Πέμπτη, Μαΐου 31, 2007

Τα αρνιά του Παύλου Μελά

A song sang before executions at the Pavlou Mela camp (May 1944) during Thessaloniki's occupation by the Germans: freedom-seeking inmates taken away for execution are likened to a lamb ("arni") taken away while seeking water. [Narrator: Christos Baloglou (1919-2002) -- Nazi labor camp survivor]

Αυτά τα λόγια περιγράφουν την εικόνα σύμφωνα με εκείνον που την ανέβασε στο youtube.

Νιώθω την ανάγκη να πω και εγώ δυο, αλλιώτικα, λόγια:

Μόλις πριν από λίγο επέστρεψα από το στρατόπεδο του Παύλου Μελά όπου πραγματοποιήθηκε μια ημερίδα από το Δήμο Σταυρούπολης. Με κυρίευσε μια θλίψη, την οποία, ηθελα να τη διοχετεύσω σ’ ένα κείμενο που θα απευθυνόταν στο δήμαρχο. Δεν το έκανα και ασχολήθηκα με τις ερωτήσεις του αυριανού διαγωνίσματος για τους μαθητές μου.

Μόλις τελείωσα, άνοιξα το blog μου και βλέποντας ξανά τα γυναικεία κεφάλια του προηγούμενου post και το μικρό μου κείμενο για τα πλαστικά λουλούδια των τάφων, η θλίψη μου πήρε να μεγαλώνει. Μηχανικά, πληκτρολόγησα στο youtube τις λέξεις Pavlou Mela και βρέθηκα μπροστα σ’ αυτήν την έκπληξη.

Τα αρνιά του Παύλου Μελά ...

Θα επανέλθω για την ημερίδα, όταν μου φύγει η θλίψη και η οργή. Μέχρι τότε, τέτοια διαμαντάκια θα τα μαζεύω με πείσμα και ευγνωμοσύνη σε όσους μας τα χαρίζουν.

Τρίτη, Μαΐου 29, 2007

Τα πλαστικά λουλούδια των τάφων



Οι σποραδικές, γοερές, κραυγές διαταράσσουν τη βουβή ρουτίνα του μεγάλου κοιμητηρίου. Ανήκουν σε άτομα που έχασαν πρόσφατα τον άνθρωπό τους και δεν έχουν συνηθίσει την ιδέα του θανάτου˙ τρομάζουν με τις ρωγμές στο χώμα του τάφου καθώς αυτό βουλιάζει˙ εκλιπαρούν για ένα σημάδι από το νεκρό σώμα και κοιτούν απελπισμένα τη φωτογραφία˙ δε λένε να στρέψουν τα νώτα και να φύγουν˙ ανάβουν και τακτοποιούν τα κεριά.

Το σιωπηλό μελίσσι των υπόλοιπων επισκεπτών επιδίδεται μεθοδικά στην παυσίπονο λάτρα. Τα καθαρά μάρμαρα και το λάδι στα καντήλια δείχνουν την αδιάκοπη φροντίδα. Μοναδικό σημείο παραίτησης, τα πλαστικά λουλούδια σε κάποιους τάφους. Παράταιρα μα βολικά. Απέθαντα, σ’ ένα χώρο φθοράς και χαμού.



Φωτογραφίες: Marcelo Legname

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007

Κορμιά


Είναι κάτι κορμιά
που εκλιπαρούν την αφή.
Ακούμπησέ με, λένε, χάιδεψέ με.

Είναι κάτι άλλα
που αρκούνται στην κατανόηση.
Κάνω ό,τι μπορώ, λένε, κοίταξέ με.

Μα είναι και μερικά
του έρωτα ταγμένα.
Μην μ’ επιθυμείς, λένε, κέρδισέ με.

Είναι κάτι κορμιά
και περιφέρονται γύρω μου
χάιδεψέ με, κοίταξέ με, κέρδισέ με, λένε.

Χαϊδεύω, κοιτώ, κερδίζω.
Χαϊδεύω, κοιτώ, κερδίζω.
Χαϊδεύω, κοιτώ, κερδίζω.

Λέω
και ξαναλέω.


Φωτογραφίες: Sadik Demiroz

Τρίτη, Μαΐου 22, 2007

Το μυστήριο όνομα



Στην Σταυρούπολη, στα δυτικά της Θεσσαλονίκης, έξω από τον τοίχο του Ψυχιατρείου, βρίσκεται ένα θλιβερό πεζούλι εκατό μέτρων. Δεν το βάζει ο νους σου τι ιστορίες μπορούν να σου διηγηθούν τα ταπεινά του χώματα! Η τελευταία απ’ όλες περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο απαλλάχτηκε μια πολυκατοικία από τον επικίνδυνο και θορυβώδη εναγκαλισμό μιας λεωφόρου. Η πιο παλιά, και η πιο κρυφή, μιλάει για πειρατές και αρπαγές παιδιών, σουλτάνους και βεζίρηδες. Κάποια άλλη για λίρες και κρυμμένους θησαυρούς. Ποιος όμως σκύβει τόσο χαμηλά τ’ αυτί του για ν’ αφουγκραστεί τα χώματα;

Το μυστήριο όνομα

Ο δρόμος που ενώνει την μεγαλούπολη με τον υπόλοιπο κόσμο, βρίσκεται στην θέση του από πολύ παλιά. Πριν ν’ αποκτήσει η πόλη το όνομα και τη δόξα που έχει και σήμερα. Από τότε που ήταν ένας από τους πολλούς οικισμούς που στόλιζαν τις πλαγιές απέναντι από την θάλασσα. Εκείνο τον καιρό ο δρόμος ήταν μόνος του.



Διασταυρώνονταν σε κάποια σημεία μ’ έναν, παλιότερό του στα χρόνια, χείμαρρο και έβλεπε πότε - πότε μικρά χαμόσπιτα να κτίζονται στις παρυφές του. Όλα τελείωσαν με το κτίσιμο της νέας πόλης. Τα χωριουδάκια μαράζωσαν κι ο δρόμος έμεινε για πάντα δρόμος.



Μόνο τάφοι σπουδαίων ανθρώπων κτίζονταν δίπλα του, σκεπασμένοι με χώμα και με την είσοδό τους κρυμμένη από τους διαβάτες. Να φαίνονται και να φυλάγονται ταυτόχρονα! Τον δρόμο τον διάβαιναν εχθροί και φίλοι για να φτάσουν ή να φύγουν από την νέα πολιτεία. Σε πολύ δύσκολους, για την πόλη, καιρούς, στις άκρες του δρόμου στήνονταν σκηνές και στρατοπέδευαν διαφόρων ειδών εχθροί. Κάποτε, όταν ένοιωθαν πολύ σίγουροι για το κούρσεμα της πόλης, έφερναν μαζί τους και τις οικογένειές τους με το νοικοκυριό τους και φώλιαζαν εκεί, δίπλα στον δρόμο που ένωνε την μεγάλη πόλη με τον υπόλοιπο κόσμο.



Μα η πόλη άντεχε και οι κάτοικοί της, απ’ τον ίδιο δρόμο έβγαιναν για να πάρουν στο κυνήγι τους επίδοξους κατακτητές τους ή για να φροντίσουν τα χωράφια και τους κήπους τους. Μια φορά τον χρόνο, από τότε που η πόλη έγινε δεύτερη σε αξία μετά την πρωτεύουσα της μεγάλης αυτοκρατορίας, φύτρωναν πάλι σκηνές δυτικά του δρόμου, αυτή τη φορά μέχρι τα μεγάλα ποτάμια και ξεκινούσε ένα μεγάλο πανηγύρι που τραβούσε πανηγυριώτες απ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Ο δρόμος -που ήταν πρώτα μυγδονικός, έγινε ύστερα μακεδονικός, ρωμαϊκός, βυζαντινός για να καταλήξει τούρκικος, όταν οι στρατιώτες που στήθηκαν έξω από τα τείχη της πόλης ήταν οι πιο αποφασισμένοι και οι πιο ικανοί απ’ όλους όσοι προηγήθηκαν- παρέμενε πάντα εκεί, ώσπου, ένα κανάλι έδεσε την τύχη του με την δική του. Το κανάλι ξεκινούσε από κάποια υψώματα βορειοδυτικά της πόλης και την τροφοδοτούσε με νερό. Με «νέο νερό» όπως το ονόμασαν οι κάτοικοί της για να το ξεχωρίσουν από το παλιό που ερχότανε από αλλού.



Όνομα απέκτησε το κανάλι όταν βαφτίστηκαν τα υψώματα που φιλοξενούσαν τις πηγές του. Μυστήριο όνομα! Σε κάποια από τις γλώσσες που μιλιότανε από παλιά σε γειτονικούς τόπους σήμαινε -και σημαίνει ακόμα- κύκνος. Έφταιγε όμως το πουλί για το όνομα ή κάποια άλλη ήταν η αιτία και κάτι άλλο -σε άλλη ίσως γλώσσα- σήμαινε το τοπωνύμιο; Το όνομα κάποια στιγμή ξέκοψε από τα υψώματα και κατηφόρισε μαζί με το κανάλι, μα δεν συνέχισε ως το τέλος μαζί του.



Ρίζωσε στα ντουβάρια ενός οικισμού που στήθηκε, χιλιάδες χρόνια μετά τον προηγούμενό του, δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο, με τον ίδιο τρόπο που, αργότερα, γλίστρησε από το χωριό για να βαφτίσει ένα ίδρυμα που χτίστηκε εκεί κοντά για να στεγάσει όσους είχαν ταραγμένα μυαλά. Οι άνθρωποι του οικισμού, ξεριζωμένοι από την γη τους, κατέφυγαν πρόσφυγες στην άκρη του πανάρχαιου δρόμου, κοντά στην ένδοξη πόλη.



Για κακή τους τύχη, στην ίδια περιοχή υπήρχε η εκκλησία και το σχολείο που ετοίμασαν για το κακό αυτούς που τους ξεσπίτωσαν. Δεν ήθελαν το νέο τους χωριό να έχει το ίδιο όνομα με τα κτίρια που στέγασαν τους εχθρούς τους! Διάλεξαν λοιπόν το μυστήριο όνομα που ερχόταν, μαζί με το νερό που έπιναν, από τα μακρινά υψώματα για δικό τους κι ας μην ήξεραν τι σημαίνει. Τους αρκούσε που ήξεραν τι δεν σημαίνει! Στο όνομα αυτό έδινε ο καθένας την ερμηνεία που του φαίνονταν πιο ταιριαστή. Οριστική σημασία απέκτησε εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά τη στιγμή που πρωτογράφτηκε σε χαρτί. Ούτε υψώματα, ούτε πρόσφυγες! Το ίδρυμα ήταν αυτό που έδωσε περιεχόμενο στην δισύλλαβη λέξη˙ Λεμπέτ πια σήμαινε τρελός και μ’ αυτόν τον τίτλο βγήκε στην πόλη μια εφημερίδα, πάλι σε δύσκολους καιρούς, για να δείξει πως δεν λογαριάζει κανέναν κερατά! Ακόμα κι αυτοί που ξέρουν, δέχονται αυτήν την ερμηνεία, γιατί έτσι τα ’φερε ο καιρός, ώστε όνομα και κανάλι να σώζονται και σήμερα, στον ίδιο τόπο, στο ίδιο σημείο. Το ίδρυμα με τον ψυχρό, επιστημονικό του τίτλο, διατηρεί ακόμη το μυστηριώδες παρατσούκλι, στεγάζει και πάλι παράξενους τροφίμους και κρατάει δίπλα του τα ερείπια εκείνου του παλιού καναλιού, λες και αυτός ήταν ο προορισμός του˙ να στεγάσει τα μυστικά, τ’ άγνωστα και τ’ ανεξήγητα!

Η φωτογραφία του καναλιού είναι του Μ. Αβραμίδη,
η φωτογραφία του λόφου με τον μακεδονικό τάφο είναι του Γ. Αθανασόπουλου
και η εκπληκτική φωτογραφία του οικισμού με τις γυναίκες και τους επίσημους επισκέπτες
ανήκει στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης.
Ο δρόμος με το ρέμα, αποτυπώνονται σε αεροφωτογραφία
της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.


Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), τον Μάρτιο του 2002. Προηγήθηκε η δημοσίευση στο τεύχος "Δήμος Σταυρούπολης, Ιστορία και Πολιτισμός" (Ιούλιος 2001). Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά.

Τετάρτη, Μαΐου 16, 2007

Μνήμη


Έλα μανούλα μου μνήμη
πιάσε μου το χέρι και οδήγησέ με.
Μην προσέχεις πού πατάμε,
άσε τα γυμνά μας πόδια να τσακίζουν
ξερόκλαδα φίλους
άνθη έρωτες
αποτσίγαρα νιάτα.

Έλα μανούλα μου και πάμε
κι αργά το βράδυ
να κάτσουμε στο πάτωμα
να φέρουμε το ένα πόδι πάνω στ’ άλλο
να σκύψουμε πρόσωπο με πέλμα
και να μιλήσουμε τρυφερά με τα σημάδια
να χαϊδέψουμε τις πληγές
να βγάλουμε ανάμεσα από τα δάχτυλα
σκουπίδια ημέρες ελπίδες
μαυράδια νύχτες προσευχές
κλωστούλες ξημερώματα ζευγαρώματα

ν’ αδειάσουμε από το χρόνο βάρος μανούλα μου
να ξεμπερδεύουμε πια.

Φωτογραφίες: Daniel Rivas

Σάββατο, Μαΐου 12, 2007

Η τούμπα των εκτελέσεων

Ο χείμαρρος, ο δρόμος και το κανάλι δεν ήταν τα μόνα σημάδια που άφησαν οι εποχές σ’ αυτά τα χώματα, δυτικά της μεγάλης πόλης. Ούτε οι τάφοι που έρχονταν στο φως κάθε φορά που σκόνταφτε στο μάρμαρό τους το φτυάρι των οικοδόμων ή το αλέτρι των γεωργών. Ήταν και τρεις λόφοι, τρεις τούμπες, ακριβώς δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο. Η πρώτη, καθώς άφηνε κανείς πίσω του την πόλη, στα δυτικά˙ η δεύτερη, στα ανατολικά˙ και η τρίτη, πάλι στα δυτικά. Τρεις σωροί χωμάτων, τρία διαφορετικά σημάδια.



Η πρώτη τούμπα υπήρχε γιατί έτσι το θέλησε η φύση και εξαφανίστηκε γιατί έτσι το θέλησε ο άνθρωπος. Δεν έκρυβε κανένα μυστικό για πολλούς αιώνες και δεν ενοχλούσε κανέναν. Μόλις όμως έπεσε στο χώμα της, ο πρώτος εκτελεσμένος πατριώτης από το βόλι του τελευταίου κατακτητή της ένδοξης πόλης και σκάφτηκε στα σπλάχνα της ο πρώτος τάφος, την ίδια στιγμή είχε γραφτεί και η τύχη της σ’ αυτόν τον τόπο. Μόνο σε κάποια φωτογραφία έμεινε η πλαγιά της. Ισοπεδώθηκε και στην θέση της χτίστηκε ένα σχολείο κι ένα γήπεδο ώστε οι φωνές των παιδιών να σκεπάσουν τον βουβό πόνο των μελλοθανάτων και ο ιδρώτας των αθλητών να ξεπλύνει το αίμα των νεκρών.

Η δεύτερη τούμπα ήταν πιο παλιά κι από την πόλη που απλωνόταν από την θάλασσα μέχρι τις πλαγιές του βουνού. Δεν υπήρχε από πάντα. Βρισκόταν ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο όπου για πρώτη φορά στη διαδρομή τους, ο δρόμος και ο χείμαρρος πήγαιναν πλάι-πλάι. Εκεί λοιπόν χτίστηκε το πρώτο σπίτι. Στα χαλάσματά του, ύστερα από αιώνες χτίστηκε κι άλλο και η ιστορία αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές και το χώμα σηκώθηκε είκοσι μέτρα πάνω από τον δρόμο και την κοίτη του χειμάρρου. Σταμάτησε να ψηλώνει από τότε που όλοι οι κάτοικοι των οικισμών κοντά στην θάλασσα, έγιναν πολίτες της νέας πολιτείας και άφησαν μόνο του τον δρόμο και τον χείμαρρο για χιλιάδες χρόνια μέχρι να τους θυμηθούν ξανά και να χτίσουν κάτι δίπλα τους ή και πάνω τους. Η πόλη μεγάλωσε πάρα πολύ και η τούμπα έχει πάλι σπίτια στην κορυφή της και κανείς δεν ξέρει πού θα φτάσει το ύψος της. Η τούμπα αυτή ήταν ο πρώτος σταθμός στην πορεία του μυστήριου ονόματος που κατηφόρισε από τα βορειοδυτικά υψώματα και φώλιασε στον μικρό προσφυγικό οικισμό και στο ίδρυμα για τους ανθρώπους με τα ταραγμένα μυαλά. Μ’ αυτό το όνομα τρύπωσε στα βιβλία και αποτυπώθηκε στους χάρτες.

Η τρίτη τούμπα είναι η νεώτερη και βρίσκεται σ’ ένα σημείο από το οποίο φαίνεται ολόκληρη η πόλη και ολόκληρος ο κόλπος που την περιβάλλει. Είναι κι αυτή δίπλα ακριβώς στον πανάρχαιο δρόμο και υψώθηκε από ανθρώπινο χέρι. Έκρυβε στα σπλάχνα της έναν μεγαλόπρεπο τάφο, κάποιου, σπουδαίου στην εποχή του, ανθρώπου. Τότε δεν έθαβαν μόνο σώματα. Ο νεκρός έπρεπε να έχει μαζί του κι ό,τι θησαυρούς χάρηκε ή στερήθηκε στην ζωή του. Τον έκρυβε για πολλά χρόνια αυτόν τον τάφο, ώσπου, μ’ ένα λαγούμι έφτασαν στους θαμμένους θησαυρούς κάποιοι που ανοίγουν πρώτοι λαγούμια γι’ αυτόν τον σκοπό. Η πόρτα του νεκροθαλάμου βρίσκεται από την αντίθετη μεριά του δρόμου για να μένει αθέατη στους διαβάτες μα δεν κατάφερε να μείνει αθέατη από τους αρχαιοκάπηλους. Η θέληση των συγγενών του νεκρού δεν έβρισκε σύμφωνους κάποιους από τους απογόνους τους. Το στοργικό χέρι των αρχαιολόγων έφτασε, δυστυχώς αργά και φρόντισε όσο μπορούσε ό,τι απέμεινε από τον νεκροθάλαμο. Χρειάστηκε να θυσιαστεί η μισή πλευρά της τούμπας επειδή το βάρος των χωμάτων απειλούσε τα τοιχώματα του τάφου, αλλά κάτι τέλος πάντων, κι απ’ την τούμπα κι απ’ τον τάφο σώθηκε.

Δίπλα στην πρώτη τούμπα στήθηκε ο οικισμός με τα προσφυγόσπιτα κι ανάμεσα σ’ αυτήν και την δεύτερη έκαναν την βόλτα τους, σε ήσυχους καιρούς, τ’ αγόρια και τα κορίτσια των προσφύγων. Ο προσφυγικός οικισμός, είχε πια υποδεχθεί και τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής και χωρίσθηκε σε μαχαλάδες. Κάθε μαχαλάς απέκτησε και την ποδοσφαιρική του ομάδα. Υπήρχε όμως και επίσημη ομάδα. «Μουσικογυμναστικός σύλλογος Απόλλων», γράφει στο πίσω μέρος της μια ξεθωριασμένη φωτογραφία. Τις Κυριακές λοιπόν γίνονταν αγώνες κι οι πρόσφυγες καμάρωναν τα βλαστάρια τους. Πόσο μπορούν όμως να κρατήσουν οι ήσυχοι καιροί;

Νέος πόλεμος συντάραξε την οικουμένη και η ένδοξη πόλη γνώρισε τους, τελευταίους στη σειρά, κατακτητές της. Αυτοί δεν έμειναν πέντε αιώνες. Ούτε πέντε χρόνια καλά-καλά. Πρόλαβαν όμως κι έκαναν μεγάλο κακό. Ξεκλήρισαν μια ολόκληρη φυλή απ’ αυτές που έμεναν στην μεγάλη πόλη. Με τα τραίνα τους κουβαλούσαν στα κρεματόρια και τους εξολόθρευαν. Ισοπέδωσαν το νεκροταφείο τους και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τους εξαφανίσουν από προσώπου γης. Σε όσους από την φυλή αυτή σώθηκαν, δόθηκε, μετά την νέα απελευθέρωση, γη στη δυτική αυτή πλευρά της πόλης για να θάβουν τους νεκρούς τους. Τους νεκρούς που διέθεταν σώμα για να θαφτούν. Γιατί στον ίδιο χώρο, οι επιζήσαντες τίμησαν και τους ανθρώπους που μαζί με την πνοή τους έχασαν και το σώμα τους στα απαίσια στρατόπεδα του θανάτου. Έστησαν ένα κενοτάφιο, ένα μνημείο για να θυμίζει το Ολοκαύτωμα.



Το στρατόπεδο που έκτισαν δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο οι κατακτητές που έμειναν στην μεγάλη πόλη για περισσότερο από πέντε αιώνες, το έκτισαν με δυτικά, ευρωπαϊκά σχέδια και μηχανικούς. Προσπαθούσαν να δείξουν πως κι αυτοί καταλαβαίνουν από την πρόοδο και τον πολιτισμό. Δεν φαντάστηκαν πως σε λιγότερο από μισό αιώνα, θα ήταν δυτικός, ευρωπαϊκός λαός αυτός που θα μετέτρεπε αυτά τα λαμπρά κτίρια σε μια απαίσια φυλακή και σ’ έναν πνιγηρό προθάλαμο εκτελέσεων. Οι νέοι κατακτητές δεν ανεχόντουσαν κανενός είδους αντίσταση. Σε κάθε προσπάθεια των πολιτών για ελευθερία, απαντούσαν με εξοντωτικά αντίποινα εναντίον αμάχων. Μαύρα χρόνια. Τότε ήταν που η τούμπα έγινε τόπος εκτελέσεων. Γειτόνευε με το στρατόπεδο κι αυτό αποδείχτηκε η καταστροφή της. Πολλοί πατριώτες έχυσαν εκεί το αίμα τους. Συγγενείς τους μα και αγνοί πολίτες, πήγαιναν κρυφά τις νύχτες κι άναβαν κεριά, άφηναν ξύλινους σταυρούς, μεταμόρφωναν το σκληρό τοπίο σε χώρο ανάπαυσης των ψυχών. Ένα ακόμη νεκροταφείο γεννιόταν στις παρυφές του πανάρχαιου δρόμου που ένωνε την μεγάλη πόλη με όλον τον κόσμο.

Το στρατόπεδο το διοικούσε ένα τέρας που λάτρευε το ποδόσφαιρο. Προσπαθούσε να δελεάσει τους κρατούμενους να ακολουθήσουν το παράδειγμα των παιδιών της γειτονιάς που έκαναν στέκι τους το γήπεδο που είχε φτιάξει σε μια γωνιά του στρατοπέδου. Οι κρατούμενοι, αντάρτες και στρατιώτες των λαών που πολεμούσαν τον φασίστα κατακτητή, είδαν το παράθυρο που τους κρατούσαν ορθάνοιχτο τα παιδιά της γειτονιάς. Το ποδόσφαιρο ήταν η αγάπη τους μα μπορούσε να γίνει και το όπλο τους. Και έγινε. Ένα καλοστημένο δίκτυο αποδράσεων στήθηκε και πολλοί αιχμάλωτοι ξέφυγαν και απέκτησαν επαφή με τους αντάρτες που συνέχιζαν την ένοπλη αντίσταση στον τελευταίο κατακτητή. Τα παιδιά της ομάδας που έπαιζε ποδόσφαιρο με τις ομάδες των αιχμαλώτων και των στρατιωτών του κατακτητή έμεναν σε διαφορετικές συνοικίες. Μερικά προέρχονταν από τον προσφυγικό οικισμό που είχε στηθεί δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο. Αυτά τα παιδιά, μέχρι τα βαθιά τους γεράματα διατηρούσαν αλληλογραφία με τους στρατιώτες του γειτονικού λαού που έπαιζαν μαζί ποδόσφαιρο στο στρατόπεδο του θανάτου. Ήταν στρατιώτες του ίδιου λαού που έθαψε τα κόκαλα των παιδιών του που έχασε στον προηγούμενο Μεγάλο Πόλεμο εκεί, δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο. Στο ίδιο σημείο αυτός ο λαός έστησε ένα μνημείο και έφερε από την ελληνική πρωτεύουσα ένα ζευγάρι που έπιανε πέτρες και χώματα στα χέρια του και έφτιαχνε αγγέλους και αγίους με φωτεινά χρώματα και το ζωγράφισε. Να έχουν τα κόκαλα και οι ψυχές κάποιον κοντά τους, να τους θρηνεί και να τους υμνολογεί.

Το κακό φάνηκε να τελειώνει και πάλι. Η ζωή άρχισε να αναδεύει στην μικρή συνοικία , δυτικά της μεγάλης πόλης. Τα τσαΐρια της γέμιζαν με ζευγαράκια που χαίρονταν τον έρωτα. Τα κέντρα της τραβούσαν σαν μαγνήτης τους γλεντζέδες της μεγάλης πόλης. Δίπλα στην τούμπα του θανάτου, απέναντι από το στρατόπεδο, μια αλάνα διαμορφώθηκε σε γήπεδο ποδοσφαίρου και κάθε Κυριακή, παλικάρια με κουστούμια και γραβάτες καμάρωναν τους φίλους τους και τ’ αδέρφια τους να παίζουν μπάλα. Η τούμπα όμως τους πλάκωνε την ψυχή. Φέρανε τις μπουλντόζες και την έκαναν ένα με το χώμα. Μετέφεραν το γήπεδό τους πάνω στα χώματά της. Έκτισαν κι ένα σχολείο και προσπαθούσαν με την ζωή, το τρέξιμο και την γνώση να ξορκίσουν το κακό. Το σχολείο έβγαλε ανθρώπους που σπούδασαν και πρόκοψαν στην ζωή τους μα και το γήπεδο γεννοβολούσε ταλέντα και δύναμη.

Ο νεαρός ποδοσφαιριστής, έδινε όλες του τις δυνάμεις σε κάθε αγώνα και περίμενε την στιγμή που θα τον προσέξει και θα τον ζητήσει ένας μεγάλος σύλλογος για να ξεφύγει από τα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα και τα ξερά γήπεδα. Έβλεπε τον εαυτό του να παίζει σε αγωνιστικούς χώρους με χορτάρι και να τον λούζουν με το φως τους τεράστιοι προβολείς. Τα όνειρα που γίνονται δίπλα στο κανάλι με τα ξωτικά και προέρχονται από άδολες ψυχές, βγαίνουν αληθινά. Ίσως όμως τα ξωτικά να γνώριζαν τι θα συμβεί στις επόμενες χρονιές και φρόντισαν να στείλουν τον νεαρό ποδοσφαιριστή στα μεγάλα γήπεδα που ονειρεύτηκε. Η πρώτη του μεταγραφή έγινε σε μια ομάδα της πρωτεύουσας. Ένα καταπληκτικό σε έμπνευση και εκτέλεση γκολ, τον έστειλε σε μια ομάδα του εξωτερικού. Η τρίτη του ομάδα, ήταν πάλι στην πρωτεύουσα. Μια ομάδα με προσφυγικές ρίζες.
Τα ‘φερε λοιπόν έτσι ο καιρός και καθώς τα χρόνια περνούσαν ειρηνικά, ταράχτηκε πάλι η ψυχή των ανθρώπων. Οι δυτικές, ευρωπαϊκές χώρες -όλες τώρα, και αυτή με τον φασιστικό στρατό που ταλαιπώρησε όλον τον κόσμο στον προηγούμενο πόλεμο-, στράφηκαν κατά του βαλκανικού λαού που είχε νεκρούς θαμμένους δίπλα στον μεγάλο δρόμο. Δεν τους άρεζε λέει ο ηγέτης του και έπρεπε να τον αλλάξουν. Κι αφού δεν τον άλλαζαν με το καλό θα τον άλλαζαν με τις βόμβες. Βομβαρδισμοί και πόλεμος ξανά, στην δύσμοιρη αυτή γειτονιά του κόσμου. Οι πολίτες του γειτονικού κράτους φόρεσαν στο στήθος ζωγραφιστούς στόχους για να διευκολύνουν τα αεροπλάνα στο έργο τους. Ηρωικά υπέμεναν και τον κακό τους ηγέτη και τους απρόσκλητους σωτήρες τους.
Φωνές συμπαράστασης ακούγονταν σε όλη την χώρα για τους αδελφούς γείτονες. Μέσα στον χαλασμό, το ποδόσφαιρο άνοιξε πάλι ένα παράθυρο ελπίδας. Η ομάδα της πρωτεύουσας, με τις προσφυγικές ρίζες και τον νεαρό ποδοσφαιριστή που έμαθε μπάλα στα χώματα της τούμπας που πια δεν υπήρχε, έφτασε στην πρωτεύουσα του γειτονικού κράτους για να παίξει ποδόσφαιρο, αδιαφορώντας για τις βόμβες. Οι σκηνές που μετέδιδαν τα ειδησεογραφικά πρακτορεία ήταν συγκινητικές.



Στο πιο παλιό καφενείο της δυτικής συνοικίας της μεγάλης πόλης, εκεί που σύχναζε ο πατέρας του νεαρού ποδοσφαιριστή, δεν έπεφτε καρφίτσα στο πάτωμα. Όταν η τηλεόραση έδειξε τις δύο ομάδες παραταγμένες και τους ποδοσφαιριστές αγκαλιασμένους να φωτογραφίζονται, όλοι έστρεψαν τα βλέμματα σ’ έναν γεράκο που είχε το δεξί του χέρι στην θέση της καρδιάς και τα δάκρυά του έτρεχαν ασταμάτητα. Στην μέσα τσέπη του σακακιού του, εδώ και τρεις μήνες, από τότε που άρχισαν οι βομβαρδισμοί, φύλαγε ένα γράμμα με δύο φωτογραφίες που έφτασε από την πρωτεύουσα του γειτονικού κράτους. Στη μία φωτογραφία φαινόντουσαν οι ομάδες των παιδιών και των αιχμαλώτων στο γήπεδο του στρατοπέδου, πριν πενηνταπέντε χρόνια. Στην δεύτερη φωτογραφία υπήρχε ένα φέρετρο στους ώμους τεσσάρων παλικαριών. Ο αντίπαλός του στο γήπεδο, ο σύντροφός του στον αγώνα κατά του φασισμού, ο αδελφικός του φίλος στα χρόνια της ειρήνης, πέθανε μία ημέρα πριν να σκάσουν οι βόμβες στο έδαφος της πόλης του.



Οι εποχές αφήνουν τα σημάδια τους στα χώματα. Οι δύο τούμπες κατά μήκος του πανάρχαιου δρόμου, κρύβουν στα σπλάχνα τους καταστροφές. Και μένουν στην θέση τους. Άλλο όμως καταστροφή και άλλο φρίκη. Την φρίκη την θυμίζει με την απουσία της, η άλλη, η ισοπεδωμένη τούμπα δίπλα στο στρατόπεδο.


Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), τα Χριστούγεννα του 2002. Προηγήθηκε η δημοσίευση στο λεύκωμα "Ξορκίζοντας το κακό" (Μάιος 2002). Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά.

Υ.Γ. 2 Το post ανεβαίνει με αφορμή το κείμενο του michalakis.


Υ.Γ. 3 Μερικές εικόνες, από την ταινία του Ζόλνταν Φάμπρι «Το ημίχρονο του θανάτου».

Υ.Γ. 4 Αντί υπογραφής στο τέλος, μια αγωνία: Μήπως πρέπει να ανησυχούμε;





Δευτέρα, Μαΐου 07, 2007

Το στρατόπεδο Παύλου Μελά στον αέρα ή αέρας στα μυαλά μας;



Το στρατόπεδο του Παύλου Μελά, από ψηλά. Το όριό του προς τα δεξιά, η οδός Λαγκαδά. Στο βάθος τα Συμμαχικά Κοιμητήρια του Ζέιτενλικ.



Αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης. Φαίνονται τα υπάρχοντα κτίρια που ανήκουν σε τρεις κατηγορίες: διατηρητέα, ερείπια και άξια συντήρησης.



Η μελέτη αξιοποίησης, την οποία κατέθεσε στο Δημοτικό Συμβούλιο Σταυρούπολης το Δεκέμβριο του 2006 η απερχόμενη διοίκηση και την οποία αποκηρρύσσει μετα βδελυγμίας η νέα διοίκηση. Στο αριστερό τμήμα τοποθετούνται οι πέτρες του σκανδάλου: κτίρια στρατιωτικών, κατάστημα ΙΚΑ. Από κάτω τους προς την οδό Λαγκαδά, το κτίριο της ΔΕΗ και η εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου.



Ένα από τα δύο μεγάλα διατηρητέα κτίρια του στρατοπέδου Παύλου Μελά.



Εγκαταστάσεις που χαρακτηρίζονται ερείπια και προτείνεται να κατεδαφιστούν.

Ακολουθούν κείμενα που αποδίδουν το πολιτικό τοπίο γύρω από την υπόθεση απόδοση στρατοπέδου Παύλου Μελά στο Δήμο Σταυρούπολης.



1) Η θέση του δημάρχου Σταυρούπολης, κ. Σάββα Σερασίδη όπως καταγράφεται σε έγγραφο που διανεμήθηκε στα μέλη του δημοτικού συμβουλίου με ημερομηνία 05.04.2007:

Αξιοποίηση του στρατοπέδου Παύλου Μελά


Αποτελεί πάγιο και χρόνιο πια αίτημα των κατοίκων της Δυτικής Θεσσαλονίκης η αξιοποίηση του στρατοπέδου του Παύλου Μελά. Ένα αίτημα που έχει εκφραστεί τόσο από τους Δημάρχους των Δυτικών Συνοικιών σε πολλαπλές συσκέψεις όσο και από την Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων νομού Θεσσαλονίκης. Ήδη από το 2003 η ΤΕΔΚ του νομού μας εκφράζει την αντίθεσή της στην οικοδόμηση νέων κτιρίων στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά και τονίζει ότι η εξολοκλήρου παραχώρηση των στρατοπέδων στους Δήμους είναι η μόνη διέξοδος «διαφυγής» από τον ασφυκτικό κλοιό του τσιμέντου και την ολοένα αυξανόμενη δόμηση με την ανάπτυξη του πρασίνου, των πάρκων και των χώρων αναψυχής.

Τα 383 στρέμματα γης είναι η μοναδική ελπίδα για τους εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους της περιοχής. Η περιοχή μας αποτελεί το πιο υποβαθμισμένο τμήμα της Θεσσαλονίκης. Η ζωή μας καθημερινά μολύνεται από το νέφος της βιομηχανικής ρύπανσης και από τα καυσαέρια των οχημάτων που διασχίζουν την πόλης μας στην πεπλατυσμένη πλέον οδό Λαγκαδά -που εξυπηρετεί 400.000 κατοίκους- και την περιφερειακή. Η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία από τις κεραίες και ο ανεγειρόμενος υποσταθμός της ΔΕΗ στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά ενισχύουν την ήδη βεβαρημένη ατμόσφαιρα.

Όλα τα προηγούμενα σε συνδυασμό με την άναρχη δόμηση και την απουσία έργων υποδομής δημιουργούν ένα εφιαλτικό τοπίο. Παράλληλα, η εσωτερική μετανάστευση και η σημαντική αύξηση του πληθυσμού με την ανάγκη για κατοικίες έχουν επιβαρύνει επιπλέον το Δήμο Σταυρούπολης. Εξάλλου, σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία ο πληθυσμός από το 1979 αυξήθηκε κατά 40%, ενώ οι ελεύθεροι χώροι μειώθηκαν κατά 40%.

Η περιοχή μας δε σηκώνει άλλη υποβάθμιση. Μοναδική ελπίδα ανάτασης είναι η δημιουργία ενός μητροπολιτικού πάρκου στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά. Δεν μπορούμε να δεχτούμε κι άλλη υποβάθμιση. Δεν έχουμε ανάγκη από μπετόν και νέα κτίσματα στο χώρο του στρατοπέδου.

Οι στρατιωτικές κατοικίες το κτίριο του ΙΚΑ, το Δημαρχιακό Μέγαρο και τα διάφορα άλλα μικρότερα και απαραίτητα κτίρια που προτείνονται στο σχέδιο αξιοποίησης του κ. Σουλάκη εκτός του ότι περιορίζουν σημαντικά την έκταση πρασίνου, επιβαρύνουν ένα «μητροπολιτικό πάρκο» με λειτουργίες που δεν είναι καθόλου συμβατές με ένα μητροπολιτικό πάρκο. Το προτεινόμενο κτίριο του ΙΚΑ γιατί να μη γίνει σε κάποιο πρώην καπνομάγαζο ή σε έναν άλλο κατάλληλο χώρο; Η δημιουργία ενός οικισμού μέσα στο χώρο του πρώην στρατοπέδου, δίπλα σε μια συνοικία του Δήμου θα αυξήσει και θα οξύνει τα προβλήματα υποδομών προκαλώντας ασφυξία στην ευρύτερη περιοχή.

Η κοινή γνώμη όλης της Θεσσαλονίκης όπως φαίνεται από τον τοπικό τύπο και τις κινητοποιήσεις του Σταυρουπολίτικου λαού απαιτεί τη δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου. Απορρίπτει κάθε λογική μαζικής οικοδόμησης νέων κτιρίων. Το έγκλημα της πολεοδόμησης του θα υποβαθμίσει οριστικά την πόλη και θα της στερήσει την ποιότητα ζωής που έχουν ανάγκη οι κάτοικοι της περιοχής. Εξάλλου, από τη σύνταξη του Ρυθμιστικού Σχεδίου αποκαλύφθηκαν οι μεγάλες ελλείψεις σε πράσινο και κοινωφελείς λειτουργίες τόσο σε επίπεδο Δήμου όσο και σε υπερτοπικό.

Η παραχώρηση του στρατοπέδου του Παύλου Μελά είναι η μοναδική ελπίδα για να αξιοποιηθεί ο τελευταίος αυτός πνεύμονας ποιότητας ζωής σε ένα ήδη πυκνοκατοικημένο και κυκλοφοριακό βεβαρημένο αστικό περιβάλλον.

Διεκδικούμε την απόδοση του στο Δήμο Σταυρούπολης με τη δική του ευθύνη για τον τρόπο αξιοποίησής του. Η ΤΑ είναι ώριμη και ικανή να διαχειριστεί μεγάλα ζητήματα. Οι Δήμοι έχουν δώσει πολλές εξετάσεις και έχουν πετύχει στον τομέα των αστικών αναπλάσεων και μπορούν να διασφαλίσουν τη βέλτιστη αξιοποίηση του στρατοπέδου με στόχο την ποιότητα ζωής των πολιτών και την ικανοποίηση των αναγκών τους.


Παρόμοια θέση διατυπώνεται και στο blog της παράταξης που διοικεί τον Δήμο.

2) Η θέση του προηγούμενου δημάρχου κ. Διαμαντή Παπαδόπουλου, υπό την παρακολούθηση του οποίου ολοκληρώθηκε η μελέτη αξιοποίησης που κατατέθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο:


ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ

Η ανικανότητα, η εμπάθεια, η κομματική υστεροβουλία έχουν δικαίωμα να εμποδίσουν την ανάπτυξη του τόπου;
Το στρατόπεδο του Παύλου Μελά, με τη σημερινή του έκταση, μετά τη διάνοιξη της οδού Λαγκαδά, τριακοσίων εξήντα τρία περίπου στρεμμάτων (363.500 m2), ανήκει αποκλειστικά στα διοικητικά όρια του Δήμου Σταυρούπολης.


Α) Διοικητικά Όρια

Σχετικά με τα όρια των Δήμων που γειτνιάζουν με το στρατόπεδο Παύλου Μελά αυτά καθορίσθηκαν : α) Με τον Δήμο Πολίχνης με απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου το έτος 1957. Και β) Με τον Δήμο Νεάπολης με την από 12/05/1992 έκθεση καθορισμού ορίων της προβλεπόμενης με το άρθρο 14 παρ.1 του Π.Δ. 323/1989 Επιτροπής Καθορισμού Ορίων.
Από τα παραπάνω προκύπτει , ότι τον κύριο και αποφασιστικό ρόλο, στην αξιοποίηση του στρατοπέδου έχει ο Δήμος Σταυρούπολης. Αυτός (ο Δήμος) και μόνον αυτός έχει την ευθύνη και υποχρέωση να συνεργασθεί με την Πολιτεία (Υπουργεία Εθνικής Αμύνης, Υπουργείο ΠΕ. ΧΩ.Δ.Ε., Οργανισμός Ρυθμιστικού Θεσ/νίκης κ.λ.π.), ώστε σύμφωνα με τις διαδικασίες που απαιτούνται από τον Νόμο, να γίνει η παραχώρηση χώρου, στον Δήμο Σταυρούπολης. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε, ότι είναι το μοναδικό στρατόπεδο που ο χώρος του θα παραχωρηθεί κατά πλήρη κυριότητα. Τμήματα άλλων στρατοπέδων έχουν μέχρι σήμερα παραχωρηθεί μόνον κατά χρήση.

Το τελευταίο όμως χρονικό διάστημα σε διάφορα δημοσιεύματα αναφέρονται (σκοπίμως;) απόψεις και ειδήσεις που σκοπό έχουν την δημιουργία της εντύπωσης ότι για το στρατόπεδο συναποφασίζουν οι Δήμοι Σταυρούπολης, Νεάπολης και Πολίχνης, διότι ανήκει και στους τρεις Δήμους. Κάποιοι πολιτικοί και κομματικοί κύκλοι της Θεσ/νίκης επιθυμούν και καλλιεργούν τέτοια σενάρια για δικό τους πολιτικό όφελος. Σε αυτό συντέλεσαν και οι τουλάχιστον ατυχείς δηλώσεις του νέου Δημάρχου κ. Σ. Σερασίδη. Ήταν ατυχείς οι δηλώσεις ή υπάρχει στην σκέψη και στους σχεδιασμούς του, τέτοια προοπτική; Τον καλούμε να απαντήσει ευθέως στους Σταυρουπολίτες. Ας μας πει τέλος, αν ο Δήμος Σταυρούπολης είχε συναποφασίσει για την αξιοποίηση του πρώην στρατοπέδου Στρεμπενιώτη με τον Δήμο Νεάπολης, ή αν θα συναποφασίσει μαζί με τον Δήμο Πολίχνης, για την αξιοποίηση του Στρατοπέδου Καρατάσου. Η Διοίκηση του Δημάρχου Δ. Παπαδόπουλου (2002 – 2006) δέχθηκε αιτήματα Δήμων, Υπηρεσιών και Κρατικών φορέων για κάλυψη των στεγαστικών αναγκών τους σε κτήρια του στρατοπέδου. Απάντησε κατηγορηματικά όχι σε ότι ήταν έξω από την φιλοσοφία της δημιουργίας ενός μητροπολιτικού πάρκου με χαρακτήρα υπερτοπικό, για όλους τους κατοίκους των Δυτικών Συνοικιών και της Θεσ/νίκης γενικότερα.

Β)Διαδικασία απόδοσης του στρατοπέδου Π. Μελά στον Δήμο.

Η παραχώρηση του στρατοπέδου Π. Μελά στον Δήμο μας είναι μια πολιτική εξαγγελία και της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και της κυβέρνησης της Ν.Δ.
Η διαδικασία παραχώρησης καθώς και οι απαιτούμενοι όροι και δεσμεύσεις έχουν καθορισθεί με τον Ν2745/27-10-1999 (ΦΕΚ 224Α/99) που εισηγήθηκε στην βουλή η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και αποδέχθηκαν τα κόμματα. Βάσει του νόμου, συνεστήθη ειδική υπηρεσία στο Υ.ΕΘ.Α. με την ονομασία “Υπηρεσία Αξιοποίησης και Μετεγκατάστασης Στρατοπέδων” (Υ.Α.Μ.Σ) με καθορισμένες αρμοδιότητες που είναι :
α) η εκπόνηση ή ανάθεση σε συνεργασία με τους ΟΤΑ μελετών αξιοποίησης των στρατοπέδων που εκκενώνονται
β) την εξεύρεση πόρων για την μετεγκατάσταση και
γ) την χρηματοδότηση της μετεγκατάστασης των στρατοπέδων (άρθρο 2 Του Νόμου).

Σε σχετικά άρθρα του Νόμου (άρθρο 3 παρ.2 και άρθρο 3 παρ.3) καθορίζεται η διαδικασία έγκρισης της πολεοδόμησης των χώρων καθώς και ορισμένες προϋποθέσεις , που είναι:
α) τουλάχιστον 50% των παραχωρημένων χώρων θα προβλέπεται για κάλυψη αναγκών σε χώρους πρασίνου και κοινοφελών εξυπηρετήσεων και
β) ποσοστό της πολεοδομημένης γης θα αποδοθεί στο υπουργείο Εθνικής Αμύνης (δεν αναφέρεται ποσοστό, άρα εκ των συμφραζόμενων προκύπτει έως 50%).

Η διαδικασία έγκρισης της πολεοδόμησης , περιλαμβάνει:
α) την εκπόνηση μελέτης από τον Δήμο
β) την έγκριση της μελέτης από την Υ.Α.Μ.Σ
γ) την έκφραση θετικής γνώμης από το Σ.Χ.Ο.Π. (Κεντρικό Συμβούλιο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος)
δ) την θετική απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.

Μετά από όλα αυτά εγκρίνεται το ρυμοτομικό διάταγμα και με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Αμύνης παραχωρείται ο χώρος.
Από τα παραπάνω αβίαστα προκύπτει, ότι τον καθοριστικό ρόλο έχει το Υ.ΕΘ.Α και η Υ.Α.Μ.Σ. Με τα δεδομένα αυτά ο Δήμαρχος Δ. Παπαδόπουλος και η Διοίκηση του Δήμου
(2002 – 2006) με τεχνικό σύμβουλο αρχιτεκτονική μελετητική ομάδα καταξιωμένων μηχανικών ξεκίνησαν μια διαδικασία προτάσεων και αντιπροτάσεων με την Υ.Α.Μ.Σ, έχοντας σαν αρχή :
α) την παραχώρηση της μέγιστης δυνατής έκτασης στον Δήμο
β) την ελάχιστη δυνατή προσθήκη νέων όγκων
γ) την αξιοποίηση των διατηρητέων και άλλων υπαρχόντων κτηρίων του στρατοπέδου για την δημιουργία Μουσείων Εθνικής Αντίστασης, προσφυγικού Ελληνισμού και άλλων χώρων Πολιτισμού
δ) την δημιουργία μεγάλων εκτάσεων πρασίνου διατηρώντας τις υπάρχουσες και προσθέτοντας και άλλες (βοτανικός κήπος κ.τ.λ.).

Βασικός στόχος ήταν η αξιοποίηση του χώρου για το καλό της Σταυρούπολης, των Δυτικών συνοικιών και της Θεσσαλονίκης γενικότερα, στα πλαίσια δημιουργίας ενός μεγάλου μητροπολιτικού πάρκου.

Αποδέχθηκε μόνον την δημιουργία κτιρίου του ΙΚΑ (με την ονομασία ΙΚΑ Σταυρούπολης) για να στεγασθούν
α) Υπηρεσίες Περίθαλψης (κέντρο Προστασίας Μάνας και παιδιού, ιατρεία, διαγνωστικά κέντρα) και
β) Υπηρεσίες ασφάλισης, για να σταματήσει επιτέλους ο κάτοικος της Σταυρούπολης να μην γνωρίζει σε ποιο ΙΚΑ ανήκει (στο Ευόσμου, στο Νεάπολης , στο Πύλης Αξιού;)
Επίσης αποδέχθηκε την δημιουργία υπόγειου πάρκινγκ αναγκαίου για την στάθμευση των αυτοκινήτων, όσων θα επισκέπτονται το πάρκο αλλά και των περιοίκων αλλά και των μελλοντικών επιβατών του μετρό, που θα διέρχεται μελλοντικά από την οδό Λαγκαδά.
Κατόρθωσε τέλος η διοίκησή μας να ελαχιστοποιήσει σε 9,3% το ποσοστό γης που θα κρατήσει ο σημερινός ιδιοκτήτης (Τ.Ε.Θ.Α), ΕΝΩ στο Δήμο Σταυρούπολης παραχωρείται το 90,7 % του χώρου –πρέπει να σημειώσουμε ότι στο ποσοστό 9,3% περιλαμβάνονται :
α) ο χώρος του ΙΚΑ (5 στρέμματα),
β) έκταση 30 στρεμμάτων που εμπεριέχει το υφιστάμενο αλσύλιο και το χώρο για τη δημιουργία κατοικιών από το Τ.Ε.Θ.Α.

Το σχέδιο αξιοποίησης, αφού έγινε αποδεκτό από την Υ.Α.Μ.Σ., παρουσιάσθηκε σε όλους τους αρμόδιους φορείς (Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας , Οργανισμός Ρυθμιστικού Θεσ/νίκης) και έτυχε της πλήρους αποδοχής και της σύμφωνης γνώμης των, ως έχει, με τις προβλεπόμενες χρήσεις και κατανομή λειτουργιών καθώς και με την μορφολογική επίλυση και τις πολεοδομικές επί μέρους διευθετήσεις. Κατατέθηκε επίσης και αναλύθηκε λεπτομερώς στο Δημοτικό Συμβούλιο Σταυρούπολης το Δεκέμβριο του 2006. Τότε η αντιπολίτευση και σημερινή Διοίκηση με την επίδειξη εμπάθειας, μιζέριας, ανικανότητας και μικροκομματικής λογικής αποχώρησε αρνούμενη να ακούσει και να τοποθετηθεί, αποδεχούμενη ουσιαστικά ότι δεν έχει θέση και άποψη. Αλλά και σήμερα που είναι πλέον Διοίκηση δεν ξέρει τι θέλει και αυτό γιατί ΔΕΝ γνωρίζει τα προβλήματα του τόπου, ΔΕΝ θέλει να δουλέψει και να βρεί λύσεις, ΔΕΝ έχει όραμα διορατικότητα και σχεδιασμό.

Αντ’ αυτού τι κάνουν; Λοιδωρούν το έργο της Διοίκησής μας και την υπάρχουσα μελέτη αξιοποίησης και διαστρεβλώνουν με επίσημες δηλώσεις του Δημάρχου κ. Σ. Σερασίδη και άλλων επίσημων και ανώνυμων αρθρογράφων, τις προβλεπόμενες χρήσεις. Λέγουν ότι το ΙΚΑ θα έχει μόνο διοικητικές υπηρεσίες και αποκρύπτουν, ότι κύριως θα υπάρχουν υπηρεσίες περίθαλψης.
Μήπως δεν γνωρίζουν το έγγραφο του ΙΚΑ Γ23/1732/17-05-06 με αριθμό πρωτοκόλλου του Δήμου Σταυρούπολης 14910/25-05-06;
Ή το γνωρίζουν και το κρύβουν ή βαριούνται να το διαβάσουν.
Μεγιστοποιούν και αναθεματίζουν την αξιοποίηση του χώρου που θα κρατήσει το Τ.Ε.Θ.Α ξεχνώντας (;) ότι το δικαίωμα αυτό τους το έδωσε ο Νόμος του 1999.

Αν μπορούν να πετύχουν την παραχώρηση ολόκληρης της έκτασης (100%) ας το κάνουν και εμείς θα τους χειροκροτήσουμε. Όμως δεν υπάρχουν χρονικά περιθώρια. Ανά πάσα στιγμή το θέμα μπορεί να μεταφερθεί στις καλένδες. Αν αδρανήσουν, καταστώντας την παραχώρηση του χώρου, εργαλείο κομματικών σκοπιμοτήτων, το αποτέλεσμα θα είναι η απώλεια του χώρου, με όλες τις συνέπειες για την ζωή των συμπολιτών μας. Και αυτό δεν θα τους το συγχωρέσει ΚΑΝΕΙΣ.

3) Η θέση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, όπως πέρασε στον Τύπο (Εφημερίδα των Πολιτών, 25.4.2007), σε απάντηση ερώτησης του Γ. Μαγκριώτη, ο οποίος, όπως και όλοι οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για την ολιγωρία της κυβέρνησης να αποδώσει στη Σταυρούπολη το στρατόπεδο και για την πρεμούρα της να κτίσει και κατοικίες εκεί μέσα και διαγράφουν με μιας από τη συλλογική μνήμη το πέρασμά τους, για δεκαετίες, από τα ίδια κυβερνητικά πόστα και την μη ενδοτικότητά τους στο, από τότε, διατυπούμενο αίτημα της τοπικής κοινωνίας για απόδοση του στρατοπέδου στη Σταυρούπολη:


ΕΡΩΤΗΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΤΟΥ Γ. ΜΑΓΚΡΙΩΤΗ

«Ανεύθυνη η στάση της κυβέρνησης στο θέμα του Παύλου Μελά»

Για «ανευθυνότητα της κυβέρνησης» στο θέμα αξιοποίησης του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά στη Σταυρούπολη κάνει λόγο ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Γιάννης Μαγκριώτης σε δηλώσεις του, με αφορμή την απάντηση που έλαβε από το υπουργείο εθνικής άμυνας σε σχετική ερώτησή του στη Βουλή.

Συγκεκριμένα, ο βουλευτής επεσήμανε πως «το γεγονός ότι ο υφυπουργός άμυνας κ. Λαμπρόπουλος ψάχνει αλλού τις ευθύνες, δείχνει ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει με υπευθυνότητα το προβλήματα. Δεν δείχνει εμπιστοσύνη στην τοπική αυτοδιοίκηση, ούτε έχει αποφασίσει παρά τις αντίθετες διακηρύξεις, να παραχώρησει τα στρατόπεδα στις τοπικές κοινωνίες».

Η ερώτηση

Στην ερώτησή του προς το υπουργείο εθνικής άμυνας ο κ. Μαγκριώτης αναφέρεται στις αντιθέσεις της τοπικής κοινότητος και γενικά των κατοίκων των δυτικών συνοικιών στα σχέδια του υπουργείου εθνικής άμυνας σημειώνοντας ότι «οι κάτοικοι της περιοχής καθώς και η παρούσα δημοτική αρχή αντιδρούν στα σχέδια της περαιτέρω ανοικοδόμησης εντός του πρώην στρατοπέδου, τονίζοντας ότι η συγκεκριμένη έκταση θα πρέπει να αποτελέσει μητροπολιτικό πάρκο που θα καλύπτει τις ανάγκες των κατοίκων των δυτικών περιοχών».

Τελειώνοντας ο βουλευτής ρωτάει τον υπουργό αν προτίθεται να κάνει κάτι σχετικό με το αίτημα των κατοίκων της περιοχής, διότι, όπως τονίζει «στη Θεσσαλονίκη και κυρίως στις δυτικές περιοχές» η ανάγκη για την δημιουργία ενός χώρου πρασίνου είναι επιτακτική καθώς «έχει υποπολλαπλάσια έκταση πρασίνου ανά κάτοικο από το κατώτατο διεθνώς παραδεκτό όριο».

Η απάντηση

Απαντώντας στην ερώτηση του κ. Μαγκριώτη ο υφυπουργός εθνικής άμυνας σε σχετικό έγγραφο αναφέρει τα εξής:
«Το στρατόπεδο βρίσκεται στην περιοχή του δήμου Σταυρούπολης, στο όριο των δήμων Αμπελοκήπων, Νεάπολης και Πολίχνης. Η αρχική έκτασή του ανερχόταν σε 413,421 τ.μ. Έπειτα από παραχώρηση εκτάσεων στη Δ.Ε.Η., στο δήμο Σταυρούπολης και στο δήμο Πολίχνης, η έκτασή του περιορίστηκε στα 383,267 τ.μ.

Ο δήμος Σταυρούπολης έχει αναλάβει να εκπονήσει, σε συνεργασία με την Αναπτυξιακή Εταιρεία Βορειοδυτικής Θεσσαλονίκης, τον ΟΡΣΘ και την Υ.Α.Μ.Σ., πολεοδομική μελέτη αξιοποίησης του στρατοπέδου (δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου) και αναμένεται η υποβολή της (Α' φάση) ώστε το Υ.ΕΘ.Α. να τοποθετηθεί επ' αυτής.

Η Υ.Α.Μ.Σ. πάντως έχει απαντήσει θετικά σε αίτημα του ΙΚΑ για την απόκτηση (με αγορά) τμήματος του στρατοπέδου έκτασης περίπου 5.000 τ.μ. με σκοπό την ανέγερση υποκαταστήματος.

Επίσης η Υ.Α.Μ.Σ. έχει κατ’ αρχήν συμφωνήσει στο αίτημα του Συμβουλίου Αστικών Συγκοινωνιών της Θεσσαλονίκης (Σ.Α.Σ.Θ.) για την παραχώρηση έκτασης περίπου 15.000 τ.μ. στο στρατόπεδο «Π. Μελά», με σκοπό τη δημιουργία σταθμού μετεπιβίβασης, απαραίτητου λόγω της κατασκευής του μετρό Θεσσαλονίκης.

Και για τα δύο αιτήματα έχει ενημερωθεί από την Υ.Α.Μ.Σ. ο Δήμος Σταυρούπολης».


Μετά από όλα αυτά και καθώς πλησιάζουν εκλογές και η υπόθεση του στρατοπέδου μοιάζει ένα καλό βέλος στην αντιπολιτευτική τακτική του ΠΑΣΟΚ, υπάρχει κανείς που θεωρεί πως η πολιτική του «όλα ή τίποτα» είναι αυτή που χρειάζεται η πόλη μας;

Είναι τόσο απαράδεκτη η μελέτη που δεν αξίζει τον κόπο να αποτελέσει βάση συζήτησης ακόμη και στο Δημοτικό Συμβούλιο;

Δεν θα είναι κρίμα, όταν μετά από χρόνια που θα έχει χαθεί το στρατόπεδο, τα καφενεία να είναι γεμάτα από ανθρώπους που θα ξέρουν πολύ καλά τι έφταιξε και θα παίζουν με αυταπάρνηση την μπιρίμπα και την πρέφα τους;



Σάββατο, Μαΐου 05, 2007

Μάθημα αυτογνωσίας



Πιστεύω πως τυπώθηκα θεά!

Για το δαίμονα του τυπογραφείου
θα μάθω αργότερα, πολύ αργότερα.

Φωτογραφία και σχετικό δελτίο τύπου: Ant1

Παρασκευή, Μαΐου 04, 2007

Απόμαχος χορός




Σηκώθηκε βαρύς,
άπλωσε τα χέρια του σε σταυρό

κι ούτε ένας μες στο μαγαζί δεν κοίταξε τη μεγάλη του κοιλιά
κι ούτε ένας δεν κόλλησε τα μάτια του στο πουκάμισο,
που δεν τα κατάφερνε να χωθεί ατσαλάκωτο στο παντελόνι.


Όρθωσε το αφρόντιστο σώμα του,
χαρακιές στο μέτωπο τα χρόνια,
φλεβίτσες κόκκινες στα μάγουλα οι φίλοι
κι όλοι του οι έρωτες,
βερνίκι αστραφτερό στα μαύρα του λουστρίνια.


Ούτε μια φορά, σ’ όλο το χορό, δε χαμογέλασε.
Ούτε μια φορά δεν σπίθισαν τα θολά του μάτια.


Χόρευε αργά,
είχε ψηλά το κεφάλι,
απλωμένα τα χέρια˙
ένα βουβό,
περιστρεφόμενο
εν τούτω νίκα
νικημένο.

Η εικόνα είναι του
Γιάννη Βούρου