Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2007

Η τελευταία εικόνα



Στον περιφερειακό Δήμο της μεγάλης πόλης, διοργανώνεται μια παρατεταμένη γιορτή στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς, με μαθητικές εκδηλώσεις. Σημαντικό τμήμα αυτών των εκδηλώσεων αποτελούν οι θεατρικές παραστάσεις που ανεβαίνουν στην σκηνή του δημοτικού θεάτρου στα μέσα Ιουνίου.
Φέτος η πρεμιέρα συνέπεσε με μια ζεστή βραδιά. Όλη την ημέρα γινόταν ένας αγώνας δρόμου από τους τεχνικούς που ανέλαβαν την συντήρηση των κλιματιστικών μηχανημάτων, ώστε η παράσταση να γίνει σε δροσερό περιβάλλον.
Το γιατί έπρεπε η συντήρηση των μηχανημάτων να γίνει την ημέρα της πρεμιέρας, είναι ένα αυτονόητο ερώτημα, του οποίου η απάντηση χάνεται από γραφείου σε γραφείο του δημοτικού καταστήματος.
Αριθμοί πρωτοκόλλων, εκθέσεις επιτροπών, εισηγήσεις υπηρεσιών, αναζήτηση οικονομικών προσφορών, προθεσμίες συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου. Το κυριότερο: άρση των διαφωνιών όσων εμπλέκονται με τον καθορισμό της διαδικασίας, η οποία θα επιτρέψει στο τέλος στον τεχνίτη που θα δουλέψει, κάποτε να πληρωθεί.
Την συγκεκριμένη ημέρα πάντως ο τεχνίτης δούλεψε πριν ολοκληρωθεί η τυπική διαδικασία και χωρίς να έχει επίγνωση της περιπλοκότητάς της. Την ευθύνη της παρατυπίας ανέλαβε ο νέος αντιδήμαρχος που δεν μπορούσε να διανοηθεί την παράσταση σε συνθήκες καύσωνα.
Την επιπλοκή πάντως δεν την απέφυγε, επειδή την κρίσιμη στιγμή ο διακόπτης αρνήθηκε να θέσει σε λειτουργία το σύστημα και η βραδιά έπρεπε να ξεκινήσει με την αγωνία του αντιδημάρχου για το αν θα προλάβει να έρθει ξανά ο τεχνίτης για να επιληφθεί του προβλήματος το οποίο με την σειρά του έπρεπε να ήταν αντιμετωπίσιμο. Έτσι ο αντιδήμαρχος αντί για πολιτική ομιλία και διθυράμβους είπε την αλήθεια στους θεατές, ζητώντας την υπομονή όλων και προσβλέποντας στην έκπληξη της δροσερής αύρας που ίσως ερχόταν κάποια στιγμή από το πεισματάρικο μηχάνημα.
Πράγματι, με το άνοιγμα της αυλαίας, η αύρα της τεχνολογίας ήρθε.
Η παράσταση ξεκίνησε και έκρυβε μια ευχάριστη έκπληξη, την δεύτερη της βραδιάς. Ο δάσκαλος που ανέλαβε την σκηνοθεσία, κράτησε και το βασικό ρόλο για τον εαυτό του. Στην αρχή, αυτή η διαπίστωση ξένισε τους θεατές. Στην πορεία όμως αποδείχτηκε πως η κίνηση αυτή ήταν μια πολύ σωστή παιδαγωγική κίνηση. Ο δάσκαλος έγινε παιδί με τα παιδιά καθοδηγώντας τα στην θεατρική περιπέτεια.
Η διανομή των ρόλων, οι παρεμβάσεις στο κείμενο, το μπόλιασμα με την επικαιρότητα και η αναφορά ακόμη και σε γεγονότα τοπικής σημασίας, φανέρωναν έναν ταλαντούχο άνθρωπο που αγαπούσε τη δουλειά του. Χρησιμοποίησε με την ίδια αγάπη και φροντίδα παιδιά με κάθε είδους ανατομικές ιδιαιτερότητες.
Είναι σίγουρο πως πρέπει να έδωσε όλη τη χρονιά, καθώς προετοίμαζε το έργο, δύσκολο αγώνα για να καταφέρει τους ηθοποιούς του να ξεπεράσουν ανασφάλειες σχετικές με το πάχος τους, το ύψος τους, την εκφορά του λόγου τους, την κίνησή τους. Φαινόταν καθαρά πως τους προετοίμασε για μια γιορτή κι ένα ξεφάντωμα στο οποίο αφήνεσαι, δεν προσποιείσαι.
Κάποια στιγμή, ένα κοριτσάκι παραπάτησε κι έπεσε, λίγα μόνο λεπτά μετά την είσοδό της στη σκηνή. Ο πόνος που το διαπέρασε φάνηκε στο προσωπάκι του και στα δακρυσμένα ματάκια του. Καλύφθηκε πίσω από τη βαλίτσα που απαιτούσε ο ρόλος του και έψαχνε με το βλέμμα του πίσω από τις κουΐντες.
Ο δάσκαλος ήρθε στη σκηνή, γονάτισε και αγκάλιασε τη μικρή μαθήτρια, αντάλλαξαν κάποιες ατάκες, μέχρι που η ανάσα του κοριτσιού να αποκτήσει σταθερό ρυθμό παρόλο που ο μορφασμός του πόνου δεν το εγκατέλειψε στιγμή. Όλοι αναρωτιόντουσαν για το αν αυτό που έβλεπαν ήταν σκηνή του έργου ή ένα απρόοπτο συμβάν για το οποίο, οι πρωταγωνιστές του, επέλεξαν τον συγκεκριμένο τρόπο να το αντιμετωπίσουν.
Η παράσταση εξελίχθηκε κανονικά, η μαθήτρια έμεινε για περισσότερη από μισή ώρα πάνω στην σκηνή, γεγονός που δίνει μιαν άλλη διάσταση στις αντιδράσεις της την στιγμή του ατυχήματος.
Όταν όλοι στην αίθουσα ηρέμησαν και ξαναμπήκαν στον ρυθμό της παράστασης και μπορούσαν να απελευθερώσουν για λίγα δευτερόλεπτα το βλέμμα τους από το κέντρο της υπερυψωμένης σκηνής, είδαν στην άκρη της, στο ημίφως, μια γυναίκα γαντζωμένη στα σανίδια να κοιτάει με αγωνία τα όσα διαδραματίζονταν κάτω από τους προβολείς. Μάλλον η μάνα του κοριτσιού.
Τέλος καλό όλα καλά. Η παράσταση τελείωσε ομαλά, αν όχι θριαμβευτικά.
Όλοι ήταν χαρούμενοι.

Όλοι εκτός από τον κύριο που καθόταν δίπλα στον αντιδήμαρχο.
Ο κοντούλης αυτός κύριος έφτασε στο θέατρο, ασθμαίνων, λίγο πριν ανέβει στο βήμα ο αντιδήμαρχος. Κατευθύνθηκε στην πρώτη σειρά των καθισμάτων. Του αντιδημάρχου του φάνηκε πως ο νεοφερμένος τον κοίταξε αυστηρά.
Το συνδύασε με την εμφάνισή του και δεν έδωσε περισσότερη σημασία. Εμφάνιση ψευδομαχαλόμαγκα με σαφείς αναφορές στην μόδα των ξενυχτάδικων. Λευκή πανταλόνα μέχρι πριν τον αστράγαλο, παπουτσάκι χωρίς κάλτσα, ή κάλτσα που δεν προεξέχει του παπουτσιού, μαύρο πουκάμισο ανοιχτό χαμηλά προβάλλοντας ένα άτριχο στήθος. Λεπτός χωρίς περιττά κιλά, προφανώς για να του κάθονται τα ρούχα της βιτρίνας. Τσίχλα στο στόμα.
Με το που κάθισε, γύρισε προς τα πίσω, στην τρίτη σειρά των καθισμάτων και μίλησε σε κάποια. Σύζυγο; Φίλη;
Μάλλον φίλη αν κρίνει κανείς απ’ την στιχομυθία που αντάλλαξαν.
- Μόλις που πρόλαβα. Δεν είμαστε όλοι δημόσιοι υπάλληλοι, είπε ο μαγκάκος.
- Και πού να ’ξερες ότι είμαι και με δύο ημέρες ρεπό, απάντησε η άλλη.
Σε όλη την διάρκεια της παράστασης, κοντά στο δίωρο, δεν έκανε με κανένα τρόπο αισθητή την παρουσία του. Έμοιαζε να ’ναι αφοσιωμένος στο έργο ή χαμένος στις σκέψεις του.
Με το φινάλε όμως και καθώς τα παιδιά χαιρετούσαν το κοινό και αγκαλιάζονταν με το δάσκαλό τους απολαμβάνοντας έναν θρίαμβο που εκφράζονταν με ολόθερμα χειροκροτήματα από την πλατεία, έδειξε κάτι περίεργα σημάδια ανησυχίας και του αντιδημάρχου του φάνηκε πως τον άκουσε να ψελλίζει ένα όνομα.
Ο μαγκάκος γύρισε έντρομος προς τη φίλη του.
- Δάσκαλος είναι; Δηλαδή κάνει μάθημα στα παιδιά μας; Αυτός, κάνει μάθημα στα παιδιά μας; Πώς τον λένε; Μήπως τον λένε Κούλη;
Καταιγιστικά, αγχώδη ερωτήματα, χωρίς να περιμένει απάντηση. Η οποία όμως, δυστυχώς γι’ αυτόν, ήρθε.
- Ευσταθίου. Κυριάκος Ευσταθίου.
- Ώχ! Κυριάκος. Δηλαδή Κούλης. Κυριακούλης, Κούλης. Αυτός είναι. Το χαϊδευτικό του, στη νύχτα, είναι Κούλης.
Και σώπασε κάτωχρος.
Περίμενε σε αναμμένα κάρβουνα να τελειώσει ο αντιδήμαρχος την απονομή κάποιων αναμνηστικών στα παιδιά. Αμέσως μετά, με αγριεμένο βλέμμα, έκανε νόημα σ’ ένα αγοράκι να κατέβει από τη σκηνή.
O αντιδήμαρχος άκουσε ολόκληρη τη στιχομυθία. Και φυσικά, μετά το πρώτο ξάφνιασμα, αρκετά ισχυρό στ’ αλήθεια, θεώρησε απίθανο το ενδεχόμενο που υπαινίχτηκε τόσο καθαρά ο μαγκάκος.
Όχι επειδή δεν θα μπορούσε ο δάσκαλος να έχει διπλή ζωή, αλλά επειδή δεν μπορούσε να χωνέψει, ο αντιδήμαρχος, πως ο διπλανός δεν κατάλαβε τίποτε επί δύο ώρες, ενώ ο δάσκαλος στην σκηνή, έκανε του κόσμου τις κινήσεις και τις γκριμάτσες, μιλούσε σε όλες τις διαβαθμίσεις της έντασης και της χροιάς της φωνής του˙ χαρούμενα και λυπημένα, με οργή αλλά και με έκπληξη, απειλητικά μα και ταπεινά.
Τι ήταν αυτό, το τόσο καθοριστικό, που έπεισε τον μαχαλόμαγκα πως ο δάσκαλος δεν είναι μόνο δάσκαλος;
Αυτή η απορία λειτουργούσε καθησυχαστικά στον αντιδήμαρχο, κάνοντάς τον ολοένα και περισσότερο να πιστεύει πως ο τσίφτης της γειτονιάς, με τις νυχτερινές γνωριμίες, έπεφτε έξω. Σίγουρα έκανε λάθος. Και όσο για το όνομα, μάλλον σύμπτωση. Εξ’ άλλου δεν είναι απαραίτητο το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο κάποιου να προκύπτει με λογικό τρόπο από το κύριο όνομα, ειδικά όταν υπάρχει κάτι μεμπτό να καλυφθεί. Για να μην πούμε ότι το Κούλης θα μπορούσε να βγαίνει κι από το … Αλέκος, κι από το …

Κι όσο, ο αντιδήμαρχος δεν έβρισκε με ευκολία, ονόματα που να δίνουν σαν χαϊδευτικό το Κούλης, τόσο συνειδητοποιούσε πως το αγκάθι είχε χωθεί για τα καλά στο δάχτυλό του κι όσο το σκάλιζε για να το βγάλει τόσο πιο πολύ τον ενοχλούσε.
Η εξαίσια εικόνα της απολαυστικής παράστασης θόλωσε από το μελάνι της ασπρόμαυρης σουπιάς, κι όπως είναι γνωστό η τελευταία εικόνα είναι αυτή που μένει.


Υ.Γ. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Η φωτογραφία είναι της Erika Lujano

Κυριακή, Οκτωβρίου 21, 2007

Παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό έγιναν εκλογές στην συνοικία που μεγάλωνε δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο. Δεν ήταν πρώτη φορά που γίνονταν εκλογές σ’ αυτόν τον τόπο. Ήταν όμως σημαδιακές. Ήταν εκλογές που ήρθαν μετά από μεγάλες καταστροφές. Μετά την εφτάχρονη δικτατορία και την θητεία του πρώτου δημάρχου του νεοσύστατου δήμου, ήρθε η πλημμύρα του χείμαρρου και ο μεγάλος σεισμός που συντάραξε την μεγάλη πόλη δίπλα στην θάλασσα. Σ’ εκείνες τις εκλογές έγινε και ο αρραβώνας του μαθητή από την διπλανή συνοικία, με τα παλιά χώματα. Έβαζε σημάδι την διάρκεια μιας σοκολάτας για να φτάσει από την μια συνοικία στην άλλη. Ακόμα έρχεται. Κάθε φορά και μ’ άλλο τρόπο. Κάθε φορά και μ’ άλλο σημάδι.

Η χούντα έπεσε. Η νέα εποχή ονομάστηκε μεταπολίτευση. Η συνοικία δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο έγινε δήμος. Πρώτος δήμαρχος εκλέχτηκε ένας από τους πρώτους πρόσφυγες που έφτασαν πριν εξήντα χρόνια σ’ αυτόν τον τόπο. Άνθρωπος του Θεού και της εκκλησίας. Δεν μπόρεσε να διαχειριστεί τις καταστροφές. Χυμήξανε πάνω του οι αριστεροί και οι προοδευτικοί να τον φάνε. Τον φάγανε. Δεν είχε τύχη.

Προστάτης του, ένας υπουργός της δεξιάς που κυβερνούσε τότε, μ’ αφράτα μάγουλα και κούφιες υποσχέσεις. Κι αυτός δεν πρόκοψε στην πολιτική. Δεν ξανακούστηκε από τότε. Είχε ήδη ένα βιβλίο στο ενεργητικό του πριν υπουργοποιηθεί, συνέχισε να γράφει και μετά την εμπλοκή του στην πολιτική. Με προσευχές και μυθιστορήματα δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στα συνθήματα και στον αγώνα.

Ένας πρόσφυγας της Μικρασιατικής Καταστροφής, με θητεία στα ξερονήσια και αγαπητός σε όλους, μάζεψε γύρω του συντρόφους και φίλους και πήρε την δημαρχία. Την κράτησε για τρεις θητείες. Έδωσε μάχη με τις λάσπες και την κέρδισε. Το πρόσωπο της συνοικίας άρχισε να αλλάζει.


Στα χρόνια των καταστροφών τελειώνει ο μαθητής το γυμνάσιο και περνάει στο πανεπιστήμιο. Την πλημμύρα την νιώθει σαν περιπέτεια και όχι σαν τραγωδία. Επέστρεφε από το μάθημά του, με το λεωφορείο, για το πατρικό του στην γειτονική συνοικία. Δεν φάνηκε το λεωφορείο που συνήθως τον εξυπηρετούσε. Ο καιρός είχε χαλάσει από το πρωί. Η δική του γραμμή δεν λειτουργούσε. Μα κι αυτή που χρησιμοποίησε δεν τον πήγε στον προορισμό του. Ο δρόμος για την γειτονική συνοικία διασταυρώνονταν με τον χείμαρρο, σε κάποιο σημείο, στην πορεία του προς την θάλασσα. Αυτό το σημείο ήταν αδιάβατο. Κατέβηκε από το λεωφορείο. Από ένα υπερυψωμένο γεφυράκι πέρασε απέναντι για να βρεθεί αντιμέτωπος με τα ορμητικά νερά ενός ποταμού που ξεφύτρωσε από το πουθενά. Δεν υπήρχε πια δρόμος από εκεί και πέρα. Μόνο το φουσκωμένο ποτάμι που το διέσχισε κατά το μήκος του όπως έβλεπε να κάνουν στις ταινίες οι κυνηγημένοι για να χάσουν την μυρωδιά τους τα σκυλιά. Έφτασε μούσκεμα στο σπίτι του.

Την επόμενη μέρα διαδόθηκαν τα νέα για τα νοικοκυριά και τις ζωές που παρέσυραν τα θολωμένα νερά του βρωμοπόταμου. Μ’ αυτήν την καταστροφή μπήκε ο χείμαρρος στο σημάδι, όπως πριν από αυτόν είχε μπει η τούμπα των εκτελέσεων.

Του την είχε φυλαγμένη ο εξόριστος πρόσφυγας. Με το κλείσιμό του σαν κεντρικό του σύνθημα και υπόσχεση, κέρδισε τις εκλογές, δύο χρόνια μετά την πλημμύρα. Δεν τα κατάφερε σε τρεις θητείες αλλά άνοιξε τον δρόμο για τον επόμενο.

Τώρα τα νερά του χείμαρρου, στο μεγαλύτερο μήκος του, κινούνται υπόγεια μέσα σε μια τσιμεντένια σαρκοφάγο, υποταγμένα μέχρι νεωτέρας.


Στο πανεπιστήμιο δεν μπορεί να ριζώσει. Δεν του αρέσουν οι παρέες που διαρκούν μια σχολική χρονιά και στήνονται για να μοιράζεται το νοίκι. Θέλει κάτι πιο μόνιμο και ζεστό. Ψάχνει αφορμές και φεύγει. Έναν μόνο δρόμο ξέρει. Μιας σοκολάτας δρόμος. Τον περπατάει από τότε. Ξαναγυρνάει στη συνοικία όπου έβγαλε το γυμνάσιο.

Υπάρχουν παρέες και στέκια που του ταιριάζουν. Στα χρόνια του σεισμού είχε ήδη αναπτύξει δράση στον σύλλογο που έστησαν κάποια ανήσυχα παιδιά που δεν βολεύονταν με τα κατηχητικά και τους προσκόπους. Ο ξεσπιτωμός των ανθρώπων, πέντε μήνες πριν τις δημοτικές εκλογές, ήταν μια ευκαιρία που δεν μπορούσαν να χάσουν οι μπαρουτοκαπνισμένοι σύντροφοι του εξόριστου πρόσφυγα. Κι ο μαθητής, φοιτητής πια, μαζί τους.

Ξαμολιούνται στις αλάνες με τις σκηνές και στήνουν επιτροπές σεισμοπαθών. Οργανώνει κι αυτός τον πόνο των ανθρώπων σε πολιτική διαμαρτυρία. Βλέπει την αδυναμία του παλιού δημάρχου να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και βοηθάει, με όλη του την ψυχή, το άστρο του νέου δημάρχου να ανατείλει.








Γεμίζει με ζωγραφιές του, τους δρόμους της πόλης και στηλιτεύει τον ανήμπορο πολιτικό. Βοηθάει τον νέο˙ τον πρόσφυγα της δεύτερης προσφυγιάς˙ τον κυνηγημένο για τις ιδέες του˙ τον εξόριστο από την χούντα. Αφήνει τα δικά του ίχνη στα αρχαία χώματα. Κερδίζουν. Ερωτεύεται. Κάνει φίλους. Μεγαλώνει.


Ο καιρός τα φέρνει έτσι και ο μαθητής του μοναδικού γυμνασίου των δυτικών συνοικιών της μεγάλης πόλης, ο γητεμένος από την συνοικία της οποίας δεν καταλάβαινε το όνομα, κάνει οικογένεια με γυναίκα από την παλιά του γειτονιά.

Έτσι έρχεται τώρα κι αυτός. Με την οικογένειά του, όπως έκαναν και οι πρώτοι που έχτισαν δίπλα στον δρόμο. Στήνει σπιτικό σε μια πολυκατοικία που χτίστηκε πάνω σε κάποιο από τα θαλάματα, δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο, κοντά στο σημείο όπου βρίσκονταν η βρύση με την μαρμάρινη γούρνα, απέναντι από το ίδρυμα που στεγάζει τους ανθρώπους με τα ταραγμένα μυαλά. Ο αρραβώνας του με την προσφυγική συνοικία εξελίχτηκε σε γάμο.

Αρχίζει να την γνωρίζει καλύτερα. Νιώθει πως της χρωστάει κάτι. Απαντήσεις ίσως σε ερωτήματα που κανείς δεν έθετε. Ανακαλύπτει το κανάλι. Τις ζωγραφιές με τους αγρότες και τους αγγέλους. Τα μυστικά που κρύβουν οι τούμπες στις άκρες του δρόμου. Μαγεύεται από το μυστηριώδες όνομα. Ψάχνει. Παλεύει ανάμεσα στα ξωτικά και τους ανθρώπους. Δεν μπορεί να διαλέξει. Αυτούς τους βλέπει κάθε μέρα. Στεναχωριέται και τυραννιέται μαζί τους. Εκείνα τον λυτρώνουν όταν ταράζεται η ψυχή του. Γράφει. Ωριμάζει η σχέση του μαζί της. Γεύεται το σώμα της και της δίνει την ψυχή του. Θέλει να γίνει η λαλιά της. Να δώσει ήχο στα άλαλα χώματά της. Μπλέκει με την πολιτική. Συνεχίζει να γράφει. Ιστορίες απ’ τα χώματα.



Υ.Γ. Το διήγημα αυτό -το τελευταίο- ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Τα -ο Θεός να τα κάνει- σκίτσα είναι του λάσπυ και ήταν μέρος του -νικηφόρου- προεκλογικού αγώνα για το Δήμο Σταυρούπολης, του Χρήστου Τσακίρη εναντίον του Βαγγέλη Μωραϊτόπουλου, το 1978˙ φύγανε και οι δύο πια. Στη μνήμη τους λοιπόν, παρόλες τις πολιτικές μας διαφορές και με τους δύο.

Τρίτη, Οκτωβρίου 16, 2007

Μια λέσχη που θάλλει


Έκθεση φωτογραφίας στη Σταυρούπολη από νέους φωτογράφους που παρακολούθησαν σεμινάρια στη Φωτογραφική Λέσχη Όψεις τη χρονιά που πέρασε. Συγχαρητήρια στον Τριαντάφυλλο Κουρούκλα που το πάλεψε και στον Άνθιμο Καλπατζίδη που μαζί του επέλεξαν τις φωτογραφίες της έκθεσης.
Η λέσχη Όψεις καταφέρνει και μένει ζωντανή, ανανεώνεται και θάλλει γιατί έχει κίνητρο ισχυρό: τα μέλη της αγαπούν πολύ αυτό που κάνουν.
Το ότι ο Δήμος Σταυρούπολης συνδράμει είναι μονόδρομος γι’ αυτόν. Πάντως τον διαβαίνει κι αυτό είναι κάτι. Η είδηση υπάρχει στο site του και αυτό είναι, επίσης, ευχάριστο.
Το τσαλίμι χαίρεται ιδιαιτέρως.

Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2007

Τα ξωτικά του καναλιού

Ήταν ένας από τους πολλούς τροφίμους του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου. Η μέρα του άρχιζε μ’ έναν μικρό περίπατο από την πύλη του ιδρύματος μέχρι το περίπτερο στο μακρόστενο παρκάκι. Αγόραζε ένα μικρό κουτάκι με μπύρα και ένα τσιγάρο. Τον συμπαθούσε η περιπτερού και τού ’δινε χύμα τσιγάρα κι ας είχε καταργηθεί αυτή η συνήθεια εδώ και δεκαετίες.
Η αντίστροφη πορεία δεν ήταν ποτέ περίπατος. Ο βηματισμός του γινόταν νευρικός και η όψη του γινότανε ξανά αλλόκοτη, όπως ταιριάζει σ’ ένα ταραγμένο μυαλό. Όλη του η έγνοια πια η μπύρα, το τσιγάρο και το μικρό πεζούλι έξω από τον τοίχο του Ψυχιατρείου.




Το πεζούλι σχηματιζόταν από τον πυθμένα και το ένα τοίχωμα του υδραγωγού που έφερνε στην μεγάλη πόλη νερό για πολλά χρόνια. Αυτός δεν το χάρηκε το νερό του αγωγού. Φώλιαζε στο βαθούλωμα του πυθμένα, άνοιγε την μπύρα του, απολάμβανε το τσιγάρο του και άφηνε τη ματιά του να καρφωθεί μπροστά. Ακριβώς μπροστά. Όμως για το νερό ήξερε.

Ή καλύτερα, είχε ακούσει.

Η θέα μπροστά του ήταν η κεντρική λεωφόρος. Ο πανάρχαιος δρόμος. Γεμάτος αυτοκίνητα και βουητό. Μετά το δρόμο η ματιά του σκάλωνε σε δύο μεγάλα κτίρια, για περίπτερο που, σχεδόν, ακοόρτες τοα κάγκελζες και πολυκατασυτήν την ν χόγή ξέρει.

Ούτε πως στριμώχνονταν στα ίδια κάγκελα οι παλιότεροι τρόφιμοι του ιδρύματος και ζητούσαν τσιγάρα από τους διαβάτες, ούτε πως φούσκωσε ο χείμαρρος και πήρε στο διάβα του νοικοκυριά και ζωές μη μπορώντας ν’ ανεχτεί τα χαμόσπιτα που λέρωναν, ύστερα από χιλιάδες χρόνια ζωής του, τις όχθες του.
Αυτά δεν τα ήξερε.

Άκουγε τις ιστορίες, εκεί που καθότανε και έπινε την μπύρα του και κάπνιζε το μοναδικό της ημέρας τσιγάρο, ακουμπώντας το κεφάλι του στα φύλλα του κισσού που τύλιγε το πεζούλι έξω από τον τοο μακρόστενο παρκάκι και δεν αγοράζει την μπύρα και το τσιγάρο του από το περίπτερο που, σχεδόν, ακουμπάει στα κάγκελα τολό.

Ένα ζευάρι διηγιότανε την ιστορία του χείμαρρου και των τεσσάρων αδερφών του˙ τα ποτάμια που κυλούσαν στα δυτικά της πολιτείας.
Ένας ποιητής τραγουδούσε για τη νεκρή γυναίκα του που την θάψανε στο απερίφραχτο κοιμητήρι δίπλα στο κανάλι.
Ο φύλακας ενός άλλου, μεγάλου και ονομαστού νεκροταφείου μιλούσε κι αυτός για ένα ζευγάρι που ζωγράφιζε αγγέλους και αγίους στο μνημείο για τους στρατιώτες που θάφτηκαν εκεί.
Ένα αγόρι εξιστορούσε μια περιπέτεια που ξεκίνησε από μια αφισοκόλληση και κατέληξε σε κυνηγητό από την αστυνομία και μιχο του Ψυχιατρείου. Γινότανε ένα με τα ξωτικά του καναλιού που μιλούσαν, μιλούσαν και του σαγήνευαν το ταραγμένο του μυαλό.

Ένα ζευγάρι διηγιότανε την ιστορία του χείμαρρου και των τεσσάρων αδερφών του˙ τα ποτάμια που κυλούσαν στα δυτικά της πολιτείας.
Ένας ποιητής τραγουδούσε για τη νεκρή γυναίκα του που την θάψανε στο απερίφραχτο κοιμητήρι δίπλα στο κανάλι.
Ο φύλακας ενός άλλου, μεγάλου και ονομαστού νεκροταφείου μιλούσε κι αυτός για ένα ζευγάρι που ζωγράφιζε αγγέλους και αγίους στο μνημείο για τους στρατιώτες που θάφτηκαν εκεί.
Ένα αγόρι εξιστορούσε μια περιπέτεια που ξεκίνησε από μια αφισοκόλληση και κατέληξε σε κυνηγητό από την αστυνομία και μια ατελείωτη πτώση, από την άσφαλτο του δρόμου, στα βρώμικα νερά του χείμαρρου που κυλούσαν σε βάθος αρκετών μέτρων σ’ εκείνο το σημείο.
Ένας άνδρας μιλούσε για την εκκλησία στην οποία βαφτίστηκε κι αυτός και τ’ άλλα παιδιά των προσφύγων, με καημό και πίκρα αφού την έβλεπε να ξεπέφτει σ’ ένα θλιβερό καφενείο˙ το παλιό κτίσμα στέγαζε τώρα έναν σύλλογο τάχα μου εκπολιτιστικό, μάλλον αθλητικό, αλλά κυρίως καφενείο.

Πολλές ιστορίες. Τον γαλήνευαν κι ας μην καταλάβαινε. Ποιοι στρατιώτες; Τι γύρευαν εκεί; Πως μπλεκότανε έτσι τα ζευγάρια, οι ποιητές, οι φύλακες, οι πρόσφυγες, η αστυνομία;


Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το Πάσχα του 2002. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Η φωτογραφία είναι του Γιώργου Κατσάγγελου, από το λεύκωμα που εξέδωσε το ΨΝΘ (2001) «Σιωπή».

Παρασκευή, Οκτωβρίου 05, 2007

Οι φύλακες

Το μεγάλο περιχαρακωμένο στρατόπεδο στήθηκε δίπλα στον πανάρχαιο δρόμο για τις ανάγκες του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου. Φιλοξενούσε τις αποθήκες ανεφοδιασμού του συμμαχικού στρατού και μεγάλες νοσοκομειακές μονάδες. Η περιοχή γύρω από το Ιεροσπουδαστήριο που ίδρυσαν οι καθολικοί της πόλης τον περασμένο αιώνα διαμορφώθηκε κατάλληλα και απέκτησε νέα κτίρια για να υποδεχθεί τους πληγωμένους στρατιώτες. Δεν κατάφερναν όλοι να επιζήσουν. Πολλοί έχαναν την μάχη με το θάνατο. Έπρεπε κάπου να θαφτούν. Δεν ήταν μόνο το μεγάλο κτίριο που ανάγκασε τους ξένους να στήσουν εκεί τα νοσοκομεία τους.



Πολύ κοντά υπήρχε το νεκροταφείο της καθολικής κοινότητας που ζούσε στην μεγάλη πόλη από τα πολύ παλιά χρόνια. Καθολικοί ήταν και πολλοί από τους ξένους στρατιώτες. Οι πρώτοι τάφοι ανοίχτηκαν έξω από τον περίβολο του παλιότερου νεκροταφείου. Πλήθαιναν όσο περνούσε ο καιρός. Κι άλλο κοιμητήριο ξεφύτρωνε δίπλα στον δρόμο που ένωνε την μεγάλη πόλη με όλον τον κόσμο. Ένα κοιμητήριο, στημένο πρόχειρα για όλον τον κόσμο. Θάβονταν μαζί με τους συμμάχους και όσοι από τους εχθρούς πέθαιναν αιχμάλωτοι σ’ εκείνα τα χώματα. Κάτω από το χώμα όλοι έχουν την ίδια τύχη.

Ο πόλεμος τελείωσε. Τα κράτη, οι άνθρωποι, μετρούν τις πληγές τους και θρηνούν τους νεκρούς τους. Η ελληνική γη διατέθηκε στις ξένες κυβερνήσεις για να οργανώσουν όπως επιθυμούν τον χώρο όπου αναπαύονται τα θύματα του πολέμου. Και ο χώρος διαμορφώθηκε και, τώρα πια, μοιάζει με κήπο. Τον επισκέπτονται πολλοί άνθρωποι και τον βρίσκουν πάντα περιποιημένο. Στην κεντρική του είσοδο δεσπόζει ένα επιβλητικό μνημείο και δίπλα του, χαμένο κάτω από τα δέντρα, το σπίτι του φύλακα. Το κεντρικό αυτό τμήμα των συμμαχικών κοιμητηρίων ανήκει στον ορθόδοξο γειτονικό βαλκανικό λαό. Άγγελοι και άγιοι φτιαγμένοι από ελληνικά χέρια το φυλάνε. Αγήνορας λεγόταν αυτός που τους σχεδίασε και Ελένη εκείνη που τους έστησε ψηφίδα την ψηφίδα ψηλά στο μνημείο.

Δέκα χρόνια κράτησαν οι ετοιμασίες. Αρχιτέκτονες, γλύπτες, χωροτάκτες ακόμα και κηπουροί δούλευαν στα σχέδια. Δούλευαν στα γραφεία τους κοιτώντας χάρτες και τραβώντας γραμμές. Όλοι αυτοί όμως περίμεναν πρώτα να τελειώσει η αναγνώριση. Η αναγνώριση. Κοιμητήριο χωρίς τάφους, δεν γίνεται. Τάφοι χωρίς νεκρούς, δεν γίνεται. Θαμμένοι χωρίς σταυρό στο μνήμα τους, δεν γίνεται. Σταυρός χωρίς όνομα, δεν γίνεται. Αυτό το γνώριζαν καλά οι κυβερνήτες του γειτονικού λαού και έδωσαν την εντολή.

–Να ξεθαφτούν και να αναγνωριστούν οι προχειροθαμμένοι. Οι νέοι τάφοι θα φιλοξενήσουν στρατιώτες με όνομα και συγγενείς˙ όχι πτώματα ανώνυμα.

Ο ηλικιωμένος στρατιώτης που επέζησε του μεγάλου πολέμου δεν φανταζόταν πως αυτός ήταν ο εκλεκτός. Αυτός και οι απόγονοί του δεν θα τελείωναν ποτέ με τον πόλεμο. Σ’ αυτούς ανατέθηκε η αναγνώριση των πτωμάτων και η φροντίδα των νεκρών. Αυτοί ανακάτεψαν τα χώματα, πήραν στην αγκαλιά τους τα κόκαλα, τους έδωσαν πίσω τα ονόματά τους και τα έβαλαν σε νέους τάφους με την βαριά υπόσχεση να μην τους αφήσουν να χορταριάσουν ποτέ. Αυτοί ήταν που άκουγαν τις ιστορίες απ’ τα χώματα, τις έκαναν μαρμάρινους σταυρούς και τους κρατούσαν πάντα καθαρούς για τους προσκυνητές. Κάθε σταυρός σ’ αυτό το κοιμητήρι και μια αγκαλιά κόκαλα. Κάθε αγκαλιά και μια ιστορία. Ιστορίες πολέμου, ιστορίες αγάπης, τραγούδια, μοιρολόγια, γέλια, κλάματα γίνονται φύλλα και πέφτουν από τα δέντρα στο χώμα και τα μαζεύουν ευλαβικά οι φύλακες. Εδώ και τρεις γενιές. Κάθε γενιά και ένας φύλακας.

Λεωφορεία φέρνουν επισκέπτες στην μεγάλη πόλη τα Σαββατοκύριακα. Ο κεντρικός δρόμος της πόλης και τα εμπορικά που στήθηκαν στην δυτική της είσοδο κάνουν χρυσές δουλειές με τους γείτονες. Κάθε φορά που μια αναταραχή ξεσπάει στα Βαλκάνια οι πρώτοι που σταυροκοπιούνται είναι οι έμποροι κι οι μαγαζάτορες αυτού του δρόμου. Μα ποτέ το ταξίδι των γειτόνων δεν τελειώνει στα μαγαζιά και στην αγορά. Για πάρα πολλούς συνεχίζεται προς τα βορειοδυτικά της πόλης. Κατά μήκος του πανάρχαιου δρόμου. Στα κοιμητήρια του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου. Τότε είναι που κάποια ονόματα, χαραγμένα σε μαρμάρινους σταυρούς φωτίζονται, αποκτούν αισθήσεις και γεύονται όλη τη μυρωδιά και την φρεσκάδα των λουλουδιών που αφήνουν οι επισκέπτες τρυφερά στους τάφους. Οι επισκέπτες που κρατάνε το νήμα που τους συνδέει με το παρελθόν. Τα χρώματα και τα είδη των λουλουδιών˙ το άρωμα και η ποσότητά τους. Τα ίχνη στο χώμα˙ από πασούμια, τακούνια, σκαρπίνια, πάνινα. Οι στάχτες από τα τσιγάρα. Όλα διηγούνται ιστορίες. Βουβά, σιωπηλά. Με κατάνυξη. Ιστορίες που αφορούν άλλους. Ο χρόνος που πέρασε είναι πολύς. Αυτοί που υπέφεραν από το θάνατο του στρατιώτη δεν ζούνε πια. Η συντριβή η δική τους, έγινε ευλάβεια στα παιδιά τους. Η μνήμη δένεται με την συνήθεια. Φωτίζονται τα ονόματα στα μάρμαρα όπως φωτίζονταν το πρόσωπο του πρώτου φύλακα κάθε φορά που κατάφερνε να συνταιριάξει όνομα και κόκαλα˙ σταυρό και ιστορία. Τότε οι ιστορίες βγαίνανε από τα χώματα. Σε ταυτότητες, σημειώματα, φωτογραφίες, ταμπακέρες, ρούχα, σταυρουδάκια και χαϊμαλιά. Τώρα οι ιστορίες ακουμπάνε στα χώματα. Σαν λουλούδια, σαν χνάρια, σαν στάχτες. Γι’ αυτό ο φύλακας αφήνει τον τάφο να γιορτάσει λίγες μέρες. Έπειτα παίρνει τα άνθη και τα αποθέτει στο μνημείο. Σκουπίζει τα χώματα. Τα ονόματα γίνονται πάλι σκαλίσματα στην πέτρα. Οι σταυροί γίνονται πάλι όλοι ίδιοι, ταξινομημένοι, απρόσωποι, άσπροι, μάρμαρο.

Μα το φως τους δεν χάνεται. Δίνει λάμψη στις ψηφίδες που έστρωσε με γνώση και τέχνη το ζευγάρι από την πρωτεύουσα και λάμπουν οι άγιοι και οι άγγελοι στα συμμαχικά κοιμητήρια πλάι στον πανάρχαιο δρόμο.







Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" και δημοσιεύτηκε στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), το καλοκαίρι του 2003. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά. Η πρώτη φωτογραφία (Άγγλοι πενθούντες σε κηδεία Σέρβου στο Ζέιτενλικ) είναι από το περιοδικό The Graphic, 12.2.1916 από το αρχείο του ΑΠΘ και η δεύτερη (Σέρβικο μνημείο στο Ζέιτενλικ) είναι του Γιώργου Αθανασόπουλου.