Σάββατο, Ιουλίου 15, 2006

Η εξαίσια Σούλα δεν είναι πια εδώ!

1984, Αθήνα, η Σούλα, η εξαίσια Σούλα, μια YAMAHA, XS 400, είναι πια δικιά μου.
Την φέρνω στη Θεσσαλονίκη και μεγαλώνουμε μαζί. Η Σούλα γερνάει, εγώ το βλέπω το κακό να έρχεται και γράφω ένα ποίημα, αδημοσίευτο σε χαρτί, το 1991.
XS 400

Οι αλλαγές στα σπλάχνα σου
φτάνουν μεταλλικές στ’ αυτιά μου.
Άκαμπτος γίνεται ο ήχος σου,
καμιά υγρασία πια δεν σ’ ανακουφίζει.
Γερνάς αμείλικτα
κι είσαι μοτοσυκλέτα δυστυχώς,
παλιοσίδερο θα καταντήσεις,
προδομένη,
πνιγμένη στις δικαιολογίες μου
και στις υπεκφυγές.
( 29.12.1991)
Η Σούλα, από το φθινόπωρο του 2005, είναι μόνο σώμα. Τα χαρτιά της, η πινακίδα της είναι σε κάποια ντουλάπια της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών, το σώμα της όμως είναι μαζί μου, θα παλιώσει το σίδερο μα δε θα πεταχτεί ποτέ. Λέω!
Εφτά φορές έπεσα μαζί της. Σχεδόν κάθε 7000 χλμ αρχής γενομένης το 1984 έξω από ένα βενζινάδικο στην Αθήνα. Όλες αναίμακτες και συναρπαστικές.
Την πρόδωσα μόνο μια φορά. Και τα κατάφερα να πέσω από σταματημένη μοτοσυκλέτα και να πάω χειρουργείο.
Καλά μ' έκανε.

Το διήγημα που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΥΤΙΚΩΣ της Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 2001 (τεύχος αρ. 21):

Η εκδίκηση είναι πιάτο που σερβίρεται κρύο

Από την μικρή παιδική ηλικία, στο ημιορεινό χωριό του Κιλκίς με τους γεωργούς κατοίκους και τους μετανάστες στη Γερμανία, είχε διαμορφωθεί σε επιθυμία μου, η απόκτηση ποδηλάτου. Δεν μπορώ να θυμηθώ την αφορμή κι ούτε έχει σημασία. Σημασία έχει πως εκείνη η επιθυμία εξελίχθηκε σε απαίτηση, μετά την υπόσχεση κάποιου θείου μετανάστη πως θα μου στείλει το πολυπόθητο δίτροχο. Η θέση της πλατείας του χωριού επέτρεπε την ορατότητα στο δημόσιο δρόμο που το συνέδεε με το Κιλκίς. Εκεί λοιπόν περίμενα τα δρομολόγια του ΚΤΕΛ κι ήμουν σίγουρος πως ο εισπράκτορας κάποια στιγμή θα κατέβαζε και το ποδήλατο για την αφεντιά μου. Δεν το κατέβασε ποτέ.
Η παιδική ηλικία συνεχίσθηκε στη Θεσσαλονίκη και το απωθημένο επέμενε να με δαιμονίζει. Η πόλη, ακόμη και στη δεκαετία του εξήντα, διέθετε δρόμους με τροχοφόρα και κυκλοφορία και κάθε σκέψη για οικογενειακή συνδρομή στην αγορά ποδηλάτου, καταπνιγόταν πριν καν διατυπωθεί. Κάποια μέτρα πάνω στη σέλα, τα είχα ήδη κάνει στην αυλή του δημοτικού σχολείου με δανεικό ποδήλατο, κι όταν ένοιωσα πως στέκομαι στις δύο ρόδες, προχώρησα στο επόμενο βήμα. Στα ενοικιαζόμενα ποδήλατα. Με τρομερή αγωνία, τις πρώτες ημέρες, έσπρωχνα το ποδήλατο μακριά από το μαγαζί και το καβαλούσα εκεί, μη θέλοντας να επιτρέψω στον ποδηλατά να καταλάβει πως ήμουν ατζαμής. Η βόλτα εξαντλούνταν σε μικρές διαδρομές ανάμεσα στις εργατικές πολυκατοικίες της γειτονικής συνοικίας, μακριά από βλέμματα γνωστών και, κυρίως, συγγενών. Η παιδική ηλικία και η σχέση μου με το ποδήλατο ολοκληρώθηκε με μία καταστροφή. Ήμουν πια σίγουρος πως ξέρω να οδηγώ και έπρεπε να γευτώ τους καρπούς αυτής της γνώσης. Στη γειτονιά υπήρχε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο με αυλή τσιμεντένια, περιτριγυρισμένη με τοίχο. Μία τέλεια πίστα, την οποία συχνά αξιοποιούσε η τρελοπαρέα. Όταν λοιπόν πείστηκα πως μπορώ να κάνω την κυκλική διαδρομή οδηγώντας χωρίς χέρια, επιχείρησα και το κάτι παραπάνω. Δανείστηκα ένα ολοκαίνουριο ποδήλατο ενός φίλου, πήρα από το σπίτι και το ψωμοτύρι καθώς κι ένα τσαμπί σταφύλι και ξεκίνησα μόνος την βόλτα στο εργοστάσιο, πάνω στο ποδήλατο με τα χέρια γεμάτα. Έτρωγα το ψωμοτύρι, τσιμπολογούσα το σταφύλι και οδηγούσα. Ανώτερος κι από Ρωμαίο σε συμπόσιο. Η πρώτη στροφή βγήκε χωρίς πρόβλημα ακριβώς για να τσακιστώ πάνω στη σιδερένια πόρτα του εργοστασίου, στη δεύτερη στροφή. Σκόρπισαν ψωμιά, τυριά και σταφύλια, μάτωσαν γόνατα και στράβωσε, τσαλακώθηκε για την ακρίβεια, το τιμόνι. Τα δίτροχα τελείωσαν για μένα για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια.

Στο στρατό πήγα με αρκετά χρόνια αναβολή και με τρεις αποτυχημένες προσπάθειες στο ενεργητικό μου για απόκτηση διπλώματος οδήγησης αυτοκινήτου. Η ειδικότητα που μου έλαχε ήταν αυτή του σμηνία αστυνομικού. Αερονόμος στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα και κλάμα στις τουαλέτες, που θα γινόμουν κάτι σαν τους εσατζήδες που βασάνιζαν τον κόσμο στα χρόνια της χούντας. Δίπλα μου χτυπιόταν κι ένας συνάδελφος που είχε βάλλει μέσον για αερονόμος και δεν έγινε. Τούφαγα εγώ την θέση! Κι όχι μόνον εγώ. Για λόγους πολιτικών, και όχι μόνον, σκοπιμοτήτων εκείνη την χρονιά το γραφείο ασφαλείας του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας κατάφερε και, υπογείως, διάλεξε όλους τους πτυχιούχους που δεν έγιναν δόκιμοι και τους έκανε αερονόμους. Είχε τους λόγους του να το κάνει, αλλά το νόστιμο βρισκόταν αλλού. Η βασική εκπαίδευση του σμηνία αερονόμου περιείχε μαθήματα οδήγησης αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας. Βρέθηκα λοιπόν να οδηγώ μια Norton 750 κυβικά από το Ελληνικό στο Σούνιο και να δηλώνω με αυταρέσκεια μοτοσυκλετιστής. Έβλεπα βέβαια τις ολόλαμπρες Suzuki που είχε η αερονομία για τις παρελάσεις και για κάποιες ειδικές αποστολές και ζήλευα που δεν είχα έρθει στο στρατό γνωρίζοντας την τέχνη της οδήγησης μοτοσυκλέτας, αλλά συμβιβαζόμουν και με τις εκπαιδευτικές βόλτες.
Είχε πια φουντώσει η παλιά παιδική επιθυμία για δίτροχο. Όχι πια ποδήλατο, αλλά μοτοσυκλέτα. Ξεκίνησα με μια μικρή βεσπούλα για να συνηθίσω τους δρόμους της Αθήνας και να καταφέρω να δουλεύω τον συμπλέκτη. Νόμιζα πως αυτό ήταν το κυριότερο που έπρεπε να μάθω. Για ένα χρόνο πήγαινα Πεντάγωνο-Πλατεία Αμερικής με την πράσινη βεσπούλα κι ένιωθα μοτοσυκλετιστής. Χωρίς καμία επαφή με το σπίτι, αγόρασα, με τα χρήματα που είχα στην άκρη για το φροντιστήριο που θα άνοιγα μετά τον στρατό, μια μοτοσυκλέτα 400 κυβικών και καμαρωτός- καμαρωτός την έφερα, οδηγώντας την φυσικά, στη Θεσσαλονίκη και ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω ό,τι ήταν να αντιμετωπίσω. Τα αντιμετώπισα όλα και με την Yamaha μου, την Σούλα μου, είμαστε ήδη δεκαεφτά χρόνια αχώριστοι.
Θυμάμαι και γιατί πήρα αυτήν και όχι το μοντέλο που μου υποδείκνυε φίλος, δεινός μοτοσυκλετιστής: ήταν κοντοκάπουλη. Είχε και έχει ακόμα, φαρδύ και χαμηλό ρεζερβουάρ κι έμοιαζε με γυναίκα που μπορούσα να βρω στο δρόμο δίπλα από το σπίτι μου κι όχι με μοντέλο των περιοδικών. XSούλα, Σούλα. Η εξαίσια Σούλα. Γήινη και καθημερινή, αγαπησιάρα και σεβνταλού. Γέλαγα για ώρα, όταν μούδειξε κάποιος τον ψευτοεντούρο-γίγαντα που έβγαλε η BMW και μου είπε πως ήταν η Μάριόν του, τρομάρα του!
Πέρασα πολλά με την μοτοσυκλέτα μου και την αγαπώ ακόμα. Αλλά όπως κάθε αγάπη που σέβεται τον εαυτό της έτσι κι αυτή δοκιμάστηκε από τον δαίμονα. Ο δαίμονας είχε την μορφή ενός μοντέλου της BMW και η πρόκληση ξεκίνησε από την εποχή που βρίσκονταν ακόμη στη φάση των σχεδίων. Δεν υπήρχε ακόμη στην αγορά! Ήταν η Κ100-RS αυτή που είχα επιλέξει ως διάδοχο της Σούλας. Όταν κάποτε θα αποκτούσα τα χρήματα κι όταν με το καλό θα έβγαινε στην παραγωγή θα την αποκτούσα. Δεν την απέκτησα. Αν στα εικοσιπέντε μου θυσίασα τα χρήματα του φροντιστηρίου, στα τριάντα πέντε μου και πέρα έπρεπε να θυσιάσω την ωριμότητά μου. Αν και ήταν σε όλους γνωστό πως τα πρώτα μου δύο εκατομμύρια είχαν ονοματεπώνυμο: Κ100-RS και τίτλο ευγενείας: BMW, εντούτοις έγιναν προκαταβολή για αγορά κατοικίας και έξοδα φακέλου για δάνειο από τράπεζα. Έλεγα πως Κ100 θα αγοράσω όταν η BMW την βγάλει σε παπάκι, νομίζοντας πως τα παπάκια θα είναι πάντοτε φθηνά και ξεμπέρδευα. Είχα πια οικογένεια, αυτοκίνητο και την Σούλα μου γερασμένη μα ετοιμοπόλεμη. Είχα τελειώσει με την Γερμανίδα. Έλεγα.

Αύγουστος 2001, Δράμα, ανοικτό θεατράκι Αγίας Βαρβάρας, μεσάνυχτα Σαββάτου, γενική πρόβα.
Βρισκόμαστε προσκαλεσμένοι της Λέσχης μοτοσυκλετιστών ο Πήγασος και θα τους παρουσιάσουμε ένα θεατρικό μας έργο που έχει στην πλοκή του μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές. Το έργο απαιτεί μοτοσυκλέτα στην σκηνή. Ο συγγραφέας ήθελε κλασσική Triumph, οι πρώτες πρόβες έγιναν με κάποιο ψευτοεντουράκι της Suzuki και τελικά, εκείνο το μοιραίο βράδυ, μας φέρνουν μια Κ100- RS μαύρη και λαχταριστή και την στήνουμε στην σκηνή. Ο τεχνικός ζητάει την μοτοσυκλέτα σε διαφορετικό σημείο από εκείνο όπου αρχικά την είχαμε στήσει και βέβαια υπήρχε το άτομο που θα έπιανε στοργικά και με γνώση το τιμόνι, θα την έσπρωχνε γλυκά προς τα εμπρός, θα την έστηνε στο σωστό μέρος και θα συνέχιζε να την τρώει με τα μάτια του. Εγώ ήμουν αυτός που θα κουμαντάριζα την μοτοσυκλέτα που ήθελα και δεν απόκτησα ποτέ. Όμως δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Με το που της πιέζω λίγο το τιμόνι, αυτή γλιστράει γλυκά από το όρθιο σταντ κι αρχίζει όλο νάζι να γέρνει από την αντίθετη πλευρά από εκείνην που βρισκόμουν εγώ. Χαμογελάω, θέλει παιχνίδια σκέφτηκα και σφίγγω λίγο περισσότερο τα χέρια μου στο τιμόνι, σίγουρος πως θα την συγκρατήσω. Βλέπω με μια μικρή ανησυχία την Κ100 να μου φεύγει, γέρνω πάνω της, τίποτε, η Γερμανίδα μου γυρίζει την πλάτη, πηγαίνει για πτώση, δεν μπορώ πια να την συγκρατήσω, δεν αφήνω το τιμόνι και πηδάω ψηλά για να μην πέσω πάνω της και την πληγώσω, το τιμόνι με τραβάει προς τα κάτω, το σώμα μου περνάει πάνω από την μοτοσυκλέτα, όχι όπως ονειρευόμουνα χρόνια ολόκληρα, δεν την έχω ανάμεσα στα σκέλια μου, η πλάτη μου βλέπει την σέλα της, τα πόδια μου βρίσκονται εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται το κεφάλι μου, ήρθανε τα πάνω κάτω, πέφτει η BMW, σκάω κι εγώ με τον ώμο στο μάρμαρο και γεύομαι τον πρώτο μου σοβαρό τραυματισμό στα είκοσι χρόνια που οδηγώ μοτοσυκλέτα. Εξάρθρωση ώμου, μια ώρα χειρουργείο, δυο καρφιά για δύο μήνες να συγκρατούν τα κόκαλα μην σκορπίσουν και μιαν απορία: Ήταν κούραση, ήταν η κρυφή κατάρα της Σούλας που τη πρόδιδα με την επιθυμία μου ή ήταν η εκδίκηση της ψυχρής Γερμανίδας που δεν προσπάθησα να την αποκτήσω; Ποιος να ξέρει;


Αυτό το τενεκεδένιο παιχνίδι, με την τρυφερή λάμψη στις καμπύλες του θα κοσμεί την πρώτη σελίδα του www.tsalimi.gr, του δικτυακού τόπου που θα είναι έτοιμος σε λίγες ημέρες και θα φιλοξενήσει την περιπέτειά μου στη λογοτεχνία και στην τέχνη, όπου η Σούλα, αποτύπωσε το χνάρι της ανεξίτηλα.

2006. Το πρώτο από τα καλοκαίρια που δεν θα είμαι στους δρόμους μαζί της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: