοκολάτα, μεγάλωσε πια, σπούδασε κι αυτός και τα ‘φερε έτσι η ζωή και βρέθηκε δάσκαλος στις ίδιες αίθουσες. Αναζήτησε με συγκίνηση ο,τιδήποτε θα του θύμιζε το παρελθόν. Κάποια φωτογραφία, ας πούμε. Και ανακάλυψε πως όλο το παρελθόν είχε καεί από κάποιον δημοκράτη συνάδελφο που δεν άντεχε να έχει ούτε στο συρτάρι του την φάτσα του χουντικού προκάτοχού του. Η δημοκρατική λαίλαπα που σάρωνε τα τελευταία χρόνια την χώρα, σάρωσε και τα χνάρια όλων των παιδιών που μεγάλωσαν στα δυτικά της μεγάλης πόλης, ξόρκισαν με την χαρά τους την φρίκη της τούμπας των εκτελέσεων και φώτισαν με τα ξυρισμένα κεφάλια τους τα σκοτάδια των σκούρων κουστουμιών και των μαύρων ματογυαλιών.


Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), την άνοιξη του 2003. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά.
Η περίοδος που διανύουμε είναι προεκλογική και κάποιοι ντούροι «δημοκράτες» και «δημοκράτισσες» μιλάνε με στόμφο για την παλιά αμετανόητη δεξιά υπερφαλαγγίζοντας ακόμη και μπαρουτοκαπνισμένους αριστερούς. Ένας τέτοιος «δημοκράτης» καθηγητής γυμνασίου κάνοντας, εκ των υστέρων, αντίσταση έκαψε και έσκισε όλο το φωτογραφικό αρχείο του Στ΄ Γυμνασίου Αρρένων με τις νίκες των αθλητών μαθητών, επειδή φαινόταν και ο χουντικός καθηγητής. Αυτός ο λαμπρός εκπαιδευτικός έγινε διευθυντής επί ΠΑΣΟΚ, συνεχίζει επί ΝΔ και διδάσκει ήθος και αδιαπραγμάτευτη σγωνιστικότητα.
Ας είναι αυτή η αναδημοσίευση, μια συμβολή στην αντιμετώπιση του δικομματισμού. Ψήφο σε κόμματα που δεν κινδυνεύουν, ακόμα, να κυβερνήσουν. Για να ισχυροποιήσουμε την μόνωση -κατά Λαζόπουλο, 4.9.2007- στο σπίτι μας αλλιώς θα μας πνίξει η διάβρωση και η σαπίλα των αυτοδύναμων.
Η φωτογραφία είναι από το Indymedia Athens

Πέμπτη, Αυγούστου 23, 2007

Τα κράνη

Η μοτοσυκλέτα δε σκοτώνει ζώα στις εθνικές οδούς˙ μόνο ζουζούνια και μυγάκια συνωστίζονται νεκρά στη ζελατίνα του κράνους και στο γυαλί του προβολέα. Στους δρόμους της πόλης, ούτε κι αυτά τα ζωντανά δεν κινδυνεύουν.
Κάποια άλλα, αδιάκριτα αυτά έντομα, βυθίζονται στο δάκρυ του μοτοσυκλετιστή καθώς τον βλέπουν να στρέφει λίγο πλάγια το πρόσωπο, όταν υπερβαίνει τα 120 χιλιόμετρα την ώρα, χωρίς κράνος. Είναι στιγμές που οι κανόνες ασφαλείας πνίγουν ό,τι έβγαλε τη μοτοσυκλέτα από το σωρό των οχημάτων και την ανέδειξε σε ταίρι του ανέμου.
Ό,τι ενδύεται ο μοτοσυκλετιστής έχει να κάνει με τα χάδια του αέρα και τη βία της ασφάλτου. Το βγάλσιμο του κράνους σε κάποιο σημείο μιας μακρινής διαδρομής είναι αποζήτηση τρυφερότητας και όχι κίνηση αφροσύνης όπως οι αδαείς πιστεύουν. Τότε οι κόμποι του ιδρώτα στο πρόσωπο του μοτοσυκλετιστή ελευθερώνονται σε άπειρες σταγόνες δροσιάς. Τα μαλλιά, όταν υάρχουν, ξεχύνονται σ’ έναν νευρικό χορό και ραπίζουν το πρόσωπο του οδηγού που τα φυλάκιζε μες στο κράνος, κάθε φορά που αυτός στρέφει το κεφάλι αριστερά και πίσω για να επιχειρήσει μία προσπέραση.
Μα και η παρουσία του κράνους μη νομίσετε πως δεν οδηγεί σε μονοπάτια χαράς τον μοτοσυκλετιστή. Έχετε ποτέ αναλογιστεί πόση μουσική μπορεί να βγάλει το κράνος, ανάλογα με το ανασήκωμα της ζελατίνας, το σφίξιμο της βίδας που την συγκρατεί και τα μπόσικα που βρίσκει – το κράνος, όχι η βίδα – στο κεφάλι; Κι όταν βρέχει και το τζάμι είναι χαραγμένο – απ’ τις ριπές της σκόνης, απ’ το άτσαλο σφούγγισμα μετά το πλύσιμο – και πρέπει ο οδηγός να βρει τη σωστή κλίση, σαν το λογιστή που βλέπει πάνω από τα γυαλιά του, για να δει κάτω απ’ τη ζελατίνα η οποία σαν ομπρέλα προφυλάσσει τα μάτια απ’ τις σταγόνες-βελόνες, τότε το κράνος παίζει λεπτεπίλεπτα κρουστά, ακίδες κάκτου σε σωλήνα μπαμπού να κατρακυλάνε.

Τα τρυφερά κράνη του ζευγαριού που αγκαλιάζεται σφιχτά πάνω στη μοτοσυκλέτα˙ το αμήχανο κράνος του συνεπιβάτη που τσουγκρίζει μ’ εκείνο του οδηγού στ’ απότομα φρεναρίσματα ή το χαδιάρικο κράνος που κουρνιάζει στον δεξί ώμο του μοτοσυκλετιστή.
Τα κράνη που κρέμονται απειλητικά από τους βραχίονες και συγκρούονται με τους καθρέφτες των ταξιτζήδων.
Το κράνος εκείνο, που τρυφερά το δίνει ο οδηγός στην κοπέλα του πίσω – όπως έδινε το σακάκι του ο παλιός Έλληνας γόης στο σινεμά – κι αυτή δεν το δένει, της είναι μεγάλο και στο απότομο πέταγμα της μηχανής μπροστά (για σφήνα, για προσπέραση, για γούστο δεν έχει σημασία), φεύγει, πετάει και τινάζεται απ’ τις ρόδες του κόκκινου λεωφορείου που ακολουθεί απειλητικό και καταλήγει στο πεζοδρόμιο, ολοστρόγγυλο και γυαλιστερό παρόλ’ αυτά, με χαρακιές ανεξίτηλες πάνω του να θυμίζουν. Το κεφάλι της κοπέλας στρέφεται απορημένο να δει τι έγινε, να δει που θα κατέληγε αν, μαζί με το υπόλοιπο σώμα, δεν ήταν αγκιστρωμένο στην πλάτη του μοτοσυκλετιστή. Η επαφή σώζει τον συνεπιβάτη.
Τα κράνη που μερικές φορές μας θυμίζουν τους συνειρμούς που κρατούσαν τον Γιώργο Ιωάννου μακριά απ’ τ’ αυτοκίνητο επειδή έβλεπε με φρίκη τα τζάμια να τον απομονώνουν από το περιβάλλον˙ από τη ζωή που έξω σφύζει. Φανταστείτε τον ερωτευμένο μοτοσυκλετιστή να θέλει πάνω στη δύσκολη στροφή, στην παράτολμη προσπέραση να χαμογελάσει στην αγαπημένη του, να της κλείσει το μάτι. Αδύνατον! Το κράνος του στερεί αυτού του είδους την τρυφερότητα και τον σπρώχνει να κατεβάσει το χέρι – εκεί, πάνω στα δύσκολα – και να της χαϊδέψει το πόδι ή ν’ ανασηκώσει τη ζελατίνα και ν’ αφήσει μια κραυγή ελπίζοντας πως κάτι απ’ αυτήν θα περισωθεί και θα φτάσει στ’ αυτιά που πρέπει να φτάσει για να διηγηθεί το κατόρθωμά του.
Το κράνος το μαύρο μες στο καλοκαίρι, το κράνος με τ’ αυτοκόλλητα που τρώνε τη σάρκα του και το κράνος που φωνάζει υστερικά Harley – Davidson όταν κάτω απ’ τα πόδια στριμώχνεται ένα θλιβερό Special της Yamaha ή, έστω, σπαρταρά ένα πιο στιβαρό μοντέλο μεν, άσχετο με το κράνος δε. Τα κράνη δεν κάνουν τη μοτοσυκλέτα όπως τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. Θυμηθείτε τον Jack Nikolson στον Easy rider και το εξαίσιο κράνος του μπέηζ μπωλ ή κάποιου άλλου αμερικάνικου αθλήματος που θριάμβευε στο κεφάλι του και δεν προσέβαλε καθόλου την Harley που οδηγούσε ο Fonda ή ο Hopper δεν θυμάμαι.

Και, τέλος, το ζευγάρι των Ιταλών πάνω στη Moto Guzzi, που τους έπιασε βροχή έξω από την Πάτρα και μπήκαν κάτω από τη γέφυρα, βγάλαν απ’ τις βαλίτσες – της μοτοσυκλέτας, οι άλλες ακολουθούσαν φορτωμένες σ’ ένα Autobianchi – τις αδιάβροχες φόρμες και άλλαξαν, ναι άλλαξαν τα κράνη που φορούσαν με τα καινούρια που συνόδευαν τα νέα ρούχα˙ για την βροχή πιο ειδικά; Με τις φόρμες πιο ταιριαστά; Νοικοκυριό; Τρέλα; Επίδειξη; Φετίχ;

- Μοτοσυκλέτα!




Υ.Γ. Δημοσιεύτηκε στο περ. Δυτικώς, αρ. 14, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 2000.
Η εικόνα: Αλέκος Φασιανός / Ελευθεροτυπία, 3.7.2000

Παρασκευή, Αυγούστου 17, 2007

Διατηρητέο

«Οι Γερμανοί έφυγαν, μα ο πόλεμος δεν τελείωσε. Κακό μεγάλο μας βρήκε μετά, πουλάκι μου. Μια φριχτή σφαγή που άλλοι την έλεγαν συμμοριτοπόλεμο κι άλλη δεύτερο αντάρτικο˙ ο εμφύλιος. Πολλές οικογένειες, δεν άντεχαν άλλο. Φεύγανε οι άντρες του τακτικού στρατού και οι μάυδες και πλάκωναν οι αντάρτες. Του δημοκρατικού στρατού. Πότε για φαγητό, πότε για στρατολόγηση, πότε για απλή φοβέρα, πότε γιατί έβρισκαν φιλικά σπίτια για καταφύγιο και κρυψώνα. Ξανάρχονταν οι άλλοι και άρχιζαν τα αντίποινα. Από τότε τη γιαγιά σου, κάθε φορά που βλέπει πηλίκιο, την πιάνει συχνοουρία. Κοριτσάκι ήταν και κατουρήθηκε πάνω της, όταν ήρθαν αγριεμένοι και έψαχναν τον πατέρα της που βοηθούσε τους αντάρτες.


»Τι στα λέω τώρα αυτά, πουλί μ’... Αυτοί που είχαν την εξουσία νίκησαν στο τέλος. Ανταρτόπληκτους μας έλεγαν κι ας μας ρήμαξαν το χωριό οι μάυδες. Ανταρτόπληκτες και όχι θύματα του εμφυλίου, λέγανε όλες τις οικογένειες που κουβάλησαν στην πόλη. Με το έτσι θέλω μας πήρε η κυβέρνηση από τα χωριά μας, αφού γέμισε με νάρκες τα χωράφια. Για να μην έχουν ποιους να στρατολογήσουν οι αντάρτες. Μερικοί ήρθαν και μόνοι τους. Δεν είχαν τύχη στο χωριό. Το ’βλεπαν. Μας στοίβαξαν σε μεγάλα κτίρια, όπως το παλιό καραβάν-σαράι στο κέντρο της πόλης. Δίνανε και κάτι ψίχουλα σε όσους δήλωναν εθνικόφρονες και στις οικογένειες των μάυδων. Καμία άλλη βοήθεια. Σε κανέναν άλλο. Ούτε και αργότερα, όταν πίεζαν οι ξένοι την κυβέρνηση να φέρει τον κόσμο πίσω στα χωριά. Τους έρχονταν βαριά η βοήθεια προς την Ελλάδα, χωρίς τη δική της σοδειά. Η γη έπρεπε να καλλιεργηθεί. Όμως πώς; Ούτε ζώα, ούτε μηχανήματα πια. Και τα χωράφια γεμάτα νάρκες. Καλύτερα φτωχοί στην πόλη όπου όλο και κάποιο μεροκάματο μπορούσαμε να κάνουμε, παρά στο χωριό. Οι δικοί μας ήρθαν εδώ. Άλλοι στο φρενοκομείο κι άλλοι στις καλόγριες.


»Εμείς μέναμε εδώ μέσα. Κάθε οικογένεια και ένα δωμάτιο. Μια κουζίνα για όλους. Βλέπαμε τα νοικοκυριά των παλιών προσφύγων και ράγιζε η καρδιά μας. Οι παπάδες, καθολικοί ήτανε, άρχισαν τότε να πουλάνε τη γη τους. Όποιος μπορούσε αγόραζε ένα οικοπεδάκι και έφευγε. Έτσι φύγαμε και μεις. Και ποιοι δεν μένανε τότε εδώ γύρω! Καθολικοί, Αρμένιοι, πρόσφυγες, φαντάροι που υπηρετούσαν στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά και παντρεύτηκαν προσφυγοπούλες, μουσουλμάνοι που έχτισαν πίσω από τα συμμαχικά και μέχρι τα εβραίικα μνήματα. Σ’ αυτούς ανάμεσα χωθήκαμε κι εμείς κι ήρθαμε ως τα τώρα.
»Άντε πουλάκι μου, ήρθε η δασκάλα σου. Κοίτα να χορέψεις καλά. Στην ηλικία σου ήταν η γιαγιά σου, όταν έμενε σε εκείνο το δωμάτιο ψηλά. Εκείνη δεν είχε τότε μυαλό για χορούς. Χόρεψε εσύ, πουλί μ’...».




Ο παππούς κρατούσε την εγγονούλα του από το χέρι και κοιτούσε το φρεσκοβαμμένο και ολόφωτο κτίριο. Ήταν ντυμένη με παραδοσιακή στολή και θα χόρευε με το σχολείο της στην αυλή του Ιεροσπουδαστηρίου.




Το κτίριο αυτό ήταν το πρώτο οικοδόμημα που στήθηκε δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο. Το έχτισαν οι καθολικοί της μεγάλης πόλης για να στεγάσουν και να μορφώσουν τα ορφανά. Όχι όμως όλα τα ορφανά. Μόνο εκείνα που θα στρέφονταν κατά του πατριαρχείου. Από εκεί μέσα βγήκαν δάσκαλοι και ουνίτες παπάδες που έσπειραν ανέμους στα Βαλκάνια. Μετά την απελευθέρωση της μεγάλης πόλης από τους κατακτητές που έμειναν στα χώματά της για περισσότερο από πέντε αιώνες, το κτίριο σταμάτησε την λειτουργία του. Οι πρόσφυγες που έφτασαν στην περιοχή έβλεπαν σ’ αυτό, εκείνους που τους ξεσπίτωσαν. Το κράτος έκλεισε όλες τις σχολές που στεγάζονταν εκεί μέσα. Ρήμαζε με τον καιρό. Ρημαγμένο και άδειο το βρήκανε και οι οικογένειες που μαζεύτηκαν στην πόλη, στον εμφύλιο.


Ο παππούς, κοιτούσε τα γκαρσόνια του πολυτελούς εστιατορίου γεμάτος θλίψη. Σχεδόν ολόκληρο το ισόγειο του αναπαλαιωμένου Ιεροσπουδαστηρίου δόθηκε για εκμετάλλευση σε επιχειρηματία. Κι αυτός έστησε εστιατόριο πολυτελείας. Όμως δεν ξεκίνησαν έτσι τα πράγματα.











Όταν είχαν έρθει για πρώτη φορά εκείνα τα παλικάρια και διώξανε τα μπάζα και καθάρισαν την αυλή, μια ελπίδα φτερούγισε στην καρδιά του. Θα μπορούσε να επισκέπτεται όποτε ήθελε τους χώρους όπου πέρασε τα δύσκολα χρόνια του εμφύλιου και όπου γεννήθηκαν τα παιδιά του, αφού το κτίριο θα ξαναζούσε. Τον βεβαίωναν γι’ αυτό όσοι ετοίμαζαν τις πρώτες εκδηλώσεις.
Είχαν έρθει επιστήμονες και λέγανε πώς θα διαμορφωθεί ο χώρος, λέγανε για την ιστορία του, δείχνανε φωτογραφίες και προτείνανε διάφορες χρήσεις του στο μέλλον. Μιλούσανε για βιβλιοθήκες, για πνευματικά κέντρα. Δεν πειράζει που δεν είπανε τίποτα για τον εμφύλιο. Μπορεί να μην ξέρανε τι σχέση είχε με τον εμφύλιο. Από πού να το ξέρανε; Ούτε για τα εστιατόρια ξέρανε. Για τα φιλέτα καγκουρό και τα γεύματα εργασίας με κροκόδειλο και ελάφι, δε γνωρίζανε, δεν πήγαινε ο νους τους.





Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το καλοκαίρι του 2003. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Οι εικόνες προέρχονται από το αρχείο του Σ.Λ.
Αφορμή για τη δημοσίευση του κειμένου σ’ αυτήν τη χρονική περίοδο στάθηκε το εξής στιγμιότυπο:


Ηλιόλουστο, Κιλκίς. Κυριακή 12 Αυγούστου, φέτος. Γύρω στη μία το μεσημέρι μια φωνή καλεί τον πατέρα μου που λείπει. Στο χωριό είμαι εγώ. Μια παρέα πέντε ατόμων, από τους οποίους ο ένας χωριανός. Ένας από την παρέα, το 1947, δεκατεσσάρων χρόνων, είχε φιλοξενηθεί στο σπίτι μας για δυο μήνες. «Μας σήκωσαν από το χωριό, την Αγία Κυριακή και μας έφεραν εδώ». Από τα κτίσματα που θυμόταν υπάρχει ένα, το τότε μαντρί και οι μισοί τοίχοι του αχυρώνα. Δυστυχώς δεν τράβηξα φωτογραφίες, δε βασιζόμουνα στο κινητό.


update, 23.8.2007:





Το μαντρί και ο τοίχος του αχυρώνα με μικρή φωτογραφική μηχανή η οποία προέκυψε εν τω μεταξύ.

Κυριακή, Ιουλίου 29, 2007

Πρόταση γάμου

Ο Άγγλος λοχαγός της Στρατιάς της Ανατολής δε γνώριζε αν θα βγει ζωντανός απ’ αυτόν τον πόλεμο. Φίλοι του και συμπολεμιστές του θάφτηκαν στη γη της μεγάλης πόλης δίπλα στη θάλασσα. Οι εχθροί που τους ξεπάστρευαν δεν ήταν μόνο τα βόλια και τα αέρια. Κινδύνευαν από κουνούπια και ελονοσίες. Κινδύνευαν από τη διαμονή τους σε ακατάλληλα εδάφη. Ένιωθαν πως τίποτε σ’ αυτήν τη γη, λίγα χιλιόμετρα από την πρώτη γραμμή του Μετώπου, δεν τους ήταν φιλικό. Ακόμη κι αυτός ο χείμαρρος που στα νερά του έπλεναν τα κορμιά τους και τα ρούχα τους οι συνάδελφοί του, αγρίευε απροειδοποίητα και παρέσυρε σκηνές και γεφύρια, θυμίζοντάς τους πως άλλο πράγμα η στρατιωτική συμμαχία που αποφασίστηκε σε κάποια γραφεία κι άλλο πράγμα να σε θέλει ο τόπος ο ίδιος. Ο δρόμος, ο πανάρχαιος δρόμος, ονομάστηκε από τους Άγγλους στρατιώτες με το ίδιο μυστήριο όνομα που είχαν τα υψώματα όπου στήθηκε το στρατόπεδό τους. Το δρόμο αυτό τον τραγούδησαν πολύ οι Άγγλοι φαντάροι. Και επειδή τους οδηγούσε στα κέντρα της μεγάλης πόλης όπου ξόδευαν τα χρήματά τους και τις ημέρες της άδειάς τους, αλλά και επειδή, σε όλο το μήκος του μέχρι το Μέτωπο, προέβαλλε τόσες δυσκολίες στα τροχοφόρα και στους πεζούς στρατιώτες, ώστε έμοιαζε με έπος άξιο να υμνηθεί η πορεία κατά μήκος του.




Ο δρόμος, κοντά στη πόλη, περνούσε δίπλα από τον μικρό προσφυγικό οικισμό που στήθηκε λίγο πριν κατασκηνώσουν οι ξένοι στρατιώτες στην περιοχή. Ακόμα έφταναν κάρα με οικογένειες ξεσπιτωμένες που προσπαθούσαν να αντέξουν τον, πρόσκαιρο όπως ήθελαν να πιστεύουν, ξενιτεμό˙ η σκέψη τους και η ψυχή τους είχαν μείνει πίσω. Στις πατρίδες.
Αυτός ο οικισμός ήταν που φόρτωνε με μια ακόμη αμφιβολία τον Άγγλο λοχαγό. Έβλεπε τους πρόσφυγες να παλεύουν με τις ίδιες λάσπες και τα ίδια κουνούπια με τα οποία πάλεψε και αυτός. Μα έβλεπε και κάτι άλλο. Μια γυναίκα που ξεχώριζε από όλες τις άλλες. Την έβλεπε να παίρνει νερό από την βρύση που γειτόνευε με το παλιό κανάλι˙ αυτό που ξεκινούσε από τα υψώματα με το μυστήριο όνομα. Την έβλεπε πάνω στο γαϊδουράκι της, με τη μικρή της κόρη αγκαλιά να τραβάει κάθε λίγες μέρες προς την πόλη. Την έβλεπε να ισιώνει την μέση της, να βγάζει το τσεμπέρι και να τινάζει τα μαύρα της μαλλιά, μετά το σκούπισμα της αυλής μπροστά από το χαμόσπιτο. Την έβλεπε και δεν μπορούσε να αποτραβήξει τη ματιά του. Ποια ήταν; Πού βρισκόταν ο άντρας της; Ήξερε η ίδια την ομορφιά που κουβαλούσε; Κι αν το ήξερε, την άφηνε η προσφυγιά και η δυστυχία να το χαρεί αυτό το θείο δώρο;

Προσπαθούσε ν’ απαλλαγεί από την εικόνα της αλλά δεν τα κατάφερνε. Έδινε μάχη με τον εαυτό του πως μια τέτοια ομορφιά δεν ήταν σωστό να ξοδευτεί σ’ ένα δόσιμο μιας χήρας κι ενός φαντάρου. Αλλά πάλι, όταν οι μέρες για την αναχώρηση στο Μέτωπο ζυγώνουν, δεν θα ήταν χειρότερο να φύγει χωρίς να της έδειχνε τον αγνό –η ψυχούλα του το ήξερε- θαυμασμό του; -Στην πατρίδα θα ήταν διαφορετικά, σκεφτόταν. Μήπως όμως αυτή η ίδια γυναίκα, στη μακρινή χώρα, ντυμένη με ακριβά ρούχα, δεν θα του έκανε την ίδια εντύπωση; Μήπως δεν ήταν μόνο η ομορφιά αυτής της γυναίκας που τον αναστάτωσε, αλλά η ομορφιά αυτής της γυναίκας στη μέση της φτώχειας και του πόνου; Μήπως τα μάτια της έλαμπαν για να ξορκίσουν το κακό που τη βρήκε και όχι για να ξελογιάσει το δύστυχο λοχαγό; Δεν έχει σημασία αν αυτό ακριβώς κατάφερε. Ήταν ο σκοπός της;



Δεν έβγαζε άκρη και οι μέρες τελείωσαν. Έφευγε το επόμενο πρωινό. Δεν είχε βρει το θάρρος να της απευθύνει ούτε μια κουβέντα και η ευκαιρία είχε δοθεί πολλές φορές. Στο πλάι της βρύσης, εκεί που κάθεται και τώρα, αυτήν την τελευταία ημέρα σ’ αυτό το περιχαρακωμένο στρατόπεδο, την έβλεπε να σκύβει και να πλένει το πρόσωπό της παίρνοντας νερό με τα δυο της χέρια από την αρχαία λάρνακα και μετά να γεμίζει το λαγήνι της και να φεύγει. Το πρόσωπό της είχε χαραχτεί σ’ αυτό το παλιό μάρμαρο και το έβλεπε ο λοχαγός να του χαμογελάει κι ένιωθε άχρηστος που δεν προσπάθησε. Η επόμενη ημέρα θα τον έβρισκε στο Μέτωπο. Το κρεβάτι του θα είναι τυλιγμένο με συρμάτινο πλέγμα για να μην τον φάνε τα ποντίκια και στο σακίδιό του θα έχει μια μάσκα, μια τεχνητή μουσούδα, που θα τον προφυλάσσει από τα δηλητηριώδη αέρια των εχθρών. Έδινε μάχη με τις σκέψεις του για ν’ απαλλαγεί από αυτήν τη φρίκη όταν την είδε πάλι. Όχι μέσα στο νερό. Στο δρόμο, καβάλα στο γαϊδουράκι της, με τη μικρή της κόρη στην αγκαλιά, επέστρεφε από την πόλη. Σηκώθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Την πλησίασε! Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Τα μάτια του μείναν καρφωμένα στο πρόσωπο της γυναίκας. Στα μάτια και στα χείλη της. Τώρα έπρεπε να γίνει. Το χέρι του απλώθηκε προς το σύμπλεγμα μάνας και κόρης και …χάιδεψε το μάγουλο της μικρής. Αυτό ήταν. Η γλώσσα του λύθηκε. Έκανε μια πρόταση γάμου στην μικρούλα και του φάνηκε πως όλοι -οι τρεις τους- κατάλαβαν τι ζούσαν.

Το ξωτικό του καναλιού, με τη μορφή του φωτογράφου, που είχε κι αυτός κάνει στέκι του την βρύση γιατί έτσι του παράγγειλε η εφημερίδα του που ήθελε φωτογραφίες από τους φτωχούς πρόσφυγες και τους καλούς στρατιώτες, απαθανάτισε την στιγμή. Και η πρόταση γάμου ταξίδεψε σε όλη την ήπειρο και σ’ όλον τον κόσμο.





Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το καλοκαίρι του 2002. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Οι εικόνες προέρχονται: η πρώτη από το αρχείο του Σ.Λ.˙ η δεύτερη από την εφημερίδα Le miroir, 4.3.1917 (Βιβλιοθήκη ΑΠΘ)˙ η τρίτη από την εφημερίδα The Graphic, 12.2.1916 (Βιβλιοθήκη ΑΠΘ).

Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2007

«Δι’ εγκαταστάσεως το 1914»


Η όμορφη γυναίκα ήρθε στη μεγάλη πόλη, δυο χρόνια μετά την απελευθέρωσή της. Περισσότερο από πέντε αιώνες κράτησε εκείνη η σκλαβιά. Οι βυζαντινοί κάτοικοι της πόλης έγιναν στα χρόνια αυτά ένας κόσμος ολόκληρος που τον αποτελούσαν Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Αρμένιοι, Σλάβοι, Βούλγαροι, Γάλλοι, Ιταλοί και άλλοι λαοί. Μόνον οι Έλληνες γιόρτασαν την απελευθέρωση. Οι υπόλοιποι είχαν κι από ένα λόγο να δυσφορούν για την εξέλιξη αυτή. Όπως και να ένιωθαν όμως, μία ήταν η ουσία˙ το ελληνικό κράτος διαφέντευε πια τις τύχες της μεγάλης πόλης που ξάπλωνε από τη θάλασσα μέχρι τις πλαγιές του βουνού. Στα χώματά της, η μητέρα πατρίδα υποδέχτηκε χιλιάδες πρόσφυγες από την ανατολή, όταν τους έπιασε η κατάρα του μίσους και των ταραχών που σάρωναν στα Βαλκάνια.



Αυτή και το κοριτσάκι της ήταν από τους πρώτους ξεσπιτωμένους που έφτασαν με όλο τους το βιος σε δυο μπογαλάκια. Σαν πήραν το δρόμο που οδηγούσε στην περιοχή όπου θα τους έβαζαν σε σκηνές, την έζωσαν τα φίδια. Μόλις βγήκαν από την πόλη, διέσχισαν ένα εγκαταλελειμμένο μουσουλμανικό κι ένα ελληνορθόδοξο περιφραγμένο νεκροταφείο. Κατόπιν, ένα ίδρυμα στα δυτικά του δρόμου που προετοίμαζε, πριν την απελευθέρωση, δασκάλους και ιερείς που έσπερναν τους σπόρους των εθνικών και θρησκευτικών ταραχών, που θύμα τους υπήρξε και ο άντρας της˙ ποτέ της δεν πρόλαβε να σκεφτεί πώς έγινε και τον σκότωσαν και κυρίως ποιοι το έκαναν. Τόσο γρήγορα τρέχανε πια τα γεγονότα σ’ αυτήν τη γειτονιά του κόσμου. Τέλος, ένα στρατόπεδο στα ανατολικά και ερημιά, απέραντη ερημιά. Έλη και άγονα, ακαλλιέργητα εδάφη από τις δυο μεριές του πανάρχαιου δρόμου που ένωνε τη μεγάλη πόλη με όλον τον κόσμο. Εδώ λοιπόν θα έμεναν; Ευτυχώς όχι για πολύ. Ήταν σίγουρη πως η περιπέτεια θα τελείωνε γρήγορα και θα επέστρεφε στα γνώριμα, αγαπημένα εδάφη της πατρίδας. Πού να το ήξερε τότε πως στην πατρίδα θα γύριζε, για λίγα όμως χρόνια και μετά, μια δεύτερη, οριστική πια, προσφυγιά θα την ξανάφερνε σ’ αυτόν τον άσχημο τόπο και θα την γράφανε στα κιτάπια, αργότερα, πως απέκτησε την ιδιότητα του δημότη της νέας κοινωνίας που στήθηκε σ’ αυτά τα χώματα, «δι’ εγκαταστάσεως το 1914»;

Ένα σημείο μόνο έκανε την καρδιά της να ζεσταθεί σ’ εκείνη την πρώτη γνωριμία με τον άγνωστο τόπο. Μια βρύση. Μια μεγαλόπρεπη βρύση χτισμένη με αρχαίες πέτρες. Ο κρουνός της γέμιζε με καθαρό νερό μια λάρνακα, ένα βαθουλωτό κομμάτι μάρμαρο. Εκεί κοντά θα ήθελε να μείνει και εκεί έμεινε. Οι σκηνές στήθηκαν σχεδόν γύρω από την βρύση, δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο. Το νερό ερχόταν από το γειτονικό παλιό κανάλι και κατέληγε στο χείμαρρο που σημάδευε τον τόπο από πάντα. Όταν τους έκτισε το κράτος μεγάλα κτίσματα, θαλάματα τα λέγανε οι δικοί της, αυτή δεν μπήκε μέσα. Προτίμησε ένα μικρό δωματιάκι, κοντά στο νερό, που το έστησε πέτρα την πέτρα, με την ψυχή της ανατολικά. Στην πατρίδα.

Δεν πρόλαβαν οι πρόσφυγες να βγάλουν τα πρώτα λαχανικά από τους κήπους τους και μια νέα αναστάτωση τους βρήκε. Ένα πολύχρωμο και πολυάνθρωπο στράτευμα ήρθε να εγκατασταθεί στα ίδια μ’ αυτούς χώματα. Δεν τους είδαν τους καινούριους με καλό μάτι κι ας έκαναν οι δύστυχοι στρατιώτες ό,τι μπορούσαν για να φανούν φιλικοί και χρήσιμοι. Άνοιξαν κανάλια για να διώξουν τα στάσιμα νερά και την ελονοσία, έφτιαξαν δρόμους και, το κυριότερο, ένα μεγάλο νοσοκομείο για τους πληγωμένους συναδέλφους τους μα και για όσους από τους πρόσφυγες θα το είχαν ανάγκη. Και το είχαν πολύ μεγάλη ανάγκη το νοσοκομείο οι πρόσφυγες. Μέχρι και σχολείο έκτισαν οι ξένοι στρατιώτες και τα παιδιά των προσφύγων μάθαιναν, ανάμεσα στα άλλα, και την ξένη γλώσσα.



Η όμορφη γυναίκα έστησε με υπομονή το νοικοκυριό της. Μια φορά στις δέκα μέρες, μάζευε τα αυγά από τις κότες της και το βούτυρο απ’ το γάλα της κατσίκας της, τα φόρτωνε στο γαϊδουράκι, ανέβαινε κι αυτή με το κοριτσάκι της αγκαλιά και τραβούσε για την πόλη. Θες η ομορφιά της, θες η συμπόνια των ανθρώπων, θες τα καλά της εμπορεύματα, πάντα ξεπουλούσε και γύριζε χαρούμενη και περήφανη στο δωματιάκι. Χαρούμενη που τα κατάφερνε μόνη της και περήφανη που δεν ξέπεσε στα εύκολα. Ήταν νέα αλλά το βλέμμα των αντρών το καταλάβαινε. Όπως καταλάβαινε και τα πικρόχολα σχόλια των γυναικών. Το όμορφο σώμα της και το γλυκό της πρόσωπο, μόνα τους, μέσα στο απομονωμένο από τα άλλα νοικοκυριά δωματιάκι, χωρίς άντρα, χωρίς επίσημο άντρα, ήταν κάτι που δεν το χωρούσε ο νους τους επειδή δεν το ανεχότανε η ηθική τους. Και στην πολιτεία τι ήθελε κάθε τόσο;
Δεν την πείραζαν αυτά όλα. Το αντίθετο. Χαιρόταν που το κορμί της τους έπαιρνε το νου. Είχε κάτι που δε γινότανε να μην το προσέξουν οι γύρω της. Είχε κάτι που την έκανε να λάμπει μέσα στις λάσπες και στη δυστυχία. Είχε κάτι που για να συνεχίσει να λάμπει, έπρεπε να μην το μαγαρίσει κανείς. Κι ας νόμιζαν οι γυναίκες. Κανείς τους. Και όχι μόνον οι πρόσφυγες. Αυτούς τους ήξερε και τους έφερνε βόλτα. Τους άλλους έπρεπε να προσέχει. Τους φαντάρους που σήμερα τους βλέπεις και αύριο χάνονται. Αυτούς. Που όλο μέσα στα πόδια τους τριγυρνούσαν. Ένας μάλιστα, λες και ήξερε το χούι της, σκότωνε την ελεύθερη ώρα του δίπλα στην βρύση. Καθόταν δίπλα στην λάρνακα και φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του. Εκεί, στο ίδιο σημείο καθόταν κι αυτή τα βράδια που γέμιζε το φεγγάρι και το ’βλεπε να καθρεφτίζεται στο νερό μαζί με το πρόσωπό της. Γινότανε τότε ένα με τα ξωτικά που ήξερε πως τριγύριζαν στις λίμνες και στα ποτάμια. Αυτή ήταν το ξωτικό της βρύσης. Άφηνε το πρόσωπό της χαραγμένο στο μάρμαρο και πήγαινε να ξαπλώσει δίπλα στο κοριτσάκι της που κοιμότανε ήρεμο και, θαρρείς, χαμογελαστό. Το φύλαγε το ξωτικό. Δεν έλεγε ποτέ της η νεράιδα. Το ξωτικό.

Ήταν όμορφο το παλικάρι αλλά ντροπαλό. Δεν την κοίταξε ποτέ κατάματα κι ας συναντήθηκαν πολλές φορές. Ή μήπως δεν ήταν ντροπή αυτό αλλά αδιαφορία; Δεν έφτανε λοιπόν σ’ αυτόν τον άντρα εκείνο που έφτανε σε όλους τους άλλους; Δεν τον συγκινούσε η ομορφιά; Το όπλο της ήταν ακίνδυνο γι’ αυτόν; Τρόμαζε όταν συνειδητοποιούσε τι ήταν αυτό που σκεφτόταν εδώ και λίγες ημέρες κοιτώντας τον. Την ένοιαζε τόσο πολύ αυτό το παλικάρι το οποίο φαινόταν να μην την είχε προσέξει καθόλου; Τρόμαζε ακόμη περισσότερο όταν έβγαινε από το δωματιάκι και έπιανε τον εαυτό της να ψάχνει στη βρύση και στο δρόμο για να τον δει. Τι στο καλό! Το ένιωθε πως κάτι αναδεύει μέσα της και δεν μπορούσε να το ελέγξει. Φοβόταν.

Ήταν μια μέρα σαν τις άλλες. Φόρτωσε το γαϊδουράκι της, ανέβηκε πάνω του με την κόρη της αγκαλιά και τράβηξε για την πόλη. Επέστρεψε νωρίς. Μόλις έφτασε στην βρύση, τον είδε να σηκώνεται, να την κοιτάει στα μάτια, να την πλησιάζει, τον είδε να έχει κάτι σαν χαμόγελο στα χείλη του, τον είδε να απλώνει το χέρι του και η καρδιά της φτερούγισε. Χαμήλωσε τα μάτια της και το κορμί της μυρμήγκιασε. Το ένιωθε πως ήταν έτοιμο για την ξένη σάρκα και περίμενε. Περίμενε. Άκουσε κάτι ακαταλαβίστικα λόγια και ανασήκωσε τα μάτια της. Τον είδε να χαϊδεύει το μάγουλο της μικρής της κόρης, να της λέει κάτι στην γλώσσα του και να έχει ένα βλέμμα ευτυχισμένο και ήρεμο. Για μια στιγμή συννέφιασε το πρόσωπό της. Τι ήταν αυτή που νόμισε πως θα την πρόσεχε αυτός ο ευγενής αξιωματικός; Έπειτα πάλι σαν να χάρηκε που η ζωή της δεν κινδύνευε να βγει από τη ρότα που είχε χαράξει. Ξαναγύρισε στον κόσμο της. Τις γυναίκες που κοιτούσαν τη σκηνή χωρίς να σηκώνουν το κεφάλι τους καθώς ήταν σκυμμένες στη βρύση, δεν τις έδωσε καμία σημασία. Κατέβηκε από το γαϊδουράκι της και, λίγο πριν μπει στο δωματιάκι της, ξανακοίταξε προς το δρόμο. Η συνηθισμένη εικόνα. Εκτός από έναν φωτογράφο που πείραζε τις γυναίκες και τις τραβούσε φωτογραφίες.




Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το καλοκαίρι του 2002. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Οι δύο πρώτες εικόνες προέρχονται από το αρχείο του Σ.Λ. και η τρίτη από το αρχείο του Γιάννη Μέγα.