Κυριακή, Απριλίου 02, 2017

Ο Σπύρος Λαζαρίδης "κατοικεί" στο Λεμπέτ, Ζέιτελινκ, Καράισιν…

      
  Το χωριό Ηλιόλουστο του Κιλκίς, ένα χωριό ποντίων και η Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης μεγάλωσαν ένα παιδί περίεργο, που όλα τα κοιτούσε, τα παρατηρούσε, τα αποθησαύριζε. Ο χώρος, ο χρόνος, η πολιτική και οι λέξεις είναι τα σημεία που κινήθηκε, που ανέπτυξε τις τεχνολογίες της ζωής του. Λογοτεχνία-έρευνα, πολιτική.
    Η ιστορία είναι παντού, κάθε πέτρα, κάθε πουρνάρι κρατά τα μυστικά του, από κάτω ξεπηδά το παρελθόν και η ιστορικότητα του. Και ένα μικρό παιδί κατεβαίνει από το χωριό του στη Θεσσαλονίκη βλέπει τον εαυτό του σε ένα καθρέπτη, καθώς μπαίνει σε ένα κτίριο, κάτι του θυμίζει δεν τον αναγνωρίζει. Αυτό το περιστατικό ίσως είναι το σημείο εκκίνησης, η έναρξη ενός βίου κατά τον οποίο προσπαθεί να συγκροτηθεί ως υποκείμενο, ιδωμένος από μέσα και απ’ έξω.
    Μεγαλώνοντας μαζί με την πολιτική του δράση, χαράζει, διαμορφώνει, τακτοποιεί το χώρο γύρω του. Ψάχνει, μελετά, γράφει για τις συνοικίες της Δυτικής Θεσσαλονίκης, που είναι αόρατες, αποσιωπημένες, υποτιμημένες. Με τεκμήρια και πηγές επισημαίνει την ιστορικότητα της περιοχής, αφηγείται τις ιστορίες των κατοίκων. Λεμπέτ, Ζέιτελινκ, Καράισιν, στρατοπέδου Παύλου Μελά, Συμμαχικά κοιμητήρια, είναι τα μνημεία της κοινωνικής ιστορίας της Δυτικής Θεσσαλονίκης, του διαφεύγοντος βλέμματος της επίσημης ιστορίας. Το δημόσιο και το ιδιωτικό που η ιστορία των θεσμών, των μαχών, παραμερίζει, παρότι διαπερνά το χώρο και το ανθρώπινο τοπίο.
       Ο Σπύρος Λαζαρίδης δεν είναι ένας διανοούμενος αλλά ένας φυσιοδίφης, ένας δρων ιστορικός "ένας συμμετέχων παρατηρητής", όρος του Eric Hobsbawm, ο οποίος υποστηρίζει ότι "η  συνύφανση της ζωής του ανθρώπου με την εποχή του και η παρατήρηση των δύο συμβάλλουν να διαμορφωθεί η ιστορική ανάλυση".  Είναι η  ιστοριογραφία, αποδεσμευμένη από την κληρονομική θεσμική ιστορική σκέψη, ενός ζωντανού παρελθόντος με την κατάκτηση μιας νέας οπτικής προς ένα ανοιχτό μέλλον.
       Ο Σπύρος Λαζαρίδης δίνει υπόσταση σε μνημεία που προσπερνούμε, φωτίζει το άγνωστο τοπίο, αναδεικνύει την απόκλιση από την πρότυπη καταγραφή, προβάλλει την περιθωριακότατα ενός προσφυγικού πληθυσμού τον οποίο επανατοποθετεί , ως ιστορικό υποκείμενο στο επίκεντρο. Αυτή η ανθρωπιστική προσέγγιση της ιστορίας απέναντι στην αιτιοκρατία των δομών εστιάζει στο βίωμα "όχι των επιφανών,  αλλά των ανωνύμων, των ηττημένων, των αποκλεισμένων" (Ελένη Βαρίκα με αλλαγές). Και όλα αυτά παρακάμπτοντας τις πειθαρχίες της επιστήμης  χωρίς να κάνει "ιστορία ιστορία", αλλά κάτι σαν περιηγητής του χρόνου και του τόπου.
       Ετοιμάζει εκθέσεις μαζεύοντας το υλικό του από τα σκουπίδια, από τις φωτογραφίες, όπου  το αντίκρισμα του φακού , οι στάσεις των σωμάτων, τα ρούχα , τα αντικείμενα, το φόντο της φωτογράφισης, οι κοινωνικές συνευρέσεις , τα σημειώματα που γλύτωσαν από το χρόνο, γίνονται τα  εργαλεία ανάλυσης και σύνθεσης της ιστορίας  χωριού του. Δεν μένει εκεί, το ζωντανό παρελθόν συναντιέται με το ανοιχτό παρόν και αποδίδεται με τις φωτογραφίες γάμων των νέων οικογενειών που δημιουργήθηκαν από τους επιγόνους των οικιστών του χωριού.  Δίνεται με τραγούδια και χορούς κλείνοντας μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εκθέσεις που έχω δει και άσε τους "περί γραμμάτου" εικαστικούς επιμελητές, να αναζητούν νέους τρόπους παρουσίασης του εκθεσιακού υλικού.
       Τελειώνοντας πάμε από την αρχή, με το βιβλίο "Ιχνη όζας" (διηγήματα), στα σημάδια στους τοίχους του στρατοπέδου Παύλου Μελά, στα βρύα στην αυλή, στο τζαμί στον περίβολο, στις ανωφέρειες και στις κατωφέρειες του περιβάλλοντα χώρου, στο μουρμούρισμα των εγκλείστων, στις προσευχές των εκτελεσθέντων. Όλα μαρτυρούν και ο Σπύρος απλώνει το βλέμμα του, γράφει, διασώζει, μεταπλάθει, αναβιώνει, με μόνα υλικά τις λέξεις που διαθέτουν μια αδύναμη μα και ισχυρή μαγεία. Η γραφή τότε γίνεται κοινωνικοπολιτισμική δράση.

Λένα Παπαδοπούλου