Κυριακή, Ιουλίου 30, 2017

Ολυμπία Σταύρου, 20 χρόνια στο μεϊντάνι

Φωτογραφία: Γιάννης Βανίδης                                                   

Η Ολυμπία Σταύρου δημοσίευσε τα πρώτα της ποιήματα το 1988, στο 3ο τεύχος του περιοδικού Εντευκτήριο. Οκτώ ποιήματα, τέσσερα μικρά και τέσσερα ακόμα μικρότερα. Έπρεπε να περάσουν 22 χρόνια για να δούμε ξανά σε περιοδικό ένα και μοναδικό ποίημά της (περιοδικό Ένεκεν, 15ο τεύχος, 2010). Στο μεσοδιάστημα κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή «Σκόνη σε γυαλιά ηλίου» από τις Εκδόσεις Μπιλιέτο (Παιανία, Δεκέμβριος 1997). 



Από τα 8 ποιήματα του Εντευκτηρίου, στην ποιητική συλλογή εντάχθηκαν τα πέντε (τρία μικρά και δύο μικρότερα). Είκοσι εφτά ποιήματα (μικρά και μικρότερα) είναι το περιεχόμενο αυτού του πρώτου της βιβλίου. Ολιγογράφος και επιλεκτική. Η αίσθηση όμως που δημιούργησε το ποιητικό έργο της είναι δυσανάλογο της μικρής έκτασής του. 

Αμέσως σχεδόν με την κυκλοφορία του βιβλίου εμφανίστηκαν τρία (δύο μικρά κι ένα μικρότερο) σημειώματα και μια ιδιαίτερα σημαντική υποδοχή. 

Ο Γιώργος Κορδομενίδης (ο εκδότης του Εντευκτηρίου) δημοσιεύει στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος της Κυριακής» (29-3-1998) ένα μικρό κείμενο. «Υπερβολική σεμνότητα ή υπέρμετρη ανασφάλεια» είναι ο λόγος, κατά τον Κορδομενίδη, που μεσολάβησαν κοντά δέκα χρόνια από την δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων της μέχρι την έκδοση του βιβλίου. Επί της ποιητικής ουσίας γράφει: «Ερωτικά –σωματικά, θα έλεγα- ποιήματα, ολιγόστιχα, εντυπωσιακής οικονομίας αλλά και ευστοχίας. Κραυγές και ψίθυροι για το αγαπημένο σώμα» και παραθέτει δύο ποιήματα. 

Στο ίδιο κλίμα και ο Διονύσης Φλεμοτόμος («Ερμής», ανεξάρτητη καθημερινή εφημερίδα της Ζακύνθου, 1-4-1998): «Σπάνια συναντώ πια λόγο περιεκτικό και ερωτεύσιμο, σαν αυτόν που περιέχει η συλλογή “Σκόνη σε γυαλιά ηλίου” της Ολυμπίας Σταύρου. Εδώ κυριαρχεί το γνήσιο, δωρικό και προσεγμένο. Οι στίχοι βγαίνουν από ανάγκη. Η φλυαρία παντελώς απουσιάζει. Εν τέλει στη συλλογή αυτή κυριαρχεί γνήσια ποίηση». Και «για του λόγου το αληθές» ο Φλεμοτόμος παραθέτει ένα ποίημα. 


Ο Γιώργος Χρονάς (περ. «Οδός Πανός», αρ. 96, Μάρτιος-Απρίλιος 1998, στήλη: Βιβλία) κάνει ένα δηκτικό (έως και πικρόχολο) σχόλιο: «Ολυμπία Σταύρου: Σκόνη σε γυαλιά ηλίου. Ποιήματα που αν παντρευτεί η Ο.Σ. θα πάψει να γράφει». Στο αμέσως προηγούμενο σχόλιό του έγραφε για τα ποιήματα μιας άλλης ποιήτριας της Θεσσαλονίκης «Μαυλιστικά. Φιλάρεσκα, γυναικεία». Αυτό που αγνοούσε ο Χρονάς είναι πως το 1998 η Ολυμπία Σταύρου συμπλήρωνε δέκα χρόνια παντρεμένη και μάλιστα με το ίδιο πρόσωπο (και συνεχίζει μέχρι σήμερα, 2017). 


Αυτός που εντυπωσιάστηκε με την ποίηση της Ολυμπίας Σταύρου είναι ο Βασίλης Τζανακάρης ο οποίος της αφιερώνει ολόκληρο το εξώφυλλο του τεύχους του περιοδικού του, το αφιερωμένο στον Έρωτα (περ. «Γιατί», αρ. 273, Σέρρας, Μάρτιος 1998). Και μη μένοντας ικανοποιημένος ο Τζανακάρης, στήνει τρεις εικονογραφικές ενότητες βασισμένες σε ποιήματα ή στίχους της Ολυμπίας Σταύρου κι ένα μικρό βιβλιογραφικό σχόλιο. 







Τέλος. Μετά η σιωπή. Πρέπει να φτάσουμε στο 2005 για να κληθεί η ποιήτρια από την Αντιδημαρχία Πολιτισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης, να διαβάσει ποιήματά της στην εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα ποίησης. Η πρόσκληση επαναλαμβάνεται σε δύο χρόνια από τους ίδιους οικοδεσπότες σε εκδήλωση για τη γυναικεία ποίηση στη Θεσσαλονίκη.

Αυτά, θα μπορούσε να πει κανείς, είναι τα πέτρινα χρόνια. Δεν τελείωσαν όμως έτσι απλά. Αν η κριτική αγνόησε την Ολυμπία Σταύρου, δεν έκανε το ίδιο η λογοκλοπή! Μυθιστόρημα που εκδόθηκε το 2007 παίρνει δύο ποιήματα της Σταύρου και τα χρησιμοποιεί κατά το δοκούν χωρίς καμία αναφορά, με κανέναν τρόπο στην πηγή.


Μετά το 2010 αρχίζει ο χρόνος να μετρά διαφορετικά. Μέχρι και ο μυθιστοριογράφος, που μεταχειρίστηκε μ’ αυτόν τον άδικο τρόπο την Ολυμπία Σταύρου, έμμεσα διορθώνει και σε μια «εισήγησή του στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών του ΑΠΘ με θέμα το σημερινό γυναικείο ποιητικό δυναμικό της Θεσσαλονίκης» το 2013, βρίσκει τρόπο να γράψει και την εξής φράση: «Θα κλείσω την αναφορά στα πρόσωπα της πόλης, αναφέροντας τρία ακόμη ονόματα, που δεν είναι ενταγμένα στην ΕΛΘ. Ξεχώρισα την ολιγογράφο ποιήτρια Ολυμπία Σταύρου, που γράφει σύντομα βιωματικά ποιήματα, ακολουθώντας τον κανόνα της Διαγωνίου, και τις πρωτοεμφανιζόμενες…».






Τέσσερα ιστολόγια δημοσιεύουν ποιήματα της, ξεχασμένης κατά τ’ άλλα, ποιήτριας αποδεικνύοντας αφ’ ενός τη δύναμη του internet και αφ’ ετέρου την μεγάλη αλήθεια πως ένα βιβλίο είναι μια παρακαταθήκη στο χρόνο. 





Το 2015 ο Γιώργος Κορδομενίδης στήνει την 4η Λογοτεχνική Σκηνή του και φιλοξενεί, μεταξύ των άλλων, και την Ολυμπία Σταύρου. Αναζητώντας στο διαδίκτυο αναφορές στο έργο της ποιήτριας, σπάει τα μούτρα του. Αναγκάζεται να επιστρατεύσει τις δικές του μνήμες από την ανάγνωση των ποιημάτων της Ολυμπίας Σταύρου και, στο σύντομο βιογραφικό της, τα παρομοιάζει με κόκκους πιπεριού Μαδαγασκάρης. Που τους τσακίζεις με τα δόντια και σκάνε στον ουρανίσκο σου γεύσεις και αρώματα. Δεν χάνει βέβαια την ευκαιρία να επισημάνει την βιβλιογραφική απουσία της Ολυμπίας Σταύρου για δυο δεκαετίες. 
Η ίδια η ποιήτρια επιφυλάσσει μια έκπληξη στο κοινό της εκδήλωσης. Διαβάζει ανέκδοτα ποιήματά της τα οποία εισάγουν σ’ έναν διάλογο με, επίσης ανέκδοτα, κάποια πεζά της. Έχει φανερωθεί ο πυρήνας του νέου βιβλίου της, το οποίο θα έρθει δύο χρόνια αργότερα.  

Καταθέτει η ποιήτρια μία ποιητική συλλογή και μία συλλογή διηγημάτων σε εκδοτικό οίκο της Θεσσαλονίκης και αυτός δέχεται να τυπώσει χωρίς χρονοτριβή τα διηγήματα. Έτσι η Ολυμπία Σταύρου βρίσκεται στη βιβλιογραφία με το δεύτερο βιβλίο της: «Κόκκινο», εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2017. 



Καταθέτω εδώ το κείμενο από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Μια γυναίκα αναμετριέται με την επώδυνη μνήμη. Καταθέτει σπαράγματα μιας ζωής που πέρασε από την απέραντη γονεϊκή αγάπη και φροντίδα στην μετεμφυλιακή κόλαση της Ελλάδας.
Ένα αγρίμι που έμαθε να αμύνεται και να κρύβεται, αποφάσισε κάποια στιγμή πως ο φόβος δε θα είναι το μέλλον του και αφέθηκε στη γλυκιά λύτρωση του έρωτα.
Μια γυναίκα εξιστορεί προσφυγιά, φυλακή, εκτελέσεις, αγώνα και προδοσία, ελπίδα και απόγνωση, έρωτα και συντροφικότητα, δύναμη και ευαισθησία και πασχίζει να εξηγήσει πώς γίνεται να βάζει κάποιος το δάχτυλό του στη ζωή σου και να την ξεφλουδίζει· να βάζει τα χέρια του μεσ’ στον κόρφο σου, φρουτ, να σου αρπάζει χρόνια.
Μια γυναίκα που λάτρεψε ένα γράμμα της αλφαβήτου επειδή σ’ αυτό είδε τη ζωή που δεν έζησε· μια γυναίκα που δεν αποδέχτηκε ποτέ τη λέξη απεβίωσε για κάποιον που τον εκτέλεσαν

Έξω δυσκολεύτηκα πολύ. Φτώχεια; Όλη μας η περιουσία καμένη και λεηλατημένη. Να ξεκινάς από το μηδέν του μηδενός. Κυνηγητά; Να μην σ’ αφήνουν να στεριώσεις σε μια δουλειά. Χώρια η τρομοκρατία. Κάθε τόσο η Ασφάλεια, ντάκα ντούκα χτυπούσε την πόρτα μου. Αλλά εγώ πείσμωσα. Πώς βάζουν στ’ άλογα τις παρωπίδες; Να καλυτερέψω τη ζωή μου. Να κερδίσω τα χαμένα. Τρέχοντας ζούσα. Τι; Επειδή αυτοί μας δίκαζαν δέκα φορές σε θάνατο, είχαμε μήπως και δέκα ζωές;




Σχεδόν ταυτόχρονα με την κυκλοφορία του «Κόκκινου» θα παρουσιαστεί και η, ομώνυμη, θεατρική διασκευή του στο Φεστιβάλ της Μονής Λαζαριστών, 3/9/2017.

Η παράσταση «Κόκκινο» είναι μια παραγωγή της ανώνυμης, ακόμα, θεατρικής ομάδας που παρουσίασε την περίοδο 2016-2017 σε σκηνές της Θεσσαλονίκης του Κιλκίς και της Κατερίνης την επιθεώρηση «πες το ψέματα».


Η θεατρική διασκευή και η σκηνοθεσία είναι του Σπύρου Λαζαρίδη. Η μουσική του Βασίλη Μπάνου. Η σκηνογραφία του Τάσου Τσιάχτα. Η κατασκευή του σκηνικού του Σταύρου Τσαλαμπούνη. Τα κουστούμια της Μαρίας Σαμαρά. Οι φωτισμοί και το μακιγιάζ της Ολυμπίας Λαζαρίδου. Την τελική εποπτεία στην κίνηση έχει η Αυγή Προγκίδη. Το σκίτσο στην αφίσα της Σοφίας Ροζάκη. Παίζουν: Γιάννης Αναβελάνος, Δήμητρα Γοργορή, Στάθης Δρίζης, Ιωάννα Καλαϊτζή Μαμούτου, Βίκη Κίτσιου, Ολυμπία Κύκλη, Γιώργος Λαδόπουλος, Μαίρη Λυμπεριάδου, Σταυρούλα Μαμούτου, Νικόλαος Μήτος, Βάσω Μπούρη, Σοφία Παπαθανασίου, Άννα Ρογδάκη, Τάσος Σαμαράς.

Παρασκευή, Ιουλίου 28, 2017

Κόκκινο


Τον καιρό της παρανομίας, στο σπίτι μας, το πάτωμα της κουζίνας είχε καταπακτή. Εκεί κρύβαμε τους παράνομους. Βήμα άγνωστο ν’ ακούγαμε έξω από την πόρτα, οι σφυγμοί μας πιάναν τους εκατό. Συνθηματικά λόγια, συνθηματικά χτυπήματα, ως κι ο βήχας μάς μιλούσε. Τα πιο δύσκολα ήταν τα βράδια, τότε που ο ύπνος σου κλέβει τις αισθήσεις, σ’ αφήνει εκτεθειμένο, ανυπεράσπιστο. Μόλις ανοίγαμε τα μάτια μας, γρήγορα γρήγορα να ντυθούμε, μη γίνει καμία έφοδος και μας πετύχουν με τα νυχτικά.
Στους παραέξω αυτό δε φαινότανε. Φροντίζαμε τα λουλούδια, καλημερίζαμε τη γειτόνισσα, μαγειρεύαμε, ράβαμε μια φούστα, ένα παλτό, ζούσαμε σκεπασμένοι με τη φλούδα της καθημερινότητας. Κι ήρθε ο προδότης, έκανε μια έτσι, έχωσε το δάχτυλο μες στη ζωή μας, μας ξεφλούδισε.
(Ολυμπία Σταύρου, Κόκκινο)

Συντελεστές:
Η παράσταση «Κόκκινο» είναι μια παραγωγή της ανώνυμης, ακόμα, θεατρικής ομάδας που παρουσίασε την περίοδο 2016-2017 σε σκηνές της Θεσσαλονίκης του Κιλκίς και της Κατερίνης την επιθεώρηση «πες το ψέματα». Το «κόκκινο» βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο διηγημάτων της Ολυμπίας Σταύρου (University Studio Press, 2017). Η θεατρική διασκευή και η σκηνοθεσία είναι του Σπύρου Λαζαρίδη. Η μουσική του Βασίλη Μπάνου. Η σκηνογραφία του Τάσου Τσιάχτα. Η κατασκευή του σκηνικού  του Σταύρου Τσαλαμπούνη. Τα κουστούμια της Μαρίας Σαμαρά. Οι φωτισμοί και το μακιγιάζ της Ολυμπίας Λαζαρίδου. Την τελική εποπτεία στην κίνηση έχει η Αυγή Προγκίδη. Το σκίτσο στην αφίσα της Σοφίας Ροζάκη. Παίζουν: Γιάννης Αναβελάνος, Δήμητρα Γοργορή, Στάθης Δρίζης, Ιωάννα Καλαϊτζή Μαμούτου, Βίκη Κίτσιου, Ολυμπία Κύκλη, Γιώργος Λαδόπουλος, Μαίρη Λυμπεριάδου, Σταυρούλα Μαμούτου, Νικόλαος Μήτος, Βάσω Μπούρη, Σοφία Παπαθανασίου, Άννα Ρογδάκη, Τάσος Σαμαράς.
Παίζουν μουσική επί σκηνής: Βασίλης Μπάνος, Νίκος Φωτιάδης, Χριστίνα Λαζαρίδου, Ολυμπία Κύκλη, Θαλασσινή Φιλιππίδου.

Κόκκινο, η παράσταση:
Μια γυναίκα, σ’ ένα δωμάτιο, ζεσταίνει τα πονεμένα πόδια της, σχεδόν εξ επαφής, σε μια ηλεκτρική θερμάστρα και αναμετριέται με την επώδυνη μνήμη. Στην, αθέατη, συνομιλήτριά της η οποία επιμένει να ρωτάει για να μάθει, καταθέτει σπαράγματα της ζωής της που συνθέτουν το πορτραίτο μιας γυναίκας που πέρασε από την απέραντη αγάπη και φροντίδα από τους γονείς της στη μετεμφυλιακή κόλαση της Ελλάδας.
Ένα αγρίμι που έμαθε να αμύνεται και να κρύβεται, αποφάσισε κάποια στιγμή πως ο φόβος δε θα είναι το μέλλον του και αφέθηκε στη γλυκιά λύτρωση του έρωτα.
Μια γυναίκα εξιστορεί προσφυγιά, φυλακή, εκτελέσεις, αγώνα και προδοσία, ελπίδα και απόγνωση, έρωτα και συντροφικότητα, δύναμη και ευαισθησία και πασχίζει να μας εξηγήσει πώς γίνεται να βάζει κάποιος το δάχτυλό του στη ζωή σου και να την ξεφλουδίζει· να βάζει τα χέρια του μεσ’ στον κόρφο σου, φρουτ, να σου αρπάζει χρόνια.
Μια γυναίκα που λάτρεψε ένα γράμμα της αλφαβήτου επειδή σ’ αυτό είδε τη ζωή που δεν έζησε· μια γυναίκα που δεν αποδέχτηκε ποτέ τη λέξη «απεβίωσε» για κάποιον που «τον εκτέλεσαν». 

Σημείωμα σκηνοθέτη:

Η σκηνοθεσία είναι στραμμένη στο σώμα και στον λόγο επειδή είναι αυτά που φέρουν τα σημάδια του εγκλεισμού. Η ψυχή μπορεί να μένει αδούλωτη και υπεράνω φθοράς. Το διαλαλούν δημοτικά κι επώνυμα έπη. Το σώμα και ο λόγος είναι άλλου παπά ευαγγέλια. Δεν προσπερνούν τον εγκλεισμό αγέρωχα. Φέρουν τα σημάδια του. Στο Κόκκινο, το σώμα συστρέφεται για να αυξήσει το χώρο που το περικλείει, για να εκτοξευθεί προς την ελπίδα που το συντηρεί, για να κρύψει τη φθορά που το κυριεύει. Ο λόγος σπάει, γίνεται ρυθμικός, και φορές φορές γίνεται μελωδικός και επικός. Η αβίαστη, κελαρυστή λαλιά παραπέμπει σε ελευθερία και η φυλακή στριμώχνει αυτήν την ελευθερία στα όνειρα και στις μνήμες. Η έγκλειστη ανάσα, είναι ο λόγος του Κόκκινου.



Έξω δυσκολεύτηκα πολύ. Φτώχεια; Όλη μας η περιουσία καμένη και λεηλατημένη. Να ξεκινάς από το μηδέν του μηδενός. Κυνηγητά; Να μη σ’ αφήνουν να στεριώσεις σε μια δουλειά. Χώρια η τρομοκρατία. Κάθε τόσο η Ασφάλεια, ντάκα ντούκα χτυπούσε την πόρτα μου. Αλλά εγώ πείσμωσα. Πώς βάζουν στ’ άλογα τις παρωπίδες; Να καλυτερέψω τη ζωή μου. Να κερδίσω τα χαμένα. Τρέχοντας ζούσα. Τι; Επειδή αυτοί μας δίκαζαν δέκα φορές σε θάνατο, είχαμε μήπως και δέκα ζωές;
(Ολυμπία Σταύρου, Κόκκινο)


Σάββατο, Ιουλίου 08, 2017

Το βάθος της μνήμης









Δεν είναι που η στέγη εγκατέλειψε το σώμα που τη στήριζε,
δεν είναι που το κενό σημαδεύει την πόλη,

είναι που τα χρόνια αιωρούνται εκεί γύρω
είναι που η γεωμετρία της φθοράς σημαδεμένη από ψηλά
γίνεται ήχος και φως.

Είναι πως το βλέμμα πρέπει να πετάξει
για να αγγίξει το βάθος της μνήμης.

Φωτογραφίες του Γιώργου Ηλιόπουλου, 
στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, 
πριν την ανάπλαση,
Ιούλιος 2017.