Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2006

Άλλων τσαλίμια που τα ζηλεύω / 4

Η «ντιζέζ» του Σάκη Σερέφα είναι ένα βιβλίο που μοσχοβολάει κέφι και ταλέντο.
Ο συγγραφέας στήνει ένα τρελό χορό με λέξεις που άλλες τις λέει κι άλλες τις κρύβει, με ανθρώπους που τους προικίζει με σουσούμια και γινάτια , με μια γλώσσα που αφηγείται και γητεύει.
Ένα τσαλίμι αλλιώτικο από τ’ άλλα, μια έντυπη δεξιοτεχνία, μαστοριά συγγραφική και δροσιά σχεδιαστική.
Μια αληθινή ιστορία, βγαλμένη μέσα από τη ζωή. Μια αληθινήζωή, βγαλμένη μέσα από τη συγγραφή.
Από τα λίγα βιβλία που ξεπερνούν το θέμα τους και αναδεικνύουν τη γραφή αυτή καθεαυτή, ντιζέζα μερακλού και καταφερτζού.

11/12/2006, προσθήκη εκ των υστέρων, αφού η τεχνολογία το επιτρέπει: Αλέξης Σταμάτης

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

Το πλαστικό μπουκάλι




Ο γλύπτης έστηνε στο πεζοδρόμιο, μπροστά από την γαλακτοβιομηχανία, το τεράστιο γύψινο μπουκάλι, ομοίωμα του πλαστικού μπουκαλιού στο οποίο συσκευάζονταν το παστεριωμένο γάλα.
Το θρυλικό εκείνο μπουκάλι που γλίτωσε τις νοικοκυρές από το βραχνά της επιστροφής αλλά και λιγόστεψε τις δουλειές των πλανόδιων γαλατάδων. Συνόδευε τις πρωινές τυρόπιτες και με τις δύο ποικιλίες του. Άσπρο και κακάο.
Οι μαθητές που κατευθύνονταν προς το μοναδικό γυμνάσιο των δυτικών συνοικιών, είχαν δει τον γλύπτη να εργάζεται σ’ εκείνο το γύψινο ομοίωμα που ήταν το πρώτο γλυπτό σε δημόσια θέα στη συνοικία. Οι ίδιοι μαθητές πρόλαβαν και την αποκαθήλωση.
Το πλαστικό βλάπτει σοβαρά την υγεία και η εταιρία διάλεξε μια χάρτινη συσκευασία σ’ ένα μακρόστενο σχήμα. Δεν χρειάζονταν πια γλύπτης. Ο τεχνίτης που τον αντικατέστησε κατέστρεφε τις λευκές καμπύλες και έστηνε στη θέση τους το επίπεδο σχήμα με το κόκκινο χρώμα. Το πλαστικό που έφυγε από την συσκευασία μπήκε στο νέο κατασκεύασμα και του έδινε τη δυνατότητα να φωτίζεται από το εσωτερικό του. Ένα γλυπτό έφυγε, μια φωτεινή διαφήμιση ήρθε.
Σειρά να φύγει τελείως από την περιοχή είχε πια η ίδια η γαλακτοβιομηχανία. Το πλαστικό ομοίωμα της χάρτινης συσκευασίας ρήμαξε εγκαταλελειμμένο και έμεινε μόνο η τσιμεντένια βάση του. Όλο το κτιριακό συγκρότημα ήταν πια ένα θλιβερό κουφάρι που κρατούσε φυλακισμένη πολύτιμη γη. Μεγαλόσχημες εταιρίες, τράπεζες και επιτήδειοι εργολάβοι πολιορκούσαν το δήμαρχο για να μπορέσουν να πατήσουν πόδι στο πιο γωνιακό μαγαζί της συνοικίας. Μιας συνοικίας που γέμισε με κόσμο αλλά δεν αξιώθηκε να τον κρατήσει στα μικρά καταστήματά της˙ τον έβλεπε να ξοδεύει τα χρήματά του στο κέντρο της πόλης. Μια αγορά. Να τι της έλειπε. Μ’ αυτήν την πρόταση γλύκαιναν τ’ αυτιά του δημάρχου οι καλοθελητές.



Τα βιβλία που γράφτηκαν για τους καταυλισμούς των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής δεν κάνουν λόγο για τον καταυλισμό που στήθηκε πάνω στα παλιά θαλάματα και διατήρησε το όνομα που είχε η περιοχή από τους προηγούμενους πρόσφυγες. Δεν ήταν μικρός ο καταυλισμός. Μόνο που οι πρόσφυγες αυτοί, δήλωσαν όλοι αστοί και δεν τους διανεμήθηκε αγροτική γη για εκμετάλλευση. Οι λίγοι Καυκάσιοι που ήρθαν αρχικά μαζί τους και τους θέρισε η ελονοσία και οι πυρετοί, τράβηξαν την ανηφόρα και έστησαν τα νοικοκυριά τους στο παλιό τσιφλίκι. Αυτοί δηλώθηκαν αγρότες και απέκτησαν χωράφια. Η μόνη από τις συνοικίες της δυτικής πλευράς της μεγάλης πόλης που δεν διαθέτει ελεύθερους χώρους για να χτίσουν οι δήμαρχοι σχολεία και πάρκα, είναι η συνοικία που σημαδεύεται από τον πανάρχαιο δρόμο και τον, ακόμα παλιότερο, χείμαρρο. Νεκροταφεία, στρατόπεδο, ψυχιατρείο, γηροκομείο, καπνομάγαζα, ακόμα και βιομηχανίες, είναι φυτεμένα στο κέντρο της και της στερούν ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη αγοράς. Η λύση θα έρθει, όταν φύγουν κάποια από αυτά. Το μεγάλο φιλέτο είναι το στρατόπεδο, αλλά και το κοψίδι που θα αφήσει πίσω της η γαλακτοβιομηχανία, καλό είναι. Όταν λοιπόν τα χρέη της γαλακτοβιομηχανίας θέριεψαν, η τράπεζα που είχε δώσει τα δάνεια, την έβγαλε στο σφυρί. Όποιος όμως και να αγόραζε την γη, έπρεπε να βρει την άκρη και με το δημοτικό συμβούλιο, για να κτίσει ό,τι ήθελε αυτός και όχι ό,τι προγραμμάτιζε εκείνο. Κι εκείνο, περισσότερο για να κρατάει τους τύπους παρά επειδή κάτι γνώριζε, προγραμμάτιζε.

Οι δουλειές του δήμου είχαν πια μεγαλώσει. Διέθετε γραφεία που διαχειρίζονταν μεγάλα κονδύλια, απέκτησαν επαφή με πρώην τραπεζίτες που ιδιώτευαν και ενεργούσαν για λογαριασμό επιχειρηματιών που έμεναν στο παρασκήνιο, έφερναν μασημένη τροφή στο δημοτικό συμβούλιο: να ψηφίσει ή να μην ψηφίσει την πρόταση της υπηρεσίας, την πρόταση που υποστηρίζεται από το τάδε μελετητικό γραφείο και που θα συναντήσει έντονο επιχειρηματικό ενδιαφέρον γιατί είναι εμπνευσμένη και διατυπώθηκε σύμφωνα με όλους τους κανόνες της δημοκρατίας.

Ήταν κι αυτός πρόσφυγας τρίτης γενιάς. Μόλις απέκτησε το δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές, το άσκησε. Και βγήκε. Ο παλιός δήμαρχος, αυτός που έκανε στην εξορία και που απάλλαξε τη συνοικία από τις λάσπες, μετά από τρεις θητείες, παρέδωσε την εξουσία σε άλλον. Τρεις θητείες συμπλήρωνε κι αυτός με την τελευταία του εκλογή. Ο παλιός δήμαρχος το πήρε προσωπικά και διεκδίκησε ξανά το αξίωμα, αλλά απέτυχε. Είναι τώρα δημοτικός σύμβουλος. Μαζί του είχε κατέβει στις εκλογές και ο νεαρός που εκλέχτηκε για πρώτη φορά, με την πρώτη απόπειρά του. Το απέδωσε στην καταγωγή του και στις καλές σπουδές του. Μπορεί να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα πως αν δεν είσαι εργολάβος, γιατρός ή δικηγόρος δεν μπορείς να εκλεγείς δήμαρχος ή βουλευτής, αλλά δημοτικός σύμβουλος μπορείς. Αυτό έδειξαν οι προηγούμενες δημοτικές εκλογές. Τον παρότρυνε και ο πατέρας του να βάλει υποψηφιότητα. Κοινοτικός σύμβουλος υπήρξε ο παππούς και για την εργατικότητά του, έχουν να λένε όλοι στην συνοικία. Ο νεαρός δημοτικός σύμβουλος περίμενε με μεγάλη αγωνία τη συνεδρίαση, στην οποία θα συζητιόταν η έγκριση της πρώτης μελέτης, για την αξιοποίηση της γης που άφηνε πίσω της η γαλακτοβιομηχανία.
Συμμαθητής του συμμετείχε στην ομάδα που συνέταξε τη μελέτη. Στα ίδια χώματα, δίπλα στο ρέμα, πίσω από την βιομηχανία που φεύγει, παίζανε μικροί. Είχανε φίλους που μένανε στα αυθαίρετα σπίτια που χτίσανε οι πατεράδες τους μέσα στο ρέμα και οι τοίχοι τους ακουμπούσαν στα ντουβάρια της βιομηχανίας. Στεκόντουσαν απέναντι στο δρόμο και βλέπανε τον γλύπτη να στήνει το γύψινο ομοίωμα και θαυμάζανε την τέχνη του. Από τότε έβαλαν και οι δύο τους το γάλα στην καθημερινή τους διατροφή. Με δέος περνούσαν μπροστά από την σιδερένια πόρτα που σφράγιζε τα Εβραίικα μνήματα, απέναντι ακριβώς από την γαλακτοβιομηχανία˙ άκουγαν τα γαβγίσματα του τρομερού λυκόσκυλου από τη μέσα μεριά της πόρτας˙ τέντωναν το λαιμό τους για να δουν στο εσωτερικό του κοιμητηρίου, στο σημείο που ο περίβολος χαμήλωνε λίγο˙ περνούσαν το δρόμο και αγόραζαν από ένα μικρό κακάο στο πρατήριο δίπλα στην πύλη και συνέχιζαν το περπάτημα για το γυμνάσιο.

Δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η πρόταση τους προειδοποιούσε πως δεν είχαν το δικαίωμα να στερήσουν από τη συνοικία τους την ευκαιρία να φιλοξενήσει ένα πολυτελές συγκρότημα πολυκινηματογράφων. Έρευνες έδειξαν πως το ενδιαφέρον σοβαρών επιχειρηματιών του χώρου στρέφεται προς τα δυτικά της πόλης. Θα έδιναν και στο δήμο κάποια διαμερίσματα. Δεν έκαναν καμία αναφορά στο τι θα γίνουν τα αυθαίρετα, επειδή εκείνο το πρόβλημα είναι πολύ σύνθετο και θα ήταν προτιμότερο να αποτελέσει αντικείμενο άλλης μελέτης. Τα κοιμητήρια που θα γειτόνευαν με τους σινεμάδες, ούτε που τα πρόσεξαν. Έπρεπε να κινηθεί ο δήμος δραστήρια και γρήγορα για να μη χάσει την ευκαιρία. Το δημοτικό συμβούλιο έπρεπε να ψηφίσει θετικά και να προχωρήσει στην ανάθεση του δεύτερου σταδίου της μελέτης, στο ίδιο φυσικά γραφείο. Ψήφισε αρνητικά και ένιωσε πως μεγάλωσε απότομα, αν και, μετά το συμμαθητή του. Τελείως διαφορετικά πράγματα περίμενε ν’ ακούσει. Γι’ αυτό άλλωστε δεν επεδίωξε να συναντήσει νωρίτερα το φίλο του και να συζητήσουν. Ήθελε να δει ποιος από τους δυο τους θα ξεπερνούσε τον άλλον σε ευρηματικότητα. Τώρα ξέρει.

Από εκείνη τη συνεδρίαση και μετά, ο πρόσφυγας τρίτης γενιάς, κάθε φορά που περπατάει σε χώμα, ρίχνει με δύναμη από καμιά σκαφτή κλωτσιά. Έχει την κρυφή κι ανομολόγητη ελπίδα, να ξεθάψει κάποτε ένα θαμμένο πλαστικό μπουκάλι που, δεν μπορεί, κάποιο στοργικό χώμα θα το σκέπασε και περιμένει με υπομονή την τρυφερή κλωτσιά για να ξαναβγεί στο φως. Όσο υπάρχει ακόμα χώμα σ’ αυτήν την πλευρά της πόλης.

Υ.Γ. Το διήγημα αυτό ανήκει στη σειρά "Ιστορίες απ' τα χώματα" μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περ. «Δυτικώς» της Θεσσαλονίκης (Άνω Ηλιούπολη), από το Μάρτιο 2001 έως το Σεπτέμβριο 2003.
Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι τόσο πραγματικά όσο ακριβώς και φανταστικά.