Κυριακή, Ιουνίου 24, 2012

Αροθυμία, the show (part 2)

Πώς τελειώνουν τα γλέντια; 
Με το μάζεμα στο σπίτι και το κέφι στα ύψη.
Αυτό που συνέβαινε παλιά στα νυχτέρια ήταν η αφήγηση.

Έτσι κι εμείς διαλέξαμε ένα παραμύθι.


Ήταν κάποτε μια γοργόνα, ξανθιά με μακριά μαλλιά, όμορφη σαν τον ήλιο. Σαν πλοκάμια απλώνονταν τα μαλλιά της πάνω στη θάλασσα. Τα γαλανά της μάτια γεμάτα φουρτούνες και καημούς. Έσκιζε τα νερά με την όμορφη ουρά της και τη μια χτυπούσε τα κύματα και την άλλη χάνονταν μέσα σ' αυτά. Πάντα τα χείλη της πικραμένα, ποτέ δε χαμογελούσε.

Στην άκρη της θάλασσας καθόταν ένας ψαράς και μπάλωνε τα δίχτυα του. Ήταν ψηλός σαν κυπαρίσσι και δυνατός σαν παλαιστής.
Καθώς έδενε την κλωστή του σκεφτόταν:
- Τρανόν οψάρ’ εντώκεν τα δίχτα μ’, για ας αγληγορώ.
[-Μεγάλο ψάρι μου τρύπησε τα δίχτυα. Ας κάνω πιο γρήγορα.] 



Tο τραγούδι τον παρηγορούσε και σε κάθε αναποδιά του έπιανε κι ένα σκοπό. Όπως τώρα μ’ αυτό το τεράστιο ψάρι που του ρήμαξε τα δίχτυα.

Πριν προλάβει να τελειώσει το τραγούδι του, κοίταξε στη θάλασσα και τα έχασε... Κόπηκε η μιλιά του. Δεν είναι ψάρι αυτό που βλέπει. Μα δεν είναι και άνθρωπος.
Θεέ μ’ ντο είναι εκείνα τα χρυσά τα μαλλία ντο κχύουνταν άμον το μάλαμαν ‘ς σην θάλασσαν. Τ’ ουράδ’ ντο κρούει τα κύματα.... νερομάϊσσα!!!
[-Θεέ μου τι είναι κείνα τα κατάξανθα μαλλιά που ξεχύνονται σαν χρυσάφι στη θάλασσα; Και η ουρά που χτυπάει τα κύματα; Γοργόνα!]
 

Μπαίνει στη βάρκα του και κωπηλατεί γρήγορα. Κοντεύει να τη φτάσει. Μόλις που πρόφτασε να δει τα μάτια της που ήταν δακρυσμένα... άπλωσε τα χέρια του. Εκείνη έδωσε μια με την ουρά της και χάθηκε μέσα στα βαθιά νερά.


Τα θαλασσοπούλια ζυγιάστηκαν στον ουρανό. Κι εκείνα είδαν το θαύμα. Ο ψαράς γύρισε. Πήγε στο σπίτι του. Ο νους του όμως έμεινε πίσω στη θάλασσα, στα δακρυσμένα μάτια. Δεν απαντά στις ερωτήσεις της μάνας του. Το πρόσωπό του δε γελά.


Τέλος νύχτωσε. Όλοι κοιμήθηκαν. Έπεσε να κοιμηθεί και ο ψαράς. Έκλεισε τα μάτια του, αλλά πού ύπνος.. Μπροστά του πάντα η θάλασσα και μέσα η γοργόνα. Σαν κάτι να άκουσε. Αφουγκράστηκε.


Σηκώθηκε σιγά-σιγά και πήγε κατευθείαν στη θάλασσα. Μαγεύτηκε απ' το θέαμα. Το φεγγάρι καθρεφτιζόταν πάνω στα νερά. Η νεράιδα λουζόταν κάτω από το φεγγαρόφωτο. Τίναζε τα μαλλιά της και χούφτες - χούφτες ξεχύνονταν ένα γύρω αστεράκια. Ο ψαράς δεν έβρισκε λόγια. Βρήκε όμως να ένα τραγούδι. Πάντα στα δύσκολα το τραγούδι σκάλωνε στα χείλη του.


Γοργόνα:
-Αν μ' αγαπάς κάνε κάτι για μένα. Να γλυτώσω από τα μάγια και να γίνω δικιά σου.
Ο ψαράς δεν πιστεύει στ’ αυτιά του. Δεν του μιλάει μόνο η γοργόνα. Του ζητάει κάτι. Είναι ευτυχισμένος. Όλα του φαίνονται εύκολα.
Γοργόνα:
-Σκάψε στο χωράφι σου βαθύ πηγάδι. Το πρώτο νερό που θα βγει, μάζεψέ το. Πέρασε, με το λαγήνι από την αυλή της εκκλησίας και μετά φέρ' το μου να λουστώ.


Ο ψαράς την ημέρα ψάρευε και το βράδυ έσκαβε το βαθύ πηγάδι. Δύο, τρεις, μήνες, έσκαβε. Η μάνα του ερχόταν στο χείλος του πηγαδιού και τον παρακαλούσε.
Μάνα:
- Έλα πουλλίμ’ να αναπάεσαι. Όλεν την ήμέραν τρώει σε η θάλασσα κι από βραδύς το χώμαν. Θ’ αρρωσταίν’ς, έλα.
Ναι μάνα έλεγε και χτυπούσε πιο βαθιά την αξίνα.


Μήνες κράτησε αυτή η δουλειά. Παιδεύτηκε. Τα χέρια του γέμισαν πληγές, η μέση του κόπηκε, νερό δεν είδε πουθενά.
Απογοητευόταν συχνά. Μόλις όμως θυμόταν τα μάτια της, χτυπούσε πιο βαθιά την αξίνα. Με ένα τέτοιο δυνατό χτύπημα κάτι φάνηκε να γυαλίζει στο φως του φεγγαριού. Δίνει άλλη μια αξιναριά, σκύβει, πιάνει το χώμα.... Νερό... Νερό…




Το επόμενο βράδυ γέμισε ένα λαγήνι νερό, πέρασε απ' την αυλή της εκκλησίας και κατέβηκε στη θάλασσα. Ακουμπάει το λαγήνι στο πλάι του και τραγουδάει. Η γοργόνα τον άκουσε. Βγήκε απ' το νερό.
Γοργόνα:
-Μήνες σε περίμενα... Η καρδιά μου έγινε κομμάτια. Δεν θα έρθει, έλεγα. Με ξέχασε.


-Μήνας έσκαφτα απέσ’ ‘ς σην γην άμον πεντικός. Έγκα σε το νερόν. Απέσ’ ‘ς σο λαΐν εν.
[-Μήνες έσκαβα την γη σαν ποντικός. Σου έφερα νερό. Είναι μέσα στο λαγήνι.]
Άπλωσε τα χέρια της. Εκείνος τα πήρε και τα φίλησε.
Γοργόνα:
-Σε παρακαλώ πολύ, θα κάνεις κάτι ακόμη για μένα; Στο χωράφι αυτό θα φυτέψεις δέντρα και θα τα ποτίσεις με το νερό του πηγαδιού. Όταν βγάλουν λουλούδια την άνοιξη θα τα φέρεις να κάνω δύο στεφάνια. Αυτά θα είναι τα στέφανα του γάμου μας. Το λαγήνι κρύψε το σ' εκείνη τη σπηλιά.


Έκανε όπως του είπε. Γύρισε σπίτι, άνοιξε βαθείς λάκκους και φύτεψε απ' όλα τα δένδρα. Να μην μακρηγορούμε, ήρθε η άνοιξη, άνθισαν τα δένδρα. Μοσχοβόλησε ο τόπος από ευωδιές. Η ψυχή του σπαρτάρισε. Το βράδυ μάζεψε τα λουλούδια, έκανε δύο στεφάνια, πήγε στη θάλασσα κι άρχισε να τραγουδάει.
Η γοργόνα ήρθε και τύλιξε τα μακριά της χέρια στο λαιμό του.
-Ας πάμε. Το νερόν ‘ς σο σπέλος. Τα στέφανα αδακά. Ας πάμε, καιρόν μη χάνωμε.
[-Πάμε. Το νερό είναι στη σπηλιά, τα στέφανα εδώ. Πάμε μη χάνουμε καιρό.]
Γοργόνα:
- Αχ! Η κακομοίρα και πως να σου το πω... Αν δε φορέσω ζουπούνα υφασμένη με εκατό τραγούδια, ούτε το νερό, ούτε τα στέφανα μόνα τους, λύνουν τα μάγια.


Το παλικάρι σάστισε. Έχασε το χρώμα του.
Μέρ’ θα ευρήκω υφάντραν να υφαίν’ τραγωδίας απάν’ ‘ς σο πανίν;
[-Πού θα βρω υφάντρα να υφάνει τραγούδια στο πανί;]




Γοργόνα:
-Ξέρω! Είναι δύσκολο αυτό που ζητώ. Αλλά είναι το τελευταίο. Σε παρακαλώ θέλω να ζήσω μαζί σου. Βάλε τα λουλούδια πάνω στο λαγήνι.
Ο νέος κατέβασε το κεφάλι του και άρχισε να σκέφτεται μήπως δεν τον αγαπά αλλά τον περιπαίζει. Στο χωριό όλοι τον κοίταζαν περίεργα και έλεγαν:
-Τι έπαθε ο Νικόλας; Τα καράβια του βούλιαξαν; Αγέλαστος σαν το μαύρο ουρανό είναι.
Ρωτούσαν τη μάνα του.


Μάνα:
-’Σ σή γούλαν έσουν ‘κι ερρούξεν, νουνίζ’ πώς θα ευτάη,τα δουλείας άτ’ κι άλλο καλλίον. Νουνίστεν και σειν τ’ εσέτερα, άϊτε, απετσάρευτοι. 
Έτσι έλεγε στους ξένους, αλλά η καρδιά της το ήξερε τι καημό είχε. Πέρασαν λίγες ημέρες, αλλά ο Νικόλας ησυχία δεν είχε.
  Χαράματα σηκώθηκε να φύγει. Καβαλίκεψε τ' ανεμοπόδαρο άτι του και σαν τον άνεμο άρχισε να τρέχει. Πέρασε βουνά και δάση, κουράστηκε. Μπροστά του είδε ένα χωριό. Στάθηκε. Έδεσε τον μαύρο του και ξάπλωσε πάνω στο χορτάρι να κοιμηθεί. Μισοκοιμόταν όταν άκουσε μια γλυκιά φωνή, να νανουρίζει ένα μωρό.


-Παρακαλώ σε, γιάμ’ έξέρτς είναν καλόν υφάντραν; Θέλω να υφαίν’ έναν έμορφον ζουπούναν και να ιστορίζ’ απάν’ άτ’ς εκατό τραγωδίας.
[-Σε παρακαλώ μήπως ξέρεις καμιά καλή υφάντρα; Θέλω να μου υφάνει μια ζουπούνα με εκατό τραγούδια και εκατό ιστορίες.]
Μωρομάνα:
-Τσατίν δουλείαν. Ατό μονάχον η καλομάνναμ’ η Παλάσσα θα ευτάη άτο. Έπαρ αβούτο το πελιστέρ’, κάλκεψον τ’ άλογον και άφ’ς άτο. Όθεν πάει, δέβα. Όθεν στέκ’, στα. Έμπα απέσ’ κι ερώτα.


Όπως του είπε έτσι έκανε.
Μπροστά πετούσε το πουλί και πίσω έτρεχε αυτός με τ' άλογο. Κάθισε το περιστέρι πάνω σ' ένα χαμηλό σπιτάκι. Σταμάτησε και αυτός. Κατέβηκε από το άλογο χτυπάει την πόρτα. Βγαίνει μια γριούλα, τον ρωτά τι γυρεύει, και κείνος της διηγείται αυτό που θέλει.



Υφάντρα:
-Δύσκολη δουλειά, παιδί μου, αλλά καταλαβαίνω ότι έχεις μεγάλη αγάπη. Γι’ αυτό θα προσπαθήσω.



Κάθισε στον αργαλειό. Περνάει τη σαΐτα και χτυπάει τα χτένια. Αρχίζει να υφαίνει:
Τη μωρομάνα με τη κούνια
Τη μωρομάνα να θηλάζει το μωρό
Πώς ανατρέφουν τα παιδιά
Τους κόπους μέχρι να μεγαλώσει ένα κορίτσι και να γίνει της παντρειάς
Πώς ζητούνε το κορίτσι από τον πατέρα
Το λογοδόσιμο
Τον αρραβώνα
Το γάμο
Το γαμπρό και τη γαμήλια πομπή
Πώς δίνουν μάνα και πατέρας την ευχή τους
Τη στέψη
Τον λυράρη και τον νταουλτσή που παν μπροστά
Τους φίλους του γαμπρού που χορεύουν πίσω απ' τα όργανα
Τον κόσμο που κρατάει το «κοκκινόκωλο» κερί
Το τραπέζι
Τους χορούς
Το πάλεμα στην πόρτα της νύφης
Τα εφτά μονοστέφανα.


Έκανε το θέρος, γυναίκες και άντρες θερίζουν και δένουν δεμάτια.
Τα βόδια αλωνίζουν «Έι! άντε αφορισμένα» και σφυρίζει η βουκέντρα στον αέρα. Και ο ιδρώτας στάζει και γίνεται ένα με το σιτάρι. Το άλας του ψωμιού, ο ιδρώτας του γεωργού.



Πιο εκεί έκανε το χτύπημα του γάλατος. Κρέμασε η γιαγιά το ειδικό μακρόστενο ξύλινο δοχείο από τις δύο άκρες στο ταβάνι. Έβαλε μέσα το γάλα που είχε μαζέψει, χτυπάει με τα πόδια της το δοχείο και εκείνο πάει κι έρχεται. Ανοίγει μαζεύει το βούτυρο. Κίτρινο, νόστιμο. Το πλένει, το καθαρίζει, το κόβει με το μαχαίρι.
 

Έκανε τη μάνα να ζυμώνει το ψωμί. Έβαλε μέσα μαγιά από λυκίσκο. Στου χωραφιού την άκρη φύτρωνε, και είχε μακριά και λεπτά κλαδιά, που στην άκρη έβγαζαν ένα τσαμπί, λουλούδι με πράσινα φυλλαράκια.
Μαζεύει η μάνα τα άνθη, τα βράζει και κάνει μ' αυτά προζύμι. Ζυμώνει και γίνονται όμορφα φουσκωμένα ψωμιά.
 

Ύφανε μετά τη γιαγιά στο φούρνο, να τον καθαρίζει με την πατσαβούρα. Έβαλε μέσα ξύλα, έκαψε το φούρνο καλά, και με το μακρόχερο φτυάρι έβαλε μέσα τα ψωμιά.
-Μια ώρα, είπε η γιαγιά, φτάνει για το ψήσιμο.
Μόλις συμπλήρωσε μια ώρα άνοιξε το φούρνο και έβγαλε τα ψωμιά. Μοσχομύρισε ο κόσμος από την ευωδιά.
Τα παιδιά μύρισαν το φρεσκοψημένο ψωμί και έτρεξαν κοντά στη γιαγιά.
 -Γιαγιά ψωμί...
-Καλώς τα πουλάκια μου.
Έκοψε με το μαχαίρι τη γωνία, έβγαλε την ψίχα, έβαλε μέσα βούτυρο και ξανάκλεισε το ψωμί. Εκείνο έλιωσε. Έδωσε στα παιδιά να φάνε. Εκείνα τρώνε λαίμαργα, με όρεξη. Γέμισαν τα μουτράκια τους ψωμί, βούτυρο και κόκκινα μαγουλάκια. Το υφάδι πάει κι έρχεται και βάζει κόκκινη κλωστή στα μάγουλα των παιδιών.


Η σαΐτα πετάει και τα χτένια χτυπούν.
Το πανί μεγαλώνει και τυλίγεται. Μεγαλώνει... μεγαλώνει....
Πάνω έβαλε όλη τη ζωή, τα βάσανα, τους κόπους, τις χαρές.
Υφάντρα:
-Καλά να είσαι, παιδί μου. Αυτό που ζήτησες το έκανα. Εκατό τραγούδια τραγούδησα και εκατό ιστορίες ύφανα. Πάρε τη ζουπούνα και καλά στέφανα.
  Ο ψαράς με μάτια δακρυσμένα έβαλε τη ζουπούνα στο κόρφο του, έσκυψε, πήρε τα ευλογημένα χέρια της και τα φίλησε.
-Ευχαριστώ σε, ευχαριστώ. Καμμίαν κι θ’ άνασπάλλω ατό ντο εποίκες για τ’ εμέν.
[-Ευχαριστώ, σ' ευχαριστώ πολύ. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτό που έκανες για μένα.]


Πήδηξε πάνω στο ανεμοπόδαρο άλογο και βγήκε στο δρόμο σαν αστραπή. Χάθηκε από τα μάτια της. Πότε πέρασε τόσα δάση και βουνά δεν το κατάλαβε. Τα μεσάνυχτα έφτασε στο σπίτι. Έδεσε τον μαύρο του, και πήγε στην άκρη της θάλασσας. Κάθισε πάνω στα βράχια, έσυρε έναν αναστεναγμό, βόγκηξε η θάλασσα. Ύστερα τραγούδησε. Η θάλασσα χωρίστηκε και από μέσα βγήκε η γοργόνα. Λιγοθυμιά του ήρθε. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Γλίστρησε κι έφτασε στα πόδια του.


Την πήρε στην αγκαλιά του, έβγαλε από τον κόρφο του τη ζουπούνα. Γέμισε ο αέρας τραγούδια και χρώματα. Εκείνη κοιτά τη φορεσιά. Τα μάτια της έλαμψαν. Την πήρε και πήγε στην σπηλιά.


Ελούστεν με το νερόν τη πεγαδί. Εφόρεσεν την ζουπούναν με τα εκατό τραγωδίας. Εσέγκεν ‘ς σα μεταξένα τα μαλλία τ’ς το στεφάν’ με τ’ άνθα ας σα δέντρα.
Αμάν τ’ ουράδ’ν άτ’ς εχωρίεν σα δύο. Δύο έμορφα μακρέα ποδάρα εξέβαν εκεί που έσον τ’ ούράδ’. Τα λέπα ερρούξαν από παν’ άτ’ς. Τα μαΐας εκόπαν. Εποίκεν ένα... δύο... πεντε βήματα.
-Πορπατώ.,.πορπατώ, ετσάιξεν κι εξέβεν ας σο σπέλος.
[Λούστηκε με το νερό του πηγαδιού. Φόρεσε τη ζουπούνα, με τα εκατό τραγούδια, κι έβαλε στα μεταξένια μαλλιά της τα λουλούδια των δέντρων.
Αμέσως η ουρά της χωρίστηκε στα δύο. Δύο όμορφα μακριά πόδια πήραν τη θέση της. Τα λέπια έπεσαν. Τα μάγια λύθηκαν. Έκανε ένα... δύο... πέντε βήματα.
-Περπατώ...περπατώ...φώναξε χαρούμενη και βγήκε από τη σπηλιά.]




Τέλος!
Υποκλίσεις!
Ευχαριστίες!
Χαρά!
Πολλή χαρά!














Κέρασμα!

Ο λυράρης μας, Χρήστος Ναζαρίδης, ανεκτίμητη η βοήθειά του και εκπληκτική η παρέα του. 
Χίλια ευχαριστώ από όλους μας.

Φιλιά σε όλους και όλες.
Άλλο κακό να μην μας βρει!


ΥΓ 
Προηγούμενες δημοσιεύσεις εδώ:

Σχετικές δημοσιεύσεις στο site του σχολείου, στη σελίδα για το θέατρο:

Επίσης υλικό υπάρχει στην ομάδα arothimia στο facebook:

Οι φωτογραφίες των δύο τελευταίων αναρτήσεων είναι του Γιώργου Χρηστίδη.

2 σχόλια:

Summertime Blues είπε...

και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
τί ωραίο!
μπράβο σας.

tsalimi είπε...

Ευχαριστούμε πολύ!