Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2015

Η ΚΑΝΤΙΝΑ στις Συκιές Θεσσαλονίκης

Το 2ο ΓΕΛ Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης έχει την ιδιαίτερη συμμετοχή του στο θεατρικό έργο ΚΑΝΤΙΝΑ/CANTEEN/CAN(TEEN). Ο συγγραφέας του έργου, δύο καθηγητές του (καθηγητής και καθηγήτρια) και δύο μαθητές του παλαιότερων ετών (μαθητής και μαθήτρια) ηθοποιοί, είναι δικά του παιδιά. Στους χώρους του έγιναν οι περισσότερες πρόβες κατά την μακρά προετοιμασία του έργου (Μάρτιος 2014-Νοέμβριος 2014). Και όχι μόνον αυτά. Ο υπεύθυνος της ιστοσελίδας του παραβρέθηκε στην τελευταία παράσταση του κύκλου της Θεσσαλονίκης στο Κλειστό Δημοτικό Θέατρο Συκεών και την φωτογράφησε διακριτικά και αθόρυβα. Ευχαριστώ πολύ.
































































Κυριακή, Μαρτίου 01, 2015

Ένα μέηλ για την ΚΑΝΤΙΝΑ/CANTEEN/CAN(TEEN)



Το e-mail αυτό το πήρα μετά τις δύο πρώτες παραστάσεις του θεατρικού έργου ΚΑΝΤΙΝΑ/CANTEEN/CAN(TEEN). Απευθύνεται άμεσα στον συγγραφέα και στην σκηνοθέτιδα-ηθοποιό, αλλά αφορά στην συνολική προσπάθεια των συντελεστών των παραστάσεων. Για φινάλε ενός κύκλου, το παραθέτω. Ανήκει στον Π.Κ.

Συνάδελφε Σπύρο,

στο βαθμό που η Τέχνη επαληθεύεται απο τις αισθήσεις,
ευχαριστώ εσένα και τους συνεργάτες σου
για τις εγχαράξεις που μου προκάλεσαν
τα τσαλίμια σας,τα ταξίμια σας και τα μολύβια σας.

Υ.Γ. Δεν λέω για  ταξίδια
που κάνουν ρίμα με τα ταξίμια,
γιατί οι άνθρωποι πια σπάνια ταξιδεύουν.
Νά κι ένα παράδειγμα προς επίρρωσιν...
Ένιοι τινές... βγαίνουν το σαββατόβραδο
και πάνε θέατρο ή πλατεία...
Δεν πάνε στο θέατρο.
Αλλά ούτε στην πλατεία.
Φεύγουν απ’ το σπίτι τους,
το ρηχό,το παιδι-αστικό
και τ’ αδειανό ...
σαν το πουκάμισο.

 Για τη Σταυρούλα: 


Γυναίκες (Λευκή Μολφέση)
Υπάρχουν γυναίκες που φοράνε
την ομορφιά τους σαν πένθος,
γυναίκες φωτεινές και
σκιασμένες, διπλά δρεπάνια της
αψίδας,
με το παιδί ασάλευτο στα
σταυρωμένα χέρια.
Άλλες είναι χάρτινες, στοιχειά
νηπιαγωγείων,
άλλες πάλι, ζωγραφιές με
κιμωλία,
όρθια τα μαλλιά και μεγάλη
μαύρη τσάντα.
Υπάρχουν γυναίκες ακροκέραμα
ανάμεσα στις άλλες,
γυναίκες με το μακρύ λαιμό, το
χείλος της κανάτας,
άλλες που είναι ωδικά πτηνά κι
άλλες που είναι χήνες.
Υπάρχουν γυναίκες που τις
φωνάζει ο φονιάς
να βγάλουν τον θάνατο περίπατο
μες στ' αραιό το δάσος
Υπάρχουν γυναίκες που τις
φωνάζει το παιδί Μαμά
και αυτές δεν απαντανε...
Υπάρχουν γυναίκες που κάθε
τρίχα της κεφαλης τους
είναι κι ένας όρκος.
Είναι εκείνες που σέβονται το
όνομα τους
Κι οι άλλες που το εξευτελίζουν,
εκείνες που με τα χρόνια
βαραίνουν,
κι οι άλλες που ξεφτίζουν,
εκείνες που στέκουν στο κήπο
ρόδινες σαν τη μυγδαλιά,
εκείνες που άγρια χόρτα
γεμίζουν,
εκείνες που χάνουν το φως τους,
εκείνες που απ' τον καημό
λυγίζουν,
εκείνες που κλωτσαει ο θάνατος
από μικρά παιδιά.
Εκείνες που κλείνουν μια
τελευταία φορά το παράθυρο
και καθαρίζουν μια τελευταία
φορά το σπίτι
και ταΐζουν τον σκύλο μια
τελευταία φορά
και μας αφήνουν δίχως να
πουν λέξη,
έτσι σκληρά και μαγικά,
σαν το κερί που κρατάς στο χέρι
και σου σβήνει.



Τετάρτη, Φεβρουαρίου 18, 2015

Η πρώτη κριτική για την ΚΑΝΤΙΝΑ/CANTEEN/CAN(TEEN)




ΚΡΙΤΙΚΗ: ΚΑΝΤΙΝΑ
Ο Σπύρος Λαζαρίδης συνθέτει ψηφιδωτά τις σκηνές της Καντίνας του και γράφει στα ίσια και στακάτα, όχι λοξά και μοντερνιστικά. Οι ψηφίδες αυτές συνομιλούν μεταξύ τους, ψιθυρίζουν, διαλέγονται, συγκρούονται και τελικά συντίθενται, όπως συμβαίνει και στο επικό θέατρο του Μπρεχτ. Ο λόγος του λαϊκός, με όλη τη σημασία της λέξης, και προσωπικός, δηλαδή των προσώπων. Δεν υπάρχει περίπτωση να μπερδέψεις ως θεατής τον νέο με τον μεγαλύτερο σε ηλικία. Ο λόγος είναι βιωματικός και κουβαλά τον ήρωα, τις λύπες του, τις πίκρες του, τα πολιτικά του φρονήματα, την αριστερά, αλλά και τη δεξιά. Οι ήρωες, λοιπόν, διακρίνονται μεταξύ τους με ενάργεια, σαν γάργαρο νερό, είναι ήρωες θετικοί και αρνητικοί, ο ντελβές τους είναι η κοινωνία μέσα στην οποία ζουν και δρουν.





Απ’ όλα έχει ο μπαχτσές, το ρουφιανόμπατσο που ψαρεύει τον αδαή καντινιέρη, που νομίζει ότι είναι κοφτερόμυαλος, τον μπάτσο εκτελεστή, που τον φωνάζουν Ράμπο, τον Τζώννυ, που πέφτει θύμα της κοινωνίας σαν ήρωας του πολιτικού ή και του νατουραλιστικού θεάτρου. Θα φτάσουν αυτοί τελικά στο τέρμα είτε της σκηνικής ζωής είτε του θανάτου που συντελείται εξωσκηνικά και εξαγγέλλεται, όπως στην αρχαία τραγωδία, για τον Τζώννυ λέω. Οι ήρωες αυτοί στην ουσία τους είναι αντιήρωες, περιθώριο είναι ο καντινιέρης, επαπειλούμενος φιλόλογος με άριστα. Ο Τζώννυ μια από τα ίδια, η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, παιδί της πλατείας αυτός. Οι συστημικοί αστυνομικοί, δημοσιογράφοι και απλοί πολίτες είναι οι αδύναμοι κρίκοι που πάνω τους όμως κάθεται γερά το σύστημα, ο πλούτος, τα Μ.Μ.Ε. Οι σκηνικές ψηφίδες δένονται χαλαρά γύρω από τον θάνατο, επικείμενο, συντελεσμένο, ως απόηχο, ένα χρόνο μετά, χρονική διαστολή και συστολή λοιπόν επί σκηνής σαν το συμπαντικό χρόνο. Όλα συστρέφονται και γύρω από το νεανικό έρωτα, της Τζενούλας και του Νίκου των «κακοφιλημένων» με ηχητικό κέντρο ένα καταπληκτικό τραγούδι, με αυτοαναφορικά και βιωματικά συγγραφικά στοιχεία, η Χαλάστρα, η Κρήνη, το ρεμπέτικο, ο Κούδας είναι οι ελληνικές σαλονικιώτικες μπράντες που το κοινό αναγνωρίζει και αντιδρά. Ναι το κείμενο διαλέγεται με τον τόπο, το χρόνο και τη μνήμη, όπως κάθε κείμενο που σέβεται τον εαυτό του. Συνομιλεί όμως και με τα εξαιρετικά σκηνικά που δείχνουν στον θεατή την πλατεία και το λαϊκό προάστιο, ίσως κάπου στα δυτικά μιας μεγαλούπολης, με ελάχιστες χρωματικές λεπτομέρειες εξαιρετικής έμπνευσης, το κόκκινο, το κίτρινο με μια σημειολογική ερμηνευτική ελευθερία στην πρόσληψη. Να πούμε κόμικ; Ναι. Να πούμε νατουραλισμός; Ναι: ωραίες κλίμακες, ωραίες προοπτικές, ωραία σκηνική λειτουργία που γράφει στους ήρωες.


Οι ήρωες επαρκείς όλοι, ξεχωριστοί όλοι, ο Νίκος, η Γιούλη, η Τζέννυ, ο Τζώννυ καλός, όλοι καλοί. Αχ! αυτή η μάνα, συγκλονιστική η Σταυρούλα Μαμούτου στο χαρακτηριστικό ρόλο, και φυσικά ο Τσαλαμπούνης στο ρόλο του Καντινιέρη, όλα τα λεφτά, κλέβει την παράσταση. Η μουσική ντύνει και συνθέτει την θεατρική ατμόσφαιρα με εντέλεια, το μουσικό θέμα διασχίζει την παράσταση σαν τρένο γρήγορο, αργό, σκοτεινό εντός τούνελ, ενίοτε ειδυλλιακό. Τα κουστούμια απεικονίζουν το κλίμα ρεαλιστικά και δείχνουν τον εκάστοτε ήρωα, ηλικιακά και ιδεολογικά. Φυσικά αλλάζουν όσες φορές πρέπει και όπως πρέπει χωρίς υπερβολές. Το ίδιο ισχύει και με τα μετρημένα είδη φροντιστηρίου. Αφήνω για το τέλος τη σκηνοθεσία που τη θεωρώ εξαιρετική, η Σταυρούλα Μαμούτου κατεύθυνε τα πρόσωπα σωστά, η σωματικότητα ήταν επαρκής, η εκφορά του λόγου καθώς και τα εξωγλωσσικά και παραγλωσσικά σημεία που έντυσαν το λόγο των προσώπων ήταν και το εικός και αναγκαίον. Τελικά ένα εγχείρημα επιτυχημένο, όχι όμως, νομίζω, και το τελευταίο.
 Ι.Σ. ΧΑΤΖΗΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ
Μ.Δ.Ε. ΠΑΡΑΣΤΑΣΙΟΛΟΓΙΑΣ
ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΟΥ
Α.Π.Θ.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 17, 2015

Η ΚΑΝΤΙΝΑ στις Συκιές, 27/2/2015




Κείμενο, Σπύρος Λαζαρίδης
Σκηνοθεσία, Σταυρούλα Μαμούτου
    Σκηνογραφία, Τάσος Τσιάχτας
    Εικαστικό θέμα σκηνικού - αφίσα, Ισμήνη Τσουμπάρη
    Κατασκευή σκηνικού, Αγαθαγγελίδης Τάκης, Μαριάδης Μάκης και φίλοι
    Μουσική, Γιώργος Αθανασιάδης
    Σχεδιασμός φωτισμού, Ολυμπία Λαζαρίδου, Μάκης Μαριάδης
    Ηθοποιοί, Στάθης Δρίζης / αφηγητής
                                     Σταύρος Τσαλαμπούνης / Ξανθός
        Πέτρος Γιοσμάς / Θανάσης
        Ιωάννα Παρλάντζα / Μάχη
        Δήμητρα Γοργορή / Γιούλη
        Σοφία Παπαθανασίου / Φεβρωνία
        Βάσω Μπούρη / Τατιάνα
        Σταυρούλα Μαμούτου / Μάνα
        Μαίρη Λυμπεριάδου / Δημοσιογράφος
        Ευριπίδης Παπαντωνίου / Γεράσιμος
        Ιωσήφ Χατζηιωακειμίδης / Τζώνυ – Πουλί της πλατείας
        Κώστας Δάδος / Νίκος
        Άρτεμις Μάλτα / Τζένη
        Ελισάβετ Αγγουριά - Τσοροχίδου / Σία
        Κατερίνα Βατάλη/ Λίνα
        Ειρήνη Πολύζου / Ειρήνη
        Ολυμπία Κύκλη / Πέρσα