Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2018

Για τη νουβέλα του Νίκου Τακόλα / Οι 32 ώρες της Θεάς

Η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου οφείλει να είναι μια ευχάριστη ασχολία. Όχι κατ’ ανάγκην εύκολη. Ευχάριστη κι ας είναι και επίπονη. Ας έχει πολλά κλειδιά στο έργο του ο συγγραφέας. Ας έχει σκορπίσει πολλά μονοπάτια πλάι στη λεωφόρο του μύθου του. Στο τέλος της ανάγνωσης πρέπει ο αναγνώστης να νιώσει καλά.

Αυτό, καθόλου, δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας γράφει με το μυαλό στον αναγνώστη. Τότε το παιχνίδι είναι στημένο. Η μαγεία είναι απούσα. Τα συγγραφικά τεχνάσματα είναι κάλπικα. Ο καλός συγγραφέας γράφει με το μυαλό στην ιστορία του και στους ήρωές του με το χέρι του στο ρυθμό της ανάσας του με το βλέμμα του στη λευκή σελίδα, στην άδεια οθόνη. Ο καλός συγγραφέας γεμίζει κενά. Πρωτίστως δικά του. Αυτό μπορεί να το κάνει με πρώτη ύλη από το ορυχείο των εμπειριών του και των συναισθημάτων του. Αποκλειστικά. Μπορεί όμως και να αντλήσει από αλλού. Ένα απύθμενο ορυχείο, με άφθονη πρώτη ύλη είναι η Ιστορία. Ο καλός συγγραφέας ορθώνει το ανάστημά του σε γεγονότα που δεν τα ελέγχει, που έγιναν ερήμην του, που δεν τα γνωρίζει σε όλη την έκτασή τους, στο κάτω κάτω. Και μέσα σ’ αυτά τα γεγονότα, που έγιναν σε κάποιον χώρο, σε κάποια εποχή έρχεται και τοποθετεί την δική του ιστορία, που ακολουθεί τον δικό του ρυθμό και ας κινείται στον χρόνο του γεγονότος που τον στοιχειώνει.

Οι 32 ώρες της Θεάς είναι τίτλος αλλά, στο εξώφυλλο του βιβλίου, συνοδεύεται και από υπότιτλο: Μια ερωτική ιστορία στη Θεσσαλονίκη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο μύθος του συγγραφέα απέκτησε θέμα: ερωτική ιστορία. Το μείζον γεγονός θέτει και τον χρόνο εξέλιξης του μύθου: Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο χώρος προσδιορίζεται με σαφήνεια: Θεσσαλονίκη. Το πρώτο κλειδί του συγγραφέα υπάρχει ήδη στον τίτλο: 32. Οι μυημένοι στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, συνδέουν τον αριθμό με τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και έχουν την απάντηση εύκολη: Η μεγάλη Πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης το 1917 κράτησε 32 ώρες.

Το εξώφυλλο του βιβλίου όμως, εκτός από τίτλο, υπότιτλο, συγγραφέα και εκδότη έχει και μια εικαστική σύνθεση. Σε πρώτο πλάνο, ένα φιλί. Τι άλλο; Ερωτική ιστορία θα ακολουθήσει. Παραλία Θεσσαλονίκης και πολεμικό πλοίο στα νερά της. Τι άλλο; όλοι γνωρίζουν πως η Θεσσαλονίκη πλημμύρισε, από θαλάσσης, με ξένους στρατιώτες της Στρατιάς της Ανατολής. Και στο βάθος η πόλη με κυρίαρχο το έμβλημά της, τον Λευκό Πύργο. Μια πρόχειρη ματιά, τα βρίσκει όλα καλά. Είναι όμως όλα καλά; Υπάρχει εδώ ένα λάθος ή ένα ακόμα κλειδί; Ο Λευκός Πύργος έχασε το περιτείχισμά του το 1911, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άρχισε το 1914 και η Θεσσαλονίκη μπήκε σ’ αυτόν το 1915. Τι κάνουμε λοιπόν; Χρεώνουμε λάθος και προχωράμε να ανοίξουμε το βιβλίο ή το αφήνουμε στην άκρη απογοητευμένοι και άτεγκτοι-σκληροί κριτές;
Αν το βιβλίο ήταν ιστορική πραγματεία θα καταλάβαινα μια απογοήτευση. Είναι όμως νουβέλα. Είναι λογοτεχνία. Είναι ένα παραμύθι, ένα ψέμα. Το ξέρει ο συγγραφέας, το ξέρει ο αναγνώστης. Δεν κοροϊδεύει κανείς κανέναν. Ακόμη και στις μυθιστορηματικές βιογραφίες χωράνε αυθαιρεσίες τον συγγραφέων, αν είναι να νιώθουν καλά με τον εαυτό τους και το ήρωα που επέλεξαν να (ξανα)ζωντανέψουν δίνουν το στίγμα τους. Εδώ ο Κουέντιν Ταραντίνο (Άδωξοι μπάσταρδη, 2009) έβαλε χάπι εντ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σκοτώνοντας τον Χίτλερ μέσα σε έναν κινηματογράφο στο Παρίσι. Στο περιτείχισμα του Λευκού Πύργου θα κολλήσουμε; Βάζω τον Ταραντίνο μπροστά, θεωρώ το περιτείχισμα ως το δεύτερο κλειδί του συγγραφέα, εκείνο που ανοίγει την πόρτα στην ουσία της Θεσσαλονίκης και η οποία είναι το παρελθόν της. Αν λοιπόν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και το πλοίο είναι μεν παρελθόν της πόλης αλλά παρόν της νουβέλας, το περιτείχισμα είναι παρελθόν και για την πόλη και για τη νουβέλα. Αυθαίρετο; Ίσως. Και τι έγινε. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης έδωσε τίτλο σ’ ένα βιβλίο του (Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας, 2008) φράση που αποδίδει στον Γιώργο Μπάτη και που στόλιζε ως επιγραφή το καφενείο του και την οποία βάζει στα χείλη του κεντρικού ήρωά του, του Μάρκο Βαμβακάρη. Ενδιαφέρεται κανείς αν πράγματι υπήρχε τέτοια ταμπέλα  στο καφενείο του Μπάτη και αν πράγματι έλεγε ο Μάρκος Βαμβακάρης το «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας»; Ο Μάρκος του Γιώργου Σκαμπαρδώνη το λέει. Τέλος. Και ανοίγουμε το βιβλίο του Νίκου Τακόλα.

Η πρώτη εικόνα είναι αναμενόμενη. Παρατήρηση της πόλης από τη θάλασσα. Αυτή είναι η εικόνα που γνωρίζουμε όλοι. Μια πόλη απλωμένη στους πρόποδες ενός βουνού. Οι βαρκάρηδες, τιτλοφορείται το πρώτο κείμενο του βιβλίου. Το μέλημά τους δεν είναι η ψαριά αλλά η κατόπτευση της πόλης. Έχουν τον σκοπό τους. Είναι όμως κι ένα κλείσιμο του ματιού του συγγραφέα. Οι βαρκάρηδες της Σαλονίκης, είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο στη βιβλιογραφία της Θεσσαλονίκης. Είναι η ομάδα των Βούλγαρων αναρχικών στις αρχές του εικοστού αιώνα που αναστάτωσε με τις βόμβες της την πόλη. Κι οι βαρκάρηδες του Τακόλα δεν έρχονται για καλό. Ο συγγραφέας τους θέλει προπομπούς του σμήνους των ξένων στρατιωτών που θα κατακλύσει την πόλη στα τέλη του 1915. Σε κάποια φράση, αυτού του πρώτου και εισαγωγικού κειμένου, εμφανίζονται οι τρεις Γάλλοι αρχιστράτηγοι της Στρατιάς της Ανατολής σα να συναποφασίζουν και να συνεδριάζουν γύρω από το ίδιο τραπέζι. Είναι η αχλή γύρω από την πραγματική ιστορία. Συνεχίζεται το  παιχνίδι του εξωφύλλου. Οι τρεις αρχιστράτηγοι εμφανίστηκαν στη Θεσσαλονίκη διαδοχικά, αντικαθιστώντας ο ένας τον άλλον σε διάρκεια τεσσάρων χρόνων 1915-1918. Υπάρχει μία ανάγκη του συγγραφέα και γίνεται αντιληπτή από τις πρώτες αυτές σελίδες. Θέλει να εισάγει στο γραπτό του πληροφορίες και το κάνει αβίαστα. Καταλαβαίνουμε πολύ καλά το πνεύμα της εποχής, μπαίνουμε στο κλίμα της αφήγησής του. Στρωτός λόγος, διανθισμένος με τοπωνύμια και ονόματα-σήματα μιας εποχής και μιας πόλης. Ο ένας εκ των τριών αρχιστρατήγων, το όνομά του για την ακρίβεια, έγινε δρόμος αυτής της πόλης. Τι κι αν ήρθε τελευταίος από τους τρεις. Στη νουβέλα διεκδικεί τη θέση του στις πρώτες σελίδες. Άλλο μας καίει εμάς. Η ερωτική ιστορία που μας υποσχέθηκε το εξώφυλλο.

Το επόμενο κείμενο έχει για τίτλο του ένα γυναικείο όνομα και η λέξη έρωτας μπαίνει στην αρχή του. Σε μια κοσμοπολίτικη, έτσι κι αλλιώς, πόλη ορισμένα ο έρωτας υπάρχει σε όλες τις εκφάνσεις του. Ο έρωτας των ρομαντικών ψυχών και των λεπτών αισθημάτων αλλά και ο έρωτας του αχαλίνωτου πάθους. Ο έρωτας σαν ακριβή αίσθηση αλλά και σαν φτηνή διασκέδαση. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να επιχειρήσει το, εκ πρώτης όψεως, αντιφατικό. Η ηρωίδα του φαίνεται να ανήκει στις ρομαντικές ψυχές δική της είναι η φράση «Το ένστικτό μου λέει ότι ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου είναι κοντά». Παρόλα αυτά όμως κινείται σε χώρους του αγοραίου έρωτα. Το στοίχημα που πρέπει να κερδίσει ο συγγραφέας είναι να διατηρήσει τον χαρακτήρα της ηρωίδας του ρομαντικό όπως τον πρωτοπαρουσίασε και να μας πείσει για την φυσικότητα και άνεση με την οποία κινείται σε χώρους που προδιαθέτουν για μια πιο ωμή και ρεαλιστική απεικόνιση του ερωτικού παιχνιδιού. Ταπεινή μου γνώμη είναι πως, στις επόμενες σελίδες, το κερδίζει αυτό το στοίχημα ο Τακόλας. Οι μορφές που παρελαύνουν σ’ αυτό το δεύτερο κείμενο του βιβλίου διαμορφώνουν το κλίμα της εποχής. Πολυπολιτισμική πόλη, ευρωπαϊκός και βαλκάνιος αέρας, ξένοι στρατιωτικοί και διπλωμάτες, καφέ σαντάν και ξενοδοχεία, Χριστιανοί, Εβραίοι, Μουσουλμάνοι έφταναν και περίσσευαν για να πείσει ο συγγραφέας γι’ αυτά που θέλει να μας μιλήσει. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα, που εμένα προσωπικά με συγκινεί. Αν δείτε τις πολλές καρτ ποστάλ αλλά και τα κινηματογραφημένα στιγμιότυπα που απεικονίζουν σκηνές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Θεσσαλονίκη, στην άκρη του κάδρου, δίπλα στους στρατιώτες θα δείτε και μικρά, ξυπόλητα παιδιά. Είναι τα προσφυγόπουλα του 1914 που έφτασαν στην πόλη πριν τους στρατιώτες του Μεγάλου Πολέμου. Αυτή η προσφυγιά, περνούσε για πολύ καιρό απαρατήρητη. Τη λέξη πρόσφυγας μονοπωλούσε η Μικρασιατική Καταστροφή και το 1922. Ο Τακόλας λοιπόν, στην αρχή ακόμα του βιβλίου του γράφει πως «πρόσφυγες νηστικοί εξαθλιωμένοι εισβάλανε στην πόλη». Τους δίνει πεδίο στον κόσμο που δημιουργεί και σε επόμενα κεφάλαια θα αποδείξει πως αυτό δεν γίνεται τυχαία και χωρίς σχεδιασμό. Οι πρόσφυγες δίνουν το στίγμα τους στη Θεσσαλονίκη από πάντα. Είναι το παρόν (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος), θα είναι το μέλλον (Μικρασιατική Καταστροφή), είναι όμως και το παρελθόν της (για «αποφύγους» τους οποίους υποδέχεται η Θεσσαλονίκη κάνουν λόγο τα κείμενα για τα Θαύματα του Αγίου Δημητρίου από τον έβδομο μετά Χριστόν αιώνα).

Με το τρίτο κείμενο κάνει την εμφάνισή του και ο άλλος πόλος της ερωτικής ιστορίας που μας υποσχέθηκε ο συγγραφέας και δεν μπορεί να είναι άλλος από έναν νεαρό Γάλλο αξιωματικό. Με τον τρόπο που έφτασε ο συγγραφέας στην δέκατη ένατη σελίδα για να μας παρουσιάσει αυτόν τον χαρακτήρα, δεν μπορούσε παρά να τον δημιουργήσει με κάποια στάνταρς. Η ευρωπαϊκή φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης έχει κάτι το γαλλικό σε πάρα πολλά ζητήματα. Πιο πολλοί Γάλλοι στην Καθολική Κοινότητα, πιο πολλοί Γάλλοι στους Λαζαριστές μοναχούς, εφημερίδες στα γαλλικά και, φυσικά, οι Γάλλοι στρατιωτικοί ήταν οι περισσότεροι από κάθε άλλο κράτος στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και με ποιον συνάδελφό του θα συνδεθεί στενά ώστε να ανοίξει τη βεντάλια του ο συγγραφέας και να διεκδικήσουν θέση στην πλοκή νέα πρόσωπα και γεγονότα; Με Άγγλον, φυσικά. Η δεύτερη μεγάλη ομάδα στρατιωτικών της Στρατιάς της Ανατολής. Πόλεμος χωρίς εχθρούς δεν γίνεται, μυθιστόρημα ή νουβέλα χωρίς σκοτεινό ήρωα δεν έχει χάρη, οπότε γνωρίζουμε στο τρίτο αυτό κεφάλαιο τον τρίτο στρατιωτικό που όμως είναι στην πραγματικότητα Γερμανός κατάσκοπος.

Έχουμε προχωρήσει αρκετά στο έργο, καλύψαμε το ένα του τέταρτο. Έχουμε τους κυριότερους χαρακτήρες, δεν μένει παρά να αρχίσει να μας συνεπαίρνει και η πλοκή. Πρέπει να αρχίσουν να γίνονται γεγονότα, πρέπει το παραμύθι να κυλήσει. Πρέπει να ξετυλιχτούν παράλληλες ιστορίες, πρέπει να εισαχθούν νέα πρόσωπα. Αυτήν την ενότητα την ξεκινά ο συγγραφέας καταφεύγοντας στην τεχνική του ημερολογίου. Ένας τρόπος που του επιτρέπει να βυθιστεί περισσότερο στις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων του κι ας αχνοφάνηκαν αυτά ήδη από τις πράξεις και τις κινήσεις τους. Το τέταρτο κείμενο καταλαμβάνεται στο μεγαλύτερο μέρος του από καταγραφή στο ημερολόγιο της ηρωίδας. Πιο μύχιες σκέψεις, πιο άμεση αποκάλυψη στοιχείων του χαρακτήρα της, πιο καθαρή απεικόνιση των δαιμόνων-διλλημάτων της.  Ο συγγραφέας σηκώνει το πέπλο από το πρόσωπο της μυστηριώδους γυναίκας. Το σηκώνει όσο χρειάζεται. Δεν αποκαλύπτει όλα τα μυστικά της. Τα οποία όμως υπάρχουν. Η νουβέλα του Τακόλα δεν έχει μόνο μυστηριώδεις ήρωες έχει και μυστήριο. Στην τεχνική της παράθεσης καταγραφών του ημερολογίου του ο συγγραφέας καταφεύγει και για τον άλλον ήρωά του, τον Γάλλο. Για τους ίδιους λόγους που προσθέτουν επί πλέον χαρακτηριστικά στην ατμόσφαιρα που ήδη δημιούργησε το έργο στον αναγνώστη.

Δεν έχει νόημα να συνεχίσω την γραμμική παρουσίαση των κειμένων-κεφαλαίων της νουβέλας. Συμβαίνουν πολλά από όσα περιμένει κανείς να συμβούν σε μια ερωτική ιστορία? συμβαίνουν πολλά από όσα περιμένει κανείς να συμβούν σε μια ιστορία που εξελίσσεται στη διάρκεια ενός πολέμου. Η ματιά του συγγραφέα δεν μπορεί να παρεκκλίνει από εμβληματικά γεγονότα, όπως η κατάρριψη του θηριώδους αερόπλοιου, του γνωστού Ζέπελιν μπορεί όμως να δεχτεί τα φίλτρα της προσωπικής ιστορίας που διαδραματίζεται εκ παραλλήλου.

Αξίζει να αναφερθούμε στα δευτερεύοντα πρόσωπα που υπάρχουν στο έργο και που η παρουσία τους δεν είναι διακοσμητική αλλά διηθητική. Φιλτράρουν και αυτά τον βασικό μύθο και του προσδίδουν εξώκοσμα χαρακτηριστικά. Οι δύο εξωτικοί υπηρέτες, ο Ινδός με την (τι άλλο;) κόμπρα του και ο Ρώσος με την (έκπληξη) καμήλα του. Και ο Έλληνας ηλεκτρολόγος που με την πονηριά του και την επιτήδεια χρήση της (τότε) τεχνολογίας εξασφάλιζε δωρεάν παροχή υπηρεσιών στους οίκους ανοχής. Καμία ιστορία δεν οδεύει σε ευθεία οδό προς το τέλος της. Κανένας αφηγητής δεν καλπάζει προς το φινάλε του παραμυθιού του. Παίρνει τις ανάσες του, ανάβει το τσιγάρο του, πίνει τον καφέ του, μετράει τα βλέμματα των ακροατών του και συνεχίζει. Δεν είναι απόφθεγμα η νουβέλα. Είναι κουβάρι που ξετυλίγεται και (σε κάποια σημεία) πρέπει και να ξεμπλέκεται? ακόμη κι αν πρέπει (για να ξεπεραστεί ένας κόμπος) να κοπεί η συνέχεια, να υπερπηδηθεί το εμπόδιο και να αποκατασταθεί η συνέχεια.

Το βραβείο του δεύτερου γυναικείου ρόλου, στην νουβέλα «οι 32 ώρες της Θεάς» απονέμεται σε μια ηρωίδα που τιτλοφορεί με το όνομά της το έβδομο κείμενο του έργου και είναι αυτός ο χαρακτήρας που δίνει πόντους επάρκειας στον συγγραφέα και αντίστοιχους πόντους τέρψης στον αναγνώστη. Σε μια κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας, οι υπεύθυνοι του κάστιγκ θα είχαν πολλή δουλειά προκειμένου να επιλέξουν την Σιμόν του Τακόλα.

Το 17ο και τελευταίο κείμενο του έργου αναφέρεται στην πυρκαγιά του ’17. Τυχαίο; Μπορεί, μπορεί και όχι. Εξάλλου ο συγγραφέας δεν έχει αρίθμηση στα κεφάλαιά του, ούτε κατάλογο περιεχομένων για να είναι εύκολο το μέτρημα. Δεν έγκειται εκεί όμως η πρωτοτυπία του. Η κορύφωση της νουβέλας έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός καλού λογοτεχνικού έργου. Η εικόνα που βλέπεις, να είναι πάντα κάτι παραπάνω από αυτό που βλέπεις. Τα γεγονότα που εξελίσσονται να είναι πάντα κάτι παραπάνω από αυτό που, εκείνη την ώρα, συμβαίνει.
Υπαινίχθηκα από την αρχή ακόμα πως στο εξώφυλλο μπορεί κάποιος να δει ένα λάθος αλλά μπορεί και να δει μιαν άλλη προσέγγιση της Ιστορίας μέσω μιας αυθαιρεσίας. Κι αν δεν κάνει η λογοτεχνία αυθαιρεσίες, ποιος θα κάνει; Η Πυρκαγιά του Αυγούστου του 1917 στη Θεσσαλονίκη έβαλε με πολλούς τρόπους νέες συνθήκες στην πόλη. Άλλαξε όψη και το κέντρο της και τα περίχωρά της. Στο κέντρο άλλαξαν ακόμη και οι ιδιοκτησίες, στα περίχωρα παγιώθηκε μια οικιστική τακτική που άρχισε από το 1914 και τους τότε πρόσφυγες και συνεχίστηκε το 1922 με τους επόμενους πρόσφυγες. Πώς όμως να μιλήσει κανείς για τη Μεγάλη Πυρκαγιά και να μπορέσει να αποφύγει τις κοινοτυπίες και τα κλισέ;. Όταν διηγείται μάλιστα (μην το ξεχνάμε αυτό) μια ερωτική ιστορία σε μια πόλη με βαθύ και σκοτεινό (κάποιες φορές) παρελθόν; Εδώ υπάρχει το καλύτερο εύρημα του συγγραφέα. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται το κεντρικό δίδυμο της νουβέλας (ναι, είναι μαζί και είναι ερωτευμένοι και ευτυχισμένοι) και, κυρίως, ο τόπος που συμβαίνει αυτό είναι εκπληκτικός. Και αυτά που ακολουθούν. Δεν είναι σωστό, νομίζω, με το βιβλίο ακόμη εκτός βιβλιοπωλείων να αποκαλύπτονται τα μυστικά του και τα όμορφά του. Μπορώ όμως να πω πως αν η Θεσσαλονίκη έχει βυζαντινό παρελθόν, εδώ, στο 17ο κεφάλαιο, υπονοείται με σαφήνεια και επάρκεια. Αν αυτό το βυζαντινό παρελθόν της (και όχι μόνο) δίνει και υπερβατικά στοιχεία στην Ιστορία της και στους θρύλους που την σκέπουν, εδώ στο τέλος της νουβέλας υπάρχουν δείγματά τους. Και αν μπορεί ένας άνθρωπος να υπερβεί το σχήμα του και να γίνει σύμβολο Εποχής και Τόπου, η Αυγερινή του Νίκου Τακόλα, εδώ στο φινάλε της ιστορίας της, το πετυχαίνει.

Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 2018






1 σχόλιο:

cirut είπε...

Πολύ ωραίο το blog, Σπύρο. Εγώ τα εγκατέλειψα πριν 10 χρόνια, ήμουν site administrator, και ξαναβρήκα τον ύπνο μου. Ετούτο προσφέρεται για ...δημιουργική μελέτη... Νίκος Τακόλας