Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 16, 2010

Πες το ψέμματα: 03. Λεμπετιανό

Κανονικά τέτοιες μέρες θα παίζονταν στη Σταυρούπολη και στον Εύοσμο μια επιθεώρηση με τον τίτλο "Πες το ψέμματα" από τη Σκηνή, δυτικά. Δεν τα καταφέραμε να την ολοκληρώσουμε και να την παρουσιάσουμε. Η προσπάθεια έμεινε ανολοκλήρωτη. Ίσως την παρουσιάσω εδώ ολόκληρη, σε συνέχειες. Σήμερα δίνω το τρίτο σκετς. Η αρχική έμπνευση οφείλεται στην ανάρτηση του 2009. Ιδού:






03. Λεμπετιανό

Ι
(Σκοτάδι. Ανάβει φως).
Κατεβαίνει μια οθόνη. Προβάλλονται τρεις φωτογραφίες.
Γενικό κτιρίου, παρτέρι, φυτά.
Η λογική του ζουμαρίσματος και εφέ ταινίας του σινεμά, παλιοκαιρίτικης.
Ανεβαίνει η οθόνη.

ΙΙ
(Στο καφενείο, βράδυ)
ΜΗΤΣΟΣ: Ρε συ Νώντα;
ΝΩΝΤΑΣ: Ρίχτο.
ΜΗΤΣΟΣ: Είναι βαρύ, τ’ αγόρι μου.
ΝΩΝΤΑΣ: Αντέχω. Εμένα που με γλέπεις έκανα τρία χρόνια παραπάνω φαντάρος ένεκα η φυλακή, έχω τριάντα χρόνια την ίδια πεθερά ένεκα το χωράφι στην Ποτίδαια, κουμαντάρω τέσσερις λογαριασμοί των εκατόν ευρών μηνιαίως καθόσον κινητά τα τέκνα, βάλε ΔΕΗ, βάλε ΟΤΕ. Μη σου πω για νερό και μπενζίνα. Αμ η κυρά; Ένα πακέτο τσιγάρα στο πρωινό καφέ δεν το θέλει νομίζεις; Το θέλει.
ΜΗΤΣΟΣ: Ένα στριφτό η πάρτη σου δεν το θέλει νομίζω; Το θέλει.
ΝΩΝΤΑΣ: Άει γεια σου. Και πού να το βρεις τώρα το μελωμένο το Ζωνιανό. Κι όμως. Κι από αυτό άμα λάχει μια τζουρίτσα καβάντζα την έχω πίσω από το θερμοσίφωνο. Γι’ αυτό σου λέω, αντέχει ο Νώντας.
ΜΗΤΣΟΣ: Όχι ρε γκαρντάσι. Αλλάξανε τα πράγματα.
ΝΩΝΤΑΣ: Δηλαδής; Ξανάρχισαν την παραγωγή οι σύντεκνοι;
ΜΗΤΣΟΣ: Μιλάμε για ντόπιο πράγμα και με την άδεια της δημαρχίας περικαλώ.
ΝΩΝΤΑΣ: Χάνω επαφή ρε Μήτσο. Δεν έχεις καλό σήμα φαίνεται.
ΜΗΤΣΟΣ: Ο Μητσάρας δεν έχει καλό σήμα; Το ραντάρ, το στελθ το αφανέρωτο; Το τούρμπο το δεκαεξαβάλβιδο με εμ πι θρι και τζι μπι ες; Είμαστε με τα καλά μας; Δέκα ριζούλες φάτσα κάρτα στη λεωφόρο μπροστά από το θέατρο. Φαντάσου τι βλασταίνει στα θερμοκήπια, ρε Νώντα. Μου ’φυγε η μαγκιά σαν τα είδα.
ΝΩΝΤΑΣ: Νομιμοποιήθηκε η φούντα και δεν το μυριστήκαμε, όλη μέρα στην πιάτσα;
ΜΗΤΣΟΣ: Λέω να πάω στο δήμαρχο να πιάσω σειρά. Αυτός πώς ήρθε στον καφενέ και τον εζήτηξε τον ψήφο πρώτος πρώτος; Μετράει η προτεραιότης Νώντα… Πας πρώτος σημαίνει ενδιαφέρεσαι. Καίγεσαι. Τα παρατάς όλα και βγαίνεις μπροστά. Αλλιώς, τι; Το μάθανε εκατό και πήγανε πας και συ εκατό και ένας, να κάνεις τι; Δώσαμε κύριε… Προλάβανε άλλοι. Πού ήσουνα του λόγου σου;
ΝΩΝΤΑΣ: Μαζί σου και ’γω. Αξημέρωτα και πριν λαλήσουν τα κοκόρια.
ΜΗΤΣΟΣ: Που λέει ο λόγος. Διότι πού κοκόρια την σήμερον ημέραν εις τα διαμερίσματα;
ΝΩΝΤΑΣ: Στης κυρά Πίτσας, στον τρίτο, λαλεί ο κόκορας έξι παρά τέταρτο τις καθημερινές.
ΜΗΤΣΟΣ: Κυριακάς και εορτάς;
ΝΩΝΤΑΣ: Κιχ!
ΜΗΤΣΟΣ: Φυσιολογικόν ρε Νώντα; Παίρνει τα ρεπά του και βγάζει τη μούγκα;
ΝΩΝΤΑΣ: Αλλά; Τον ακούω μες το αυτί μου τον κερατά. Τις αργίες θα κοιμάμαι πιο βαριά φαίνεται και δεν ακούω. Πάντως τις καθημερινές, λαλεί.
ΜΗΤΣΟΣ: Όταν έχει ρεύμα. Γιατί όταν δεν έχει ρεύμα δεν δουλεύει το κοκόρι. Κι όταν ο διακόπτης είναι κλειστός. Ξυπνητήρι από τους κινέζους με τρία ευρώ, είναι ρε Νώντα. Και με φωτάκι που αναβοσβήνει στο λειρί.
ΝΩΝΤΑΣ: Μούφα δηλαδής ο κόκορας στον τρίτο;
ΜΗΤΣΟΣ: Μούφα κινέζικη.
ΝΩΝΤΑΣ: Μα μια φωνή. Ολόιδιος ο φιγουρατζής ο μπίχτης ο Μπάμπης ο Τρικολόρε που ’χαμε στο χωριό. Ρε συ Μήτσο, όλοι οι κοκόροι την ίδια φωνή έχουνε;
ΜΗΤΣΟΣ: Κοκορέικη, ένα πράμα.
ΝΩΝΤΑΣ: Και οι κινέζικοι και οι δικοί μας και των Αμερικανώνε;
ΜΗΤΣΟΣ: Μπα, εκεινών δεν το σέρνουνε το …ίκου σαν τους δικούς μας. Το λένε λες και μασάνε τσίχλα. Κικιρίκου μασημένο. Το δικό μας απλώνει. Κιικιριιιίκουουουου! Των Κινέζων πάλι έχει άνω τελείες ανάμεσα. Κι·κι·ρι·κου. Διακοπτόμενο και επαναλαμβανόμενο και ολίγον τσιριχτό.
ΝΩΝΤΑΣ: Μπράβο. Εδώ που τα λέμε κάτι είχα καταλάβει… Ρε τι κάνει το λιμάνι! Εγώ στην οικοδομή, πού να μάθω τέτοια πράγματα. Τώρα μάλιστα με τοις Αλβανοί και τοις Αζέροι κουβέντα δεν σταυρώνω. Οι ναυτικοί είναι αλλέως. Σπρεχάρουν και δυο φωνήεντα. Κερνάνε και καμιά μπύρα. Πώς! Βλέπεις καλό κόσμο εσύ, ανοίγει το μάτι σου.
ΜΗΤΣΟΣ: Απ’ την Κασκάρκα ως το Καράμπουρνου.
ΝΩΝΤΑΣ: Γι’ αυτό εντόπισες και τα πλατύφυλλα. Έχεις εγκυκλοπαιδική γνώση, ρε παιδί μου. Πού φυτρώσαν τα βλαστάρια είπαμε;
ΜΗΤΣΟΣ: Μαντρότοιχος θεάτρου, φάτσα στην εκκλησία, καταμεσίς του πάρκου.
ΝΩΝΤΑΣ: Μιλάμε για χασίσι, έτσι;
ΜΗΤΣΟΣ: Λεμπετιανό, άλφα άλφα, δημοσίας χρήσεως.
ΝΩΝΤΑΣ: Το πρωί, με το που λαλήσει ο κόκορας της Πίτσας, φύγαμε για Δημαρχεία. Μπέσα;
ΜΗΤΣΟΣ: Μπέσα.

ΜΑΖΙ:

Δε μου λέτε, δε μου λέτε:
Το χασίσι πού πουλιέται;
Το πουλούσαν ντερβισάδες
στους απάνω μαχαλάδες.

Γιανούσαινα ψήσε γκαϊβέ,
βάλε φωτιά στον αργιλέ,
γιατί τώρα, φίνο πρώτο
μες το πάρκο βγαίνει χόρτο.

Το μοιράζουν δημαρχαίοι
σ’ όλους τους νοικοκυραίοι.
Το φυτεύουν, το ποτίζουν
και τους μάγκες κουλαντρίζουν.

Πού ’σαι Μάρκο και Τσιτσάνη
και συ Ανέστο μου αλάνι
που τη βγάζατε στη ζούλα
στα κρυφά για τη μαστούρα.

Τώρα όλοι απ’ τον γκισέ,
φούντα παίρνουν βερεσέ
να φουμάρουν στο μπαλκόνι
με μπουζούκι από τo Sony.

ΙΙΙ
(Στο δημαρχείο, ξημερώματα)
ΜΗΤΣΟΣ: Τον προλάβαμε Νώντα. Ακόμα άδειο είναι το γραφείο.
ΝΩΝΤΑΣ: Ποιος το κουμαντάρει ρε Μήτσο με τόσα χαρτιά και τηλέφωνα, τέτοιο γραφείο;
ΜΗΤΣΟΣ: Σιγά το πράμα ρε Νώντα. Κάνει ντριν το τηλέφωνο, το κοιτάει μια λοξά, αλλάζει θέση στο τασάκι, ξαναχτυπάει αυτό, το ξανακοιτάει, την τρίτη φορά το σηκώνει αργά, Ορίστε, λέει, Τον κάδο στην Περικλέους με Καραϊσκάκη δεν θα τον αδειάσετε καμιά φορά; λέει η γραμμή, Κάνετε λάθος κύριε λέει αυτός και το κλείνει. Πανεύκολο.
ΝΩΝΤΑΣ: Σώπα ρε Μήτσο. Είπαμε τα ξέρεις όλα, αλλά όχι κι έτσι. Και πού ξέρεις τι λέει η γραμμή. Εσύ πήρες τηλέφωνο;
ΜΗΤΣΟΣ: Αμέ;
ΝΩΝΤΑΣ: Πήρες τηλέφωνο ρε θηρίο για τον κάδο;
ΜΗΤΣΟΣ: Με πήρε η μπόχα ρε συ Νώντα. Κατ’ ευθείαν ανταπόκριση έχω, κάδος παράθυρο. Κι ένας κερατάς δεν το κλείνει το κωλοκαπάκι. Και άδειος βρωμοκοπάει, πού γεμάτος.
ΝΩΝΤΑΣ: Μήτσο, αυτός είναι;
ΜΗΤΣΟΣ: Και πού θες να ξέρω εγώ;
ΝΩΝΤΑΣ: Καλά δεν μιλήσατε στο τηλέφωνο;
ΜΗΤΣΟΣ: Στο τηλέφωνο τ’ αγόρι μου. Δεν βγήκαμε ραντεβού να του κόψω και τη φάτσα. Από φωνή, μέσα είσαι. Ας μιλήσει και σου λέω αν είναι αυτός. Αλλά πορτραίτο εκ τηλεφώνου ο Μήτσος, αδυνατεί.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Καλημέρα, ούτε τον καφέ μας δεν προλάβαμε να κάνουμε. Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;
ΝΩΝΤΑΣ: (Χαμηλόφωνα, δήθεν) Αυτός είναι, αυτός είναι;
ΜΗΤΣΟΣ: (Στο ίδιο ύφος) Του φέρνει λίγο, δεν μπορώ να πω. (Στον υπάλληλο) Μέρα.
ΝΩΝΤΑΣ: Μέρα.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Το καλή, δεν βγαίνει; Κρύβεται;
ΜΗΤΣΟΣ: Το ’χουμε φυλαγμένο για τις γιορτές. Δεν είναι όλες οι μέρες ίδιες, νομίζω;
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Ας είναι. Λοιπόν, δώστε μου…
ΝΩΝΤΑΣ: Ρε Μήτσο, να δώσουμε ήρθαμε ή να πάρουμε;
ΜΗΤΣΟΣ: Δώσαμε στις εκλογές. Δεκατέσσερα ψηφουλάκια έβγαλε το σόι μου κι άλλα τόσα του Νώντα για τον δήμαρχο. Σειρά του τώρα.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Δεν μ’ ενδιαφέρει αυτό. Δώστε μου τη αίτηση να σας βγάλω το πιστοποιητικό.
ΜΗΤΣΟΣ: Δεν θέλουμε πιστοποιητικό.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Και τι θέλετε; Εδώ είναι τα δημοτολόγια. Οι πληροφορίες είναι στο ισόγειο.
ΝΩΝΤΑΣ: Δεν τις είδαμε, κύριος. Κανείς δεν ήτανε στο ισόγειο όταν μπήκαμε εμείς.
ΜΗΤΣΟΣ: Θα ’ταν παγεμένες για καφέ. Είναι η ώρα τέτοια. Πώς να πιάσεις χαρμάνης δουλειά; Γένεται; Δεν γένεται!
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Ας περιμένατε, θα ερχόντουσαν, γιατί ανεβήκατε πάνω;
ΜΗΤΣΟΣ: Επειδής θέλουμε το δήμαρχο. Κάτω θα τον είχατε κοτζάμ δήμαρχο; Γι’ αυτό ανεβήκαμε.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Μοιάζω εγώ για δήμαρχος και στηθήκατε μπάστακες στο γραφείο μου;
ΜΗΤΣΟΣ: Έχει πολλές πόρτες και δε λέει να τις παίρνουμε σβάρνα πρωινιάτικα. Ο χρόνος είναι χρήμα και τ’ αλάνια όπου να ’ναι θα πλακώσουν.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Θα έρθουν κι άλλοι;
ΝΩΝΤΑΣ: Εμ και σεις φόρα παρτίδα το βγάλατε. Ενημερώστε πρώτα τους δικούς. Πιάστε τους ψηφοφόροι και πέστε. Φυτέψαμε πράμα πρώτο, μπέστε στη λίστα να προκάμετε. Αφ εαυτού μας το μάθαμε, νάναι καλά ο Μητσάρας που δεν του ξεφεύγει τίποτας. Όποιος το πήρε μάτι θα ροβολήσει κατά δώθε, δεν θα ροβολήσει;
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Α, κατάλαβα. Θέλετε την Τεχνική Υπηρεσία, το Τμήμα Πρασίνου. Θα περάσετε στο απέναντι κτίριο, στον τρίτο όροφο. Κυρία Γλαδίογλου. Καλημέρα σας.
ΜΗΤΣΟΣ: Ρε παλικάρι, όλο για την πάρτη σας θα το κρατήσετε; Θέλουμε να μπούμε στη λίστα λέμε. Αφού είναι δημοσίας χρήσεως. Στο πάρκο το βάλατε. Γράψε μας πρώτους να καβαντζάρουμε λίγα λουλουδάκια όταν ανθίσει με το καλό κι άσε μας να πάμε στις δουλειές μας, μεροκαματιάρηδες ανθρώποι.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: (Αρχίζει να τον ενδιαφέρει η κουβέντα, πίνει τον καφέ του, ανάβει τσιγάρο, το διασκεδάζει). Λοιπόν, κάτι φύτεψε η υπηρεσία κι εσείς γουστ…. το θέλετε, ήθελα να πω, καλώς;
ΝΩΝΤΑΣ: Μέσα είσαι.
ΜΗΤΣΟΣ: Καλώς.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Τι φύτεψε η υπηρεσία που το θέλετε τόσο πολύ;
ΜΗΤΣΟΣ: Δενδρύλλια.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Τι δενδρύλλια, ακριβώς;
ΜΗΤΣΟΣ: Την κολοκυθιά θα παίξουμε κύριος; Ένα είδος είναι τα δενδρύλλια. Χασισάκι του Θεού.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Φύτεψε η Υπηρεσία χασίς;
ΝΩΝΤΑΣ: Τι λέμε τόσην ώρα;
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Και θέλετε σειρά προτεραιότητος όταν έρθει η ώρα της διανομής;
ΝΩΝΤΑΣ: Άει γεια σου. Προτεραιότητος. Ναι. Εμείς πρώτοι.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Και πού φυτεύτηκαν τα δενδρύλια;
ΜΗΤΣΟΣ: Στο θέατρο μπροστά.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Αφήστε τα ονόματά σας. Είστε οι πρώτοι, δεν το συζητώ. Θα ενημερώσω και τον δήμαρχο αυτοπροσώπως. Μείνετε ήσυχοι. Στο θέατρο είπατε.
ΜΗΤΣΟΣ: Μπροστά, μπροστά.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Τα ονόματά σας.
ΜΗΤΣΟΣ: Δημήτριος Κουνταξίδης, Επαμεινώνδας Χαιρετόπουλος.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: ….όπουλος. Εντάξει. Καλημέρα σας.
ΜΗΤΣΟΣ:….
ΝΩΝΤΑΣ:….
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Τελειώσαμε. Να ορίστε έγραψα τα ονόματά σας.
ΜΗΤΣΟΣ: Θέλουμε απόδειξη.
ΝΩΝΤΑΣ: Ντοκουμέντα, ότι θα το πάρουμε το άνθος, πρώτοι.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Δεν μπορώ να σας κόψω τέτοια απόδειξη.
ΜΗΤΣΟΣ: Λίγα γράψε. Τα ονόματα πάλι και δίπλα γράψε πρώτοι.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Δεν είναι δουλειά μου να μοιράζω χασίσι, ακόμη κι αν το φύτεψε νομίμως ο Δήμος. Ας το αποφασίσει ο ίδιος ο δήμαρχος.
ΝΩΝΤΑΣ: Ας το αποφασίσει. Ποιος τον κρατάει. Κι εμείς αυτό θέμε.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: (Καταλαβαίνει ότι δεν ξεμπερδεύει εύκολα). Δεν γίνεται είπαμε. Μην με αναγκάζετε να φωνάξω την αστυνομία. Κάποιος σας παρέσυρε σ’ ένα λάθος. Μόνο κακό στον εαυτό σας μπορείτε να κάνετε όσο επιμένετε. Για το καλό σας σας μιλάω.
ΜΗΤΣΟΣ: Καλά, μιλάμε από οργάνωση, μηδέν εις το πηλίκον. Το βγάλατε από την παρανομία, το φυτέψατε στα πάρκα να το ανθίζεται ο πάσα εις και μια αποδειξούλα δεν είστε άξιοι να κόψετε; Δημόσιο σου λέει ο άλλος. Ρε συ Νώντα, αυτοί και τη μαστούρα θα την κάνουνε χειρότερα κι από το ΙΚΑ. Θα στηνόμαστε στην ουρά και μόλις θα φτάνουμε στο γκισέ θα κατεβάζει τα ρολά ο μισοριξιάς και θα λέει σχολάσαμε κύριος, αύριο πάλι και θα το δώσει στα κολλητάρια. Μια ζωή τα ίδια.
ΝΩΝΤΑΣ: Πάμε ρε Μήτσο, ζούλα και πάλι ζούλα. Δεν το φχαριστιέσαι αλλιώς πώς να γένει. Μιαν ώρα μας κουλαντρίζει ο ρεμπεσκές και απόδειξη δεν δίνει. Δεν την θέλουμε ρε λιμοκοντόρε. Να την βάλεις… στα συρτάρια σου να την έχεις για κωλόχαρτο. Κι όσο για ψηφαλάκια; Όταν μοιράσετε τα λέλουδα, πες του δήμαρχου και των αποδέλοιπων να περάσουν κι από τον καφενέ να πάρουνε το κατιτίς τους. Μέρα.
ΜΗΤΣΟΣ: Μέρα.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: (Σοβαρός, πια) Ρε παιδιά. Παρεξηγήσατε. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Το χασίσι είναι παράνομο. Δεν μπορεί να το φύτεψε ο Δήμος. Από κανένα κλουβί θα έπεσαν σπόροι από καναβούρι και φύτρωσαν μόνοι τους. Θα τους ξεριζώσουμε και τέρμα. Πάει το πανηγύρι. Κρίμα τις ελπίδες σας. Ειλικρινά λυπάμαι. (Σκοτάδι)

ΜΑΖΙ:

Θέλω να γίνω μπουφετζής,
σ’ όλους τους καφενέδες,

να ’ρχονται οι υποψήφιοι
κι όλοι οι ρεμπεσκέδες.

Ο ένας θα κάνει γήπεδα,
ο άλλος νοσοκομεία,

ο τρίτος ο καλύτερος,
παρκάκια και σχολεία.

Ρε μάγκες υποψήφιοι,
για πάρτε το χαμπάρι,

ψήφο για να σας δώσουμε,
φυτέψτε καϊνάρι.

Κι όταν προβάλει ο ανθός,
μοιράστε τον στους μάγκες

κι αφήστε πια τον πρόλογο,
φτάνουν οι ματσαράγγες.

Τώρα μας την εστήσανε,
μούφα ήταν το χασίσι,

μα του μαγγίτη ο καημός,
εύκολα δεν θα σβήσει.

Δε θε’ να ’ρθούνε εκλογές,
δε θα ’βγουνε για ψήφοι;

Τη ματσαράγγα πού ’καναν
θα φάν’ για κανταΐφι.

Με «μαύρο» μας την έπαιξαν,
μαύρο θα τους πονέσει,

μέσα στην κάλπη τη λευκή,
μαύρη ψήφος θα πέσει.


IV
(Ανάβει φως).
Κατεβαίνει μια οθόνη. Η φωτογραφία με τα φυτά. Έρχονται μπροστά της οι δύο άντρες.
ΝΩΝΤΑΣ: Κοίτα τα ρε Μήτσο. Ολοζώντανα είναι.
ΜΗΤΣΟΣ: Τεφαρίκια.
ΝΩΝΤΑΣ: Κοίτα τα, σα φανταράκια στη σειρά είναι. Τι καναβούρια και πουλιά και περδικοτζάντζουλες. Αυτά χεράκι μερακλήδικο τα φύτεψε αλφάδι. Τι να λέμε. Μας παραμύθιασε ο λεμές. Θα τα φάνε οι δικοί τους.
ΜΗΤΣΟΣ: Καίγεται η ψυχούλα μου.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: (Έχει πλησιάσει αθόρυβα κι ακούει την κουβέντα τους). Τι γίνεται εδώ;
ΜΗΤΣΟΣ: Τι γίνεται πόλιτσμαν; Ξαποσταίνουμε στο πεζούλι. Νοχλάμε κανέναν;
ΝΩΝΤΑΣ: Απηγορεύεται το οκλαδόν;
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Και γιατί δεν κάθεστε στο παγκάκι στη στάση; Άδειο είναι.
ΜΗΤΣΟΣ: Και να μπερδεύουμε τοις οδηγοί και να φρενάρουνε στα άδικα, κύριε πόλιτσμαν. Εδώ δεν μας βλέπει κανένας. Απορώ και με σένα, δηλαδής. Και μετά λένε, χάλασε το σώμα την σήμερον ημέραν. Αετίσιο μάτι, να μας δεις μέσα από τις περικοκλάδες.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Αυτό ακριβώς θέλω να εξακριβώσω. Τι κάνετε μέσα στα φυτά;
ΝΩΝΤΑΣ: Τι να κάνουμε καθιστοί στο τσιμέντο; Χαιρόμαστε τη σκιά. Άμα είναι έγκλημα, αμαρτήσαμε κύριε πολιτσμάνε. Από δω και στο εξής, ήλιος. Να τσουρουφλιστεί το τσερβέλο μας.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Για να δω τι κοιτάτε;
ΜΗΤΣΟΣ:…
ΝΩΝΤΑΣ:…
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Ρε σεις; Τι είναι αυτά ρε; Φυτεία στήσατε, μπροστά στο θέατρο; Δεν έχετε το Θεό σας;
ΜΗΤΣΟΣ: Τι φυτεία;
ΝΩΝΤΑΣ: Και να θέλαμε λεβέντη μου, τι φυτεία να στήσεις σε μια σταλιά παρτέρι;
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Χασισοφυτεία. Πόσα είναι; Ένα, δύο, τρία, ….δέκα. Δέκα ρίζες σε δημόσιο χώρο; Τα στοιχεία σας και ακίνητοι.
ΝΩΝΤΑΣ: Πού τα είδες τα χασίσια άνθρωπέ μου. Τσουκνίδες είναι.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ: Τις τσουκνίδες λέγατε τεφαρίκια; (Μιλάει στον ασύρματο). Έλα κέντρο; Εδώ Α54. Ζητώ ενισχύσεις. Εντόπισα φυτεία με δέκα δενδρύλλια ινδικής καννάβεως και συνέλαβα επ’ αυτοφώρω τους καλλιεργητάς. Βρίσκομαι έμπροσθεν του Δημοτικού Θεάτρου. Αναμένω. (Στους δύο). Ακίνητοι είπα.
ΜΗΤΣΟΣ: Άντε πάλι. Ρε Νώντα, ο Γιεντί Κουλές υφίσταται ή θα μας ξενερώσουν με τίποτε Νέαι Φυλακαί με αιρκοντίσιον και ατομικόν πρόγραμμα γυμναστικής και μεθόδων εκμαθήσεως της τέχνης του πλέκειν δαντέλαι.
ΝΩΝΤΑΣ: Υφίσταται Μήτσο μου, ως ντουβάρια για τοις πολιτισμένοι. Πααίνουν με τα μπουζουκάκια τους και λένε για τα περασμένα τα δικά τους και των αλλωνώνε. Διαβατά μεριά μας βλέπω. Ώρε ντέρτια πάλε η κυρα-Κατίνα. Τι θα αρχινήσει να με ψέλνει ο στόμας της…
(Σκοτάδι)

V
(Καφενείο)
ΝΩΝΤΑΣ: Φτου ξελεφτερία.
ΜΗΤΣΟΣ: Φτου, φτου, φτου.
ΝΩΝΤΑΣ: Πόσο κάτσαμε μέσα ρε Μήτσο;
ΜΗΤΣΟΣ: Δεν έχει σημασία η ποσότης.
ΝΩΝΤΑΣ: Διαφωνεί ο Μιστόκλης.
ΜΗΤΣΟΣ: Πού διαφωνεί;
ΝΩΝΤΑΣ: Στη λαϊκή αγορά, όταν τελαλεί την πραμάτεια του: «Το ένα κιλό οι ντομάτες, ενάμισυ ευρώ. Τα δύο κιλά, δύο ευρώ μόνο και τα τέσσερα κιλά πέντε ευρώ». Ανεβαίνουν τα κιλά, χάνει στροφές η προπαίδεια, ξεφτιλίζεται ο πολλαπλασιασμός. Πώς δεν έχει την αξία της η ποσότης;
ΜΗΤΣΟΣ: Δεν αντιλέγω στο παράδειγμα. Αλλά στη δική μας την περίπτωσις, δεν μετράει η ποσότης, επιβεβαιωμένον…
ΝΩΝΤΑΣ: Αλλά;
ΜΗΤΣΟΣ: Η ποιότης.
ΝΩΝΤΑΣ: Α! Και πού την είδες την ποιότης στην υπόγα που μας είχανε ρε Μήτσο;
ΜΗΤΣΟΣ: Μην ξηγιέσαι έτσι. Η αχαριστία είναι βαρύ αδίκημα στην πιάτσα. Δεν κάνει…
ΝΩΝΤΑΣ: Έχω και μια θολούρα στα μάτια. Λες να εξεκίνησεν ο καταρράχτης και βλέπω πίσω από ζελατίνα;
ΜΗΤΣΟΣ: Δεν είδες ποιος καθάρισε για πάρτη μας στην αστενομία;
ΝΩΝΤΑΣ: Ποσώς.
ΜΗΤΣΟΣ: Και το βρήκες φυσιολογικό ρε Νώντα να σε βγάλανε άνευ λόγου και αιτίας;
ΝΩΝΤΑΣ: Φυσιολογικότατον! Άνευ λόγου και αιτίας δεν μας βάλανε; Αδιαμαρτύρητα εισήλθαμε, να διαμαρτυρόμαστουν όταν βγαίναμε; Ασύμφορον! Και παράλογον!
ΜΗΤΣΟΣ: Τι να σου πω. Έχεις και συ τα δίκια σου. Πάντως, να το ξέρεις εγκυκλοπαιδικά, δεν τους τσίμπησε καμιά μύγα από το πουθενά.
ΝΩΝΤΑΣ: Αφ’ εαυτού τους πήραν την πρωτοβουλία;
ΜΗΤΣΟΣ: Ούτε. Ο δήμαρχος την έκανε τη δουλειά.
ΝΩΝΤΑΣ: Αυτός που μας την έστησε με τα δενδρύλλια;
ΜΗΤΣΟΣ: Νώντα και με το μπαρδόν δηλαδή, χάνεις λάδια.
ΝΩΝΤΑΣ: Πιθανόν. Παλιό σκαρί και δουλεμένο χειμώνα καλοκαίρι. Αλλά ο δήμαρχος αθώα περιστερά και ευεργέτης συνάμα, πώς προκύπτει;
ΜΗΤΣΟΣ: Το ’πεν και ο λιμοκοντόρος τότενες αλλά δεν του δώσαμε βάση. Ο δήμαρχος το ’κανεν λιανά του αστυνόμου: καναβούρι από κλουβάκι, τυχαίον γεγονός, αθώοι οι δημότες.
ΝΩΝΤΑΣ: Κι έπρεπε να μεσολαβήσει κοτζάμ δήμαρχος για κάτι τόσον απλό;
ΜΗΤΣΟΣ: Ποιος είπε πως ήταν απλό. Η προϋπηρεσία μας στα τσιγαρλίκια μας ρε Νώντα καλύπτει τριακονταπενταετία με πλήρη σύνταξη. Ώρα για το εφάπαξ, σου λέει. Στην ψειρού και με τις υγείες σας. Επέμενε να πάμε δικαστήριον το όργανον που έκανε την σύλληψιν. Μπήκε η πολιτική στη μέση και γλυτώσαμε τη διανυκτέρευση. Ναι ρε Νώντα, μπορεί να μην κάναμε εξάμηνο στο κάγκελο, όμως γίναμεν πολιτικό ζήτημα. Μεσολάβησεν ο δήμαρχος αυτοπροσώπως.
ΝΩΝΤΑΣ: Τον ήξερες εσύ από πρωτύτερα τον δήμαρχο;
ΜΗΤΣΟΣ: Από τις προηγούμενες εκλογές που ’ρθε στον καφενέ.
ΝΩΝΤΑΣ: Και τώρα δηλαδής, τι; Δεν θα τον εμαυρίσουμε στις άλλες εκλογές που θε να ’ρθούνε;
ΜΗΤΣΟΣ: Να, αυτό είναι η αχαριστία ρε Νώντα. Ξηγήθηκε σπαθί ο δερβισόμαγκας, σου πάει η καρδιά να τον εμαυρίσεις;
ΝΩΝΤΑΣ: Δηλαδής, και συγγνώμη που ρωτώ, στον καφενέ, όταν ξανάρθει, γυαλί η θάλασσα; Θα ρίξει την καθετή του και θα μαζεύει τοις χάνοι και τοις σαρδέλαι κι ούτε γάτα ούτε ζημιά; Να μην κουνηθεί λίγο το μέσα του;
ΜΗΤΣΟΣ: Ένεκα τα δενδρύλλια, η θάλασσα τσαγάκι σε νεροπότηρο. Τώρα που το λέγεις όμως… Υπάρχει και ο κάδος. Επ’ αυτού δεν έχουμε υποχρέωσις, έχουμε;
ΝΩΝΤΑΣ: Δυσοσμία έχουμε.
ΜΗΤΣΟΣ: Ένεκα τον κάδο, ένα αεράκι μπορεί να το βγάλει ο καιρός, λέω…
ΝΩΝΤΑΣ: Να το βγάλει, λέω κι εγώ.
ΜΗΤΣΟΣ: Διότι κύριε, η καθαριότης είναι πολιτισμός.
ΝΩΝΤΑΣ: Κι ο κάδος πολιτική.
ΜΗΤΣΟΣ: Καθαρόαιμος και αμέσου καταναλώσεως. Όχι «θα έρθουν καλύτερες μέρες» και «φτιάξαμεν επιτροπήν» και «περάστε σε μια εβδομάδα».
Όχι, κύριε! Δεν μου έχεις καθημερινώς και αδιαλείπτως άδειο και καθαρό τον κάδο; Με καταδικάζεις στην μπόχα και τη δυσοσμία; Τι σε βγάλαμε τότενες μου λες;
ΝΩΝΤΑΣ: Να κάμνεις δημόσιαι σχέσεις με τις αστυνομίες και να το παίζεις και ευεργέτης των φτωχώνε και των αδυνάτων; Τον κάδο, αλλιώς, φουρτούνα στον καφενέ. Φουρτούνα. Έ Μήτσο;
ΜΗΤΣΟΣ: Αμάν ρε Νώντα τι με έκανες. Πιάνω το άσμα, φέρε εσύ τις γυροβολιές σου, ναν τον ζαλίσουμε τον δαίμονα που με τρώει τα σωθικά μ’ αυτόν κάδο που χάσκει με το στόμα ορθάνοικτο. Πάμε ρε μαέστρο…

ΜΗΤΣΟΣ:

Φουρτούνιασεν ο καφενές
και βουρκωθήκαν μαγαζιά
σιμώνουν πάλε εκλογές
βγήκαν οι τσίφτες παγανιά
μα εμένα η ματιά θολή
του κάδου η βρώμα είν’ πολλή.

Βουίζει το κεφάλι μου
σαν τάζουν λύσεις φοβερές
ξεραίνονται τα χείλη μου
όταν μιλάν για παροχές
σ’ αυτή την ύστερη στιγμή
ο κάδος, με καθοδηγεί.

Θα σας παιδέψει η ψήφος μου
ρε γιαλατζί πολιτικοί
και προσοχή στο ύφος μου
αλλάζω πλέον τακτική
για κάθε κάδο ασκεπή
ψηφίζω «ώρα σας καλή!»




Δεν υπάρχουν σχόλια: